Αριθμός 747/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Αντώνιο Παπαθεοδώρου - Εισηγητή και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..... και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Αλικαρνασσού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σφακιωτάκη, περί αναιρέσεως της 1/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 610/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων (όπως τα ονόματα των μαρτύρων κλπ), δεν είναι αναγκαία, όπως δεν είναι αναγκαία και η αναφορά των περιστατικών που προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, μετά από την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο τελευταίος (κατηγορούμενος) κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο όντας τοξικομανής, μη δυνάμενο να αποβάλει αυτοδυνάμως τη συνήθεια της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών, την οποία είχε αποκτήσει, κατείχε ηρωΐνη καθαρού βάρους 29 γραμ. και δη ως υπότροπος, αφού είχε καταδικαστεί για την ίδια πράξη αμετακλήτως με την 16/14.1.2000 αίτηση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης. Την ποσότητα αυτή της ηρωΐνης δεν αποδείχθηκε ότι την κατείχε ο εν λόγω για δική του αποκλειστική χρήση, πράγμα που από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει, ούτε και από την κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρος αδελφής του ...., η οποία δεν κατέθεσε ρητά κάτι τέτοιο. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως στο διατακτικό". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ'αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27 ΠΚ και 5 παρ. 1 εδαφ. ζ, 8 και 13 παρ. 4 του Ν. 1729/1987 που εφάρμοσε. Μάλιστα δε το δικαστήριο, για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση της κρίσης του περί απόρριψης του προβληθέντος από τον κατηγορούμενο αυτοτελούς ισχυρισμού περί κατοχής της ως άνω ποσότητας ναρκωτικής ουσίας για δική του αποκλειστικά χρήση, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα υπό την κρίση του τεθέντα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, χωρίς να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή ο προσδιορισμός εκείνου που βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Επομένως ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 371 παρ. 4 του ΚΠΔ, το δικαστήριο αφαιρεί από την ποινή που επιβλήθηκε το χρόνο της προσωρινής κράτησης του καταδικασμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 87 του ΠΚ. Αν το δικαστήριο παρέλειψε να του αφαιρέσει στην καταδικαστική απόφαση, μπορεί να το πράξει και με μεταγενέστερη απόφασή του, με αίτηση του καταδίκου ή του Εισαγγελέα. Μπορεί επίσης να διορθώσει τα σφάλματα που έγιναν στον υπολογιστή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αφαιρέσει από ποινή στερητική της ελευθερίας που καταγνώστηκε, το χρόνο της προσωρινής κράτησης του καταδικασμένου καθώς και ο εσφαλμένος υπολογισμός κατά την αφαίρεση αυτού του χρόνου, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Η παράλειψη αυτή, καθώς και η εσφαλμένη αφαίρεση της προσωρινής κράτησης επανορθώνεται με μεταγενέστερη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου της ουσίας, με αίτηση του καταδίκου ή του Εισαγγελέα. Συνεπώς ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της εσφαλμένης αφαίρεσης του χρόνου της προσωρινής κράτησης του αναιρεσείοντος από την ποινή κάθειρξη που του επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 14.3.2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της 1/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