Αριθμός 867/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Λ. Χ. του Σ. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Νικολόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1612/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από .../5/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από ....5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 1612/2020 τελεσίδικη απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας), με την οποία αφού εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε κρίνει αντίθετα, απορρίφθηκε η από 1-11-2016 αγωγή, περί ανακλήσεως δωρεάς της ψιλής κυριότητας των ακινήτων (οριζόντιες ιδιοκτησίες με το παράρτημα - θέση στάθμευσης -της μίας από αυτές), τις οποίες ο αναιρεσείων - ενάγων - δωρητής είχε μεταβιβάσει στην εναγόμενη - δωρεοδόχο - αναιρεσίβλητη, λόγω αχαριστίας προς το πρόσωπο του ενάγοντος (δωρητή). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566§1 Κ.ΠολΔ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 3448/478/2021 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577§1 Κ.ΠολΔ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ). Κατά το άρθρο 505 του ΑΚ, "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή". Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, προσβάλλει δε άμεσα αγαθά του δωρητή. Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη περίθαλψης και οικονομικής ενίσχυσης, έστω και αν η δωρεά δεν συμφωνήθηκε υπό τον όρο της διατροφής του, όπως και η καταφρόνησή του με λόγο και έργο. Κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος από αντικειμενική άποψη είναι ο δεσμός δωρητή και δωρεοδόχου, τα ελατήρια της δωρεάς και η αξία του αντικειμένου της, όπως και ο τρόπος ενέργειας και ο χαρακτήρας του δωρεοδόχου και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή, της συζύγου του ή στενού συγγενούς του, ενώ από υποκειμενική άποψη πρέπει να αποτελεί εκδήλωση αξιόμεμπτης συμπεριφοράς, ενδεικτική της έλλειψης ευγνωμοσύνης στην αφιλοκερδή χειρονομία του δωρητή. Το ζήτημα αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος για την διαμόρφωση της κρίσης του εκτιμά την συμπεριφορά αυτήν με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατ' αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στην συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι απεδείχθησαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 Α.Κ. (ΑΠ 85/2020, Α.Π. 109/2010, Α.Π. 17.../2009, Α.Π. 982/2004). Εξάλλου κατά το άρθρο 509 παρ.1 ΑΚ η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με άτυπη σχετική δήλωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, συνεπώς και με αγωγή, τα δε αποτελέσματα της ανάκλησης επέρχονται ευθύς ως περιέλθει η δήλωση σ` αυτόν περί ανακλήσεως ή τον νόμιμο αντιπρόσωπο του και εφόσον ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και δύναται να δικαιολογήσει την ανάκληση. Για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανακλήσεως της δωρεάς πρέπει, αφενός, ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά τον χρόνο της ανάκλησης, αφετέρου να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του αναφερόμενου στη δήλωση ανάκλησης λόγου και αν αυτός αφορά στην επιδειχθείσα από το δωρεοδόχο αχαριστία να αποδείξει το έναντι του βαρύ παράπτωμα από το οποίο προήλθε αυτή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 904 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι αν ανακληθεί νόμιμα η δωρεά για λόγους αχαριστίας, ο δωρητής δικαιούται ενοχικώς σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος πράγματος, ο τρόπος δε της αυτούσιας απόδοσης εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος που απέκτησε ο λήπτης. Έτσι, αν το δωρηθέν είναι πράγμα ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η επαναμεταβίβαση της κυριότητας μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς γίνεται, εφόσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, με καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως, μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της απόφασης αυτής (άρθρα 949 ΚΠολΔ, 1...2 και 1...8 ΑΚ - ΑΠ 85/2020, ΑΠ 840/...94). Τέλος, κατά το άρθρο 512 ΑΚ, "δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν". Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, μη υποκείμενες σε ανάκληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως προς τα ελατήρια της βούλησής του, ενώ δωρεές από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνονται από κοινωνική υποχρέωση. Η φύση της συναπτόμενης σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνεται σ` αυτή από τους συμβαλλομένους, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από το περιεχόμενο όσων έχουν συμφωνηθεί και καθορίζει τους προσιδιάζοντες στη σχέση κανόνες δικαίου, προσφεύγοντας, αν υπάρχει ανάγκη, και σε στοιχεία ευρισκόμενα έξω από τη σύμβαση, όταν αυτά συνδέονται με τα συμφωνηθέντα κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα. Ο δε από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 512 του ΑΚ ισχυρισμός του εναγομένου δωρεοδόχου, συνιστά καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξιώσεως του ενάγοντος δωρητή που έχει έρεισμα στην διάταξη του άρθρου 505 του ίδιου Κώδικα και πρέπει να προτείνεται προσηκόντως και να επαναφέρεται νομίμως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ( ΑΠ 85/2020, ΑΠ 655/2014, ΑΠ 2054/2014). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/...98, ΑΠ 85/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ` αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 85/2020, Α.Π. 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. ... του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/...99). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/...84). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. ... να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού ... του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1047/2018, ΑΠ 1340/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς ... και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως ανωτέρω υπ' αριθ. 1612/2020 προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση του αυτή δέχθηκε, κατ'αρχήν, ως προς το ζήτημα του ορισμένου της αγωγής, ότι "Με τον 5ο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα επικαλείται ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν απέρριψε την αγωγή λόγω αοριστίας. Από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, όπως αυτό εκτίθεται στην προηγούμενη σκέψη, προκύπτει ότι σ' αυτήν, διαλαμβάνεται η σύσταση της δωρεάς, οι λόγοι ανάκλησης της δωρεάς, που δικαιολογούν την άσκηση αυτής σε βάρος της εναγομένης ("άρχισε να δημιουργεί συνεχώς προστριβές, να με υβρίζει σκαιότατα, να παραμελεί την φροντίδα της συζυγικής οικίας και της διατροφής μας, να λείπει αναίτια και επί μακράν από το σπίτι... όποτε με συναντά εξακολουθεί να με υβρίζει, όπως πράττει ανάλογα στον κοινό κοινωνικό μας περίγυρο...") καθώς και αίτημα απόδοσης στον ενάγοντα του δωρηθέντος και συνακόλουθα περιείχε όλα τα κατά το νόμο, από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 505, 509, και 216 ΚΠολΔ, στοιχεία...". Περαιτέρω - και, μετά από συνεκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων - δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα παρακάτω κρίσιμα για τους αναιρετικούς λόγους πραγματικά περιστατικά: ".... Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο την 28-2-2002...., κατά τη διάρκεια του οποίου δεν απέκτησαν τέκνα. Στην αρχή της γνωριμίας τους συγκατοίκησαν στην οικία της εναγομένης μαζί με τον υιό αυτής από τον πρώτο της γάμο, εν συνεχεία σε οικία που αγόρασε ο ενάγων την 23-5-2003. Δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας οριζόντιων ιδιοκτησιών του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Μ., το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου του ... στον τόμο … με α/α … ο ενάγων δώρισε στην εναγόμενη την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας εφ' όρου ζωής του την επικαρπία, α) ενός διαμερίσματος του τετάρτου υπέρ του ισογείου ορόφου, που αποτελείται από χώρο υποδοχής- τραπεζαρία-κουζίνα (ενιαίος χώρος), δύο κοιτώνες, λουτρό, αποχωρητήριο, οφφίς, δύο ημιυπαίθριους χώρους, ένα εξώστη και μια βεράντα προς την οδό ..., το οποίο συνορεύει βορειοανατολικά με πλατύσκαλο ορόφου και ιδιοκτησία αδελφών ..., βορειοδυτικά με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, νότια με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και πέραν αυτού με την οδό ..., νοτιοανατολικά με φρεάτιο ανελκυστήρα, πλατύσκαλο ορόφου και ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, έχει επιφάνεια 73 τ.μ., επιφάνεια ημιυπαίθριων χώρων 7 τ.μ., αναλογία όγκου κοινοχρήστων μέτρα κυβικά 59, συνολικό όγκο μέτρα κυβικά 279 και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο ...7/1000 εξ αδιαιρέτου, στο οποίο ως παρακολούθημα ανήκει, κατά δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης η υπ' αριθμ … ανοικτή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στο ισόγειο (πυλωτή) με επιφάνεια 11,25 τ.μ. και β) μίας αποθήκης με αριθμό … του υπογείου ορόφου, που αποτελείται από ένα χώρο, συνορεύει βορειοανατολικά με ιδιοκτησία αδελφών ..., βορειοδυτικά και δυτικά με μηχανοστάσιο και νοτιοδυτικά με διάδρομο ορόφου επιφάνειας 5,60 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας 15/1000 εξ αδιαιρέτου. Αμφότερες οι ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες βρίσκονται σε οικοδομή κτισμένη σε οικόπεδο επί της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., πρώην ... του Δήμου ..., στο υπ' αριθμ. ... οικοδομικό τετράγωνο και επί της οδού ... επί της οποίας φέρει τον αριθμό…, εκτάσεως 908,40 τ.μ. και μετά τη ρυμοτόμησή του 320,84. Στο ανωτέρω συμβόλαιο αναγράφεται ότι η εν λόγω δωρεά λαμβάνει χώρα "...σε εκδήλωση αγάπης και στοργής προς τη σύζυγό του, δια την έναντι αυτού επιδεικνυόμενη, παρ' αυτής, αγάπη και αφοσίωση και από ιδιαίτερο καθήκον και λόγους ευπρέπειας" μνεία που δεν έχει έννομη επιρροή αφού δεν εκτίθενται στο συμβόλαιο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν είναι αληθινά, δύναται να θεμελιώσουν την κρίση του δικαστηρίου, ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, ή από λόγους ευπρέπειας. Επίσης αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης η εναγόμενη εμφάνιζε χαρακτήρα πράο και συναινετικό. Εν συνεχεία όμως εμφανίσθηκαν προβλήματα στις σχέσεις του ζεύγους με αποτέλεσμα την ψυχολογική φόρτιση της εναγομένης. Η τελευταία, λόγω της αδιαφορίας του ενάγοντος προς αυτήν, νοσηλεύθηκε από την 1-11-2009 μέχρι και την 5-11-2009 στο γενικό νοσοκομείο ... λόγω διαταραχής προσφάτου κυρίως μνήμης διάρκειας μερικών ωρών επί εδάφους παροδικής σφαιρικής αμνησίας σε περίοδο έντονης ψυχικής φόρτισης, συνέχισε δε να παρακολουθείται από ψυχίατρο τουλάχιστον μέχρι και την 2-3-2018. Ειδικότερα σύμφωνα με την από ... ιατρική γνωμάτευση της ψυχιάτρου Μ. Κ., η εναγόμενη εξετάσθηκε από την ιατρό την 18-11-2009, 23-12-2009, 29-1-2010, 25-2-2010 και 5-5-2020 για μεικτή διαταραχή άγχους και κατάθλιψης, ενώ σύμφωνα με την από 2-3-2018 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου ... η εναγομένη παρακολουθείται από αυτόν την τελευταία δεκαετία λόγω αγχώδους καταθλιπτικής διαταραχής λόγω σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων, λαμβάνει δε την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Την επομένη της εξόδου της από το νοσοκομείο, ήτοι