Αριθμός 2024/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: Κοινοπραξίας ανωνύμων Τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ ΕΤΕΘ ΑΕ", πρώην κοινοπραξία με την επωνυμία "ΤΕΓΚ ΑΕ ΕΤΕΘ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Εταιρία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ (ΕΤΕΘ)", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φιλιώ Μεντή. Των αναιρεσιβλήτων:1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE AAE", όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "NORDSTERN COLONIA HELLAS" κατόπιν συγχωνεύσεως δι απορροφήσεως, που εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALLI HELLAS AEAZ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος του χαρτοφυλακίου στην Ελλάδα της ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία " ZURICH Ins CO" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΝATIONAL UNION Ass Ins CO", η οποία ήδη μετονομάσθηκε σε AIG AEΓΑ, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και ήδη μετονομάσθηκε σε CHARTIS και 4. Ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρία" που εδρεύει στην ... που μετονομάσθηκε η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ" με έδρα την Αθήνα και η οποία ήδη μετονομάσθηκε σε ΑΧΑ ΑΕΓΑ, και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γιάννη Παντελίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2001 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6332/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5000/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 9-12-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν , όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 15-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Εισάγεται αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε αξίωση από προβαλλόμενη αδικοπραξία προστηθέντων των ήδη αναιρεσειουσών που φέρεται, ότι τελέστηκε σε βάρος εταιρείας, την οποία είχαν ασφαλίσει οι ήδη αναιρεσίβλητες. ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την, εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 23/1988, ΑΠ 750/2003). Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης, όταν χρησιμεύουν για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας, ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 10/2005). Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος πρέπει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εφ' όσον το δικαστήριο, για την κρίση του, ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα. 'Όμως, η ύπαρξη ποσοτικής αοριστίας που αφορά την παράθεση στο δικόγραφό της των περιστατικών που συγκεκριμενοποιούν την ασκουμένη αξίωση και το αίτημα, που υποβάλλεται, ώστε τούτο να είναι το λογικό επακόλουθο αυτών, ελέγχεται με τους αναιρετικούς λόγους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 74/2005). Πρέπει, πάντως, η αοριστία να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), εφ' όσον ο σχετικός ισχυρισμός, δεν αφορά τη δημόσια τάξη, η δε σχετική πρόταση πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 15/2002, ΑΠ 1162/2000, ΑΠ 1289/2008). Η στη διάταξη του άρθρου 914 επ. ΑΚ ερειδόμενη αγωγή, για την πληρότητα του δικογράφου της πρέπει να περιλαμβάνει: α) τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αδικοπραξία, β) ομοίως, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημίας και συμπεριφοράς του ζημιώσαντα, γ) την υπαιτιότητα του τελευταίου, δ) την ζημία και την έκτασή της. Αιτιώδης συνάφεια νοείται η σχέση αιτίας και αποτελέσματος μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και του αποτελέσματος. Υπάρχει δε, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα επέφερε δε πράγματι τούτο στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 177/2008). Στην ένδικη αγωγή, εμπεριέχονται, όλα τα παραπάνω, αναγκαία για την πληρότητά της στοιχεία. Ειδικότερα:1) τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφουν την σ' αυτή αναφερόμενη αδικοπραξία, 2) η ζημία, 3) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημίας και συμπεριφοράς του ζημιώσαντα, 4) η έκταση της ζημίας και 5) η υπαιτιότητα των αδικοπρακτησάντων τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, εκτίθενται αναλογικά (σελ. 5 επί της αγωγής). Ωσαύτως, ο αρχικά εναγόμενος, μη διάδικος ήδη, Π. Γ., ενήχθη, ως "νόμιμος εκπρόσωπος της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας" η υπαιτιότητα της οποίας, δια των προστηθέντων οργάνων της, ικανώς προσδιορίστηκε. Για την υπαιτιότητα των τότε εναγομένων, γίνεται λόγος στην αγωγή (σελ. 7), αναφέρεται δε πως οι "... στην αγωγή μνημονευόμενες εταιρίες είναι μοναδικά μέλη της πρώτης τούτων (σελ. 4 αγωγής)" Οι ζημίες προσδιορίζονται με επάρκεια και λεπτομερώς με παράθεση των σχετικών τιμολογίων που αναφέρουν αναλυτικά, τις σχετικές ζημίες, δεν είναι δε, αόριστο το δικόγραφο, γιατί δεν αναφέρει σε ποια, ακριβώς εργοστάσιο ή αποθήκες της ασφαλισμένης εταιρείας, επήλθαν οι ζημίες και ποιά ήταν η κατανομή του ποσού, ανά συγκρότημα. Ακόμη, δεν ήταν ανάγκη να αναφέρεται: α) ποιό ασφαλιζόμενο κτήριο εβλάβη και σε ποία έκταση (γίνεται, άλλωστε, σαφώς μνεία για βλαβέν εργοστάσιο) και β) αν το κτίσμα ήταν στεγασμένο με "ΕΛΛΕΝΙΤ", οι όροφοι του κτιρίου, η επιφάνεια του οικοπέδου, η λεπτομερής περιγραφή των αποθηκών, σε ποιούς ακριβώς χώρους υπήρχαν τα υλικά που καταστράφησαν, σε ποιο συγκρότημα ήταν οι τσίγκινες αποθήκες, πότε επισκέφθηκαν οι πραγματογνώμονες της ασφαλιστικής εταιρείας το εργοστάσιο (πρόκειται αγωγή ασφαλιστικών εταιρειών, εξ υποκαταστάσεως, αφού κατέβαλαν το ασφάλισμα), πότε τις αποθήκες, πότε συνέταξαν την έκθεση της πραγματογνωμοσύνης, ποιά γραφεία ήταν σε χώρο εργοστασίου, σε ποιό όροφο ήταν, που ευρίσκονται τα αυτοκίνητα της εταιρείας, η μη παράθεση των τιμολογίων της Ν. Θ. Α.Ε. Άλλωστε οι αναιρεσείουσες συνδέουν, απαράδεκτα, το θέμα της αοριστίας του δικογράφου, με το θέμα της ουσίας της υποθέσεως, εφ' όσον αναφέρουν ότι η αοριστία "αποδεικνύεται", από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, δεν "παρατίθεται", προσφορά της ΕΡΓΟΝ ΣΥΣΣΩΡΕΥΤΑΙ ΕΠΕ. Ακόμη, η αγωγή δεν είναι αόριστη, για το λόγο ότι δεν αναφέρεται αν η αμοιβή του προσωπικού της επιχείρησης, για αποκατάσταση ζημιών καλύπτεται, από τα συμβόλαια, δεν αναφέρεται ο χρόνος αναγγελίας της ζημίας, οι επιφάνειες των μηχανημάτων, τα υλικά βαφής, τα μέτρα του καταρρεύσαντος μανδροτοίχου. Το ότι, στην αγωγή μνημονεύονται, κατά τις αναιρεσείουσες, μηχανήματα, που δεν εβλάβησαν, γιατί θα έπρεπε να βρίσκονται σε υψηλότερους ορόφους, δεν είναι θέμα του ορισμένου ή μη του δικογράφου, αλλά ουσίας. Τούτο, άλλωστε, προκύπτει από το ότι οι αναιρεσείουσες προβαίνουν σε εκτιμήσεις ουσίας που δεν είναι παραδεκτές, ως προς το ορισμένο ή μη του αγωγικού δικογράφου (λανθασμένη καταβολή αποζημίωσης για μηχανήματα ορόφων, όπως και για γραμμή παραγωγής σε ορόφους). Συνακόλουθα, ορθά, έστω και χωρίς ειδικότερη αναφορά και ανάπτυξη, κρίθηκε ορισμένη η παραπάνω αγωγή, και ο πρώτος, με στοιχείο Β1, λόγος αναίρεσης, ο οποίος, προσάπτει, πλην άλλων, στην απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 1 (όπως εκτιμάται) και 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος. Ακόμη, οι αναιρεσείουσες, προκειμένου να ενισχύσουν τον ισχυρισμό τους, περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, αναφέρονται σε στοιχεία, εκτός του δικογράφου της, ειδικότερα δε, σε αποφάσεις της Νομαρχίας Αθηνών, ως προς το βλαβέν εργοστασιακό συγκρότημα