Αριθμός 613/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Ν. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αγγελή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Β. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Νάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 239/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 526/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-2-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 26/04/2020 αίτηση για αναίρεση της αριθμ.526/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ). Α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, Στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος και , αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία) (ΑΠ 1125/2018, ΑΠ 470/2015). Σε καμιά όμως περίπτωση δεν οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, ότι ο δικαιοπάροχός του είχε διατηρήσει το δικαίωμα έως την προς αυτόν μεταβίβαση. Αν ο ενάγων και ο εναγόμενος ανάγουν την κτήση της κυριότητας, την οποία επικαλούνται, στον αυτόν προκτήτορα, δεν επιτρέπεται η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση της κυριότητας του κοινού προκτήτορα χωρίς ο τελευταίος να επικαλείται και, αν υπάρξει ανάγκη, να αποδείξει, άλλο από την απόκρουση της αγωγής, ειδικό συμφέρον, το οποίο να θεμελιώνει την αμφισβήτηση. Επίσης,στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι αυτός απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου από τον ίδιο δικαιοπάροχο, με μεταβίβαση χρονικά προγενέστερη από εκείνη που επικαλείται ο ενάγων και μάλιστα ότι ο ενάγων δεν έγινε κύριος του επιδίκου με τη μεταγραφή του νόμιμου τίτλου κτήσης της κυριότητάς του, ενόψει του ότι ο κοινός δικαιοπάροχος με άτυπη σύμβαση είχε μεταβιβάσει εν ζωή το επίδικο στον εναγόμενο, ο οποίος έκτοτε νεμήθηκε το τελευταίο με διάνοια κυρίου μέχρι το χρόνο μεταγραφής του τίτλου κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος, αποτελεί ένσταση ίδιας κυριότητας, αφού τα προβαλλόμενα νέα περιστατικά επενεργούν καταλυτικά στο πρόσωπο του κοινού δικαιοπαρόχου (ΑΠ 66/2006, ΑΠ198/2002). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 118, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, από άποψη ακριβούς περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς είναι ο ακριβής προσδιορισμός του ακινήτου, κατά θέση, όρια, είδος και έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε, φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου θα πρέπει να εκτίθεται η θέση του μέσα σε αυτό και τα όριά του. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο να εμφαίνεται, η ακριβής όμως περιγραφή μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 1089/2019). Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντίστοιχα, ορισμένη ή αόριστη την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1442/2019, ΑΠ 45/2016). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης διεκδικητικής ακινήτων (αγρών) αγωγής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε, επικαλούμενη μόνο παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, ότι έχει στην πλήρη κυριότητα και νομή της έξι (6) αγρούς, οι οποίοι περιήλθαν σ'αυτήν από τον αληθή κύριο, παππού της Β. Ν. και ότι είναι (συγ)κυρία σε άλλους δύο αγρούς, από τους αληθείς (συγ)κυρίους Β. Ν. και Γ. Ν., παππού και μητέρα της, αντίστοιχα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο. Περαιτέρω, εξέθετε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, στον οποίο οι ανωτέρω επίδικοι αγροί είχαν παραχωρηθεί, κατά χρήση, το έτος 2001, παρά την γενόμενη από αυτήν εξώδικη από 26/03/2010 καταγγελία της συμβάσεως χρησιδανείου, αρνείται να της αποδώσει τα επίδικα ακίνητα, έκτοτε δε παράνομα και αυθαίρετα τα κατέχει. Ζήτησε δε με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά να αναγνωρισθεί η κυριότητα και (συγ)κυριότητά της στα επίδικα αγροτεμάχια, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή, τα οποία κατά θέση, έκταση και όρια περιγράφει και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει αυτά. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον τα επιδικα ακίνητα σαφώς περιγράφονται, κατά θέση, έκταση, όρια και είδος, ώστε καμιά αμφιβολία δεν γεννάται ως προς την ταυτότητά τους, χωρίς να είναι αναγκαίο, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, για την πληρότητα της αγωγής, ως προς την περιγραφή, να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις των επιδίκων. Περαιτέρω, ενόψει του ότι η ένδικη αγωγή ερείδεται αποκλειστικά στον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, και ο εναγόμενος, ρητά, δεν αμφισβήτησε την κυριότητα των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας στα επίδικα, αντίθετα συνομολόγησε ότι ανήκαν στην κυριότητα του πατέρα του και φερομένου ως άμεσου δικαιοπαρόχου αυτής (ενάγουσας) Β. Ν. έως το έτος 1980, οπότε, ατύπως, με σκοπό την οικονομική του αποκατάσταση αυτός του τα δώρισε (σελ 2η των από12/05/2014 κατατεθεισών προτάσεων του εναγομένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πράξεις νομής της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της, να αναχθεί, δηλαδή ,η ενάγουσα σε πρωτότυπη αυτών κτήση (χρησικτησία). Επομένως, το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη,λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον σχετικό, περί αοριστίας,ισχυρισμό (ένσταση) του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην από το άριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη κήρυξης απαραδέκτου. Γι' αυτό και τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ Ολομ. 