Αριθμός 1595/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "E. C. S..A..", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεωργιάδη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α..Ε..", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ταταράκη, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ... «Τ.. Π.. Α...Ε..., ως καθολικής διάδοχος της αναιρεσίβλητης ... "Τ. Π. Α. Ε.", λόγω διάσπασης δι' απόσχισης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας με σύσταση νέας εταιρείας - πιστωτικού ιδρύματος. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2380/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2399/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-8-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η αυτοπροσώπως παραστάσα στο ακροατήριο πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη από 28-8-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα με αριθμό 2399/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ.2380/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 23-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ως προς τη συνολική αξίωσή της ποσού 26.342.858,94 ευρώ εκ της υπ' αριθμ. ... σύμβασης δανείου και των προσθέτων πράξεων αυτής, και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου εκ 2.500.000 ευρώ και, επίσης, αναγνωρίσθηκε ότι οφείλει σε αυτή τα επιπλέον οφειλόμενα ποσά εκ κεφαλαίου 23.451.068,50 ευρώ, τόκων 391.747,39 ευρώ και εξόδων 43,05 ευρώ και δη εντόκως, πλην του κονδυλίου των εξόδων, με το προβλεπόμενο στη σύμβαση και στο νόμο επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό από την 07-12-2014 μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Σημειώνεται ότι στη θέση της αναιρεσίβλητης ... παρίσταται στο Δικαστήριο τούτο ως καθολική διάδοχος ... λόγω διάσπασης της αναιρεσίβλητης με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και σύσταση της παρισταμένης εταιρείας, η οποία(διάσπαση) εγκρίθηκε μετά την άσκηση της αναίρεσης. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335, 337 και 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η φύση της σύμβασης ή της δικαιοπραξίας γενικότερα δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτή οι δικαιοπρακτούντες, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εφαρμόζοντας εξ επαγγέλματος το νόμο, χαρακτηρίζει σύμφωνα με αυτόν το αντικείμενο της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην έννομη σχέση που προσβάλλεται με αυτή, τη νομική έννοια που αρμόζει, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων επί του θέματος αυτού (ΑΠ 108/2014, ΑΠ 2091/2013). Έτσι, το δικαστήριο, με βάση το περιεχόμενο της αγωγής που έγινε ανέλεγκτα δεκτό, αυτεπαγγέλτως χαρακτηρίζει την καταρτισμένη σύμβαση, υπάγοντας το περιεχόμενό της αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης (ΟλΑΠ 18/2006). Σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε ανέλεγκτα κατατάσσει τη σύμβαση σε νομική κατηγορία άλλη και όχι εκείνη στην οποία ανήκει κατά νόμο, πρόκειται για εσφαλμένο χαρακτηρισμό, ο οποίος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και επιτρέπεται αναίρεση κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, καθόσον υπάρχει παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που ρυθμίζουν τη σχετική δικαιοπραξία και δεν έχουν εφαρμοστεί (ΑΠ 1081/2022, ΑΠ 73/2022, ΑΠ 878/2018). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων 471 και 477 ΑΚ συνάγεται ότι στερητική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται με το δανειστή με την οποία κάποιος αναδέχεται ξένο χρέος, έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στην θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί (ΑΠ 557/1999). Μόλις καταρτισθεί η σύμβαση στερητικής αναδοχής μεταξύ δανειστή και νέου οφειλέτη επέρχεται αυτόματη απαλλαγή του παλαιού οφειλέτη, χωρίς να ενδιαφέρει αν εκπληρώθηκε η αναληφθείσα τυχόν υποχρέωση εκ μέρους του δανειστή ή του παλαιού οφειλέτη προς τον αναδεχόμενο. Τούτο πρέπει να προκύπτει σαφώς από τη σύμβαση με την οποία κάποιος υπόσχεται την εκπλήρωση ξένου χρέους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ,ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται, αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε την εκπλήρωση ξένου χρέους, ο οποίος ευθύνεται εις ολόκληρον με τον οφειλέτη (σωρευτική αναδοχή χρέους). Με τη στερητική αναδοχή χρέους επέρχεται ειδική διαδοχή στην υποχρέωση, δηλαδή μεταβάλλεται το πρόσωπο του οφειλέτη με τη μετακύλιση του χρέους από το πρόσωπο του παλαιού οφειλέτη στο πρόσωπο του αναδοχέα. Η ρύθμιση του άρθρου 471 ΑΚ δεν ορίζει την τήρηση τύπου για την σύμβαση αναδοχής χρέους (ΑΠ 286/2018, ΑΠ 1770/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 806 A.K., με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, και κατά τη διάταξη του άρθρου 807 Α.Κ., αν δεν ορίστηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη. Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της σύμβασης δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Ο δανείζων έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου, το οποίο οριστικά να εισφέρει στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου. Η παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη γίνεται συνήθως στα χέρια του ίδιου από το δανειστή. Είναι, όμως, πιθανό η παράδοση αυτή να γίνει δια τρίτου προσώπου, που ενεργεί ως εντολοδόχος είτε του δανειστή, είτε του οφειλέτη, έτσι, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη. Η κατά τα άνω μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος δεν αποτελεί τύπο της δανειστικής σύμβασης έτσι ώστε, αν αυτή ελλείπει, να θεωρείται ότι η σύμβαση δεν καταρτίστηκε, αλλά αποτελεί προϋπόθεση αυτής, επιβαλλόμενη μάλιστα από την πιο πάνω διάταξη, η οποία δεν είναι αναγκαστικού δικαίου (ΑΠ 1234/2018, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1807/2007). Ποικιλία τρόπων μεταβίβασης της κυριότητας παρουσιάζει το συναινετικό δάνειο, στο οποίο περιλαμβάνεται και η συμφωνία να δώσει ο δανειοδότης το δάνεισμα σε τρίτο. Ο σκοπός χρησιμοποίησης του δανείσματος και δη με εξουσία ανάλωσής του από τον δανειζόμενο, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του δανείου, νοείται όμως γενικά και αφηρημένα και όχι ως ο σκοπός για τον οποίο ο δανειζόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται να χρησιμοποιήσει το δάνεισμα. Ο τελευταίος αυτός σκοπός, όχι μόνο δεν είναι ουσιώδες στοιχείο του δανείου αλλά, κατά κανόνα, δεν έχει καμία νομική σημασία (ΑΠ 667/2022, ΑΠ 1802/2007). Επομένως, στην απλή νομοτυπική μορφή του δανείου, όπως ρυθμίζεται στον Αστικό Κώδικα, δεν ανήκει ο σκοπός της χρηματοδότησης (AΠ 1292/2023). Το κύρος δηλαδή της σύμβασης του δανείου δεν συναρτάται προς οποιαδήποτε συμφωνία των συμβαλλομένων για τη διοχέτευση του ποσού σε συγκεκριμένη κατεύθυνση, αλλά η χρήση του εναπόκειται στην ελεύθερη βούληση του δανειζόμενου. Δεν αποκλείεται όμως η με συμφωνία των μερών ανάληψη από το λήπτη του δανείου της υποχρέωσης για χρησιμοποίηση του δανείσματος για ορισμένο σκοπό. Έτσι, τα προβλεπόμενα στην τραπεζική νομοθεσία δάνεια και εν γένει πιστώσεις χορηγούνται, κατά κανόνα, από τα πιστωτικά ιδρύματα στον δανειολήπτη για συγκεκριμένο, ειδικά συμφωνημένο, σκοπό, ο οποίος τότε αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της δανειακής (και εν γένει πιστωτικής) σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή, ανάλογα με τον σκοπό της χρηματοδότησης, διαφοροποιούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάρτιση της σύμβασης (π.χ. με την επιβολή ορίων, με τη χορήγηση πίστωσης σε συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων κλπ.), ενώ, παράλληλα, επιβάλλονται συνήθως συγκεκριμένες υποχρεώσεις στον δανειολήπτη για τη διασφάλιση της εκπλήρωσης του σκοπού του δανείου (π.