Αριθμός 2304/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κακόγιαννο, για αναίρεση της με αριθμό 91/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αντώνιο Αντωνίου. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1165/2006. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329,331,333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ , προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο , συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ , σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το μη αναγνωσθέν έγγραφο ρητώς μνημονεύεται κατά τα κύρια αυτού σημεία σε άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση , ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο έχει λάβει υπόψη του έγγραφα μη αναγνωσθέντα, τα οποία άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του. Ειδικότερα, κατά λέξη, ισχυρίζεται ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύονται ως εξής τα έγγραφα που έλαβε υπόψη και δεν αναγνώσθηκαν. "1)Την 16-2-1996 ο κατηγορούμενος παρέλαβε επτά επιταγές από το χρηματοκιβώτιο της Δ.Ο.Υ. Σπετσών συνολικού ποσού (8.377.185) δραχμών, πλην όμως πίστωσε το σχετικό βιβλίο επιταγών μόνο με έξη (6) από τις εν λόγωεπιταγές, συνολικού ποσού (6.377.185) δραχμών, 2)Την υπ' αριθ. ........ επιταγή ποσού (2.000.000) δραχμών, 3) Το βιβλίο επιταγών στο οποίο εμφανίζεται υπόλοιπο ποσού ύψους (158.637.819) δραχμών αντί του ορθού (156.637.819) δραχμών και έτσι να εμφανίσει στο βιβλίο επιταγών επιπλέον πλασματικό υπόλοιπο (2.000.000) δραχμών, 4) Το ημερολόγιο εισπράξεων - πληρωμών με το να εμφανίσει πληρωμές αθροιστικά μεγαλύτερες από τις προκύπτουσες με βάση τα παραστατικά στοιχεία και έτσι μείωσε το υπόλοιπο των εισπράξεων του Οκτωβρίου 1995 κατά (43.822.169) δρχ. από (73.652.356) δρχ., αλλά και εισπράξεις αθροιστικά μεγαλύτερες κατά (10.000.000) δρχ. από τις πραγματικά προκύπτουσες (σελίς 24), 5) Φάκελο (μη προσδιοριζόμενο) με μη κατονομαζόμενα λογιστικά στοιχεία Σεπτεμβρίου 1993 (σελίς 24), 6)Το πρόχειρο βιβλίο ταμείου (ισοζύγιο) με καταχώρηση από την υπάλληλο Γ1, καθ' υπαγόρευση του κατηγορουμένου ποσού (46.831.121) δραχμών ποσόν δήθεν πληρωθέντων ανύπαρκτων χρηματικών γραμματίων και έτσι εμείωσε το έλλειμμα την στιγμή εκείνη κατά το αυτό ποσό, το οποίον ιδιοποιήθηκε παράνομα, 7) Την άνευ ημερομηνίας έκθεση του Επιθεωρητή Ζ1, από την οποία, όπως δέχεται το Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος ενεφάνισε τον μήνα Νοέμβριο 1995 υπόλοιπο εισπράξεων και έτσι εμείωσε και κάλυψε έλλειμμα της τάξεως των 33.275.658) δρχ. (78.949.380 που είναι το ορθό υπόλοιπο στο ημερολόγιο εισπράξεων πληρωμών -45.673.722 που είναι το υπόλοιπο καταμέτρησης του διαληφθέντος επιθεωρητή = 3.275.658 δραχμές) και εμφάνισε και εικονικό περίσσευμα (546.511) δραχμών, παρότι στην πραγματικότητα το έλλειμμα στις εισπράξεις ήταν τάξεως των (78.949.380) δραχμών (σελίς 24), 8) Το αναλυτικό ημερολόγιο πληρωμών με βάση τους υπάρχοντες τίτλους πληρωμής προκειμένου να ιδιοποιείται παρανόμως ο κατηγορούμενος το ποσό της διαφοράς (σελίς 22), 9) Άθροιζε τους πληρωθέντες από αυτόν τίτλους πληρωμής, προσθέτοντας και τίτλο ή τίτλους που είχαν εξοφληθεί σε προηγούμενο μήνα και έτσι ηύξανε εικονικά το σύνολον των πληρωμών της ημέρας και έτσι παραπλανούσε τον διαχειριστή, διότι ενεφάνιζε πληρωμές πέραν των πραγματικών, 10) Τους υπ' αριθμ. ....... και ....... - λογαριασμούς των Ε.