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ2/2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005, ΑΠ26/2020) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 8/2016). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο Ν.4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016 κατά την ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ίδιου Νόμου, "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, "1. O διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2. Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα παραπάνω, "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" (ΑΠ 706/2020, ΑΠ 667/2020, ΑΠ 549/2019). Η ένορκη βεβαίωση αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 ΚΠολΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί πλέον αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη. Επομένως, μόνη η σχετική μνεία στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι λήφθηκαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, αφού αυτές δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα (ΑΠ 17/2015, ΑΠ 42/2007). Επίσης, η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται, πρώτη φορά, στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 204/2017, 1461/2013, ΑΠ 481/ 2013) και να είναι ειδική, έτσι ώστε να προκύπτει από αυτήν ο αριθμός, ο μάρτυρας που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε και, επιπλέον, να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ακυρότητα από τη μη κλήτευσή του θεραπεύεται (ΑΠ 17/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο (πρώτο σκέλος) του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη την αριθμ 12180/09-03-2017 ένορκη βεβαίωση που δόθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Νικολάου Αδάμου και περιέχει τις βεβαιώσεις των Χ. Π., Γ. Μ. και Ι. Κ..Από το περιεχόμενο της, με επίκληση, προσκομιζόμενης από 02/03/2017 κλήσης- εξέτασης μαρτύρων, που κοινοποιήθηκε στην εφεσίβλητη στις 06/03/2017 (σχετ, η αριθμ. 7953/06/03/2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας Δέσποινας Μερτζανίδου) προκύπτει ότι η κλήση δεν έχει το αναγκαίο περιεχόμενο που προβλέπει το άρθρο 422 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων που επρόκειτο να εξετασθούν. Οι ελλείψεις αυτές στην κλήτευση, παραβιάζουν την σχετική διάταξη του άρθρου 422 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη και καθιστούν την παραπάνω ένορκη βεβαίωση ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο αυτό. Συνεπώς, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η άνω ένορκη βεβαίωση, είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, και δεν λαμβάνεται υπόψη (άρθρ. 424 Κ.Πολ.Δ),σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2016 με τον Ν. 4335/2015, τον οποίο εφάρμοσε δεν κήρυξε παρά το νόμο δικονομικό απαράδεκτο. Επομένως, ο 2ος λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον ίδιο δεύτερο, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος, αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι, κατέληξε στην κρίση του για το ουσία βάσιμο της ένδικης αγωγής, χωρίς να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις τα νομίμως προσαχθέντα από αυτόν έγγραφα και ειδικότερα: α) την από 11/04/1989 υπεύθυνη δήλωση προς την Αγροτική Τράπεζα του πατέρα του Β. Ν. και β) την από 08/06/2010 κατάσταση αναλυτικής κίνησης λογαριασμών καταθέσεων του Β. Ν. στην ΕΤΕ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως προς τα άνω σκέλη, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και << ... και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ...>>, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τα πιο πάνω έγγραφα. Σε κάθε περίπτωση οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, με το πρόσχημα της αναιρετικής πιο πάνω πλημμέλειας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά το αναιρεσείον, για τα πράγματα κρίση (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Γ1. Επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, λόγω του απόλυτου χαρακτήρα του δικαιώματος κυριότητας, ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει τον ισχυρισμό ότι κύριος του πράγματος έγινε τρίτος. Ο ισχυρισμός αυτός αν, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, στηρίζεται σε γεγονότα προγενέστερα ή σύγχρονα με εκείνα που θεμελιώνουν τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και της ενεργητικής νομιμοποίησής της. Αν όμως τα προαναφερόμενα γεγονότα είναι μεταγενέστερα από εκείνα που επικαλείται ο ενάγων στην αγωγή του, ο ισχυρισμός ότι κύριος του πράγματος έγινε τρίτος αποτελεί ένσταση, η οποία δεν πηγάζει από δικαίωμα τρίτου ( ΑΠ569/2017, ΑΠ1467/1999). 