ΑΡΙΘΜΟΣ 1403/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Κουρκάκη, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. .... συζ. Χ1, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Ροζάκη, περί αναιρέσεως της 2348/2006 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ2, 2. Ψ3, 3. Ψ1 και 4. Ψ4, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 119/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Παραπέρα κατά την παρ.3 εδ.α' και β' του ίδιου άρθρου 386 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 Ευρώ) ή αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών [73.000.000 ευρώ]. Κατά δε το άρθρο 13 εδ.στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό (στ') προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.2408/1996, κατ΄επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Κατά δε την παρ.2 του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1 της παρ.1 του άρθρου 14 του Ν.2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ΄εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθεια εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη της παρ.2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1 της παρ.1 του άρθρου 14 του Ν.2721/1999, για το άθροισμα του ποσού και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από το Ν.2721/1999, αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη, πριν από την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού, ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού. Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεστεί και από περισσότερους από έναν δράστη κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι "αν δυο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχτηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (Ολ ΑΠ 50/1990). Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συντρέχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχτεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. 2. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι όντας σύζυγοι, ασχολούνταν με την εμπορία αυτοκινήτων και διατηρούσαν προς το σκοπό αυτό δύο εκθέσεις μία στην οδό .... και μία στην οδό ...... Το χρονικό διάστημα από 30-11-98 μέχρι 30-4-99 οι κατηγορούμενοι από κοινού ενεργούντες στην Αθήνα προέβησαν στις παρακάτω παράνομες πράξεις κατ' εξακολούθηση με σκοπό τον πορισμό παρανόμου περιουσιακού οφέλους ύψους πλέον των 5.000.000δρχ. Συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και με τον ανωτέρω σκοπό, ενεργώντας από κοινού στις 30-11-1998 στο κατάστημα που διατηρούσαν στην οδό .... παρέστησαν ψευδώς στον Ψ1, ο οποίος ενδιαφερόταν να αγοράσει στο όνομά του ένα αυτοκίνητο τύπου OPEL ASTRA1400CC, ότι ήταν φερέγγυοι έμποροι και ότι είχαν την δυνατότητα να του πωλήσουν το εν λόγω αυτοκίνητο, διότι ήταν και αντιπρόσωποι της αυτοκινητοβιομηχανίας OPEL. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις έπεισαν τον Ψ1 να τους καταβάλει κατά την πιο πάνω χρονολογία το ποσό των 300.000 δραχμών, ως προκαταβολή για την αγορά του προαναφερθέντος αυτοκινήτου. Ακολούθως στις 9-2-1999 παρέστησαν ψευδώς στον ίδιο εγκαλούντα ότι το αυτοκίνητο είχε έλθει ήδη στο τελωνείο και ότι έπρεπε αυτός να τους καταβάλει και το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του οχήματος από δραχμές 2.450.000 δρχ., ποσό το οποίο αυτός κατέβαλε την ίδια ημέρα. Πλην όμως οι κατηγορούμενοι δεν του παρέδωσαν το αυτοκίνητο, όταν δε τους αναζήτησε, εκείνοι είχαν κλείσει το κατάστημα στην οδό .... και είχαν εξαφανισθεί, από την αντιπροσωπεία της OPEL πληροφορήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι ούτε αντιπρόσωποι ήταν ούτε είχαν παραγγείλει για λογαριασμό του αυτοκίνητο. Με την παραπάνω πράξη τους έβλαψαν τον εγκαλούντα κατά το προαναφερθέν ποσό των 2.750.000 δρχ. με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος δικό τους. β) Στις 30-4-1999 στο κατάστημα εμπορίας - εισαγωγής αυτοκινήτων, που διατηρούσαν στην περιοχή ...., παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους εγκαλούντες Ψ2 και Ψ3, οι οποίοι ενδιαφερόταν να αγοράσουν, ένα Δ.Χ. αυτοκίνητο (ταξί) - άδεια και όχημα - ότι ήταν φερέγυοι έμποροι, ότι ο πρώτος από αυτούς Χ1 είχε στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή του το με αριθμό κυκλοφ. ..... Δ.Χ.Ε.αυτοκίνητο - ταξί, του οποίου πωλούσαν την άδεια στην τιμή των 29.000.000 δρχ., ότι επειδή το όχημα αυτό ήταν παλαιό, είχαν την ευχέρεια να το αντικαταστήσουν με καινούργιο, τύπου CORONA AVENSIS - εργοστασίου ΤΟΥΟΤΑ, το οποίο κόστιζε 6.030.000.