χ. δάνεια για την αγορά βιομηχανικού εξοπλισμού, για την εξυγίανση της επιχείρησης, δάνεια αναπτυξιακών νόμων, στεγαστικά δάνεια κλπ.). Δάνειο ειδικού σκοπού είναι υπό την έννοια αυτή το δάνειο και εν γένει η πίστωση για αγορά μετοχών. Η κατάρτιση τέτοιων δανείων ("μετοχοδανείων") δεν είναι ελεύθερη, αλλά υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς. Το επιτρεπόμενο πλαίσιο της χρηματοδότησης για αγορά μετοχών έχει θεσπίσει η Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο της κανονιστικής της αρμοδιότητας με κανόνες δημόσιας τάξης, ειδικότερα δε, τα δάνεια για αγορά μετοχών ρυθμίζονται από την 1955/1991 ΠΔ/ΤΕ, όπως διαδοχικά τροποποιήθηκε και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Τέλος, το άρθρο 138 ΑΚ ορίζει στην πρώτη μεν παράγραφο: "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη", στη δε δεύτερη παράγραφο: "Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της". Από την πρώτη διάταξη (άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ) συνάγεται ότι η δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Εικονική είναι λοιπόν η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και έχει ως σκοπό να δημιουργήσει σε άλλους την εντύπωση μεταβολής ορισμένης νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει πρόθεση στο δηλούντα τέτοιας νομικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση (όπως είναι και η σύμβαση δανείου), στην τελευταία δε περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισης συμβαλλομένων ότι η σύμβαση που συνάφθηκε δεν παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 1427/2017, ΑΠ 342/2014, ΑΠ 160/2013). Έτσι, για την εικονικότητα της σύμβασης αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, το οποίο συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής κατά τη δεύτερη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ. Η τελευταία όμως αυτή διάταξη δεν είναι προσδιοριστική της κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 138 ΑΚ εικονικότητας, υπό την έννοια ότι οριοθετεί απλώς την έκταση και την ενέργειά της, αλλ` έχει αυτοτέλεια διότι στηρίζεται σε νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που απαρτίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 32/1998,ΑΠ 1024/2018, ΑΠ 365/2015). Για την ακυρότητα, επομένως, ως εικονικής μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Η κατά τα άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των όρθρων 180 ΑΚ και 68, 70 ΚΠολΔ (ΑΠ 1024/2018, ΑΠ 502/2018, ΑΠ 563/2016), καταλαμβάνοντας στο σύνολό της τη δικαιοπραξία, αφού οι μερικότεροι όροι της δεν έχουν αυτοτέλεια, δηλαδή δεν αποτελούν αντικείμενο αυτόνομης ρύθμισης (ΑΠ 1514/2013). Η εικονικότητα δε, δύναται να αποδειχθεί και με μάρτυρες (ΑΠ 1822/2012). Εξάλλου, η αναγνώριση δικαιοπραξίας ως σπουδαίας, στερεί τον αναγνωρίσαντα από το δικαίωμα να προσβάλει στη συνέχεια την ίδια δικαιοπραξία ως εικονική, η αναγνώριση δε είναι μονομερής δήλωση βούλησης που μπορεί να γίνει όχι μόνο ρητά αλλά και σιωπηρά, δηλ. με πράξεις που δεν έγιναν μεν γι` αυτό το σκοπό, συμπερασματικά όμως, κατά τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, υποδηλώνουν σαφή βούληση παραίτησης από την εικονικότητα (ΟλΑΠ 32/1987, ΑΠ 1098/1995). 3. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη - εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα),η οποία συστάθηκε στις 21-10-2011 και εδρεύει στη ... έχει ως εταιρικό σκοπό να προβεί σε οποιαδήποτε νόμιμη πράξη ή δραστηριότητα για την οποία οι εταιρείες μπορούν τώρα ή στο εξής να οργανωθούν σύμφωνα με τον Νόμο περί Εμπορικών Εταιρειών. Δυνάμει της υπ' αριθμ... σύμβασης (χρεολυτικού) δανείου και των υπ' αριθμ. ... προσθέτων πράξεων τροποποίησης αυτής που καταρτίσθηκαν ... μεταξύ της ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α..Ε.." ως δανείστριας (ήδη αναιρεσίβλητης) και της εναγόμενης - εκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "E. C. S..A.." ως οφειλέτιδας, χορηγήθηκε στην τελευταία έντοκο δάνειο ποσού 22.825.000 ευρώ για επενδυτικούς σκοπούς διεπόμενο από το ελληνικό δίκαιο, το Ν.Δ. 17-07/13-08-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", τους γενικούς όρους συναλλαγών της Τράπεζας, καθώς και από τους ειδικότερους ακόλουθους μεταξύ άλλων συμβατικούς όρους : Το κεφάλαιο του δανείου θα εξοφληθεί από τον οφειλέτη με μία δόση ποσού 22.825.000 ευρώ, καταβλητέα κατά την ημερομηνία λήξης του δανείου (06-12-2014), μετά την πάροδο τριών (3) ετών από την πρώτη εκταμίευση, ενώ κατά τον ενδιάμεσο χρόνο ο οφειλέτης θα υποχρεούται να καταβάλει μόνο τους αναλογούντες τόκους (όρος 2.1). ..... Σε περίπτωση καθυστερήσεως πληρωμής οποιασδήποτε δόσεως ή μέρους αυτής ή και των τόκων, συμφωνείται ότι ο οφειλέτης, αυτοδίκαια, θα χρεώνεται για τα καθυστερούμενα ποσά από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι εξοφλήσεως, με επιτόκιο υπερημερίας που θα καθορίζεται από το νόμο, ανερχόμενο σε 2,5 εκατοστιαίες μονάδες πάνω από το εκάστοτε ισχύον για τη σύμβαση επιτόκιο. Σε περίπτωση δε θεσπίσεως επιτοκίου υπερημερίας ανώτερου του αμέσως προαναφερθέντος θα ισχύει το εκάστοτε ισχύον ανώτατο όριο του επιτοκίου υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη όχληση ή ειδοποίηση ή επιταγή πληρωμής προς αυτόν (όρος 4.1). Δικαιούται επίσης η Τράπεζα στην περίπτωση αυτή, είτε να επιδιώξει την είσπραξη της καθυστερημένης ή των καθυστερημένων δόσεων με τους οφειλόμενους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) και έξοδα, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση οπότε γίνεται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το μη ληξιπρόθεσμο μέρος του δανείου και να επιδιώξει την είσπραξη του συνόλου της οφειλής. Σε κάθε περίπτωση υπερημερίας η τράπεζα δικαιούται να ανατοκίζει και τους καθυστερούμενους τόκους ακόμη και μετά την καταγγελία της συμβάσεως, κατά τις ελάχιστες χρονικές περιόδους που θα επιτρέπει ο νόμος, ο οποίος θα ισχύει κατά την επέλευση της υπερημερίας που (κατά την κατάρτιση της σύμβασης) είναι το εξάμηνο (όρος 4.2). Ως περίοδος εκταμίευσης του δανείου καθορίζεται το διάστημα των δέκα (10) ημερών από την υπογραφή της συμβάσεως, ήτοι μέχρι 04-12-2011. Με μόνη την πάροδο της ημερομηνίας αυτής παύει και η υποχρέωση της τράπεζας να χορηγήσει το δάνειο ή το εναπομείναν τμήμα του (όρος 5.1). Η ανάληψη κάθε τμήματος του δανείου θα αποδεικνύεται από τα υπογραφόμενα από τον οφειλέτη σχετικά εντάλματα πληρωμής που θα εκδίδονται από την τράπεζα. Θα αποδεικνύεται επίσης, εκ των σχετικών εγγραφών στα βιβλία της τράπεζας και των βάσει αυτών εξαγομένων αποσπασμάτων, τα οποία ο οφειλέτης αναγνωρίζει ότι αποτελούν πλήρη απόδειξη του εκάστοτε οφειλομένου από αυτόν ποσού στην τράπεζα (όρος 5.3)....Η τράπεζα δικαιούται να καταγγείλει αζημίως γι' αυτήν και χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε προθεσμίας, με μονομερή προς τον οφειλέτη δήλωσή της την ένδικη σύμβαση και να καταστήσει ολόκληρο το εκ της συμβάσεως αυτής λόγω δανείου χορηγηθέν κεφάλαιο και τους μέχρι τη στιγμή εκείνη τόκους απαιτητούς και ληξιπρόθεσμους, ιδίως (όρος 8) : α) εάν ο οφειλέτης παραβεί οποιονδήποτε από τους όρους της ένδικης σύμβασης δανείου, που συνομολογούνται όλοι ουσιώδεις.....Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι η εναγόμενη - εκκαλούσα οφειλέτρια εταιρεία θα έπρεπε, πριν την εκταμίευση του δανείου, να συστήσει ενέχυρο υπέρ της ενάγουσας τράπεζας επί 57.056.609 μετοχών εκδόσεως της τελευταίας, σύμφωνα με τον υπ' αριθμόν 9.2 συμβατικό όρο. Για το δάνειο αυτό η τράπεζα δικαιούται να τηρεί στα βιβλία της κατά την κρίση της έναν ή περισσότερους λογαριασμούς, στους οποίους θα καταχωρούνται οι αναλήψεις του δανείου, οι τόκοι (συμβατικοί και υπερημερίας) και τα έξοδα της τράπεζας εξαιτίας του δανείου (δικαστικά και πόσης φύσεως έξοδα) οι καταβολές εκ μέρους του οφειλέτη. Απόσπασμα εξαγόμενο από τα βιβλία της τράπεζας ή αντίγραφο αυτών (που μπορεί να είναι και με μηχανογραφικό σύστημα), το οποίο θα εμφανίζει τον ή τους παραπάνω λογαριασμούς και το υπόλοιπο που θα οφείλεται συμφωνείται ότι θα αποτελεί πλήρη απόδειξη της απαίτησης της τράπεζας κατά της οφειλέτριας, επιτρεπομένης όμως της ανταπόδειξης. Τα ίδια θα ισχύουν και για το λογαριασμό που θα τηρεί η τράπεζα μετά την καταγγελία της σύμβασης (όρος 10.1). ....