και κατόψεις ορόφων, και αναφέρουν ότι "... τα ανωτέρω συμπλήρωναν την ένστασή μας περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ... η προσβαλλομένη ... ούτε έλαβε υπόψη της τα άνω δημόσια έγγραφα ... σε κάθε περίπτωση δε ... δεν απέρριψε την αγωγή παρότι το δικόγραφό της ήταν αόριστο ...". Όμως, η αοριστία της αγωγής, ούτε θεραπεύεται, ούτε στηρίζεται με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και αποδεικτικά μέσα, (ΑΠ 1056/2002), όπως ήδη επιχειρείται από τις αναιρεσείουσες. Ούτε, πρόδηλα, οι παραπάνω αιτιάσεις συνιστούν το πραγματικό των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αρ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δ., οι οποίο ανάγονται σε άλλα θέματα πέραν των ήδη προβαλλόμενων. ΙΙΙ. Με το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που καθορίζει, δεσμευτικά για το δικαστήριο, ο νόμος. Δεν ιδρύεται, όμως, αν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 31/1999, ΑΠ 1225/2002). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί, κατά τους νομίμους τύπους, από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο, που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου, ως πλαστού. Δημόσιο έγγραφο, άρα, είναι κάθε έγγραφο που συντάσσεται από δημόσιο υπάλληλο ή δημόσιο λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια λειτουργία, καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του, σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους (ΑΠ 1152/2008). Δημόσιο έγγραφο, όμως, δεν αποτελεί εκείνο της εσωτερικής υπηρεσίας δημόσιας αρχής, με το οποίο παρέχονται, απλά, πληροφορίες ή κρίσεις (ΑΠ 751/1999,ΑΠ 549/1987). Για να υπάρχει πλήρης απόδειξη από δημόσια έγγραφα, πρέπει αυτά να αναφέρονται σε γεγονότα, τα οποία, όπως βεβαιώνει ο συντάκτης τους, έγιναν από τον ίδιο ή ενώπιον του (ΑΠ 545/2003, ΑΠ 796/2006). Οι αναιρεσείουσες εταιρείες, προβάλλουν πως, περί των ζημιών που αναφέρονται στην αγωγή, συνετάγη, από αρμόδια Επιτροπή Διαπίστωση Βλαβών της Γ.Γρ.Δ. Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, του άρθρου 45 του ΠΔ/τος 609/1985, σχετικό Πρωτόκολλο Διαπίστωσης Βλαβών από ανώτερη βία του έργου Κ029/84, το οποίο είναι δημόσιο έγγραφο, εγκρίθηκε μάλιστα με την με αρ. πρωτ. Δ9/11822/Π.Ε/28-5-1998 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ. Το έγγραφο αυτό, ως δημόσιο έγγραφο δε, δεσμεύει απολύτως, ως προς τα σ' αυτό αναφερόμενα, το δικαστήριο, το οποίο, όμως, παρά ταύτα, υιοθέτησε, τις απόψεις της μειοψηφίας της πιο πάνω επιτροπής. Τούτο, όμως, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, δεν είναι ακριβές. 'Όπως προκύπτει, από το κείμενο του πιο πάνω εγγράφου, που παρατίθεται, ολόκληρο στο δικόγραφο της αναίρεσης, δεν πρόκειται για δημόσιο έγγραφο, που να βεβαιώνει γεγονότα, τα οποία έγιναν από τους συντάκτες του ή ενώπιόν τους. Αντίθετα, βεβαιώνεται, πως, προκειμένου να προβούν αυτοί στη σύνταξή τους, έλαβαν υπ' όψιν σειρά άλλων εγγράφων (τεύχη εργολαβίας, δήλωση βλαβών, φωτοτυπία της ΕΜΥ για το ύψος βροχής της 12-1-1997, έγγραφο της Υπηρεσίας Υδρολογίας της ΕΜΥ για το ύψος των μηνιαίων βροχοπτώσεων των ετών 1961-1986, έγγραφο της ΔΚΕΟ, έκθεση αυτοψίας και έγγραφο με συνημμένη σ' αυτό τεχνική έκθεση του επιβλέποντος μηχανικού), με βάση τα οποία εξέφερε τις σχετικές κρίσεις της. Επομένως, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ, δεν πρόκειται για έγγραφο με αυξημένη αποδεικτική ισχύ, έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, η προσβαλλόμενη απόφαση. Προφανώς δε, από το ότι ο αρμόδιος Υπουργός ενέκρινε τα αναφερόμενα στο πιο πάνω έγγραφο, δεν σημαίνει, πως εχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 105 Εισ. ΑΚ, ούτε η πράξη του Υπουργού, στοιχειοθετεί, κατά πλήρη