2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 12/2000), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, αιτιολογημένη ή όχι, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984, ΑΠ 294/2017, ΑΠ 412/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ797/2021). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθμούς 8β' και επικουρικά 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο α)δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ένσταση ότι τμήμα του με αριθμό 4 στο αγωγικό δικόγραφο επιδίκου ανήκε στη σύζυγό του, στην οποία είχε περιέλθει με το νομίμως μεταγραφέν ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Αστερίου Παπαστεργίου (αριθμ.8β'), και β) παρά το νόμο απέρριψε τον ίδιο ισχυρισμό του, ότι, δηλαδή, τμήμα του με αριθμό 4 στο αγωγικό δικόγραφο επιδίκου ανήκε στη σύζυγό του, ως αόριστο (αριθμ. 14). Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, ως προς μεν την κύρια αιτίαση είναι απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, καθόσον συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης διεκδικητικής ακινήτων αγωγής, ως προς δε την επικουρική αιτίαση είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, για τον ίδιο και πάλι λόγο, αφού ο ισχυρισμός αυτός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση, οι δε περί απορρίψεώς του, ως αόριστου, αιτιολογίες είναι πλεοναστικές. Συνεπώς, ο τρίτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Δ.1. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (Α.Π. 1443/2015, ΑΠ 78/2015). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 115/2022, ΑΠ 31/2019). Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 1078/2019, ΑΠ 232/2017, ΑΠ 309/2015). 2. Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής ως προς το υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, τον προσδιορισμό δηλαδή από το δικαστήριο του διαδίκου που βαρύνεται με την προσκομιδή του αποδεικτικού υλικού προς απόδειξη των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του γεγονότων, έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση με τον ν. 2915/2001 της προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή σε όλες τις υποθέσεις της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποίος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως, εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί. Κατά συνέπεια, δεν τίθεται πλέον θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (υποκειμενικό) βάρος αποδείξεως και ,συνακόλουθα, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., σχετικός λόγος αναιρέσεως. Τον λόγο αυτό αναιρέσεως , όμως ,μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως το οποίο προσδιορίζει το διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή , ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικηςέννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, επιβολή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα και αν δεν το κάνει , υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της πιο πάνω διάταξης (Α.Π.186/2018). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, στην περίπτωση που από τις προσαχθείσες αποδείξεις, ανεξάρτητα από το ποιος διάδικος τις προσκόμισε, ενόψει του ότι, κατ' επιταγήν του άρθρου 346 ΚΠολΔ, καθίστανται κοινό αποδεικτικό μέσο, μετά την εκτίμηση τους από το δικαστήριο, θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του προβληθέντος ισχυρισμού ή περί του αντιθέτου. Τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή, η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης στερείται σημασίας, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την προβολή της παραπάνω αιτίασης (ΑΠ 1437/2019). Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν με την πρόφαση της εσφαλμένης κατανομής του βάρους απόδειξης προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 773/2012). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλομένη οι από τους αριθμούς 10 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, συνισταμένες στο ότι το Εφετείο δέχθηκε κατ'ουσίαν την ένδικη διεκδικητική των επίδικων ακινήτων αγωγή, ερειδόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αφενός χωρίς να επικαλείται και να σχολιάζει κανένα από τα αποδεικτικά μέσα, που αυτή προσκόμισε (αριθμ. 