Τ.Ε. Σπετσών και CITY ΒΑΝΚ Αγίας Παρασκευής με ύψος καταθέσεων (4.723.043) και (2.545.538) δραχμών, αντιστοίχως, κατά το χρονικό διάστημα από 26-11-1992 μέχρι 23-12-1996 κοινούς λογαριασμούς του κατηγορουμένου με την σύζυγο του, 11) Υπ' αριθ. ....... ατομικό του λογαριασμό με κατάθεση (2.485.658 δραχμών). 12) Υπ' αριθ. ......... κοινό λογαριασμό του κατηγορουμένου με την σύζυγο του κατά το χρονικό διάστημα από 18-1-1995 μέχρι 31-12-1996 ύψους (20.530.768) δραχμών, 12) Την εκκαθαριστική δήλωση Φ.Π.Α. της συζύγου του τού έτους 1994 από την οποία προκύπτει ότι η σύζυγος του πραγματοποίησε για το κατάστημα γυναικείων ρούχων δαπάνες (10.964.933) και εισπράξεις (4.155.315) δραχμές και το επόμενο έτος 1995 δαπάνες (35.684.192) δραχμών και (19.258.208) δραχμών εισπράξεις και έτσι συνολικές καταθέσεις κατηγορουμένου και συζύγου, ύψους (52.625.007) δραχμών και δεν κρίνονται δικαιολογημένες (σελίς 28), 14) Έντυπο (αορίστως) εκ του προχείρου βιβλίου Ταμείου που διεβίβαζε στην υπηρεσία θησαυροφυλακίου κατά ένα διαφορετικό ποσό σε κάθε πληρωμή, σε σχέση με τις πραγματικές πληρωμές που έχουν καταχωρηθεί στο αναλυτικό ημερολόγιο πληρωμών με βάση τους υπάρχοντες τίτλους πληρωμής προκειμένου να ιδιοποιείται παρανόμως σε ποσόν της διαφοράς, 15) Εξοφλημένους τίτλους πληρωμής (αορίστως) σε άλλη ημερομηνία πληρωμών, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι οι τίτλοι πληρωμής με τους οποίους ο κατηγορούμενος ενεργούσε τις πληρωμές δεν έφεραν σφραγίδες με τις ενδείξεις ΝΑ ΠΛΗΡΩΘΟΥΝ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΘΗΚΕ και τις υπογραφές εντολέα και διαχειριστή, αλλά ούτε και υπογραφές των δικαιούχων, 16) Έλαβε υπόψη τρία φύλλα του Βιβλίου Εντολών Ελέγχου και των ιδίων δελτίων αιτήσεων πληροφοριών με ημερομηνίες ......, ....., ........ καθώς και το ΔΙΒΕΤ .... και τα συνημμένα σ' αυτές έξι έγγραφα. Όμως δεν προσδιορίζει ποιά ήσαν τα συνημμένα έγγραφα, προκειμένου να δυνηθεί ο κατηγορούμενος να υποβάλει παρατηρήσεις (υπ' αριθ. 39 σχετικό της αποφάσεως), 17) Έλαβε υπόψη επτά φύλλα Βιβλίου Εντολών Ελέγχου και ιδίων δελτίων αιτήσεως πληροφοριών με ημερομηνίες ....., ....., ....., ....., ......, ....... και ........ και τα συνημμένα σ' αυτήν οκτώ έγγραφα. Όμως δεν προσδιορίζει ποια ήσαν τα συνημμένα έγγραφα, προκειμένου να δυνηθεί ο κατηγορούμενος να υποβάλει παρατηρήσεις (υπ' αριθ. 40 σχετικό της αποφάσεως), 18) Δέχθηκε το Δικαστήριο ότι το ποσόν των (167.127.163) δραχμών της ζημίας του Δημοσίου προήλθε αποκλειστικώς από πληρωμές τίτλων του Δημοσίου την 14η και 16η ημέρα κάθε μήνα για την περίοδο 1η Σεπτεμβρίου 1993 μέχρι 16-7-1996 και ενεφάνιζε αυξημένες πληρωμές στο πρόχειρο βιβλίο ταμείου και στο έντυπο που διεβίβαζε στην υπηρεσία θησαυροφυλακίου, χωρίς το δικαστήριο να προσδιορίζει ποίοι ήσαν αυτοί οι τίτλοι, οι οποίοι επληρώνοντο δύο φορές τον μήνα, έτσι ώστε να δυνηθεί ο κατηγορούμενος να υποβάλει παρατηρήσεις (σελίς 22 της αποφάσεως), 19) Έλαβε υπόψη το από ........ πρακτικό καταμέτρησης και τα συνημμένα σ' αυτό, δύο σελίδες και το βιβλίο τρεχούμενων λογαριασμών, Δήμων και Κοινοτήτων, δύο σελίδες από το βιβλίο Ταμείο και πέντε σελίδες από το Αναλυτικό Ημερολόγιο Εισπράξεων, χωρίς να προσδιορίζει το περιεχόμενο του πρακτικού καταμέτρησης και ποια ήταν τα συνημμένα, ποιο το περιεχόμενο των δύο σελίδων από το βιβλίο τρεχούμενων λογαριασμών Δήμων και Κοινοτήτων, ποιο το περιεχόμενο των σελίδων από το Βιβλίο Ταμείου και ποιο το περιεχόμενο των πέντε σελίδων από το Αναλυτικό Ημερολόγιο Εισπράξεων (σχετικό 33 της προσβαλλομένης αποφάσεως)". Όμως όλα τα πιο πάνω έγγραφα αναφέρονται διηγηματικά στο σκεπτικό της αποφάσεως και το Δικαστήριο δεν συνήγαγε εξ αυτών την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του . Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Δικαστήριο αποκλειστικά και μόνο από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα μνημονευόμενα έγγραφα, που αναφέρονται, ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά και μόνο αυτά. Από τα τελευταία δε προέκυψε η ύπαρξη και το περιεχόμενο των πιο πάνω αναφερομένων, εγγράφων. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της αίτησης του αναιρεσείοντος , με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα παραπάνω έγγραφα, που δεν αναγνώσθηκαν, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. II. Kατά τη διάταξη του άρθρου 258 του Π.Κ. (προ της αντικαταστάσεως της περ. γ' με το άρθρο 14 παρ. 5 β' του ν. 2721/1999), ''υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α') με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β') αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και γ') με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα''. Η διάταξη της περ. γ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5 β' του ν. 2721/1999 και ορίσθηκε ότι ο υπάλληλος τιμωρείται ''με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν α) ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 Ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία (συνολικά) μεγαλύτερη των 73.000 Ευρώ (25.000.000 δρχ.)''. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 ''για τους καταχραστές του Δημοσίου'', όπως έχει αντικατασταθεί, στον ένοχο των εγκλημάτων, του άρθρου (μεταξύ άλλων) 258 του Π.Κ., εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου κ.λ.π. και το όφελος που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε ή η ζημία που επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, υπερβαίνουν το ποσό των 146.000 Ευρώ (50.000.000 δρχ.), υπολογιζόμενο επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, στο σύνολό του, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης, και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης''. Η αναφερόμενη νέα ρύθμιση (του άρθρου 258 ΠΚ), κατά το πρώτο μέρος της, είναι ευνοϊκότερη της προηγούμενης, αφού ο κακουργηματικός χαρακτήρας της πράξεως προϋποθέτει, εκτός από τα ιδιαίτερα τεχνάσματα (που αξίωνε και η προηγούμενη) και ορισμένη, ιδιαίτερα μεγάλη αξία (συνολικά μεγαλύτερη των 15.000 Ευρώ) του αντικειμένου της (πρόσθετα δηλαδή στοιχεία), ενώ, κατά τα δεύτερο μέρος της, είναι δυσμενέστερη, αφού, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως, αρκείται σε ορισμένη, ιδιαίτερα μεγάλη αξία (συνολικά μεγαλύτερη των 73.000 Ευρώ) του αντικειμένου της, χωρίς τη συνδρομή ιδιαίτερων τεχνασμάτων. Επί εγκλήματος, όμως, που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου, με συνολική ζημία αυτού μεγαλύτερη του ποσού των 146.000 Ευρώ, οπότε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1 του ν. 1608/1950, δεν ανακύπτει ζήτημα ευνοϊκότερης ρύθμισης και εφαρμογής, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Κ., του