Αριθμός 1397/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Λυκούδη, Αναστάσιο Λιανό και Γεώργιο Γιαννούλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της 593/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων με συγκατηγορούμενο τον X2. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του καθώς και στο από 30 Μαρτίου 2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 303/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 55 § 1 εδαφ. α του ν. 2.910/2001 "Είσοδος και παραμονή αλλοδαπών στην Ελληνική Επικράτεια κλπ.", όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 37 του ν. 3.153/2003 από 19.6.2003, "...οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους, ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 1.000.000 έως 5.000.000 δραχμών για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει αα) ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό, που πραγματοποιείται με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους από τα πρόσωπα, που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών, ββ) ότι για την τέλεση του αδικήματος της μεταφοράς αλλοδαπού μη έχοντος δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της χώρας, απαιτείται υποκειμενικά δόλος, είτε άμεσος, είτε ενδεχόμενος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 περ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, και δεν απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί ωστόσο να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης (ΟλΑΠ 1/2005), καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου στην παράβαση της διατάξεως του άρθρου 55 § 1 του ν. 2.910/2001 δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, απαιτείται όμως να διαλαμβάνεται σε αυτή το παράνομο της εισόδου των αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος και η περί τούτου γνώση του υπαιτίου της πράξεως. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την υπ' αριθ. 593/2005 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 21 Μαρτίου 2003 στην Κακαβιά Ιωαννίνων οι κατηγορούμενοι X1 και X2, ενεργώντας από κοινού, προώθησαν στο εσωτερικό της Χώρας και διευκόλυναν κατά συρροή τη μεταφορά των αλλοδαπών σε αυτή. Ειδικότερα, ο εκ των ανωτέρω X2 στην Κακαβιά Ιωαννίνων επιβίβασε στο υπ' αριθ. κυκλ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητό του τρεις αλλοδαπούς, τους ....., ..... και ..... , Αλβανούς υπηκόους, οι οποίοι δεν είχαν τα απαραίτητα κατά νόμο ταξιδιωτικά έγγραφα και δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη Χώρα, αφού οι μεν δύο πρώτοι κατείχαν πλαστά έγγραφα (VISA και σφραγίδα εισόδου), ο δε τρίτος δεν κατείχε καθόλου τέτοια έγγραφα, και μεταφέροντας τους με το αυτοκίνητο αυτό τους προωθούσε στο εσωτερικό της χώρας με προορισμό τα Ιωάννινα. Την ίδια ώρα ο αναιρεσείων κατηγορούμενος X1, οδηγώντας το δικό του υπ' αριθ. κυκλ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, προηγούταν τούτου ως προπομπός του δευτέρου αυτοκινήτου, με σκοπό να ειδοποιήσει με το κινητό του τηλέφωνο τον κατηγορούμενο μεταφορέα X2, αν κατά τη διαδρομή αντιλαμβανόταν την παρουσία αστυνομίας, για τη συμμετοχή του δε στην επιχείρηση αυτή είχε συμφωνήσει να λάβει από το μεταφορέα ως αμοιβή το ποσό των 1.000 ευρώ. Μάλιστα στο κινητό του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου βρέθηκε και κλήση προς τον κατηγορούμενο X2 την ώρα της παρουσίας της αστυνομίας στο 17ο χιλιόμετρο της Ε.Ο. Ιωαννίνων - Κοζάνης, για την οποία, να σημειωθεί, το Δικαστήριο δέχθηκε, απορρίπτοντας σχετικό αντίθετο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι αυτή έγινε για να ειδοποιήσει τούτον κατά τα ανωτέρω και όχι για να του γνωστοποιήσει τον τόπο συνάντησης τους στις Καρυές για δουλειά που είχαν συμφωνήσει να κάνουν πριν την επιβίβασή τους στα αυτοκίνητα. Όταν παρά το 17ο χλμ. της Ε.Ο. Ιωαννίνων - Κοζάνης ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τους αστυνομικούς της Α.Δ. Ιωαννίνων, προσπάθησε να διαφύγει, αλλά τελικά μετά από καταδίωξη συνελήφθη στις Καρυές. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο της αξιόποινης πράξης της προώθησης λαθρομεταναστών κατά συρροή στο εσωτερικό της Χώρας, τελεσθείσας από κοινού με τον κατηγορούμενο X2, και, αφού αναγνώρισε σε αυτόν την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 α του ΠΚ, επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλάκισης 5 μηνών για κάθε μεταφερόμενο λαθρομετανάστη και κατά συγχώνευση συνολική ποινή φυλάκισης 7 μηνών (5 μήνες + 1 μήνας + 1 μήνας = 7 μήνες). 3. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, που δίκασε, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 55 § 1 εδαφ. α του ν. 2.910/2001, όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 37 του ν. 3.157/2003 και εφαρμόζεται και στην εξεταζόμενη περίπτωση. Τούτο δε περαιτέρω, διότι για την πληρότητα της αιτιολογίας η πληττόμενη απόφαση περιέλαβε σε αυτή ειδικές σκέψεις: α) για το δόλο του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου, δεχόμενο αα) ότι αυτός ενήργησε από κοινού κατόπιν συνεννόησης με τον έτερο κατηγορούμενο X2 ως προς τον τρόπο της επιχειρήσεως της μεταφοράς, παραδοχή από την οποία προκύπτει αναγκαίως και η ύπαρξη συναπόφασης για την τέλεση της αξιόποινης πράξης που καταδικάστηκαν και οι δύο, ββ) ότι αυτός γνώριζε πως οι μεταφερόμενοι ήταν αλλοδαποί και δεν διέθεταν τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα και ως εκ τούτου δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη Χώρα, είχαν δε εισέλθει στο Ελληνικό έδαφος χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, γνώση η οποία προκύπτει από το σχεδιασμό της όλης επιχειρήσεως, από την από τούτον εκτέλεση του έργου του προπομπού με υποχρέωση ειδοποιήσεως του έτερου κατηγορούμενου για την παρουσία της αστυνομίας στο δρόμο τους, από τη συμμετοχή του στην όλη επιχείρηση αντί αμοιβής 1.000 ευρώ και από την προσπάθεια διαφυγής του με το αυτοκίνητο, για να αποφύγει τη σύλληψή του από τους αστυνομικούς. Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί, ότι προσδιορίζονται στην πληττόμενη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα κατά κατηγορίες, δεν απαιτείτο δε αναλυτική παράθεσή τους, ούτε και το τι προέκυπτε από το καθένα, ενώ δεν ήταν αναγκαία ούτε η αξιολογική συσχέτιση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον με τέτοιες αιτιάσεις πλήττεται απαραδέκτως η πληττόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο μοναδικός λόγος των πρόσθετων λόγων αναίρεσης από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ΄ του ΚΠΔ, με τον οποίο παραπονείται ο αναιρεσείων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην περί ενοχής απόφαση του Εφετείου, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος. 4. Επειδή, κατά το άρθρο 99 § 1 του ΠΚ, όπως αυτό τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 § 3 του ν. 2479/97, αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρας των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει ακόμη και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας στην περίπτωση αυτή δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή απορρίψει χωρίς τέτοια αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Θ΄ του ΚΠΔ πλημμέλειες της έλλειψης της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, όπως ειπώθηκε, επέβαλε στον αναιρεσείοντα συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών για την πράξη, για την οποία κηρύχθηκε αυτός ένοχος, παρότι ο αναιρεσείων υπέβαλε σχετικό αίτημα, παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής αυτής κατά το άρθρο 99 § 1 του ΠΚ και χωρίς καμία αιτιολογία ως προς τον αποκλεισμό της αναστολής προέβη στη μετατροπή της φυλάκισης σε χρηματική ποινή. Με τον τρόπο, όμως, αυτό το Δικαστήριο υπέπεσε στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ΄ και Η΄ του ΚΠΔ πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αρνητικής υπέρβασης εξουσίας και πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως της αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της. 5. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 55 § 1 εδαφ. ε του ν. 2.910/2001, όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 37 του ν. 3.153/2003, τα μεταφορικά μέσα, που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά των προσώπων, κατάσχονται και δημεύονται με απόφαση του δικαστηρίου, εκτός αν ο ιδιοκτήτης αποδείξει, ότι δεν γνώριζε το σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν αυτά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απαίτηση προς επιβολή της δήμευσης των ως άνω μεταφορικών μέσων με την καταδικαστική απόφαση, εφόσον τα δημευτέα ανήκουν στην ιδιοκτησία του αυτουργού ή των συμμέτοχων των προβλεπόμενων στο άρθρο αυτό αξιόποινων πράξεων, καθιστά τη δήμευση παρεπόμενη ποινή, η οποία επιβάλλεται από το νόμο υποχρεωτικά σε περίπτωση καταδίκης του κυρίου τους, η εν λόγω δε διάταξη, ως ειδική ειδικού ποινικού νόμου, κατισχύει των γενικών διατάξεων του άρθρου 76 ΠΚ. Εξάλλου, η απόφαση που διατάσσει τη δήμευση του μεταφορικού μέσου κατά τη μνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 55 § 1 εδαφ. 3 του ν. 2910/2001, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον διαλαμβάνεται σ' αυτήν, ότι το μεταφορικό μέσο, που δημεύθηκε και προσδιορίζεται κατά τα στοιχεία του, χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση της προβλεπόμενης στο ως άνω άρθρο αξιόποινης πράξης μεταφοράς των λαθρομεταναστών και ανήκει στην κυριότητα του αυτουργού ή των συμμέτοχων, που καταδικάστηκαν για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη. 6. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων διέταξε, εκτός άλλων, και τη δήμευση του υπ' αριθ. κυκλ. .... ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, το οποίο είχε κατασχεθεί με την από 21.3.2003 έκθεση κατασχέσεως αυτοκινήτου. Κατά τις παραδοχές του περί δήμευσης σκεπτικού της εν λόγω αποφάσεως, το αυτοκίνητο αυτό, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντα κατηγορούμενου, χρησιμοποιήθηκε από αυτόν για τη μεταφορά και προώθηση στο εσωτερικό της Χώρας των τριών (3) αλλοδαπών, που αναφέρθηκαν και δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος. Με βάση τις παραδοχές αυτές, και με αναφορά μόνο στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 55 § 1 εδαφ. ε του ν. 2.910/2001, το Τριμελές Εφετείο, που δίκασε, αν και διέλαθε σε αυτό να επιβάλει την υποχρεωτικά κατά την άνω διάταξη επιβαλλόμενη παρεπόμενη ποινή της δημεύσεως του υπ' αριθ. κυκλ. ...... ΙΧΕ αυτοκινήτου του άλλου κατηγορούμενου X2, με το οποίο έγινε η μεταφορά των λαθρομεταναστών, επέβαλε ως παρεπόμενη ποινή, υποχρεωτικά απαγγελλόμενη από το νόμο, και τη δήμευση του πιο πάνω αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος. Όμως, η ανωτέρω αιτιολογία της περί δήμευσης απόφασης της προσβαλλόμενης προδήλως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού είναι πλήρως αντιφατική με τις αιτιολογίες της απόφασης περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου και του συγκατηγορούμενου του και τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε το μεταφορικό αυτό μέσο για την τέλεση της πράξεως, προδήλως δε δεν προσήκει στο γενόμενο από αυτή δεκτό τρόπο συμμετοχής καθένα από αυτούς στην αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκαν. Τούτο δε με δεδομένο περαιτέρω, ότι, όπως έγινε δεκτό, ο ίδιος δε μετέφερε και δεν προωθούσε στο εσωτερικό της Χώρας κανένα λαθρομετανάστη με το αυτοκίνητό του, όπως εσφαλμένα δέχεται το Εφετείο στο σκεπτικό της δήμευσης, για να εφαρμόσει στη συνέχεια για την απαγγελία αυτής τη διάταξη του άρθρου 55 § 1 εδαφ. ε του ν. 2.910/2001, αλλά τούτο χρησιμοποίησε ως προπομπός του υπ' αριθ. κυκλ. .... ΙΧΕ αυτοκινήτου του συγκατηγορούμενού του X2, στο οποίο επέβαιναν οι τρεις αλλοδαποί, για να εξασφαλίσει την ασφαλή μεταφορά τους, ειδοποιώντας το μεταφορέα κατηγορούμενο για την παρουσία της αστυνομίας σε σημείο της Εθνικής Οδού, από όπου θα διέρχονταν τα οχήματά τους. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ΄ του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο σκεπτικό της απόφασης για τη δήμευση του υπ' αριθ. κυκλ. .... ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 55 § 1 εδαφ. ε του ν. 2.910/2001, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της τέλεσης της αξιόποινης αυτής πράξης, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί δημεύσεως διάταξή της. 7. Επειδή, μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με τους πρόσθετους λόγους αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατουσίαν βάσιμη, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις περί μετατροπής της ποινής και δημεύσεως διατάξεις της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 593/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τις αναιρούμενες διατάξεις της, όπως αυτές αναφέρονται στο σκεπτικό, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