την 6-11-2009, η εναγομένη εγκατέλειψε τη συζυγική οικία, αφού η συγκατοίκηση με τον ενάγοντα της προκαλούσε πλέον έντονη συναισθηματική φόρτιση, έκτοτε δε ακολούθησε έντονη αντιδικία μεταξύ των διαδίκων κυρίως για τη χρήση και κατανομή των κινητών που αμφότεροι χρησιμοποιούσαν κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης. Επίσης την 1-4-2010 η εναγομένη κατήγγειλε στον αρμόδιο Εισαγγελέα ότι παρά τη σαφή της πρόθεση περί οριστικής διάσπασης της εγγάμου συμβιώσεως με τον εναγόμενο, ο τελευταίος εξακολουθούσε να την ενοχλεί τηλεφωνικά και λεκτικά και να την επισκέπτεται, ενώ μια φορά την προσέγγισε στη στάση του λεωφορείου και παρουσία τρίτων της μίλησε προσβλητικά, γεγονός που ανέφερε και στο αστυνομικό τμήμα ..., ενώ την 11-5-2010 η εναγομένη προσήλθε στο προαναφερόμενο αστυνομικό τμήμα όπου και εξέφρασε παράπονα εις βάρος του ενάγοντος για αδικήματα αστικής και ποινικής φύσης διωκόμενα κατ' έγκληση (όπως αναφέρεται στο ακριβές απόσπασμα από το βιβλίο αδικημάτων-συμβάντων που χορηγήθηκε στην τελευταία κατόπιν αιτήσεώς της). Εν τέλει οι αντιδικίες για τη νομή των κινητών έληξαν με την έκδοση εφετειακής απόφασης το έτος 2011, ο γάμος δε των διαδίκων λύθηκε με την έκδοση συναινετικού διαζυγίου το έτος 2015. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι αφενός η εναγομένη τον πίεζε φορτικά από τις αρχές του 2009 να της μεταβιβάσει την ψιλή κυριότητα των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών και μετά τη δωρεά του προς αυτήν άλλαξε τελείως συμπεριφορά, παραμελώντας τον ίδιο και την οικία τους και εξυβρίζοντας αυτόν κι αφετέρου ότι συνεχίζει την προσβλητική συμπεριφορά της εις βάρος του έως το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής με την οποία και ανακαλεί τη δωρεά του προς αυτήν λόγω αχαριστίας ουδόλως αποδείχθηκε. Ειδικότερα η μάρτυρας του ενάγοντος ..., καταθέτει μεν τα ανωτέρω πλην όμως η τελευταία δεν γνώριζε το ζεύγος κατά το διάστημα της εγγάμου συμβιώσεως αυτού, κι ως εκ τούτου η κατάθεσή της ελέγχεται ως προς την αξιοπιστία της, καθόσον τον μεν ενάγοντα τον γνώρισε το Σεπτέμβριο του 2009 τη δε εναγομένη το έτος 2010. Ως η ίδια δε αναφέρει στην κατάθεσή της, όσα καταθέτει περί πιέσεων της εναγομένης προς τον ενάγοντα, προκειμένου ο τελευταίος να της μεταβιβάσει την πλήρη κυριότητα των ακινήτων από το έτος 2009, και αλλαγής της συμπεριφοράς της εναγομένης μετά τη δωρεά της ψιλής κυριότητας τα έχει μάθει από τρίτους, τους οποίους δεν κατονομάζει, ενώ ουδέποτε η ίδια υπήρξε αυτήκοος ή αυτόπτης μάρτυρας κάποιας μεμπτής συμπεριφοράς της εναγομένης. Η έτερη μάρτυρας του ενάγοντος ..., θυγατέρα αυτού, η αξιοπιστία της κατάθεσης της οποίας ελέγχεται καθόσον σκοπός του ενάγοντος, σε περίπτωση ανακλήσεως της δωρεάς, είναι η μεταβίβαση των ανωτέρω περιουσιακών του στοιχείων σε αυτήν, καταθέτει ότι η εναγομένη έδειχνε καλό χαρακτήρα κατά τη διάρκεια του γάμου με απώτερο σκοπό να υφαρπάξει την κινητή και ακίνητη περιουσία του ενάγοντος, ότι ήταν φιλοχρήματη και ενεργούσε με δόλο, ότι η εναγομένη επιδίωκε κατά τη διάρκεια του γάμου της να αποξενώσει τον ενάγοντα από την ίδια και την οικογένειά του - γεγονότα και χαρακτηρισμοί που ο ενάγων δεν επικαλείται καν με την αγωγή του - κι ότι μέχρι και σήμερα δείχνει αχαριστία και βαθιά αντικοινωνική συμπεριφορά προς τον πατέρα της υβρίζοντάς τον στον κοινωνικό τους περίγυρο, δίχως όμως να συγκεκριμενοποιεί τις ύβρεις ούτε να περιγράφει κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό ώστε να δύναται το Δικαστήριο να κρίνει εάν η επικαλούμενη συμπεριφορά ή διαγωγή της δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτής που να καταδεικνύει αχαριστία προς τον ενάγοντα. Η κρίση αυτή δεν ανατρέπεται από την κατάθεση της τελευταίας μάρτυρος ότι ο θείος της και η σύζυγός του της ανέφεραν ότι δεν αντέχουν πλέον