επιεικέστερου νόμου, αφού η διάταξη αυτή προϋποθέτει, ωφέλεια που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε και ζημία που επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, συνολικά μεγαλύτερη του ποσού των 146.000 Ευρώ (50.000.000 δρχ.) Εξάλλου, από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτή εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει και την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 ΠΚ υπεξαιρέσεως, απαιτείται. α) ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένων (ολικά ή μερικά) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα που βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα , με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται από το αστικό δίκαιο, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου , κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. στ ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α του ίδιου Κώδικα, γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή χρήματα υπό την υπαλληλική ιδιότητα, αδιάφορο αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη , η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να ήταν κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη, που ενέχει τη γνώση ότι το ξένο πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει καθώς και τη θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Εξάλλου , η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε' του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης . Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 91/2006 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Το Δικαστήριο ομοφώνως πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος, που αρχικώς είχε προσληφθεί ως κλητήρας για τη μεταφορά της αλληλογραφίας, πήρε μετάταξη και κατά το έτος 1996 υπηρετούσε ως διοικητικός υπάλληλος στη Δ.Ο.Υ. Σπετσών και του είχαν ανατεθεί καθήκοντα αναπληρωτή διαχειριστή και υπεύθυνου για την πληρωμή των δημοσίων υπαλλήλων, που υπηρετούσαν στις Σπέτσες, κάθε πρώτη και δέκατη έκτη ημέρα του μήνα με μισθοδοτικές καταστάσεις πληρωμής, οι οποίες αποτελούσαν τίτλους πληρωμής του Δημοσίου. Για τις εν λόγω πληρωμές τα χρήματα τα ελάμβανε από το διαχειριστή της Δ.Ο.Υ. Σπετσών και έτσι είχε καταστεί δημόσιος υπόλογος. Πέραν των ανωτέρω, στα καθήκοντά του, υπήγετο η αναπλήρωση των διαχειριστών σε κάθε νόμιμη απουσία τους και η τακτοποίηση των λογιστικών στοιχείων της Δ.Ο.Υ. Σπετσών, καθώς επίσης του είχε ανατεθεί και το καθήκον να δίνει εντολή πληρωμής και να διενεργεί τις πληρωμές του Δημοσίου και τούτο είχε ως επακόλουθο να συμπέσουν στο άτομό του η διπλή ιδιότητα εντολέα και εκτελεστή. Κατά το χρονικό δε διάστημα από 1ης Σεπτεμβρίου 1993 μέχρι 16 Ιουλίου 1996, που ο κατηγορούμενος διενεργούσε τις διαληφθείσες πληρωμές, το Ελληνικό Δημόσιο ζημιώθηκε με το ποσό των 167.127.163 δραχμών, το οποίο ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα, αφού μεταχειρίστηκε προς τούτο ιδιαίτερα τεχνάσματα και του καταλογίστηκε με την ......... καταλογιστική απόφαση των μαρτύρων Επιθεωρητών και Ζ2, μαζί με το ποσό των προσαυξήσεων εξ 93.594.479 δραχμών σε βάρος της ιδιαίτερης περιουσίας του για την αποκατάσταση της αντίστοιχης ισόποσης θετικής ζημίας του Δημοσίου (Δ.Ο.