Κάθε διαφορά από τη σύμβαση μεταξύ των συμβαλλομένων υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων, αρμόδια δε κατά τόπο για την επίλυση κάθε διαφοράς ορίζονται από τους συμβαλλόμενους, που παραιτούνται κάθε σχετικής ενστάσεώς τους, και τα δικαστήρια της Αθήνας (όρος 16). Οι κοινοποιήσεις προς τον οφειλέτη και τον τυχόν εγγυητή στις οποίες περιλαμβάνονται και σχετικές με τυχόν δίκες από τη σύμβαση και πρόσθετες πράξεις της, συμβάσεις και εξασφαλίσεις γίνονται στις διευθύνσεις που αναφέρονται στη σύμβαση. Ανταπόδειξη κατά του περιεχομένου της σύμβασης ως και κάθε συμπληρωματικής ή τροποποιητικής της συνομολογείται ότι θα γίνεται μόνο εγγράφως αποκλεισμένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου, ακόμα και αυτού του όρκου εκτός αν άλλως και ειδικώς, ο έγγραφος τύπος αναπληρώνεται με ρύθμιση της ένδικης σύμβασης (όρος 20). Όλοι οι όροι της σύμβασης είναι ουσιώδεις, δύνανται δε να τροποποιηθούν μόνο εγγράφως (όρος 21.2). Η εναγόμενη - εκκαλούσα εταιρεία "E. C. S..A.." σε εκπλήρωση του όρου 9.2 της ένδικης υπ' αριθμ... σύμβασης δανείου με την υπ' αριθμ. ... συνέστησε ενέχυρο επί 57.056.609 μετοχών κυριότητάς της. Το δάνειο εκταμιεύθηκε μετά τη σύσταση του ενεχύρου και συγκεκριμένα την 06-12-2011 και άρα η εναγομένη - εκκαλούσα είχε αποκτήσει τις άνω 57.056.609 μετοχές πριν από την εκταμίευση του ποσού του ένδικου δανείου. Ωστόσο, την 23-05-2013 έγινε άρση του ενεχύρου επί των 57.056.609 μετοχών που είχε συσταθεί με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, κατόπιν αποδοχής αιτήματος της δανειολήπτριας - ενεχυράστριας εναγομένης, προκειμένου αυτή να πωλήσει τις υφιστάμενες μετοχές (πριν το reverse split έτους 2013 1Ν/10Π και τη μείωση της ονομαστικής αξίας των μετοχών) και να συστήσει νέο ενέχυρο επί μετοχών ίσης αξίας. Η εναγομένη πώλησε πράγματι τότε τις 55.457.489 μετοχές της (επί συνόλου 57.056.609 μετοχών) και με την υπ' αριθμ... σύμβαση συστάθηκε ενέχυρο επί 9.076.333 μετοχών, καθώς και επί 9.016.421 warrants (τίτλων δικαιωμάτων κτήσης μετοχών) εκδόσεως της ενάνουσας "...". Στη συνέχεια στις 20-03-2014 έγινε μερική άρση του νέου ενεχύρου ως προς 200.000 μετοχές (9.176.333 - 200.000 = 8.976.333), κατ' αποδοχή του αιτήματος της εναγόμενης- εκκαλούσας - ενεχυράστριας "E. C. S..A..", με σκοπό αυτή να πωλήσει τις μετοχές και να συσταθεί νέο ενέχυρο επί μετοχών ίσης αξίας. Με την υπ' αριθμόν ... σύμβαση συστάθηκε (συμπληρωματικό) ενέχυρο επί 136.119 μετοχών εκδόσεως της ενάγουσας - εφεσίβλητης εταιρείας "...", ενώ με τη μεταγενέστερη υπ' αριθμ. ... σύμβαση συστάθηκε συμπληρωματικό ενέχυρο επί 98.000 μετοχών κυριότητας της εναγόμενης - εκκαλούσας. Έτσι, ο συνολικός αριθμός των ενεχυρασμένων μετοχών ανήλθε σε 9.210.452 μετοχές, οι οποίες συνεπεία του reverse split του έτους 2015 [1 Ν /100 Π] έγιναν 92.104 μετοχές και μετά το reverse split του έτους 2017 [1 Ν / 20 Π] οι ενεχυρασμένες μετοχές κυριότητας της εναγομένης - εκκαλούσας εκδόσεως της ενάγουσας - εφεσίβλητης "..." ανέρχονται σε 4.605, πλέον 9.016.421 warrants. Η αρχική υπ' αριθμόν ... σύμβαση δανείου, όπως προαναφέρθηκε, συνοδεύτηκε από δύο πρόσθετες πράξεις. Συγκεκριμένα, με την ... πρόσθετη πράξη τροποποίησης σύμβασης δανείου η οφειλέτρια εναγόμενη εταιρεία αναγνώρισε ότι το άληκτο κεφάλαιο του δανείου ανερχόταν τότε στο ποσό των 22.825.000 ευρώ και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές εκ δεδουλευμένων συμβατικών τόκων έως την 06-09-2012 στο ποσό των 1.555.246,16 ευρώ. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι οι τόκοι που θα λογίζονταν κατά τις περιόδους εκτοκισμού που έληγαν τις 06-12-2012, 06-03-2013, 06-06-2013 και 06-09-2013, θα κεφαλαιοποιούνταν στη λήξη εκάστης εκτοκιστικής περιόδου και θα καταβάλλονταν κατά την ημερομηνία λήξης του δανείου, ήτοι την 06-12-2014. Με την υπ' αριθμ. ... πρόσθετη πράξη τροποποίησης σύμβασης δανείου η οφειλέτρια αναγνώρισε ότι το άληκτο κεφάλαιο του δανείου ανερχόταν τότε στο ποσό των 25.408.089,14 ευρώ, πλέον τόκων από 06-09-2013. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι οι τόκοι που θα λογίζονταν κατά τις τριμηνιαίες περιόδους εκτοκισμού που έληγαν τις 06-12-2013, 06-03-2014, 06-06-2014 και 06-09-2014, θα κεφαλαιοποιούνταν στη λήξη εκάστης εκτοκιστικής περιόδου και θα καταβάλλονταν κατά την ημερομηνία λήξης του δανείου, ήτοι την 06-12- 2014. Την 06-12-2014 έληξε η συμφωνημένη διάρκεια του δανείου, πλην όμως η εναγόμενη - εκκαλούσα δεν κατέβαλε το κεφάλαιο του δανείου, ούτε τους αναλογούντες τόκους της τελευταίας εκτοκιστικής περιόδου, που έληξε την 06-12-2014. Ακολούθως, η ενάγουσα - εφεσίβλητη τράπεζα με την από 15-02-2016 εξώδικη δήλωση - όχληση - πρόσκληση που κοινοποιήθηκε στον αντίκλητο της εναγομένης - εκκαλούσας,.... ορισθέντα σύμφωνα με την άνω δανειακή σύμβαση....., κάλεσε την τελευταία, ένεκα της λήξης του δανείου, να καταβάλει την οφειλή της ανερχόμενη στις 15-02-2016 στο συνολικό ποσό των 29.849.373,73 ευρώ και δη εντόκως με το προβλεπόμενο στη σύμβαση και το νόμο επιτόκιο και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως. Προς εξυπηρέτηση της ως άνω σύμβασης τηρήθηκε από την ενάγουσα - εφεσίβλητη τράπεζα ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός στον οποίο καταχωρήθηκαν η ανάληψη/εκταμίευση του δανείου την 06-12-2011, οι οφειλόμενοι τόκοι (συμβατικοί και υπερημερίας), καθώς και οι πιστώσεις της εναγομένης από τον οποίο αποδεικνύεται πλήρως κατ' άρθρο 10 της σύμβασης η απαίτηση της ενάγουσας - εφεσίβλητης τράπεζας, ανερχόμενη στις 12-01-2016 στο συνολικό ποσό των 29.850.825,12 ευρώ, εκ των οποίων κεφάλαιο 26.952.519,89 ευρώ (πληρωτέο την 06-12-2014), συμβατικοί τόκοι επ' αυτού 391.747,39 ευρώ (πληρωτέοι την 06-12-2014), τόκοι υπερημερίας επί του καθυστερούμενου κεφαλαίου και τόκων ποσού 2.506.557,84 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 06-12-2014 έως 12-01-2016. Την 12-01-2016 το χρεωστικό υπόλοιπο συνολικού ποσού 29.850.825,12 ευρώ μεταφέρθηκε στον υπ' αριθμ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Ο λογαριασμός οριστικής καθυστέρησης κινηθείς έως την 09-03-2017, κατόπιν πίστωσης ποσού 1.451,39 ευρώ από είσπραξη παρεπόμενης ενεχυρασμένης κατάθεσης και χρέωσης των εξόδων επίδοσης όχλησης (43,05 ευρώ) και των τόκων υπερημερίας έως 30-12-2016 (1.148.465,67 + 1.283.310,55 ευρώ), εμφανίζει στις 09-03-2017 χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 32.281.193,09 ευρώ, το οποίο οφείλεται εντόκως, με επιτόκιο υπερημερίας κατά τη σύμβαση και το νόμο και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από την 01-01-2017 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως. Με βάση τα ανωτέρω η συνολική απαίτηση της ενάγουσας - εφεσίβλητης κατά της εναγόμενης- εκκαλούσας δανειολήπτριας εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων εξόδων και τόκων έως την 30-12-2016 ανήλθε στο συνολικό ποσό των 32.281.193,09 ευρώ, το οποίο οφείλεται εντόκως, με επιτόκιο υπερημερίας κατά τη σύμβαση και με εξάμηνο ανατοκισμό από την 01-01-2017 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως. Ακολούθως, κατ' αποδοχή αίτησης της ενάγουσας - εφεσίβλητης τράπεζας εκδόθηκε σε βάρος της εναγομένης η υπ' αριθμόν ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η πληρωμή μέρους ύψους 1.000.000 ευρώ της ως άνω μείζονος απαίτησης της ενάγουσας τράπεζας που αντιστοιχεί σε ισόποσο μέρος του λήξαντος την 06-12-2014 κεφαλαίου της άνω υπ' αριθμ... σύμβασης δανείου, εντόκως με το προβλεπόμενο στη σύμβαση και στο νόμο επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό από 07-12-2014 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως και με επιφύλαξη για το επιπλέον οφειλόμενο υπόλοιπο της απαιτήσεως εκ κεφαλαίου τόκων και εξόδων. Η ως άνω διαταγή πληρωμής κοινοποιήθηκε στον αντίκλητο της εναγόμενης - εκκαλούσας στην Ελλάδα, καθώς και στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.... Η εναγόμενη - εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της επαναφέρει την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση εικονικότητας της άνω δανειακής σύμβασης κάτω από την οποία διατείνεται ότι καλύπτεται έγκυρη σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους των άνω αρχικών οφειλετριών εταιρειών. Για την θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως επικαλέστηκε τα εξής : Η ενάγουσα - εφεσίβλητη με την από 6.7.2007 απόφαση του δ.