την εναγομένη να υβρίζει συνεχώς τον πατέρα της σε αυτούς, λόγω της αοριστίας της τόσο ως προς το χρόνο που ενημερώθηκε από τους θείους της, όσο και ως προς την αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών που έλαβαν χώρα ενώπιον τους από την εναγομένη ώστε το Δικαστήριο να δύναται να σχηματίσει δικανική πεποίθηση ως προς τη βαρύτητα των πράξεών της. Επίσης όσα, όλως αορίστως, καταθέτει η ανωτέρω μάρτυρας για τη συμπεριφορά της εναγομένης, δεν συνάδουν με τη λογική, αφού οι μεταξύ των διαδίκων αντιδικίες για την κατανομή των κινητών τους έληξαν το έτος 2011, εν συνεχεία δε οι διάδικοι προχώρησαν σε λύση του γάμου τους με τη συναινετική διαδικασία κι επομένως δεν δύναται να δικαιολογηθεί η αποδιδόμενη στην εναγόμενη, μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, συμπεριφορά, αφού οι όποιες διαφορές προέκυψαν από τη διάστασή τους επιλύθηκαν σε παρελθόντα χρόνο. Επιπροσθέτως οι ανωτέρω καταθέσεις δεν ενισχύονται από κανένα έτερο αποδεικτικό μέσο, καθώς παρά το γεγονός ότι κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ο τελευταίος επί σειρά ετών δέχεται εξυβριστική και προσβλητική συμπεριφορά εκ μέρους της εναγομένης ουδέποτε έχει καταγγείλει αρμοδίως τη συμπεριφορά αυτή ούτε έχει προσφύγει στη Δικαιοσύνη προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων του που πλήττονταν από αυτήν. Αντιθέτως η μάρτυρας της εναγομένης με σαφήνεια καταθέτει ότι μετά τη συναινετική λύση του γάμου των διαδίκων, η ενάγουσα δεν έχει καμία επαφή με τον εναγόμενο ούτε τον έχει εξυβρίσει ή προσβάλλει στο κοινωνικό του περίγυρο. Επομένως ουδόλως αποδείχθηκε συμπεριφορά της εναγομένης που να συνιστά αχαριστία εις βάρος του δωρητή ενάγοντος ώστε να ανακληθεί νομίμως η επίδικη δωρεά. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα αντίθετα κι έκανε δεκτή την αγωγή, εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσία βάσιμοι. Εν συνεχεία η εκκαλουμένη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί, η υπόθεση να κρατηθεί και να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο. Αφού δε η αγωγή κριθεί ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, καθόσον δεν αποδείχθηκε συμπεριφορά της εναγόμενης που να συνιστά αχαριστία προς τον ενάγοντα και να δικαιολογεί την ανάκληση της γενόμενης, προς αυτήν, δωρεάς από τον τελευταίο. Συνέπεια τούτου η δηλωθείσα δια της αγωγής ανάκληση της δωρεάς της ψιλής κυριότητας των αναφερομένων ανωτέρω ακινήτων προς την εναγομένη που έλαβε χώρα με την υπό κρίση αγωγή δεν γεννά έννομα αποτελέσματα...". Με τον πρώτο από τους λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ.1, προβάλλοντας ειδικότερα ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτή και επικυρώθηκε τελεσίδικα η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι η εν λόγω δωρεά δεν έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του ή από λόγους ευπρέπειας προς την αντίδικό του, έτσι ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 512 Α.Κ. και ότι αποδείχθηκε ότι ο γάμος τους είχε λυθεί προ της εγέρσεως της αγωγής. Ότι, περαιτέρω, με την απόρριψη του τετάρτου λόγου της εφέσεως, περί απόσβεσης του δικαιώματός του της ενιαύσιας προθεσμίας ανάκλησης της δωρεάς κατ' άρθρο 510 Α.Κ., έγινε δεκτό ότι ασχέτως αν δεν κρίθηκε ως πράξη αχαριστίας, οι έκνομες πράξεις της αντιδίκου του εξακολουθούσαν και κατά το χρονικό διάστημα της λύσεως του γάμου τους και της εγέρσεως της αγωγής, ενώ, ως προς την ουσία της κρίσης, το Εφετείο θεώρησε τις εμμάρτυρες καταθέσεις που νομίμως ελήφθησαν δια των ενόρκων βεβαιώσεων που προσκόμισε και επικαλέστηκε, ως αναξιόπιστες. Ότι, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εφαρμογή του άρθρου 505 Α.