Υ. Σπετσών). Ειδικότερα, το ανωτέρω ποσό των 167.127.163 δραχμών της ζημίας του Ελληνικού Δημοσίου, προήλθε αποκλειστικώς από τις πληρωμές τίτλων του Δημοσίου την 1η και 16η ημέρα κάθε μήνα, για τη διαληφθείσα χρονική περίοδο 1ης Σεπτεμβρίου 1993 μέχρι 16-7-1996, που διενήργησε ο κατηγορούμενος, ο οποίος εμφάνιζε αυξημένες πληρωμές στο πρόχειρο βιβλίο Ταμείου και στο έντυπο που διαβίβαζε στην υπηρεσία θησαυροφυλακείου, κατά ένα διαφορετικό ποσό σε κάθε πληρωμή, σε σχέση με τις πραγματικές πληρωμές που έχουν καταχωρηθεί στο αναλυτικό ημερολόγιο πληρωμών, με βάση τους υπάρχοντες τίτλους πληρωμής, προκειμένου να ιδιοποιείται παρανόμως ο κατηγορούμενος το ποσό της διαφοράς. Για να καλύψει δε το έλλειμμα που ο κατηγορούμενος διαχρονικά δημιούργησε στη ΔΟΥ Σπετσών, μετήλθε τα ακόλουθα τεχνάσματα και δη: άθροιζε με αριθμοταινία τους πληρωθέντες απ' αυτόν τίτλους πληρωμής, τοποθετώντας και τίτλο ή τίτλους που είχαν εξοφληθεί σε προηγούμενο μήνα και έτσι ηύξανε εικονικά το σύνολο των πληρωμών της ημέρας και, με αυτό τον τρόπο παραπλανούσε τον διαχειριστή, γιατί του ενεφάνιζε πληρωμές πέραν των πραγματικών. Τη διαφορά δε του ποσού που καταχωρούσε στο πρόχειρο βιβλίο Ταμείου, σε σχέση με το σύνολο των πραγματικών πληρωμών, που εμφανίζονται στο αναλυτικό ημερολόγιο πληρωμών, την ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Επίσης χρησιμοποίησε εκ νέου εξοφλημένους τίτλους πληρωμής σε άλλη ημερομηνία πληρωμών, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι οι τίτλοι πληρωμής, με τους οποίους ο κατηγορούμενος διενεργούσε τις πληρωμές δεν έφεραν σφραγίδες με τις ενδείξεις ΝΑ ΠΛΗΡΩΘΟΥΝ και ΠΛΗΡΩΘΗΚΕ και τις υπογραφές εντολέα και διαχειριστή, αλλ' ούτε και υπογραφές των δικαιούχων, πέραν του γεγονότος ότι στο πρόσωπο αυτού συνέπιπταν οι ιδιότητες του εντολέα και του διαχειριστή. Την 16.2.1996 ο κατηγορούμενος παρέλαβε εφτά επιταγές από το χρηματοκιβώτιο της ΔΟΥ Σπετσών, συνολικού ποσού 8.577.185 δραχμών, πλην όμως πίστωσε το σχετικό βιβλίο επιταγών μόνο με έξι (6) από τις εν λόγω επιταγές, συνολικού ποσού 6.577.185 δραχμών και αφήκε εκτός πιστώσεως την ....... επιταγή ποσού 2.000.000 δραχμών και έτσι, την ανωτέρω ημερομηνία, στο βιβλίο επιταγών εμφανίζεται υπόλοιπο ύψους 158.637.918 δραχμών αντί του ορθού 156.637.819 δραχμών, μ' επακόλουθο να εμφανίσει στο βιβλίο επιταγών επιπλέον πλασματικό υπόλοιπο 2.000.000 δραχμών. Ακολούθως ο κατηγορούμενος ξόφλησε και τις εφτά (7) επιταγές στην ΕΤΕ Σπετσών, συμπεριλαμβανομένης και της .......... επιταγής και εισέπραξε 8.577.185 δραχμές, ενώ στο βιβλίο επιταγών φέρονται να έχουν εξοφληθεί επιταγές 6.577.185 δραχμών και εντεύθεν ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 2.000.000 δραχμών. Ακόμη, κατά τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1995, εχώρησε σε εσκεμμένες λανθασμένες αθροίσεις στο ημερολόγιο εισπράξεων - πληρωμών, με το να εμφανίσει πληρωμές αθροιστικά μεγαλύτερες από τις προκύπτουσες, με βάση τα παραστατικά στοιχεία και έτσι μείωσε το υπόλοιπο των εισπράξεων του Οκτωβρίου 1995 κατά 43.822.169 δραχμές από 73.652.356 δραχμές, αλλά και εισπράξεις αθροιστικά μεγαλύτερες κατά 10.000.000 δραχμές από τις πραγματικώς προκύπτουσες, για να εμφανίσει το Νοέμβριο του 1995 υπόλοιπο εισπράξεων σύμφωνα με το διαπιστωθέν από τον Επιθεωρητή Ζ3 και μ' αυτόν τον τρόπο μείωσε και κάλυψε έλλειμμα της τάξεως των 33.275.658 δραχμών (78.949.380 που είναι το ορθό υπόλοιπο στο ημερολόγιο εισπράξεων