10) και αφετέρου εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, σχετικά με την επιβολή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, μεταφέροντας το βάρος της απόδειξης της αγωγής της σ'αυτόν (εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα) (αριθμ. 13),παρά το ότι αυτή (αναιρεσίβλητη), η οποία φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν απέδειξε τους αγωγικούς ισχυρισμούς της. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, ως προς την από τον αριθμό 10 αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, της παραδοχής της αγωγής ως βάσιμης κατ'ουσίαν, αφού έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όλα τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα,τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ειδική αξιολόγηση εκάστου εξ αυτών.Ο ίδιος λόγος ως προς την από τον αριθμό 13 αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία κατέστησαν κοινά μέσα απόδειξης, κατ' επιταγή του άρθρου 346 ΚΠολΔ, και με βάση αυτά διατύπωσε την κρίση του ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία με παράγωγο τρόπο των επίδικων ακινήτων , στη συνέχεια δε δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την ένδικη αγωγή, έκρινε δε ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό της αναιρεσείοντος - εναγομένου, περί ιδίας κυριότητας, για τους εκτιθέμενους στην απόφαση, περί του αντιθέτου, λόγους και ειδικότερα, έκρινε ότι ο ίδιος δεν χρησιδέσποζε στα επίδικα ακίνητα και πιο συγκεκριμένα ουδέποτε νεμήθηκε αυτά, κατά το επικαλούμενο από αυτόν κρίσιμο χρονικό διάστημα,κρίνοντας μη πειστικά τα όσα διαλαμβάνονται στα νομίμως με επίκληση προσκομισθέντα από αυτόν αποδεικτικά μέσα. Συνεπώς, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Ε1. Κατά το άρθρο 1033 Α.Κ., για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ κυρίου και εκείνου που την αποκτά. Κατά δε το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.). Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ 823/2021, ΑΠ 451/2021, ΑΠ 1629/2009). Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 131 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 του Ν.2447/1996 "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πραττομένων του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική ταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (εδ.1),"Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών, από τις παραπάνω αιτίες δεν είχε συνείδηση των πράξεων ή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτήν. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του, κατά τα παραπάνω ανικάνου, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δύναται να την προσβάλλει (ΑΠ531/2018, απ 1291/2010). Κρίσιμος χρόνος για τη διανοητική κατάσταση του προσώπου είναι η στιγμή της δηλώσεως της βούλησης, γεγονότα δε προγενέστερα ή μεταγενέστερα από τα οποία εμμέσως μπορεί αυτή να συναχθεί, δεν είναι ουσιώδη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 180 ΑΚ η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε. Επίσης , σύμφωνα με το άρθρο 130 ΑΚ , η δήλωση βουλήσεως από ανίκανο για δικαιοπραξία, κατά τη διάταξη του άρθρου 128ΑΚ,είναι άκυρη, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 178 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με σωφροσύνη και χρηστότητα. (ΑΠ 748/2021, ΑΠ 1650/2018). Τέλος, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 του Κανονισμού 1096/1988 (ΕΟΚ) <<Τα κράτη μέλη μπορούν να δεχθούν ότι δικαιούχοι της ετήσιας αποζημίωσης συνεχίζουν να ασκούν γεωργικές δραστηριότητες στο 10%, κατ'ανώτατο όριο της έκτασης της εκμετάλλευσης αλλά όχι περισσότερο από ένα εκτάριο, εφόσον παύει κάθε παραγωγή για εμπορικούς σκοπούς>>. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή αν δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Ολ ΑΠ12/2016, Ολ.ΑΠ1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική ακινήτων αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Ο Β. Ν. του Γ. , κάτοικος εν ζωή Κ. Β. - Κ., πατέρας της Γ. Ν. -μητέρας της ενάγουσας και του εναγομένου, απασχολούνταν εν ζωή με την καλλιέργεια αγρών. Είχε δε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του τους κάτωθι αγρούς: 1) έναν αγρό ποτιστικό, εμβαδού 2.500 τ.μ. περίπου, κειμένου στη θέση "….." ……, που συνορεύει με αγροτικό δρόμο, με ρέμα και με ιδιοκτησίες Κ. Π., Χ. και Ν. Β., 2) έναν αγρό ποτιστικό, εμβαδού 4.000 τ.μ. περίπου, κειμένου στη θέση "Λ. Ρ. Κ. Β., που συνορεύει με αγροτικό δρόμο, με ρέμα και με ιδιοκτησίες Ε. Π. και κληρονόμων Β. Ν., 3) έναν αγρό ποτιστικό, εμβαδού 2.000 τ.μ. περίπου, κειμένου στη θέση "Ρ." Κ. Β. Κ., που συνορεύει με εκκλησιαστική έκταση και με ιδιοκτησία κληρονόμων Β. Ν., 4) έναν αγρό ξηρικό, εμβαδού 8.000 τ.μ. περίπου, μετά της εντός αυτού υφιστάμενης σταυλαποθήκης, εμβαδού 50 τ.μ. περίπου, κειμένου στη θέση "Β." Κ. Β., που συνορεύει με αγροτικό δρόμο, με κοινόχρηστη έκταση και με ιδιοκτησίες Κ. Μ. και Γ., 5) ένας αγρό ξηρικό, εμβαδού 2.000 τ.