Κ., δεν εφάρμοσε ως όφειλε, κατά την κρίση της, τα αντικειμενικά κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος της δωρεοδόχου, όπως ο δεσμός δωρητή και δωρεοδόχου και τα ελατήρια αυτής, με το γεγονός ότι αν και η δωρεά έγινε κατά τον χρόνο του γάμου τους, αυτή δεν έγινε από λόγους ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος ή ευπρέπειας και όταν αιτήθηκε την ανάκληση της δωρεάς, ήταν διαζευγμένοι και μάλιστα χωρίς κοινά τέκνα, δηλαδή χωρίς καμία έννομη επιρροή στις οικογενειακές τους σχέσεις. Ότι, επίσης, δεν συνυπολόγισε ως όφειλε την αξία του αντικειμένου της δωρεάς, όπως και τον τρόπο ενέργειας και χαρακτήρα της δωρεοδόχου ή τυχόν συντρέχον πταίσμα του, που δεν αποδείχθηκε. Ότι, εξάλλου, η προσβαλλόμενη παραβίασε ευθέως τα διδάγματα της κοινής πείρας σχετικά με την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 505 Α.Κ. και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτήν, αφού ευθέως η κοινή λογική απαιτεί, προς απόδοση του περί δικαίου αισθήματος, την επιστροφή της εν λόγω δωρεάς της ψιλής κυριότητας, στον πραγματικό κύριο του ακινήτου, εφόσον πρόκειται περί μιας δωρεάς ακινήτου κατ' αντικειμενική αξία πλέον των πενήντα (50.000) ευρώ, δηλαδή όχι περί μίας δωρεάς κινητού πράγματος ποσού έστω και μερικών χιλιάδων ευρώ, την στιγμή που δεν υπάρχει κατά την έγερση της αξίωσης κανένα επιπλέον συνεκτικό στοιχείο της σχέσης τους με την αντίδικό του, λόγος για τον οποίο, έστω και αν υποτεθεί ότι δεν έγινε καμία πράξη που να πληροί την νομική έννοια της αχαριστίας από πλευράς της αντιδίκου του, ο μέσος κοινός άνθρωπος θα θεωρούσε ότι εφόσον δεν έχουν κοινά τέκνα, οι ηθικοί κανόνες και η δεοντολογία υπαγορεύουν την επιστροφή μίας τέτοιας δωρεάς και ότι και μόνη η ανωτέρω συμπεριφορά και στάση της αντιδίκου του συνιστά βαρύ και αποδοκιμαστέο παράπτωμα που αντιβαίνει στα διδάγματα της κοινής πείρας και στις κρατούσες στην επικοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Πλην, όμως, στην προκειμένη περίπτωση με τα όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που να θεμελιώνουν παράπτωμα της δωρεοδόχου ώστε να προσδίδεται αιτίαση ότι δεν ελήφθησαν υπόψη "τα αντικειμενικά κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος της δωρεοδόχου, όπως ο δεσμός δωρητή και δωρεοδόχου και τα ελατήρια αυτής", ενώ η κρίση περί του ότι η δωρεά, που έγινε κατά τον χρόνο του γάμου τους, δεν έγινε από λόγους ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος ή ευπρέπειας, συναρτήθηκε με την μη αναγραφή στο δωρητήριο συμβόλαιο σχετικών πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τους αμέσως παραπάνω λόγους και με τη (νομική) παραδοχή ότι δωρεές που γίνονται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν (ΑΚ 512), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εάν οι δωρεές δεν έγιναν για τους ανωτέρω λόγους είναι οπωσδήποτε ανακλητέες, ακόμη και όταν δεν αποδεικνύεται λόγος αχαριστίας, ενώ, περαιτέρω, έγινε δεκτό και ότι όταν αιτήθηκε την ανάκληση της δωρεάς ο αναιρεσείων ήταν διαζευγμένοι και μάλιστα χωρίς κοινά τέκνα. Επίσης, εκτιμήθηκε η αξία του αντικειμένου της δωρεάς (αφού αναφέρεται συγκεκριμένα ότι επρόκειτο περί αναλυτικά περιγραφομένου ακινήτου και των παραρτημάτων αυτού εκ των οποίων προκύπτει, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, η αξία της δωρεάς), όπως και ο τρόπος ενέργειας και χαρακτήρας της δωρεοδόχου και η δική του συμπεριφορά, αφού και ο χαρακτήρας της αναιρεσίβλητης έγινε δεκτό ότι ήταν πράος και συναινετικός και ότι τα περιστατικά που συνέβησαν μεταξύ τους ακόμη και μετά τη διάστασή τους τελέστηκαν από αυτόν (αναιρεσείοντα) σε βάρος της και όχι το αντίθετο. Εκείνο δε που ελέγχεται αναιρετικώς είναι, όχι το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία περιστατικά, αλλά εάν τα περιστατικά, που δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι απεδείχθησαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 Α.