απόδειξη μάλιστα, έλλειψη αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσειουσών, εφ' όσον, κείται εκτός και πέραν των πραγματικών περιστατικών, που συνετέλεσαν στην επέλευση της συγκεκριμένης ζημίας. Ούτε, κατά τα προεκτεθέντα, υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας, γιατί η πιο πάνω απόφαση δεν εκθέτει, γιατί επικαλέστηκε την γνώμη της μειοψηφίας και όχι και εκείνη της πλειοψηφίας της παραπάνω επιτροπής, εφ' όσον σ' αυτή εκτίθεται σαφώς το αποδεικτικό της πόρισμα και τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αυτό εξήχθη. 'Αρα, ο με στοιχείο Β2 λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει τις από το άρθρο 559 αρ. 12 και 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος. IV. Στη συνέχεια και η προσκομισθείσα, από τις ήδη αναιρεσείουσες έκθεση αυτοψίας της ΔΚΕΟ της Διευθύνουσας το παραπάνω έργο Υπηρεσίας, δεν αποτελεί δημόσιο έγγραφο, που δεσμεύει, ως προς την αποδεικτική του ισχύ, το δικαστήριο, για τους λόγους, που, αμέσως προηγούμενα, παρατέθηκαν. Γιατί και στην παραπάνω αυτοψία, δεν πρόκειται για γεγονότα που έγιναν από τον συντάκτη της, της Διευθύνουσας Υπηρεσίας του έργου, ή ενώπιόν του, αλλά, για κρίσεις, εκτιμήσεις, απόψεις και προσεγγίσεις του θέματος της πλημμύρας και των συνθηκών, υπό τις οποίες αυτή έλαβε χώρα. Εξ άλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει, ότι, για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης της, έλαβε υπ' όψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ... την υπ' αριθμ. 13362/04 ένορκη εξέταση μαρτύρων, που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με επιμέλεια των εναγομένων, μετά από νομότυπη κλήτευση των εναγουσών ..., τις υπ' αριθμ. ... και .../2003 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών με επιμέλεια των εναγουσών μετά από νομότυπη κλήτευση των εναγομένων ... τις φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, και ... τα έγγραφα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εκ τούτων, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, πως έλαβε υπόψη της και την πιο πάνω έκθεση αυτοψίας. Άλλωστε, στην απόφαση γίνεται λόγος, για την έκθεση της προαναφερθείσας επιτροπής, η οποία αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας. Συνακόλουθα, ο με στοιχείο Β3 αναιρετικός λόγος, ο οποίος προσάπτει στην παραπάνω απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 12, 11 και 19 αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. V. Ακόμη, οι αναιρεσείουσες εκθέτουν, πως η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 1418/1984, σύμφωνα με την οποία, η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η διοίκηση των έργων ανήκει στην αρμόδια τεχνική υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου, η οποία ενεργεί, ό,τι απαιτείται για την καλή εκτέλεσή του, αλλά και εκείνη του άρθρου 7 παρ. 1 του ίδιου νόμου, σύμφωνα με την οποία, ο ανάδοχος υποχρεούται να κατασκευαστεί το έργο, κατά τους όρους της σύμβασης και τις σύμφωνες με αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής του έργου. Επομένως, συνεχίζουν οι αναιρεσείουσες, ουδόλως είχαν την δυνατότητα να αναστείλουν την εκτέλεση των εργασιών, ούτε να τροποποιήσουν τον τρόπο εργασίας. Για την υπό κρίση υπόθεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η μεταξύ των εναγομένων εταιρειών ΤΕΓΚ ΑΕ και ΕΤΕΘ ΑΕ συσταθείσα κοινοπραξία με την επωνυμία " ΤΕΓΚ ΑΕ - ΕΤΕΘ ΑΕ " είχε αναλάβει δυνάμει του από 25-4-1996 συμφωνητικού που υπεγράφη με το Ελληνικό Δημόσιο, μετά την κατακύρωση σε αυτή μειοδοτικού διαγωνισμού, την εκτέλεση του δημόσιου έργου με αριθμό ΚΟ 29/1994 "Εθνική οδός No 1 Τμήμα από Καβάλας μέχρι Λένορμαν". Αντικείμενο της εργολαβίας ήταν η κάλυψη του Κηφισού ποταμού από τη Χ.