πληρωμών - 45.673.722 που είναι το υπόλοιπο καταμέτρησης του διαληφθέντος Επιθεωρητή= 33.275.658 δραχμές) και εμφάνισε και εικονικό περίσσευμα 546.511 δραχμών, παρότι στην πραγματικότητα το έλλειμμα στις εισπράξεις ήταν της τάξεως των 78.949.380 δραχμών. Ο κατηγορούμενος, δηλαδή μεταχειρίστηκε το προαναφερόμενο αποτέλεσμα των εσφαλμένων αθροίσεών του για ίδιο όφελος και δη να εξαλείψει λογιστικά το χρηματικό ποσό που είχε μέχρι τότε ιδιοποιηθεί, εμφανίζοντας μία εικονική συμφωνία και μάλιστα με ένα εικονικό πλεονασματικό υπόλοιπο. Τέλος, απέκρυψε τον φάκελο με όλα τα λογιστικά στοιχεία του Σεπτεμβρίου 1993 και συγχρόνως υπαγόρευσε στην υπάλληλο Γ1 να καταχωρήσει για τον εν λόγω μήνα στο πρόχειρο βιβλίο ταμείου (ισοζύγιο) 46.831.121 δραχμές, ποσό δήθεν πληρωθέντων ανύπαρκτων χρηματικών γραμματίων και έτσι μείωσε το έλλειμμα της στιγμής εκείνης κατά το ποσό αυτό, που παράνομα ιδιοποιήθηκε και συνολικά, με τις διαληφθείσες ενέργειές του, παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα από 1.9.1993 μέχρι 16.7.1996, το ποσό των 167.127.963 δραχμών, προσδιοριζόμενο ως ακολούθως: (ακολουθεί αναλυτικός πίνακας εισπράξεως και πληρωμών από τον οποίον προκύπτει έλλειμμα, την 16.7.1996, 167.127.963 δρχ.), ποσό το οποίο έλαβε ο κατηγορούμενος και στη συνέχεια κατείχε λόγω της διαληφθείσας υπαλληλικής του ιδιότητας και των εξ αυτής απορρεόντων καθηκόντων του αναπληρωτή διαχειριστή και εν ταυτώ δημοσίου υπολόγου, αλλά και του υπευθύνου πληρωμής της μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων της νήσου των Σπετσών και παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα, με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, υπερβαίνουσα το ποσό των 50.000.000 δραχμών, χωρίς όμως το αντικείμενο της πράξης του να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι οι περισσότερες ως άνω πράξεις υπεξαίρεσης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου του κατηγορουμένου, συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, γιατί προέκυψε ότι υπάρχει ενότητα στην εγκληματική του δράση και οι αυτοτελείς και ξεχωριστές πράξεις τούτου συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα του δόλου και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα ( ΑΠ 83/1998 Ποιν.Δικ. 1998, σελ. 297, ΑΠ 163/2000 Ποιν.δικ. 2000, ,σελ. 577, Πεντ.Εφετ.Πειρ. 254/2005, 130/2005 και 61/2004 αδημοσίευτες). Περί των ανωτέρω είναι σαφείς και οι καταθέσεις των μαρτύρων Ζ2, Ζ1, Ζ4 και Ζ5, που επιστηρίζονται και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και κυρίως από την με αριθμό πρωτοκ....... οριστική πορισματική έκθεση και την με αριθμό πρωτοκ. ........ απόφαση καταλογισμού των Επιθεωρητών Ζ2 και Ζ1 δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ....., θείας του κατηγορουμένου και Ζ6, διαχειρίστριας στη ΔΟΥ Σπετσών, η πρώτη από τις οποίες κατέθεσε ότι δεν φάνηκαν ποτέ αυτά τα χρήματα στη ζωή του (που κατηγορείται ότι υπεξαίρεσε) και ότι όλο το θέμα αυτό οφείλεται σε λογιστικά σφάλματα, ενώ ο προϊστάμενός του τού είπε "να τα βρούμε βρε ....." και αυτό το άκουσε και η ίδια και η δεύτερη επίσης κατέθεσε ότι στον έλεγχο του Ζ3 δε συμφωνήσανε με μικρή διαφορά, δεν πίστευε ότι ήταν τόσο μεγάλο το άνοιγμα, ότι υπάρχει ένα υπόλοιπο που μεταφέρεται, αφού δεν γίνεται έλεγχος και έχει καταλογισθεί στον κατηγορούμενο, ότι το ταμειακό είχε παραμεληθεί