μ. περίπου, κειμένου στη θέση "Μ." Κ. Β., που συνορεύει με αγροτικό δρόμο, με κοινόχρηστη έκταση και με ιδιοκτησία Μ., 6) έναν αγρό ξηρικό, εμβαδού 3.000 τ.μ. περίπου, κειμένου στη θέση "Κ." Κ. Β., που συνορεύει με μονοπάτι, με κοινόχρηστη έκταση, με ιδιοκτησία Α. Τ. και με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Π., 7) έναν αγρό ποτιστικό, εμβαδού 5.000 τ.μ. περίπου, κατά ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου, που συνορεύει με δρόμο και με ιδιοκτησίες Ν. Λ., Χ. Λ. και Γ. Μ. και 8) έναν αγρό ποτιστικό, εμβαδού 3.000 τ.μ. περίπου, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, που συνορεύει με αγροτικό δρόμο - ρέμα, με ιδιοκτησίες Ι. Ν. Α. Μ. και Σ. Λ. και με ιδιοκτησίες Β. Ν.. Ο με στοιχεία 1 αγρός είχε περιέλθει στην κυριότητά του δυνάμει του υπ' αριθ. ... αγοραπωλητήριου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Αλέξανδρου Τσουλιά, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμπάκας στον τόμο 352 και με αριθμό 36691. Ο με στοιχεία 2 αγρός είχε περιέλθει στην κυριότητά του δυνάμει του υπ' αριθ. ... αγοραπωλητήριου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Επαμεινώνδα Αθανασούλα, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμπάκας στον τόμο 390 και με αριθμό 40435. Οι με στοιχεία 3, 4, 5 και 6 αγροί είχαν περιέλθει στον Β. Ν. με δωρεά εν ζωή από τον πατέρα του Γ. Ν. το έτος 1940, γεγονός άλλωστε που συνομολογεί και ο εναγόμενος τόσο με τις έγγραφες προτάσεις του, πλην διαιρετού τμήματος του υπό στοιχεία 4 ακινήτου, εμβαδού 1.500 τ.μ., το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του ανήκει στην σύζυγο του Φ. Ν., όσο και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά της εκκαλουμένης "προ του 1980 τα ακίνητα ανήκαν στον παππού, Β. Ν. και ότι φέρονται ως συνιδιοκτήτες στα Β1 και Β2 ακίνητα ο παππούς και η γιαγιά". Ο με στοιχεία 7 αγρός είχε περιέλθει σε αυτόν τμηματικά α) κατά ποσοστό 8/16 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθ. ... αγοραπωλητήριου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Επαμεινώνδα Αθανασούλα, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμπάκας στον τόμο 396 και με αριθμό 41004, και β) κατά ποσοστό 2/16 εξ αδιαιρέτου δυνάμει της υπ' αριθ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Γεωργίας Τόπη, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμπάκας στον τόμο 758 και με αριθμό 77247 και ο με στοιχεία 8 αγρός είχε περιέλθει σε αυτόν δυνάμει της προαναφερόμενης υπ' αριθ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Γεωργίας Τόπη. Ο εναγόμενος με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της εκκαλουμένης και με τις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις του ισχυρίσθηκε ότι ελλείπει η παθητική του νομιμοποίηση ως προς το φερόμενο ακίνητο των 8 στρεμμάτων κατά την αγωγή στη θέση "Β." και κατ' αυτόν στη θέση "Αφέντες" διότι αυτή δεν είναι αδιαίρετη έκταση 8 στρεμμάτων αλλά 1,5 στρέμμα εξ αυτής ανήκει στην σύζυγο του-Φ. Ν., δυνάμει της με αριθμ. ... συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Αστέριου Παπαγεωργίου, νομίμως μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμπάκας στον τόμο 720 με αριθμ.73443, ισχυρισμό τον οποίον και επαναφέρει με τον τρίτο λόγο έφεσης. Ο ισχυρισμός όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, αφού εάν και αναφέρεται ότι το ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, δεν προσδιορίζονται επακριβώς τα όρια που το διαχωρίζουν από τη μεγαλύτερη έκταση, ώστε να προκύπτει ποιο συγκεκριμένο τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης καταλαμβάνει αυτό, αοριστία που δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε, επίσης, με αναφορά στη σχετική διάταξη του νόμου ή μνεία αυτής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο παππούς της ενάγουσας και πατέρας του εναγομένου-Β. Ν. από το έτος 1940 μέχρι το έτος 2001 νεμόταν και κατείχε ο ίδιος τους ανωτέρω επίδικους αγρούς και δη καλλιεργούσε αυτούς με τρακτέρ με τριφύλλι, καλαμπόκι και σιτάρι για να εξασφαλίσει τα προς το ζην σε συνδυασμό με την άσκηση του επαγγέλματος του κτηνοτρόφου. Το γεγονός δε ότι ο Β. Ν. στις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο φωτογραφίες φέρει βακτηρίες μασχάλης δεν οδηγεί στην κρίση ότι αυτός ήταν ανάπηρος και εκ τούτου ανήμπορος να ασκήσει αγροτικές εργασίες, λαμβανομένου υπόψη ότι η βοσκή ζώων είναι εξίσου επίπονη εργασία και απαιτεί σωματική ικανότητα όμοια με αυτή προς εκτέλεση αγροτικών εργασιών. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο ανωτέρω το έτος 1980 και με σκοπό την οικογενειακή αποκατάσταση του εναγομένου δώρισε άτυπα σ' αυτόν τους ανωτέρω επίδικους αγρούς, με εξαίρεση 2,5 στρεμμάτων που κράτησε για τον εαυτό του, προκειμένου να βόσκει τα ζώα του, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι αυτός (εναγόμενος) κατά τον ανωτέρω χρόνο εργαζόταν ως οδηγός και δεν ήταν εγκατεστημένος στην .... Ακολούθως, ναι μεν ο πατέρας του εναγομένου δεν γνώριζε την νομική έννοια του όρου σύμβαση χρησιδανείου αλλά είναι κοινό τοις πάσι ότι είθιστε στις αγροτικές οικογένειες η δωρεάν παραχώρηση της χρήσης αγρών από τον πατέρα στο τέκνο, όπως και έπραξε ο Β. Ν. εν έτη 2001, όταν πλέον σε ηλικία 73 ετών δεν μπορούσε να συνεχίσει να εργάζεται. Το γεγονός δε της πρόωρης συνταξιοδότησης αυτού ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί με την άσκηση παράλληλης εργασίας και την αγορά αγρών το έτος 1989 και 1992, αφού η πρόωρη συνταξιοδότηση δεν έχει ως επακόλουθο και την παύση άσκησης εν τοις πράγμασιν της αγροτικής δραστηριότητας. Ο ισχυρισμός του εναγομένου για εκ των υστέρων αγορά αγρών που ήδη νεμόταν και κατείχε ο πατέρας του άτυπα προ του έτους 1970 έως το έτος 1980 που τους μεταβίβασε στον ίδιο, δεν κρίνεται πειστικός, διότι και εάν ακόμη ήθελε με την κατάρτιση της πώλησης να νομιμοποιήσει την άτυπη αγορά αυτών θα φρόντιζε ώστε τα συμβόλαιο να συναφθούν στο όνομα του εναγομένου εάν πράγματι τα είχε δωρίσει άτυπα σ' αυτόν έτσι ώστε να αποφευχθεί η σύναψη δύο συμβολαίων και η διπλή φορολόγηση αυτών -Περί της καλλιέργειας δε των επίδικων αγρών από το έτος 1980 με σιτάρι και τριφύλλι ουδέν αποδεικτικό μέσο επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος και δη επιδότηση, αγορά σπόρου και λιπασμάτων, όπως επίσης δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει και τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης προς την αρμόδια Οικονομική Υπηρεσία. Σημειώνεται δε ότι ο Β. Ν. εντάχθηκε στις 27.10.1989 με απόφαση του Νομάρχη στο καθεστώς οριστικής παύσης της Γεωργικής δραστηριότητας για τον αγρό στη θέση "...". Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ποιος ήταν ο νέος κάτοχος της γεωργικής εκμετάλλευσης. Και πράγματι στην με αριθμό 17136/13.10.1989 ένορκη βεβαίωση και δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας, Αλέξανδρο Τσουλιά, δηλώνει ότι είναι κύριος ενός αγρού 500 τ.μ στη θέση "..." αλλά αυτό το είχε αποκτήσει σε προγενέστερο χρόνο και δη στις 27.9.1989 δυνάμει του υπ' αριθμ. 17031/1989 συμβολαίου του ανωτέρω συμβολαιογράφου καθώς και ενός αγρού 3.000 τ.μ στη θέση "...", ο οποίος όμως δεν συμπίπτει με τον αγρό που αγόρασε δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας, Επαμεινώνδα Αθανασούλα. Επιπρόσθετα αν ο Β. Ν. είχε δωρίσει άτυπα τα επίδικα ακίνητα στον εναγόμενο δεν είχε λόγο να συντάξει την με αριθμό ... δημόσια διαθήκη που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Τρικάλων, Γεωργίας Τόπη και δημοσιεύθηκε με το με αριθμό 314/2012 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, στην οποία όρισε μεταξύ άλλων ότι "όσον αφορά τα υπόλοιπα περιουσιακά μου στοιχεία δεν ορίζω τίποτα με την παρούσα διαθήκη μου και θέλω να ισχύσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή έως ότου προβώ στη ρύθμισή της με νέα διαθήκη". Μόνη δε η κατάθεση της μάρτυρα του εναγομένου και συζύγου αυτού δεν δύναται να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση αφού σύμφωνα με αυτή ο εναγόμενος από το έτος 1988 έως το έτος 1994 ήταν οδηγός, 4-5 χρόνια ήταν στην Κρήτη και το έτος 1994 ήρθαν στην Καλαμπάκα. Μετά ταύτα ο Β. Ν., όντας κύριος, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Καλαμπάκας, Γεωργίας Τόπη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμπάκας στον τόμο 758 και με αριθμό 77248, μεταβίβασε τους επίδικους αγρούς στην εγγονή του-ενάγουσα, η οποία και συνέχισε την ανωτέρω σύμβαση χρησιδανείου μέχρι την 26.3.2010 οπότε και κοινοποίησε στον εναγόμενο την από 26.3.2010 εξώδικη καταγγελία συμβάσεως χρησιδανείου μετά προσκλήσεως όπως εντός προθεσμίας 10 ημερών (23.4.2010) αποδώσει τους επίδικους αγρούς (βλ. την με αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τρικάλων, Γεωργίου Τσασιώτη), η οποία και παρήλθε άπρακτος. Επιπλέον, δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμπάκας στον τόμο 758 και με αριθμό 77249, περιήλθαν στην κυριότητα της ενάγουσας α) τα 3/16 εξ αδιαιρέτου του υπό στοιχεία 7 ακινήτου, και β) τα 3/8 εξ αδιαιρέτου του υπό στοιχεία 8 ακινήτου, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί συγκυρία αυτών κατά ποσοστό 13/16 και 5/8 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα. Τα εν λόγω ακίνητα είχαν περιέλθει στη δικαιοπάροχο μητέρας της Γ. Ν., δυνάμει της προαναφερόμενης υπ' αριθ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμπάκας στον τόμο 758 και με αριθμό 77247. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, αποδείχθηκε τόσο η κυριότητα (στους υπό στοιχεία 1-6) και συγκυριότητα (στους υπό στοιχεία 7-8) της ενάγουσας στους ανωτέρω επίδικους αγρούς, όσο και η προσβολή της από τον εναγόμενο, ο οποίος εξακολουθεί να παραμένει στην κατοχή τους, αν και ουδέποτε μεταβιβάστηκε σ' αυτόν η κυριότητα τους, ενώ η σύμβαση χρησιδανείου, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα και ο δικαιοπάροχος της του είχε παραχωρήσει τη χρήση χωρίς αντάλλαγμα, έληξε μετά την από 26.3.2010 καταγγελία της ενάγουσας και την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας των 10 ημερών. Ο εναγόμενος με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της εκκαλουμένης και με τις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις του ισχυρίσθηκε ότι ο πατέρας του-Β. Ν. είχε παραχωρήσει τους ανωτέρω επίδικους αγρούς στον ίδιο το έτος 1980, με σκοπό την οικονομική του αποκατάσταση και ότι έκτοτε ασκούσε επ' αυτών όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, ήτοι καλλιεργεί αυτά με σιτάρι, τριφύλλι και διάφορα κηπευτικά προϊόντα, ενώ κάποια τα εκμεταλλεύεται με αγρανάπαυση, ισχυρισμό τον οποίον επαναφέρει με τον δεύτερο λόγο έφεσης. Όμως ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο-έκτακτη χρησικτησία πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον δεν αποδείχθηκε και το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ο εναγόμενος κατέστη κύριος των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία έχοντας αυτά στην νομή και κατοχή του από το έτος 1981, όπως προαναφέρθηκε. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο Β. Ν., γεννημένος στις 7.9.1928, νοσηλεύθηκε από 19.2.2010 έως 26.6.2012 (χρόνο θανάτου του) στην ψυχιατρική κλινική με την επωνυμία "...", με έδρα την .... Από το με αριθμ. πρωτοκ. ... φύλλο νοσηλείας της ανωτέρω κλινικής φέρεται ότι ο Β. Ν. παρουσιάζει "έκπτωση της νοητικής λειτουργίας, έκπτωση μνήμης, προσανατολισμού, αδυναμία ανάκλησης και διαταραχή προσοχής. Η επικοινωνία με το περιβάλλον είναι ικανοποιητική και δεν παρουσιάζει μεταβολές του επιπέδου συνείδησης. Δεν αναφέρονται οπτικές ή ακουστικές ψευδαισθήσεις", με διατήρηση της ανωτέρω κατάστασης οπότε και στις 26.6.2011 παρουσιάζει "Αδυναμία αναγνώρισης οικείων προσώπων. Αποπροσανατολισμός στο χώρο-χρόνο-τόπο" και στις 26.6.2012 επήλθε ο θάνατος του συνεπεία "Γεροντική φθορά, νεφρική ανεπάρκεια, εμπύρετο". Σημειώνεται δε ότι για τον χρόνο πριν την κατάρτιση της επίδικης αποδοχής κληρονομιάς και δωρεάς εν ζωή (11.5.2009) δεν υπάρχει κλινική εκτίμηση από νευρολόγο ή ψυχίατρο με τη χρήση ειδικών κλιμάκων μέτρησης γνωσιακών λειτουργιών. Μόνη δε η ανωτέρω κατάσταση της υγείας του, όπως αυτή προκύπτει από το φύλλο νοσηλείας δεν είναι ικανή να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι κατά τον χρόνο σύνταξης της αποδοχής της κληρονομιάς και της δωρεάς δεν είχε συνείδηση των πράξεων του ή βρισκόταν σε διανοητική ή ψυχική διαταραχή που περιόριζαν αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης δεν διαπιστώθηκε αλλά διαπιστώθηκε η απλή νοητική μείωση, που συχνά συνοδεύει τη γήρανση και είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό. Στις 11.5.2011, ο αποβιώσας - Β. Ν. συνέταξε την ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και την ... δωρεά εν ζωή ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Γεωργίας Τόπη, νομίμως μεταγεγραμένες, όπως προαναφέρθηκε, με την οποία αποδέχθηκε την κληρονομιαία περιουσία της προαποβιωσάσης συζύγου του Β. Ν. και εν συνεχεία δώρισε την ακίνητη περιουσία του στην εγγονή του-ενάγουσα προς εκδήλωση της αγάπης και σε ένδειξη στοργής για την αγάπη που δείχνει η δωρεοδόχος. Από κανένα δε αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε έλλειψης πνευματικής ικανότητας αυτού. Μετά ταύτα αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο αποθανών, έπασχε μεν από έκπτωση της νοητικής λειτουργίας, έκπτωση μνήμης, προσανατολισμού και διαταραχή προσοχής κατά τον χρόνο εισαγωγής στην ανωτέρω κλινική (19.2.2010), χωρίς στις 11.5.2009 να βρίσκεται σε πλήρη εξασθένιση και αποδιοργάνωση των πνευματικών και σωματικών λειτουργιών και χωρίς καμία δυνατότητα επικοινωνίας με το περιβάλλον. Τουναντίον αποδείχθηκε ότι τα προβλήματα υγείας τα παρουσίασε μετά την σύνταξη των επίδικων συμβολαιογραφικών πράξεων και η γενικότερη κατάπτωση του οργανισμού του επήλθε σε μεταγενέστερο χρόνο και ουδεμία επίπτωση είχαν στην ικανότητα του να συντάξει αποδοχή κληρονομιάς και δωρεά εν ζωή στις 11.5.2009, ώστε να αδυνατεί να διαγνώσει ότι συντάσσει αποδοχή κληρονομιάς και δωρεά εν ζωή ή να αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο αυτών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, δεν καταλείπετε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο αποβιώσας- Β. Ν. κατά το χρόνο κατάρτισης των επίμαχων δικαιοπραξιών, είχε άρτια νοητική λειτουργία και πλήρη συνείδηση των πραττομένων, δηλαδή δύναμη προς διάγνωση της ουσίας και του περιεχομένου των επιχειρούμενων πράξεως. Έτσι έχοντας πνευματική διαύγεια και επίγνωση όλης της προαναφερόμενης κατάστασης προέβη στη σύνταξη της προαναφερόμενης αποδοχή κληρονομιάς και δωρεάς εν ζωή και έτσι οι τελευταίες είναι έγκυρες. Σημειώνεται δε ότι όλα τα ανωτέρω συμβόλαιο συντάχθηκαν ενώπιον συμβολαιογράφου η οποία