σ. της αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της κατά το ποσό των 322.207.575,66 ευρώ με έκδοση 67.548.758 νέων κοινών ονομαστικών μετοχών ονoμαστικής αξίας 4,77 ευρώ και τιμή διάθεσης 20 ευρώ. Ότι η εκκαλούσα - εναγόμενη εταιρεία συνεργάζεται με τις εταιρείες ... Ότι στις 09.08.2007 καταρτίστηκε μεταξύ της εφεσίβλητης - ενάγουσας, της άνω εταιρείας με την επωνυμία ... ως οφειλέτιδος και της άνω εταιρείας με την επωνυμία ... ως εγγυήτριας η υπ' αριθμόν ... Σύμβαση (Χρεολυτικού) Δανείου ποσού ύψους 86.000.000 από το οποίο η οφειλέτιδα, ήτοι η ... εκταμίευσε τελικώς 85.200.000 ευρώ και ότι ως σκοπός του δανείου συμφωνήθηκε η χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων της οφειλέτιδας και συγκεκριμένα η χρηματοδότηση επενδύσεων, όμως πραγματικός σκοπός του δανείου ήταν η κάλυψη αντιστοίχου μέρους της κατά τα άνω αποφασισθείσας αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της εναγούσης- εφεσίβλητης, δηλαδή η ως άνω Σύμβαση Δανείου ήταν κατά τη συμφωνία των μερών "Μετοχοδάνειο" και ότι το ποσό των 85.200.000 ευρώ επενδύθηκε, κατά τον πραγματικό σκοπό του δανείου, από τις άνω συνεργαζόμενες εταιρείες στην κάλυψη της ως άνω περιγραφόμενης αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας. Ότι η κάλυψη της αυξήσεως διά της αναλήψεως 4.259.574 νέων μετοχών εκδόσεως της εφεσίβλητης - ενάγουσας δεν έγινε από την άνω δανειολήπτρια ... αλλά από συνεργαζόμενες εταιρείες. Ότι προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της ενάγουσας - εφεσίβλητης συστάθηκε ενέχυρο επί του δικαιώματος αναλήψεως 4.715.000 μετοχών εκδόσεως της εφεσίβλητης που ανήκαν κατά κυριότητα στην άνω εγγυήτρια ... Ότι προ της αυξήσεως οι άνω συνεργαζόμενες εταιρείες κατείχαν 17.038.296 μετοχές και μετά την αύξηση οι μετοχές εκδόσεως της ενάγουσας - εφεσίβλητης ανήλθαν σε 21.297.870, δηλαδή αυξήθηκαν κατά 4.259.574 νέες μετοχές και αντίστοιχα, η χρηματιστηριακή αυτών αξία με βάση την τιμή στην οποία πραγματοποιήθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι 20 ευρώ ανά μετοχή, ανερχόταν σε 425.957.400 ευρώ. Ότι από το ως άνω δάνειο εξοφλήθηκε το ποσό των 21.500.000 € και κατά συνέπεια το ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου μειώθηκε στο ποσό των 63.700.000 €. Ότι προς αποπληρωμή του εναπομείναντος ποσού του ως άνω δανείου, ήτοι του ποσού των 63.700.000 €, καταρτίστηκαν α) η υπ' αριθμόν ... Σύμβαση (Χρεολυτικού) Δανείου, ποσού ύψους 33.700.000 € μεταξύ της ενάγουσας - εφεσίβλητης και της εταιρείας με την επωνυμία ... και β) η υπ' αριθμόν ... Σύμβαση Δανείου ύψους 30.000.000 € μεταξύ της ενάγουσας - εφεσίβλητης και της εταιρείας με την επωνυμία «E. H. «L., πλην όμως οι εν λόγω συμβάσεις δανείων είναι εικονικές, αφού συμφωνήθηκε η αλλαγή του προσώπου του οφειλέτη, δηλαδή μία αναδοχή του χρέους, η οποία μάλιστα είχε στερητικό χαρακτήρα ενόψει του ότι η αρχική δανειολήπτρια «C. A. S..A.. και η εγγυήτρια «G. B. S. «C. απηλλάγησαν των υποχρεώσεών τους προς την ενάγουσα - εφεσίβλητη, αφού το προς αυτές δάνειο εμφανίζεται εξοφλημένο. 'Οτι στη συνέχεια με την από 3.1.2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας - εφεσίβλητης αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της κατά το ποσό των 242.116.213,50 € με καταβολή μετρητών και με έκδοση 807.054.045 νέων κοινών ονομαστικών με ψήφο μετοχών ονομαστικής αξίας 0,30 € και τιμή διαθέσεως 1,01 €. Ότι μέρος της ως άνω αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας - εφεσίβλητης κάλυψαν οι κατωτέρω αναφερόμενες εταιρείες, μέσω της συνάψεως "Μετοχοδανείου" μεταξύ της εταιρείας «V. O. A. G. S..A.. και της ενάγουσας - εφεσίβλητης. Ότι ειδικότερα η συνεργαζόμενη με την εναγομένη - εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία «V. O. A. G. S..A.. συνήψε με την εφεσίβλητη - ενάγουσα την υπ' αριθμόν ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ποσού 52.500.000 ευρώ, προκειμένου να καλυφθεί κατά το ποσό της πίστωσης αυτής το αντίστοιχο μέρος της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας που αποφασίσθηκε με την ανωτέρω από 03-01-2011 απόφαση του Δ.Σ. της τελευταίας ("μετοχοδάνειο"), δηλαδή αναλήφθηκαν 52.134.127 νέες μετοχές εκδόσεως της ενάγουσας - εφεσίβλητης "..." και ότι η κάλυψη της εν λόγω αύξησης έγινε από την εταιρεία ... και όχι από την άνω «V. O. A. G. S..A... Ότι η εναγομένη - εκκαλούσα εταιρεία και οι συνεργαζόμενες εταιρείες «S. E. «I. και «V. O. A. G. S..A.., που αποτελούν όμιλο εταιρειών, κατήρτισαν με την ενάγουσα - εφεσίβλητη τράπεζα συγχρόνως η μεν εκκαλούσα - εναγομένη εταιρεία την ως άνω υπ' αριθμ. ... δανειακή σύμβαση ποσού 22.825.000,00 ευρώ, οι δε λοιπές ως άνω εταιρείες τις υπ' αριθμ. ... και ... δανειακές συμβάσεις ποσών 6.375.000,00 και 23.300.000,00 ευρώ αντίστοιχα όχι με σκοπό να λάβουν οι ίδιες κάποιο ποσό ως δάνειο αλλά με σκοπό και έχοντας συμφωνήσει με την εφεσίβλητη Τράπεζα να αποπληρώσουν την ως άνω οφειλή της εταιρείας «V. O. A. G. S..A.. συνολικού ποσού 52.500.000 ευρώ προερχόμενη από το άνω χορηγηθέν σε αυτήν δάνειο δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Ότι το συνολικό ποσό ύψους 52.500.000 ευρώ των εν λόγω υπ' αριθμ... δανειακών συμβάσεων εκταμιεύθηκε με τον σκοπό αυτό και καταβλήθηκε προς αποπληρωμή της ισόποσης οφειλής της εταιρείας «V. O. A. G. S..A.. από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πίστωσης. Ότι τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2011 όλες οι μετοχές της ενάγουσας - εφεσίβλητης ιδιοκτησίας της εταιρείας ... μεταβιβάσθηκαν στις άνω συνεργαζόμενες εταιρείες και ειδικότερα α) 57.056.609 μετοχές στις 28.11.2011 στην εναγομένη - εκκαλούσα εταιρεία, β) 15.933.901 μετοχές στην άνω εταιρεία «S. E. «I. τμηματικά κατά το διάστημα 29.11.2011 - 7.12.2011 και γ) οι υπόλοιπες μετοχές σε άλλες εταιρείες με βάση τα πινακίδια αγοράς που επικαλείται. Ότι οι εν λόγω δανειακές συμβάσεις συνδυαζόμενες με την εξόφληση προς την ενάγουσα - εφεσίβλητη της άνω οφειλής της εταιρείας «V. O. A. G. S..A.. που ήταν η τυπική δανειολήπτρια, ενώ ουσιαστική δανειολήπτρια ήταν η εταιρεία ..., συνιστούν συμβάσεις στερητικής αναδοχής χρέους, αφού μεταβλήθηκε το πρόσωπο της οφειλέτιδας εταιρείας και ειδικότερα, η εναγομένη - εκκαλούσα εταιρεία και οι άνω εταιρείες «S. E. «I. και «V. O. A. G. S..A.. διά της λήψεως των άνω δανείων και της εξόφλησης με το προϊόν των δανείων που κάθε μία έλαβε ισόποσου μέρους της άνω συνολικής οφειλής της εταιρείας «V. O. A. G. S..A.. τυπικής δανειολήπτριας και της εταιρείας ... ουσιαστικής δανειολήπτριας αναδέχθηκαν αντίστοιχο μέρος της εν λόγω οφειλής της και ταυτόχρονα απαλλάχθηκαν οι άνω εταιρείες των υποχρεώσεών τους έναντι της ενάγουσας - εφεσίβλητης, αφού το συνολικό ποσό του δανείου ύψους 52.500.000 ευρώ προς την ενάγουσα- εφεσίβλητη εμφανίζεται εξοφλημένο, δηλαδή μολονότι η εναγομένη - εκκαλούσα και οι λοιπές εταιρείες φέρονται ότι κατήρτισαν συμβάσεις δανείων καταδεικνύεται εκ του αποτελέσματος της λειτουργίας των εν λόγω συμβάσεων, ότι συμφωνήθηκε η στερητική αναδοχή του χρέους της άνω οφειλέτιδας «V. O. A. G. S..A.. και της εταιρείας ... και συνακόλουθα, η εναγομένη - εκκαλούσα η οποία αναδέχθηκε μέρος της οφειλής της μπορεί να προτείνει ενστάσεις ανυπαρξίας αυτής λόγω ακυρότητας των δικαιοπραξιών που συνήφθησαν μεταξύ της ενάγουσας - εφεσίβλητης τράπεζας και της εταιρείας «V. O. A. G. S..A.. . Ο παραπάνω ισχυρισμός της εναγομένης - εκκαλούσας είναι ορισμένος και θεμελιώνει νόμιμη ένσταση που στηρίζεται στις διατάξεις που εκτέθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη και σε αυτές των άρθρων 471 και 473 ΑΚ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την προαναφερόμενη ένσταση ως αόριστη και με επάλληλη σκέψη ως μη νόμιμη έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Επομένως, ο οικείος πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της. Η παραπάνω ένσταση είναι νόμιμη ερειδόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω επίμαχες συμβάσεις δανείων είναι εικονικές και οι δηλώσεις βούλησης όλων των συμβληθέντων σ` αυτές εταιρειών, δηλαδή και της ενάγουσας - εφεσίβλητης δεν έγιναν στα σοβαρά αλλά μόνο φαινομενικά και ότι κάτω από τις εν λόγω δικαιοπραξίες καλύπτεται στερητική αναδοχή του χρέους της αρχικής οφειλέτριας εταιρείας. Δεν προσκομίσθηκε κάποιο στοιχείο που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι των συμβληθέντων αλλοδαπών εταιρειών και της ενάγουσας - εφεσίβλητης δεν είχαν την πρόθεση συνάψεως των επίμαχων δανείων αλλά θέλησαν διά αυτών την παραγωγή άλλου εννόμου αποτελέσματος και δη της καταρτίσεως στερητικής αναδοχής του χρέους της αρχικής οφειλέτιδας εταιρείας. Αντιθέτως, οι διάδικοι συνήψαν την επίμαχη σύμβαση δανείου κατά τα εκτεθέντα έχοντας αληθινή πρόθεση για δέσμευσή τους από αυτήν. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται πρώτον από το γεγονός ότι το δάνειο εκταμιεύθηκε στις 6.12.2011 και η εναγομένη - εκκαλούσα με τις προαναφερθείσες πρόσθετες πράξεις αναγνώρισε το άληκτο κεφάλαιο του δανείου πλέον τόκων. Δεύτερον από το ότι μετά την εκταμίευση του επίδικου δανείου συνυπήρξαν τόσο η οφειλή της άνω εταιρείας «V. O. A. G. S..A.. φερόμενης ως τυπικής δανειολήπτριας έναντι της ενάγουσας - εφεσίβλητης από την υπ' αριθμ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό όσο και της εναγομένης - εκκαλούσας στην οποία απλώς απόκειτο να εξοφλήσει την υπαρκτή οφειλή της πρώτης, χωρίς να διαδεχθεί την άνω εταιρεία στις υποχρεώσεις της από την δανειακή σύμβαση. Έτσι, η εναγομένη - εκκαλούσα κατέστη οφειλέτιδα έναντι της ενάγουσας - εφεσίβλητης αυτοτελώς και υπέχει υποχρέωση απόδοσης του δανείσματος στην ενάγουσα - εφεσίβλητη χωρίς να επέλθει αλλαγή στο πρόσωπο της οφειλέτιδας εταιρείας «V. O. A. G. S..A... Άλλωστε, πρέπει να επισημανθεί ότι στις τραπεζικές συναλλαγές και ειδικότερα στις πιστωτικές συμβάσεις δεν απαντάται το φαινόμενο της σύναψης εικονικών δανειακών συμβάσεων, καθώς στην αντίθετη περίπτωση θα κλονιζόταν η ασφάλεια των οικείων τραπεζικών συναλλαγών. Συνεπώς, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι κατήρτισαν σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους, η προβληθείσα ένσταση σχετικής εικονικότητας είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη......Ακόμη η εναγομένη - εκκαλούσα προβάλλει ενστάσεις ερειδόμενες στις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ για την θεμελίωση των οποίων επικαλείται περιστατικά περί της εκμηδένισης της αξίας των μετοχών της ενάγουσας - εφεσίβλητης εταιρείας που απέκτησε η εταιρεία «G. B. S. «C. στο πλαίσιο της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της τελευταίας κατά το έτος 2011. Ότι κατά τον χρόνο συνομολογήσεως των δανείων για την απόκτηση των εν λόγω μετοχών η ενάγουσα - εφεσίβλητη εταιρεία, η εναγόμενη - εκκαλούσα εταιρεία και οι λοιπές συνεργαζόμενες εταιρείες είχαν την κοινή πεποίθηση ότι η αξία της μετοχής της ενάγουσας - εφεσίβλητης θα διατηρούνταν με μικρές διακυμάνσεις στο ύψος στο οποίο είχε διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο, γεγονός που καταδεικνύεται από το ότι πρώτον έλαβαν δάνεια, για να συμμετάσχουν στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής (εφεσίβλητης), κάτι που δεν θα έπρατταν, εάν αντιμετώπιζαν τον παραπάνω κίνδυνο και δεύτερον η ενάγουσα - εφεσίβλητη εταιρεία συνέστησε ενέχυρο επί των άνω μετοχών που απέκτησαν οι δανειολήπτριες εταιρείες από την συμμετοχή τους στην αύξηση του κεφαλαίου της εφεσίβλητης. Ότι σήμερα οι απαιτήσεις της ενάγουσας από τα δάνεια που χορήγησε στις άνω εταιρείες και στην ίδια παραμένουν αναλλοίωτες προσαυξημένες μάλιστα με τόκους συμβατικούς και υπερημερίας, ενώ η αξία των μετοχών που αγόρασαν διά των δανείων αυτών έχει εκμηδενιστεί. Ότι η κατάρρευση της αξίας των μετοχών αυτών είναι αποτέλεσμα των εσφαλμένων επιχειρηματικών και πολιτικών επιλογών των διοικήσεων της ενάγουσας - εφεσίβλητης και κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η αξίωση της ενάγουσας - εφεσίβλητης να καταβάλουν σε αυτήν τα ποσά που εκείνη χορήγησε, για να αγοράσουν τις απαξιωμένες πλέον μετοχές συνιστά μετακύλιση των επιζήμιων επιλογών των διοικήσεων της ενάγουσας σε αυτήν και έτσι, αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 281 και επικουρικά του άρθρου 288 ΑΚ και πρέπει οι δανειακές συμβάσεις κατ' άρθρ. 288 ΑΚ να κηρυχθούν άκυρες και να απορριφθεί η αγωγή της ενάγουσας. Η εναγομένη - εκκαλούσα με βάση τα παραπάνω περιστατικά επιχειρεί να θεμελιώσει αφενός την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης της ενάγουσας - εφεσίβλητης για απόδοση του δανείσματος και αφετέρου την κατ' άρθρ. 288 ΑΚ ένσταση απαλλαγής της ιδίας από την οφειλή της λόγω της εκμηδένισης της αξίας των μετοχών που απέκτησαν οι συνεργαζόμενες εταιρείες, όπως η νομοτυπική μορφή των οικείων διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ εκτέθηκε στην παραπάνω μείζονα σκέψη. Με αυτό το περιεχόμενο οι ενστάσεις αυτές απαραδέκτως προβάλλονται λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της εναγόμενης - εκκαλούσας να προτείνει αυτές, διότι, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση στερητικής αναδοχής χρέους και άρα δεν δύναται να προβάλει ενστάσεις που αφορούν την σύμβαση πίστωσης που είχε συναφθεί μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας ..., πέραν του ότι οι ενστάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως αόριστες, πρώτον διότι η εναγομένη - εκκαλούσα δεν προσδιορίζει τις λανθασμένες επιχειρηματικές και πολιτικές επιλογές της ενάγουσας - εφεσίβλητης εταιρείας και τον τρόπο που αυτές οδήγησαν κατά τους ισχυρισμούς της στην εκμηδένιση της αξίας των μετοχών της εφεσίβλητης. Δεύτερον, διότι κατά τα εκτιθέμενα στην έφεση η εναγομένη - εκκαλούσα αναφέρει ότι απέκτησε 57.056.609 μετοχές από την συνεργαζόμενη εταιρεία «G. B. S. «C. το Νοέμβριο του 2011 και για τη μεταβίβαση αυτή επικαλείται το από 28.11.2011 πινακίδιο αγοράς, όμως δεν προσδιορίζει το τίμημα που κατέβαλε για την κτήση των εν λόγω μετοχών και κατά το οποίο ενδεχομένως ζημιώθηκε λόγω της εκμηδένισης της αξίας τους. Οι ίδιες ενστάσεις κατά το μέρος που δεν αφορούν την επίδικη αλλά τις λοιπές δανειακές συμβάσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες λόγω έλλειψης νομιμοποίησης της εναγομένης - εκκαλούσας για την προβολή τους. Η εκκαλούσα - εναγόμενη με τις κατατεθείσες ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις της ισχυρίζεται για πρώτη φορά ότι η κατάρτιση των μετοχοδανείων δεν είναι ελεύθερη, αλλά υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς και ειδικότερα η Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο της κανονιστικής της αρμοδιότητας έχει ρυθμίσει το επιτρεπόμενο πλαίσιο της χρηματοδότησης για αγορά μετοχών με την υπ' αριθμ. 1955/2.7.1991 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ), όπως έχει τροποποιηθεί με τις υπ' αριθμ. 2452/1999, 2459/2000 και 2580/2006 ΠΔ/ΤΕ (κανόνες δημόσιας τάξης) που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του ν.δ. 588/1948, με την οποία προβλέπεται ότι δεν επιτρέπεται η χρηματοδότηση εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου με σκοπό την αγορά τίτλων, ότι δεν επιτρέπεται η χρηματοδότηση νομικών προσώπων και γενικά επιχειρηματιών για την αγορά μετοχών, εάν δεν αποκτούν ποσοστό τουλάχιστον 5% των μετοχών μιας ανώνυμης εταιρείας, εκτός αν ο δανειολήπτης είναι ένας από τους δέκα μεγαλύτερους μετόχους της εταιρείας, οπότε ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει, και ότι η χορήγηση πιστώσεων σε φυσικά πρόσωπα με ενέχυρο τίτλους εισηγμένους στο Χρηματιστήριο Αξιών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ποσό των 15.000.000 δρχ. ανά πρόσωπο και το 50% της αξίας των τίτλων. Ότι η παράβαση της διάταξης της υπ' αριθμ. 