από τον Έφορο, όλα συνέβησαν λόγω του μπερδέματος των Ταμείων, δεν πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος έβαλε λεφτά στην τσέπη του, δεν υπάρχουν ενδείξεις ξαφνικής αλλαγής στον τρόπο της ζωής του και ότι θεωρεί ότι η διαφορά που προέκυψε είναι πιθανόν να είναι διαχειριστικό ή λογιστικό λάθος. Επίσης ο κατηγορούμενος, απολογούμενος, είπε, ότι υπήρχε μπέρδεμα Ταμείων, τα δύο γίνανε ένα, αυτό του Δημοσίου και αυτό του Ταμείου Παρακαταθηκών. Ίσως να υπάρχει διαφορά στο Παρακαταθηκών. Τί να τα έκανε τα 200.000.000 δραχμές, δεν έχει καν περιουσιακά στοιχεία, ότι το ποσό που του βρήκαν, όταν έλεγξαν τις καταθέσεις τους, προέρχεται από τη μπουτίκ της γυναίκας του, που άνοιξε τον Ιούνιο του 1993 και ότι όλο το θέμα οφείλεται σε λογιστικά λάθη, το έλλειμμα είναι λογιστικό και ότι αν αθωωθεί αυτός θα κατηγορηθούν οι τωρινοί μάρτυρες κατηγορίας και είναι σαφές ότι όλα τα ανωτέρω είναι έωλα και δεν είναι ικανά για να κλονίσουν την προπαρατεθείσα κρίση του Δικαστηρίου. Ειδικώς δε, σε σχέση με τις καταθέσεις του κατηγορουμένου αποδείχτηκε ότι από 26.11.1992 μέχρι 23.12.1996, αυτός μαζί με τη σύζυγό του διατηρούσε στην ΕΤΕ Σπετσών και της CITY BANK Αγίας Παρασκευής τους υπ' αριθμόν .... και ..... λογαριασμούς, με ύψος καταθέσεων 4.723.043 και 2.545.538 δραχμών, αντιστοίχως και τον υπ'αριθμόν ..... ατομικό του λογαριασμό, με κατάθεση 24.825.658 δραχμών, καθώς και από 18.1.1995 μέχρι 31.12.1996 τον υπ' αριθμόν ......., κοινό με τη σύζυγό του, λογαριασμό, με κατάθεση ύψους 20.530.768 δραχμών. Αντίθετα, από την εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ της συζύγου του τού έτους 1994, προκύπτει ότι αυτή πραγματοποίησε, για το κατάστημά της γυναικείων ρούχων, δαπάνες 10.964.933 δραχμών και εισπράξεις 4.155.315 δραχμών και το επόμενο έτος 1995 δαπάνες 35.684.192 δραχμών και 19.258.208 δραχμών εισπράξεις και έτσι, οι συνολικές καταθέσεις του κατηγορουμένου και της συζύγου του, ύψους 52.625.007 δραχμών, δεν κρίνονται δικαιολογημένες, όπως άλλωστε δέχονται και οι Επιθεωρητές Ζ2 και Ζ1 στη διαληφθείσα οριστική πορισματική έκθεσή τους. Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου, με επελθούσα ζημία αυτού, συνολικά μεγαλύτερη των 146.000 Ευρώ (50.000.000 δρχ), χωρίς την επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα μεγάλου αντικειμένου της πράξης, (άρθρα 26 παρ.1α, 27, παρ.1, 13γ, 258 ΠΚ, 1 παρ.1 ν. 1608/1950, όπως ισχύει), ενώ του αναγνωρίσθηκαν τα ελαφρυντικά του αρθ. 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του Π.Κ και το Δικαστήριο του επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι ετών και έξι μηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ήταν αναγκαία η επιπλέον αναφορά των περιστατικών που αναφέρει με τα στοιχεία α' έως και ε', ο αναιρεσείων στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησής του. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αυτός αναιρέσεως, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος . Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται στον αυτό λόγο αναιρέσεως (με στοιχ. στ έως και θ), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 178 του ΚΠΔ, κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία είναι α) οι ενδείξεις, β) η αυτοψία, γ) η πραγματογνωμοσύνη, δ) η απολογία του κατηγορουμένου και στ) τα έγγραφα. Ως έγγραφο δε, που περιέχει την εκτός της ποινικής δίκης μαρτυρία τρίτου, θεωρείται και η ένορκη κατάθεση κατά την διενέργεια διοικητικής εξετάσεως σύμφωνα με τις προβλεπόμενες κατά περίπτωση διατάξεις. Γι' αυτό άλλωστε αναγιγνώσκονται στο ακροατήριο ως λοιπά έγγραφα και όχι ως ένορκες καταθέσεις μαρτύρων στην προδικασία, κατ' άρθρο 365 ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 364 παρ.1 του ΚΠοινΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται, εκτός άλλων, και τα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Η ανάγνωση δε στο ακροατήριο, χωρίς εναντίωση, οποιουδήποτε άκυρου εγγράφου, του οποίου δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα κατά την αποδεικτική διαδικασία, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, διότι δεν εμπίπτει σε κανένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του καταθέσεις μαρτύρων, που εξετάστηκαν εκτός ποινικής ή πολιτικής δίκης, κατά τη διενέργεια διοικητικής εξετάσεως, "χωρίς να αναφέρει την νομική διάταξη βάσει της οποίας καθίσταται επιτρεπτή η ανάγνωση και η συνεκτίμηση των εγγράφων αυτών" και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη του 1) Την από ..... έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρος Ζ4 ενώπιον του Επιθεωρητή Ειδικής Επιθεώρησης Αθηνών. 2) Την από ....... έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρος Ζ5, ενώπιον των Επιθεωρητών της Ειδικής Επιθεωρήσεως Αθηνών (Ζ2, Ζ1), 3) Την από....... έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρος ...... ενώπιον των αυτών Επιθεωρητών. 4) Την από ...... έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρος της Ζ6 ενώπιον των Επιθεωρητών, 5) Την από ....... έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρος ....... ενώπιον των ως άνω Επιθεωρητών. 6) Την από ..... ένορκη εξέταση του μάρτυρος .... ενώπιον των αυτών ως άνω Επιθεωρητών. 7) Την από ..... ένορκη εξέταση μάρτυρος ....... ενώπιον των ως άνω Επιθεωρητών. 8) Την από ..... ένορκη εξέταση μάρτυρος ........ ενώπιον των ως άνω Επιθεωρητών. 9) Την από ..... ένορκη εξέταση μάρτυρος ...... ενώπιον των ως άνω Επιθεωρητών. 10) Την από ..... ένορκη εξέταση μάρτυρος ....... ενώπιον των ως άνω Επιθεωρητών. 11) Την από ...... ένορκη εξέταση μάρτυρος ενώπιον των ως άνω Επιθεωρητών. 12) Την από ...... έκθεση εξετάσεως κατηγορουμένου Χ1 ενώπιον των ως άνω Επιθεωρητών. Από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η ανάγνωση των πιο άνω εγγράφων έγινε χωρίς να διατυπωθεί οποιαδήποτε εναντίωση από τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα ή τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο, ώστε να δημιουργηθεί ακυρότητα από την εν λόγω ανάγνωση. Επομένως, σύμφωνα και με την πιο πάνω σκέψη, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι επήλθε από την ανάγνωση αυτή απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 εδάφιο δ Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμη και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Α' του Κ.Π.Δ, τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι εκ τούτου απορριπτέος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (176,183 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 12/8-6-2006 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά της 91/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς . Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