και δεν διαπίστωσε ότι ο ανωτέρω δεν έχει συνείδηση των πράξεων ή βρίσκεται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, μόλις δε στις 20.6.2011 ο Β. Ν. εμφάνισε έκπτωση νοητικών λειτουργιών - μνήμης - προσοχής ανάκληση, αδυναμία αναγνωρίσεως οικείων προσώπων και απροσονατολισμό σε χώρο, χρόνο, τόπο. Επομένως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε και το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ο Β. Ν. κατά τον χρόνο σύνταξης της με αριθμό ... αποδοχή κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Καλαμπάκας, Γεωργία Τόπη, νομίμως μεταγεγραμμένης καθώς και της με αριθμό ... συμβολαιογραφικής πράξης δωρεάς εν ζωή, της ανωτέρω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης, ήταν ανίκανος για δικαιοπραξία, όπως ο εναγόμενος με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της εκκαλουμένης και με τις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις του ισχυρίσθηκε, ισχυρισμός που επαναφέρει με τον επικουρικό τέταρτο λόγο έφεσης. Επομένως, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος έφεσης με τους οποίους ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, όπως επίσης και ο επικουρικός τέταρτος λόγος έφεσης. Κατόπιν των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ορθά εφήρμοσε το νόμο, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στην κρινόμενη έφεση, κρίνονται ως αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν στο σύνολο της". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Μονομελές Εφετείο Λάρισας έκρινε ότι η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα είναι αποκλειστική κυρία και (συγ)κυρία, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά (συγ)κυριότητας, των αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση επίδικων αγροτικών ακινήτων, στην οποία περιήλθαν με παράγωγο τρόπο, ήτοι με το αριθμ. ... δωρητήριο συμβόλαιο, νομίμως μεταγραφέν, από τον αληθή κύριο παππού της Β. Ν., κατά πλήρη κυριότητα τα έξη πρώτα επίδικα ακίνητα του αγωγικού δικογράφου και κατά (συγ)κυριότητα τα υπόλοιπα δύο επίδικα ακίνητα του αγωγικού δικογράφου. Ότι στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα δεν είχαν δοθεί με άτυπη δωρεά τα επίδικα από τον κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων Β. Ν., αλλά παραχωρήθηκαν, μόνον, κατά χρήση, για εύλογο χρόνο, δυνάμει άτυπης συμβάσεως χρησιδανείου, την οποία η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατήγγειλε. Ότι ο εναγόμενος δεν κατέστη κύριος τούτων με έκτακτη χρησικτησία) καθόσον καθόλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα(1980-2009) δεν ήταν νομέας, αλλά κάτοχος τούτων, δυνάμει της προαναφερόμενης συμβάσεως χρησιδανείου. Ότι ο δικαιοπάροχος, παππούς της ενάγουσας και πατέρας του εναγομένου, κατά το χρόνο κατάρτισης του επίμαχου δωρητηρίου συμβολαίου (11-05-2009), άγων το 81° έτος της ηλικίας του (έτος γεν. 1928), είχε συνείδηση των πράξεών του και δεν βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, έτσι, ώστε να περιορίζεται αποφασιστικά η λειτουργία της βουλήσεώς του και να καθίσταται ανίκανος για τη σύνταξη του άνω δωρητηρίου συμβολαίου. Κατόπιν τούτου το Εφετείο δέχθηκε κατ'ουσίαν την ένδικη διεκδικητική των επίδικων ακινήτων αγωγή, αφού απέρριψε κατ'ουσίαν α) την ένσταση - ισχυρισμό του εναγομένου ιδίας κυριότητας, ότι η επικαλούμενη από την ενάγουσα κυριότητα του δικαιοπαρόχου της Β. Ν., απαραίτητη για να μεταχθεί σε εκείνην το δικαίωμα, δεν υπήχε κατά το χρόνο της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας (δωρεάς), διότι στο μεταξύ αυτός(εναγόμενος) είχε αποκτήσει την κυριότητα των επιδίκων με χρησικτησία, ο απαιτούμενος από το νόμο χρόνος της οποίας συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του πριν από τη μεταβίβαση στην ενάγουσα και β) την ένσταση- ισχυρισμό του εναγομένου ότι ο τίτλος της ενάγουσας (δωρητήριο συμβόλαιο) είναι άκυρος, καθόσον ο δωρητής παππούς της κατά το χρόνο κατάρτισης του επίμαχου δωρητηρίου συμβολαίου δεν είχε συνείδηση των πραττομένων του και βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική ταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Με αυτά που δέχθηκε, και ,έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 131, 180 ,1033, 1045 ΑΚ, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της , διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 130, 178ΑΚ και του άρθρου 4 παρ.2 του Κανονισμού 1096/1988 (ΕΟΚ), καθόσον δεν ήταν εφαρμοστές. Συνεπώς, ο πέμπτος και κατ' ορθή αρίθμηση ο έκτος (και όχι 7ος που από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο) αναιρετικοί λόγοι, συνδυαστικά ερευνώμενοι, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος της, (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24/02/2020 αίτηση για αναίρεση της 526/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2700)ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