Κ.. Με βάση δε τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, αυτά δεν πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και, κατά συνέπεια, αποκλείστηκε η εφαρμογή του αμέσως ανωτέρω άρθρου. Εξάλλου, όπως και παραπάνω εκτίθεται, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει τον λόγο αυτό αναιρέσεως και σε ότι, κατά την στιγμή της έγερσης της αξίωσής του, δεν υφίστατο κανένα επιπλέον συνεκτικό στοιχείο της σχέσης τους με την αντίδικό του, λόγος για τον οποίο, έστω και αν υποτεθεί ότι δεν έγινε καμία πράξη που να πληροί την νομική έννοια της αχαριστίας από πλευράς της αντιδίκου του, ο μέσος κοινός άνθρωπος θα θεωρούσε ότι εφόσον δεν έχουν κοινά τέκνα, οι ηθικοί κανόνες και η δεοντολογία υπαγορεύουν την επιστροφή μίας τέτοιας δωρεάς και ότι και μόνη η ανωτέρω συμπεριφορά και στάση της αντιδίκου του συνιστά βαρύ και αποδοκιμαστέο παράπτωμα που αντιβαίνει στα διδάγματα της κοινής πείρας και στις κρατούσες στην επικοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Πλην, όμως, χωρίς την απόδειξη λόγου αχαριστίας στο πρόσωπο του δωρεοδόχου, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η ανάκληση της δωρεάς και αλυσιτελώς ο αναιρεσείων προβάλλει το ανωτέρω επιχείρημα. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 505 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε, ενώ οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ενώ κατά την ερμηνεία του ως άνω άρθρου δεν παραβιάσθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα, όπως και ο σχετικός λόγος. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αριθμ....), αφού όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενό της διέλαβε (έστω και συνοπτικώς) πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την απόρριψη των λόγων που θεμελιώνουν τους λόγους αχαριστίας, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με καθόλου, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, κατ'αρχήν, επιχειρεί να θεμελιώσει τον λόγο αυτό ισχυριζόμενος ότι, ενώ η αναιρεσίβλητη, με τον 5° λόγο της εφέσεως της, παραπονείτο ότι στην κριθείσα αγωγή δεν αναφέρεται ούτε ένα συγκεκριμένο περιστατικό που να συνιστά έκφραση αχαριστίας του σε αυτήν και παρότι το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αντιδίκου του και απέρριψε (κατ'ουσίαν) την αγωγή του, εν τούτοις - ως προς τον παραπάνω λόγο - έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς του και απέρριψε τους ανωτέρω περί αοριστίας ισχυρισμούς της (εναγομένης-εκκαλούσας-αναιρεσίβλητης) κρίνοντας την αγωγή ορισμένη, με αποτέλεσμα, με την παραδοχή περί ορισμένου της αγωγής του από την προσβαλλομένη να ιδρύεται - όπως ισχυρίζεται - αυτοτελής λόγος αναίρεσής της, αφού από την παραδοχή αυτή δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόσθηκε ή όχι η ουσιαστική διάταξη του άρθρου 505 Α.Κ.. Ο αναιρεσείων, όμως, αλυσιτελώς προβάλλει αυτή την αιτίαση, αφού η κρίση περί του επαρκώς ορισμένου της αγωγής, ελεγχόμενη (ΑΠ 33/2022) με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, δεν συνεπάγεται και την παραδοχή της ως ουσιαστικά βάσιμης. Κατά την έρευνα της ουσιαστικής της βασιμότητας ελέγχεται πλέον η αξιοπιστία των αποδεικτικών μέσων (και μαρτυρικών καταθέσεων ή ενόρκων βεβαιώσεων με κριτήριο και τη συγκεκριμενοποίηση των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται σε αυτά (που δεν ταυτίζεται αναγκαίως με την επάρκεια των περιστατικών, με βάση την οποία κρίνεται το ορισμένο της αγωγής). Δεν αποτελεί δε έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας ή αντιφατικότητα αυτής, ελεγχόμενη κατ'άρθρο 559 αριθμ. ... ΚΠολΔ, το γεγονός ότι το Εφετείο έκρινε πειστικότερα ορισμένα αποδεικτικά μέσα σε σχέση με άλλα, που όλα τους εκτιμώνται ελευθέρως, με βάση το ως άνω κριτήριο, όπως αβασίμως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση ανυπαρξίας ("καθόλου"), ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθμ. ... ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Περαιτέρω, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/...97, ΑΠ 85/2020). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, καθώς και η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β' ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, μετά την αναφορά στις διατάξεις του νόμου, ισχυρίζεται τα ακόλουθα: "Στο 7° φύλλο όπισθεν της προσβαλλομένης αναφέρεται χαρακτηριστικά: "... Επίσης αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης η εναγόμενη εμφάνιζε χαρακτήρα πράο και συναινετικό! Εν συνεχεία όμως εμφανίσθηκαν προβλήματα στις σχέσεις του ζεύγους με αποτέλεσμα την ψυχολογική φόρτιση της εναγόμενης. Η τελευταία λόγω της αδιαφορίας του ενάγοντος προς αυτήν, νοσηλεύθηκε από 01/11/2009 έως 05/11/20... στο Νοσοκομείο ... λόγω διαταραχής προσφάτου κυρίως μνήμης σε περίοδο έντονης ψυχικής φόρτισης, συνέχισε δε να παρακολουθείται από ψυχίατρο τουλάχιστον μέχρι και την 02/03/2018". Αναφέρονται δε σε αυτήν ιατρικές γνωματεύσεις των ψυχιάτρων Μ. Κ. και Γ. Ι., οι οποίες ουδέποτε προσκομίσθηκαν νομίμως και επικαλέσθηκαν από την αντίδικο τόσο στο Πρωτόδικο όσο και στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Περαιτέρω, το Εφετείο παρά τον Νόμο, έλαβε ως αληθινό το γεγονός περί δήθεν έντονης ψυχολογικής φόρτισης, της αναιρεσιβλήτου, λόγω σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων (βλέπε 7° φύλλο). Ωστόσο, οι ανωτέρω γνωματεύσεις προς υποστήριξη αυτής, φέρουν ημερομηνία του έτους 2018 δηλαδή μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος από την εγκατάλειψη από αυτήν της συζυγικής μας οικίας τον Νοέμβριο του έτους 2009, ήτοι εννέα (9) χρόνια αργότερα. Δηλαδή δέχθηκε το Εφετείο ως αληθινό το γεγονός ότι η αγχώδης καταθλιπτική διαταραχή της έλαβε χώρα λόγω σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων της μεταξύ μας σχέσεως, ενώ αυταπόδεικτα ήμασταν σε ουσιαστική διάσταση εννέα (9) έτη νωρίτερα. Κατ' αυτόν τον τρόπο λοιπόν, έσφαλε η προσβαλλόμενη και πρέπει να αναιρεθεί κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 559 παραγράφων 8 και 11 Κ.Πολ.Δ.". Κατά μεν το σκέλος, όμως, του εκ του άρθρου 559 παρ.8 προβαλλομένου αναιρετικού λόγου, όπως αυτός εκτιμάται, δεν αποτελούν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων και, επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Ως προς τον λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που η εναγομένη - αναιρεσίβλητη δεν προσκόμισε (και, ειδικότερα, αυτά που παραπάνω αναφέρονται), αυτός (ο λόγος) είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες προτάσεις της αναιρεσίβλητης - εκκαλούσας - εναγομένης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), η τελευταία προσκόμισε νομίμως μετ'επικλήσεως τις ιατρικές γνωματεύσεις των ψυχιάτρων Μ. Κ. και Γ. Ι., ως σχετικά 23 (συγκεκριμένα δε, όπως ρητά αναφέρεται, "Την με αριθμό πρωτοκόλλου 1436/... ιατρική γνωμάτευση της ... για την κατάστασή μου τα έτη 20...-2010", που από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων εγγράφων προκύπτει ότι είναι της Μ. Κ.) και 24 (συγκεκριμένα δε, όπως ρητά αναφέρεται, "Το από 2-3-2018 ιατρικό σημείωμα του ψυχιάτρου Ι. Γ. για την ψυχική υγεία μου καθώς και τις εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκα") και νομίμως το Εφετείο δέχθηκε και έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ενώ κατά τα λοιπά ο αναιρεσείων αποπειράται, υπό την επίφαση αυτού του λόγου, να πλήξει απαραδέκτως την ουσιαστική κρίση του. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183, ...1 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από .../5/2021 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 1612/2020 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