1955/1991 ΠΔ/ΤΕ που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα έχει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα κατά το άρθρο 174 ΑΚ, διότι αποβλέπει στην προστασία ιδιωτικών συμφερόντων και συγκεκριμένα του δανειολήπτη. Ότι η υπ' αριθμ... σύμβαση πιστώσεως μεταξύ της εφεσίβλητης και της εταιρείας «V. O. A. G. S..A.. με σκοπό η εταιρεία αυτή να συμμετάσχει στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ίδιας (εφεσίβλητης) Τράπεζας και να αποκτήσει συνολικά 52.134.127 μετοχές με ονομαστική αξία 0,30 ευρώ ανά μετοχή και τιμή διάθεσης 1,01 ευρώ ανά μετοχή, οι οποίες αντιστοιχούσαν τότε σε ποσοστό περίπου 4,52 του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας είναι άκυρη λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη και στην παραπάνω ΠΔ/ΤΕ και την ακυρότητα αυτή δικαιούται να προβάλει κατ' άρθρ. 473 ΑΚ ως αναδοχέας του χρέους της. Ο σχετικός ισχυρισμός με τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει ένσταση ακυρότητας της άνω σύμβασης έπρεπε, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη να προταθεί με την έφεση ή με πρόσθετο λόγο έφεσης και όχι για πρώτη φορά με τις κατατεθείσες ενώπιον του προκείμενου δικαστηρίου προτάσεις και συνακόλουθα, τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενώ εξάλλου δεν συντρέχει περίπτωση στερητικής αναδοχής αναδοχής χρέους και έτσι, η εκκαλούσα στερείται νομιμοποίησης για την προβολή του". Με βάση τις άνω παραδοχές, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.500.000 ευρώ ως μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 23.451.068,50 ευρώ ως το υπόλοιπο ποσό του οφειλόμενου κεφαλαίου, το ποσό των 391.747,39 ευρώ ως τόκους και το ποσό των 43,05 ευρώ ως έξοδα και δη εντόκως -πλην του κονδυλίου των εξόδων- με το προβλεπόμενο στη σύμβαση και στο νόμο επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό, από την 07-12-2014 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως. 4. Έτσι που έκρινε το Εφετείο: Α) δεν έσφαλε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης και δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 806 και 807 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 471 και 473 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, καθόσον, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ως άνω ένδικη σύμβαση φέρει το χαρακτήρα της συμβάσεως δανείου και όχι της συμβάσεως στερητικής αναδοχής χρέους, δεδομένου ότι με την εν λόγω σύμβαση η αναιρεσίβλητη τράπεζα μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα την κυριότητα χρημάτων και δη του ποσού των 22.825.000 ευρώ, με αποκλειστικό σκοπό τη χρησιμοποίησή του (ανάλωσή του) από αυτή, και η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση απόδοσης ισόποσου χρηματικού ποσού, με μία δόση, καταβλητέα την 6-12-2014, δεν αναδέχθηκε δε αυτή (αναιρεσείουσα) ξένο χρέος και συγκεκριμένα μέρος του χρέους της εταιρείας «V. O. A. G. S..A.., που προερχόταν από την υπ' αριθμόν ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ποσού 52.500.000 ευρώ, την οποία σε προγενέστερο χρόνο είχε συνάψει η ως άνω εταιρεία με την αναιρεσίβλητη τράπεζα, ώστε να υπεισέλθει η αναιρεσείουσα στη θέση της ανωτέρω δανειολήπτριας εταιρείας «V. O. A. G. S..A.. και η τελευταία να απαλλαγεί, μόνη δε η κατόπιν συμφωνίας χρησιμοποίηση του ληφθέντος από την αναιρεσείουσα δανείσματος για την αποπληρωμή μέρους της ως άνω οφειλής της εταιρείας «V. O. A. G. S..A.. και η συνεπεία της εξόφλησης αυτής απαλλαγή της τελευταίας δεν συνιστά μετακύλιση του χρέους της πιο πάνω εταιρείας στην αναιρεσείουσα και ειδική διαδοχή στη συγκεκριμένη οφειλή και, άρα, σύναψη στερητικής αναδοχής χρέους, ενόψει δε αυτού το Εφετείο, με την παραδοχή ότι στην αναιρεσείουσα εναπόκειτο, μετά τη σύναψη της ένδικης σύμβασης, να εξοφλήσει την υπαρκτή οφειλή της ως άνω εταιρείας, δεν απαίτησε περισσότερα από όσα η διάταξη του άρθρου 471 ΑΚ απαιτεί για την εφαρμογή της, θέτοντας ως προϋπόθεση της αναδοχής χρέους την προηγούμενη εξόφληση του αρχικού δανείου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, και Β) ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, απορρίπτοντας την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση εικονικότητας της ένδικης σύμβασης, αφού, σύμφωνα με τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάφαση του εν λόγω κανόνα δικαίου, και συνεπώς δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 806 και 807 του ΑΚ, που εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 471 και 473 ΑΚ, που δεν εφάρμοσε, καθόσον, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι δηλώσεις βούλησης των νομίμων εκπροσώπων των συμβληθεισών στην ένδικη σύμβαση δανείου εταιρειών, της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, έγιναν στα σοβαρά και όχι φαινομενικά και, ως εκ τούτου, δεν ήσαν εικονικές, δηλαδή οι διάδικοι συνήψαν την ως άνω σύμβαση δανείου έχοντας αληθινή πρόθεση για δέσμευσή τους από αυτήν, χωρίς να καλύπτεται, κάτω από την εν λόγω δικαιοπραξία, στερητική αναδοχή μέρους του χρέους της αρχικής οφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία «V. O. A. G. S..A... Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων των άρθρων 138, 806, 807, 471 και 473 του ΑΚ, δεδομένου ότι, ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση δανείου και ότι η σύμβαση αυτή δεν είναι εικονική, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές: α) ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα δυνάμει της ένδικης ... σύμβασης εκταμίευσε και παρέδωσε στις 6-12-2011 στην αναιρεσείουσα το ποσό των 22.825.000 ευρώ και η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση απόδοσης ισόποσου χρηματικού ποσού, με μία δόση, καταβλητέα την 6-12-2014, β) ότι η αναιρεσείουσα, σε εκπλήρωση όρου της σύμβασης δανείου, με την υπ' αριθμ. ..., συνέστησε ενέχυρο επί 57.056.609 μετοχών κυριότητάς της, γ) ότι "ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω επίμαχες συμβάσεις δανείων είναι εικονικές και οι δηλώσεις βούλησης όλων των συμβληθέντων σ` αυτές εταιρειών, δηλαδή και της αναιρεσίβλητης, δεν έγιναν στα σοβαρά αλλά μόνο φαινομενικά και ότι κάτω από τις εν λόγω δικαιοπραξίες καλύπτεται στερητική αναδοχή του χρέους της αρχικής οφειλέτριας εταιρείας", δ) ότι οι διάδικοι συνήψαν την επίμαχη σύμβαση δανείου έχοντας αληθινή πρόθεση για δέσμευσή τους από αυτήν και ότι "δεν προσκομίσθηκε κάποιο στοιχείο που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι των συμβληθεισών αλλοδαπών εταιρειών και της ενάγουσας - εφεσίβλητης δεν είχαν την πρόθεση συνάψεως των επίμαχων δανείων αλλά θέλησαν διά αυτών την παραγωγή άλλου εννόμου αποτελέσματος και δη της καταρτίσεως στερητικής αναδοχής του χρέους της αρχικής οφειλέτιδας εταιρείας" και ε) ότι η αναιρεσείουσα κατέστη οφειλέτιδα έναντι της αναιρεσίβλητης αυτοτελώς και υπέχει υποχρέωση απόδοσης σ' αυτή του δανείσματος χωρίς να επέλθει αλλαγή στο πρόσωπο της οφειλέτιδας εταιρείας «V. O. A. G. S..A.. και χωρίς να διαδεχθεί αυτήν η αναιρεσείουσα στις υποχρεώσεις της από τη προηγηθείσα δική της ξεχωριστή δανειακή σύμβαση. Οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελούν επαρκή και σαφή αιτιολογία, που στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα του νομικού χαρακτηρισμού της ένδικης σύμβασης και της μη εικονικότητας των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων. Οι περαιτέρω δε παραδοχές του Εφετείου, ήτοι ότι η αναιρεσίβλητη με τις πρόσθετες πράξεις αναγνώρισε το άληκτο κεφάλαιο του δανείου πλέον τόκων και ότι στις τραπεζικές συναλλαγές και ειδικότερα στις πιστωτικές συμβάσεις "δεν απαντάται το φαινόμενο της σύναψης εικονικών δανειακών συμβάσεων, καθώς στην αντίθετη περίπτωση θα κλονιζόταν η ασφάλεια των οικείων τραπεζικών συναλλαγών", δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του, αλλά επιχειρήματα που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος (κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος), από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτοι, αφού οι αιτιάσεις αυτές, ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που δεν ελέγχονται από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). 5. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 849/2017). Η εικονικότητα όμως δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης, αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης (εκούσια διάσταση μεταξύ της δήλωσης και της βούλησης). Επομένως η απόφαση που διερευνά, αν η δήλωση ήταν εικονική, δεν δέχεται (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στη δικαιοπραξία, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας της δήλωσης (ΑΠ 1454/2022, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 1459/2011, ΑΠ 632/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατάστρωση των ως άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στην υπ'αριθμ.... σύμβαση διαδίκων, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ούτε και προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών, αλλά, αντιθέτως, εκτιμώντας αποκλειστικά το περιεχόμενο της καταρτισθείσας σύμβασης προέβη στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής, που συμπίπτει με εκείνον που προέβησαν οι συμβαλλόμενοι, δεχόμενο ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση δανείου και όχι σύμβαση αναδοχής χρέους. Επίσης, η κρίση του Εφετείου ότι η ως άνω σύμβαση δανείου δεν είναι εικονική αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων και δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης, εφόσον δε, κατά τα ανωτέρω, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας όσον αφορά τις ανωτέρω δηλώσεις βούλησης των διαδίκων, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων έτσι δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος (κατά το δεύτερο σκέλος), από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο για την κρίση του ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης ως σύμβασης δανείου και για τη μη εικονικότητα της σύμβασης αυτής προέβη σε ερμηνεία της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων στην παραπάνω υπ'αριθμ.... σύμβαση δανείου, χωρίς να προσφύγει, όπως ήταν υποχρεωμένο, στους ερμηνευτικούς κανόνες των πιο πάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι. 6. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ .1εδ. β Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και επομένως ο λόγος αναιρέσεως με τέτοιο περιεχόμενο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, απαράδεκτος (ΑΠ 840/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο, κατά τα οικεία αυτών μέρη, λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με την παραδοχή του ότι "πρέπει να επισημανθεί ότι στις τραπεζικές συναλλαγές και ειδικότερα στις πιστωτικές συμβάσεις δεν απαντάται το φαινόμενο της σύναψης εικονικών δανειακών συμβάσεων, καθώς στην αντίθετη περίπτωση θα κλονιζόταν η ασφάλεια των οικείων τραπεζικών συναλλαγών", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς χρησιμοποίησε αυτά εσφαλμένα για να υπάγει τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα του άρθρου 200 ΑΚ, αφού, κατά το δεύτερο αναιρετικό λόγο, "υπάρχουν περιπτώσεις εικονικών δανείων και δεν υπάρχει κάποιος γενικός κανόνας των συναλλαγών ότι σε καμιά απολύτως περίπτωση τα δάνεια δεν είναι εικονικά", ενώ, εξάλλου, κατά τον τρίτο αναιρετικό λόγο, "οι τράπεζες για να επιτύχουν τη μεταβολή του προσώπου του οφειλέτη, συνήθως καταρτίζουν σύμβαση δανείου με νέο οφειλέτη, έτσι ώστε με το ποσό που εισπράττει να εξοφληθούν υποχρεώσεις του αρχικού οφειλέτη και ο νέος οφειλέτης να υπεισέλθει στη θέση του αρχικού". Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι ερείδονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων και δεν εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 200 ΑΚ, είναι απαράδεκτοι, διότι, τα μεν επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα περιστατικά δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, αλλά απλά πραγματικό επιχείρημα για στήριξη των απόψεών της, το δε Εφετείο, σε κάθε περίπτωση δεν χρησιμοποίησε την φερόμενη ως αποτελούσα δίδαγμα κοινής πείρας ως άνω παραδοχή για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο άρθρο 200 ΑΚ, αλλά ως επιχείρημα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς το οποίο δεν ελέγχεται, όπως προεκτέθηκε, από τον Άρειο Πάγο. 7. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρισίμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη. Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 1662/2022,ΑΠ 81/2022, ΑΠ 1108/2020). Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι` αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 791/2017). Η ως άνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Ειδικότερα δε, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 1029/2019, ΑΠ 188/2017), όχι δε όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 1029/2019). Η ομολογία που γίνεται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχύει ως δικαστική και για το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου και δεν απαιτείται η επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου από τον αντίδικο του ομολογήσαντος, αφού η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 159/2010), αναίρεση δε χωρεί μόνον αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί την ομολογία και το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του (ΑΠ 365/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ` ΚΠολΔ αιτίαση ότι, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη την από την αναιρεσίβλητη δικαστική ομολογία της ένστασής της περί (σχετικής) εικονικότητας της συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως δανείου και της υποκρυπτόμενης συμβάσεως στερητικής αναδοχής χρέους, η οποία (ομολογία), κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, απέρρεε από τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης και την οποία η ίδια επικαλέστηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με συνέπεια την απόρριψη της προβληθείσας ως άνω ένστασής της. Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων και την επ' αυτών προσθήκη της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι αυτή, προς απόκρουση της ενστάσεως της αναιρεσείουσας περί εικονικότητας της ένδικης σύμβασης δανείου και περί υποκρυπτόμενης σύμβασης στερητικής αναδοχής χρέους, προέβαλε αρνητικούς της παραπάνω ενστάσεως ισχυρισμούς, χωρίς καμία άμεση ή έμμεση παραδοχή της εικονικότητας της δανειακής συμβάσεως, ενώ η απλή παράθεση των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας στην προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσίβλητης, δεν συνιστά δικαστική ομολογία. Επομένως, δεν προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ομολόγησε ότι είναι αληθή τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση, δηλαδή η παραδοχή απ' αυτήν επιβλαβούς και επιζήμιου για τα συμφέροντα της ιδίας πραγματικού γεγονότος με πρόθεση να αποδεχθεί αυτό ως αληθινό και ειδικότερα ως προς την εικονικότητα της ένδικης σύμβασης δανείου. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος, λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την επικληθείσα από την αναιρεσείουσα ομολογία της αναιρεσίβλητης, που περιεχόταν στις ενώπιόν του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υποβληθείσες προτάσεις αυτής, είναι αβάσιμος. 8. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος, προϋποθέτει "πράγμα" παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, ενώ δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ3/1997, ΑΠ 1588/2017). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 431/2019, ΑΠ 250/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ. 8β και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο και, συνεπώς, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί ακυρότητας (άρθρο 174 ΑΚ) της αρχικής υπ' αριθμ. ... σύμβασης δανείου της αναιρεσίβλητης τράπεζας με την εταιρεία «V. O. A. G. S..A.. λόγω παράβασης των απαγορευτικών διατάξεων της υπ' αριθμ. 1955/1991 ΠΔ/ΤΕ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με ΠΔ/ΤΕ 2452/1999, 2459/2000 και 2580/2006 που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ΝΔ 588/1948 σε συνδυασμό με άρθρο 1 του ΝΔ 1266/1982, δεδομένου ότι, όπως ισχυρίζεται, το Εφετείο όφειλε να λάβει υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό της, "στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης κατά τα άρθρα 522 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, όφειλε να εξετάσει τη νομιμότητα και βασιμότητα της ένδικης απαίτησης της αναιρεσίβλητης και τον ανωτέρω ισχυρισμό μου για την παράβαση της υπ' αριθμ. 