δρχ., δεδομένου ότι όπως ισχυρίστηκαν ψευδώς στους παθόντες είχαν άριστες σχέσεις με την αντιπροσωπεία της ΤΟΥΟΤΑ στην Ελλάδα. Ισχυρίστηκαν επίσης ψευδώς ότι είχαν τη δυνατότητα λόγω των γνωριμιών τους να εξασφαλίσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα στους εγκαλούντες την έκδοση άδειας ικανότητας οδήγησης επαγγελματικού αυτοκινήτου αντί του χρηματικού ποσού των 830.000. δρχ. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις παρέπεισαν τους τελευταίους να τους καταβάλουν στις 6-5-1999 το συνολικό ποσό των 16.850.000 δρχ.Αναλυτικά κατέβαλαν 1) 6.030.000 δρχ. σε ολική εξόφληση του τιμήματος του καινούργιου αυτοκινήτου αφού προηγουμένως η δεύτερη κατηγορουμένη επέδειξε στον Ψ3 την από 3-5-1999 πλαστή απόδειξη της αυτοκινητοβιομηχανίας ΤΟΥΟΤΑ, που αυτή κατάρτισε και η οποία φέρεται ότι δήθεν συντάχθηκε και υπογράφηκε από ταμία της εν λόγω βιομηχανίας 2) ποσό 10.000.000 δρχ. σε μερική εξόφληση του τιμήματος των 29.000.000.δρχ για την άδεια του με αριθμ. Κυκλοφ. ..... Δ.Χ.Ε. ατοκινήτου - ταξί και 3) ποσό 830.000.δρχ. για την έκδοση αδείας ικανότητας οδήγησης επαγγελματικού αυτοκινήτου. Επειδή καθυστερούσε η παράδοση του οχήματος και της αδείας, αυτοί απευθύνθηκαν στην ΤΟΥΟΤΑ η οποία αγνοούσε τέτοιου είδους παραγγελία, μετά δε την σχετική έρευνα απεδείχθει ότι η απόδειξη ήταν πλαστογραφημένη, είχε εκδοθεί από τον έμπορο ..... και όπως αυτός τους διαβεβαίωσε ότι ποτέ δεν είχε πωλήσει αυτοκίνητο στους κατηγορουμένους ούτε είχε εισπράξει το αναγραφόμενο σ' αυτή ποσό. Επίσης ανακάλυψαν ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν δικαίωμα κυριότητας στην άδεια του Ταξί που τους είχαν υποσχεθεί να τους πωλήσουν, ούτε είχαν δυνατότητα να μεταβιβάσουν κάποια άλλη άδεια γ) στις 28-5-1999 με τον ίδιο απατηλό τρόπο οι κατηγορούμενοι απέσπασαν από την Ψ4 το ποσό των 500.000 δρχ. ως προκαταβολή διαβεβαιώνοντας αυτή ότι είχαν ήδη προβεί για λογαριασμό της στην παραγγελία ενός αυτοκινήτου τύπου ΤΟΥΟΤΑ YARIS γεγονός αναληθές. Τέτοιες πράξεις ενεργούν οι κατηγορούμενοι κατ' επάγγελμα και συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση απάτης και σε βάρος άλλων ατόμων μεταξύ των οποίων ήταν και οι ...., ..... και ......, καθώς και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει - όπως ενοικίαση γραφείων στην ....και στην ...., εξοπλισμός γραφείων, εκτύπωση διαφημιστικών καρτών - με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας των κατηγορουμένων". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το κατ΄ έφεση δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους για απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 (15000 ευρώ) και επέβαλε για κάθε ένα για την πράξη αυτή ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως για την οποίαν κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α 27 παρ1 13 περ. στ 45, 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ. τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε και εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα δεν ελλείπει η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκ του ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι επί μέρους ενέργειες του καθενός από τους συναυτουργούς, αφού αρκούσε η αναφορά ότι καθένας από αυτούς με τη σύμπραξή του στην εκτέλεση πραγμάτωσε την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως πρέπει να αποριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, ψέγεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 502 παρ.1 ΚΠΔ "αν ο εκκαλών εμφανιστεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στις περιπτώσεις των άρθρων 340 παρ.1 και 501 παρ. 3 η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση. Εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως. Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 365 και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η ανάγνωση στην κατ' έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχόμενων σ' αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν, δεν δημιουργεί καμιά ακυρότητα της διαδικασίας και δεν ιδρύει κανένα λόγο αναίρεσης. Επομένως ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ αντίθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί δεν κλήθηκε να εξετασθεί ως μάρτυρας ο Ψ1 πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και η περιεχόμενη σ' αυτά κατάθεση του ως άνω μάρτυρα έστω και χωρίς να κλητευθεί άλλωστε από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε εκ μέρους των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων αίτημα για την κλήτευση και εμφάνιση του μάρτυρα αυτού. Μετά ταύτα αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναρέσεως η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση των Χ1 και ..... συζύγου Χ1 κατοίκων ..... για αναίρεση της με αριθ. 2348/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαϊου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