1955/1991 ΠΔ/ΤΕ". Ο λόγος αυτός, καθό μέρος αφορά στην από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια, τυγχάνει απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο αυτής (προσβαλλομένης), το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τις ενώπιον αυτού προτάσεις της ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε, όπως και η ίδια επικαλείται, ως απαράδεκτο, με επάλληλη αιτιολογία, δηλαδή αφενός μεν διότι δεν προβλήθηκε με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο αλλά για πρώτη φορά με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αφετέρου δε, διότι η αναιρεσείουσα, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 473 ΑΚ, δεν νομιμοποιείτο για την προβολή του, χωρίς να ελέγχεται (με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο) η ορθότητα ή μη της απορριπτικής κρίσεως. Περαιτέρω, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικώς με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας εκ των δύο αιτιολογιών, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικώς αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1207/2017). Επομένως, καθό μέρος αφορά στην από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια, ο ίδιος ως άνω λόγος είναι προεχόντως αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα, με την προαναφερόμενη αιτίαση, πλήττει μόνον την πρώτη από τις δύο επάλληλες αιτιολογίες, με την οποία ο ισχυρισμός της απορρίφθηκε ως απαράδεκτος λόγω του ότι προβλήθηκε το πρώτον στο εφετείο με τις προτάσεις της, ενώ ουδόλως πλήττει με λόγο αναίρεσης την δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης περί μη νομιμοποιήσεώς της για προβολή του παραπάνω ισχυρισμού λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 473 ΑΚ. Επομένως, ελλείπει το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού η τυχόν ευδοκίμηση του αναιρετικού αυτού λόγου δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της οποίας πλήρως στηρίζει η μη πληττόμενη ως άνω επάλληλη αιτιολογία της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ αναιρετικός λόγος είναι αόριστος,διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι προέβαλε το πρώτον στο Εφετείο τον παραπάνω ισχυρισμό επικαλούμενη συνδρομή του άρθρου 527 του ΚΠολΔ. 9. Με το τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, "διότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτη την ένστασή της εκ των άρθρων 288 και 388 ΑΚ με αίτημα την απαλλαγή της από τις υποχρεώσεις της ένδικης ... σύμβασης, κρίνοντας ότι δεν νομιμοποιείται στην προβολή τους κατ'άρθρο 473 ΑΚ, καθώς και ως αόριστη διότι δεν επικαλέστηκε τις εσφαλμένες και επιζήμιες επιλογές της διοίκησης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας που οδήγησαν στην εκμηδένιση της αξίας των μετοχών και το τίμημα που κατέβαλε για να αποκτήσει τις μετοχές". Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι συνέτρεχε νόμιμος λόγος απαλλαγής της από τις υποχρεώσεις της επίδικης υπ'αριθμ.... σύμβασης δανείου, καθώς κατά την κατάρτιση τόσο αυτής όσο και της υπ' αριθμ.... σύμβασης πίστωσης και τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής βούλησης οι μεν δανειολήπτριες εταιρίες να λάβουν το δάνειο, η δε Τράπεζα να το χορηγήσει, τα συμβαλλόμενα μέρη (και η Τράπεζα) έλαβαν υπόψη και στηρίχθηκαν αποκλειστικώς και μόνο στην τότε αξία της μετοχής εκδόσεως της ίδιας της Τράπεζας. Επίσης ισχυρίζεται ότι για το ορισμένο και τη βασιμότητα της ένστασης αυτής δεν απαιτoύνταν να συντρέχει υπαιτιότητα του δανειστή και έτσι δεν υπήρχε κανένας λόγος να προσδιορίσει τις εσφαλμένες και επιζήμιες επιλογές της αναιρεσίβλητης που οδήγησαν στην εκμηδένιση της αξίας των μετοχών της, αλλά αρκούσε η επίκληση ότι οι συμβαλλόμενοι στήριξαν την κατάρτιση της σύμβασης στην τότε αξία των μετοχών, η οποία εκμηδενίστηκε λόγω της απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών. Ο λόγος αυτός (που πλήττει την απόρριψη από το Εφετείο της εκ των άρθρων 281 και 288 ΑΚ ενστάσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επανέφερε με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς και όχι την εκ των άρθρων 143 και 388 ΑΚ ένστασή της που επανέφερε με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς της και η οποία απορρίφθηκε ως προς την ένδικη σύμβαση δανείου ως μη νόμιμη και με επάλληλη αιτιολογία ως ουσιαστικά αβάσιμη), καθό μέρος αφορά στην από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια, τυγχάνει απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο αυτής (προσβαλλομένης), το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με την έφεση ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε, όπως και η ίδια επικαλείται, αναφορικά με την ένδικη υπ'αριθμ. ... σύμβαση δανείου ως απαράδεκτο λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας να προτείνει αυτή, διότι δεν συνέτρεχε περίπτωση στερητικής αναδοχής χρέους και άρα δεν μπορούσε να προβάλει ενστάσεις που αφορούν την σύμβαση πίστωσης που είχε συναφθεί μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας ..., με επάλληλη δε αιτιολογία ως αόριστο, και αναφορικά με τις λοιπές δανειακές συμβάσεις ως απαράδεκτο ελλείψει νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας για την προβολή της, χωρίς να ελέγχεται (με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο) η ορθότητα ή μη της απορριπτικής κρίσεως. Περαιτέρω, η ανωτέρω ένσταση, έτσι όπως προβλήθηκε, ήταν μη νόμιμη, διότι, κατά τα εκτιθέμενα από την αναιρεσείουσα στις πρωτόδικες προτάσεις και στην έφεσή της, το δάνειο που αυτή έλαβε με την ένδικη ... σύμβαση, δεν συνομολογήθηκε με σκοπό την αγορά μετοχών της αναιρεσίβλητης των οποίων η αξία εκμηδενίσθηκε ούτε και χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό αυτό, αλλά, αντιθέτως, με το προϊόν του δανείου αυτού εξόφλησε το δάνειο που είχε χορηγηθεί στην παραπάνω εταιρεία ..., ενώ η μείωση της αξίας των ενεχυρασμένων μετοχών, σε ασφάλεια του δανείου, δεν συνιστά κατά νόμο λόγο απαλλαγής αυτής από την υποχρέωση απόδοσης του δανείου, διότι δεν αποτελεί γεγονός για το οποίο φέρει ευθύνη ο ενεχυρούχος δανειστής, αφού η ικανοποίηση από την εκποίηση του ενεχυρασμένου πράγματος είναι δικαίωμα και όχι υποχρέωση του δανειστή (ΑΠ 895/2019, ΑΠ 1298/2017), επί πλέον δε, ουδεμία αναφορά από την αναιρεσείουσα γίνεται στις πρωτόδικες προτάσεις της και στην έφεση (παρά μόνο στις εφετειακές προτάσεις της) στον τρόπο αποπληρωμής του δανείου μέσω των μερισμάτων των μετοχών της αναιρεσίβλητης ή εκποίησης αυτών, αλλά μόνο στη σύσταση ενεχύρου. Τα παραγωγικά δε αίτια, που δημιούργησαν ενδεχομένως στην αναιρεσείουσα τη βούληση να συμβληθεί με την αναιρεσίβλητη στην ένδικη σύμβαση δανείου, αφορούν μόνο την ίδια και δεν μπορούν να οδηγήσουν, με βάση τα εκτιθέμενα απ' αυτή περιστατικά, σε απαλλαγή της από την υποχρέωσή της απόδοσης του δανείου. Επομένως, υπό τα εκτιθέμενα, η ένδικη σύμβαση δανείου δεν αντίκειται στην καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών και τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, στα οποία επιχειρείται η θεμελίωση της πιο πάνω ένστασης της αναιρεσείουσας, και οι ειδικότερες συνθήκες δεν αρκούν να στηρίξουν την κρίση ότι η κατάρτιση της σύμβασης και η απορρέουσα από αυτή αξίωση της αναιρεσίβλητης προς απόδοση του δανείου, υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η συγκεκριμένη δε παροχή της αναιρεσείουσας, την οποία θεωρεί δυσβάσταχτη, ανήκει στο πλαίσιο του κινδύνου που αυτή ανέλαβε με τη σύμβαση και, ως εκ τούτου, δεν καταφάσκεται η συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για τη αυτοτελή ή συνδυαστική εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, ώστε να οδηγήσει στην κατάργηση της υπό κρίση ενοχικής σχέσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο, συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται η νομική αιτία, ήτοι η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 30/1998). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που απέρριψε την προβληθείσα με τον τρίτο λόγο έφεσης ένσταση εκ των άρθρων 281 και 288 ΑΚ αναφορικά με την επίδικη υπ'αριθμ. ... σύμβαση δανείου ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως και με επάλληλη αιτιολογία ως αόριστη, κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό. Γι' αυτό, αφού αντικατασταθούν και συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεως, με την πιο πάνω αναφερόμενη αιτιολογία της παρούσας απόφασης, πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, καθό μέρος αφορά στην από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας προς αποτροπή δυσμενούς δεδικασμένου. 10. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 28-8-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 2399/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-8-2020 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "E. C. S..A.." που εδρεύει στην ..., για αναίρεση της υπ` αριθ. 2399/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