Θ: 6+744 μέχρι τη Χ.Θ:7+865 με την κατασκευή της γέφυρας άνω διάβασης από Κόρινθο προς Λαμία, μήκους 281 μ και της γέφυρας άνω διάβασης της λεωφόρου Κηφισού στον ανισόπεδο κόμβο Λένορμαν, η μετατροπή της λεωφόρου Κηφισού σε αστικό αυτοκινητόδρομο τριών κυρίων λωρίδων κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με μία λωρίδα έκτακτης ανάγκης, καθώς και όλες οι εργασίες αποχέτευσης, σήμανσης, ηλεκτροφωτισμού, ύδρευσης κλπ. Τον Ιανουάριο του έτους 1997 είχε αρχίσει να εκτελείται η πρώτη φάση του έργου που αφορούσε την κατασκευή πασσαλοστοιχιών έδρασης και κάλυψης από την πλευρά της κοίτης του ποταμού. Στις 7-1-1997 οι προστηθέντες από την κοινοπραξία τεχνίτες και εργάτες είχαν αρχίσει την εκτέλεση εργασιών του κλάδου προς Πειραιά, που αφορούσε τη σκυροδέτηση επί σιδηροτύπου τμήματος της κάλυψης του Κηφισού μήκους 15 μέτρων, καθώς και 12 πασσάλων στον αριστερό κλάδο (προς Πειραιά) και 8 πασσάλων στον δεξιό κλάδο. Στις 12-1-1997, ημέρα Κυριακή, οι εργασίες βρισκόντουσαν στη φάση του καλουπώματος και ειδικότερα είχε τοποθετηθεί σιδηρότυπος, καθώς και σιδηρούς οπλισμός για την κάλυψη τμήματος 15 μέτρων επί όλου του πλάτους του ..., ενώ είχαν αφεθεί καθ' όλο το μήκος και πλάτος της κοίτης του ποταμού αναμονές σιδηρών ράβδων (σκαλωσιές) για τη μελλοντική στήριξη και σύνδεση της πλάκας κάλυψης. Επίσης εντός της κοίτης του ποταμού υπήρχαν σταθμευμένα πάνω σε δύο σιδηρές ράμπες εισόδου- εξόδου δύο μικρά εκσκαπτικά μηχανήματα για την εκτέλεση της εργασίας "εκσκαφή και σωληνώσεις δικτύου ηλεκτροφωτισμού" και επιπλέον είχαν εναποτεθεί μεγάλες ποσότητες διαφόρων οικοδομικών υλικών (σιδερένιοι οπλισμοί σκυροδέματος, πάσσαλοι, σίδερα, ξύλα κλπ). Όμως την ημέρα αυτή, κατά τις απογευματινές ώρες, ξέσπασε καταρρακτώδης βροχή, οπότε τα ύδατα του ποταμού, ρέοντας ορμητικά, παρέσυραν όλα τα οικοδομικά υλικά που, όπως προαναφέρθηκε, είχαν εναποτεθεί στην κοίτη του ποταμού, καθώς και τις σιδηρές κατασκευές που γκρεμίστηκαν, λόγω της μεγάλης πίεσης που δέχθηκαν, εξ αιτίας της μειωμένης διατομής, με επακόλουθο όλα μαζί τα οικοδομικά υλικά, καθώς και άλλα φερτά υλικά που παρέσυραν τα ύδατα του ποταμού (όπως κορμοί δένδρων κλπ) να συσσωρευτούν και να δημιουργήσουν φράγμα, που παρεμπόδισε τη διαφυγή των υδάτων από τον αγωγό παροχέτευσης αυτών. Αποτέλεσμα ήταν να υπερχειλίσει ο ποταμός και να κατακλυσθεί η περιοχή από ύδατα, μέρος των οποίων εισήλθε στο εργοστάσιο παιδικών τροφών, αμυλωδών και λοιπών προϊόντων της εταιρείας με την επωνυμία ... ΑΕΒΕ, που βρίσκεται επί της λεωφόρου ... αριθμός 18. Η πλημμύρα που σημειώθηκε, οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των εναγομένων, των οποίων οι εκπρόσωποι αλλά και το προστηθέν από αυτές εργατοτεχνικό προσωπικό από έλλειψη της επιβαλλόμενης κατά τις περιστάσεις προσοχής δεν τήρησαν τα προσήκοντα μέτρα ασφάλειας κατά την εκτέλεση του έργου. Ειδικότερα είχαν εναποθέσει εντός της κοίτης του ποταμού μεγάλες ποσότητες οικοδομικών υλικών κατά παράβαση των κανόνων της τέχνης και της επιστήμης και είχαν μειώσει την υδραυλική διατομή και παροχετευτική ικανότητα του ποταμού, ενώ όφειλαν, πριν από την έναρξη των εργασιών, να τη διατηρήσουν ισοδύναμη με την αρχική, ώστε να μην υφίσταται εμπόδιο κατά την απορροή των υδάτων. Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι η καταρρακτώδης βροχή ήταν γεγονός ανωτέρας βίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού ένα τέτοιο φαινόμενο δεν είναι περιστατικό έκτακτο και εντελώς απρόβλεπτο και μάλιστα το μήνα Ιανουάριο είναι σύνηθες, άλλωστε και στις 8 του μηνός, όπως σημειώνεται στο ημερολόγιο, ο καιρός ήταν βροχερός. Εξάλλου ανάλογα φαινόμενα είχαν παρουσιαστεί και στο παρελθόν με μέγιστα ύψη βροχόπτωσης που ξεπερνούσαν αυτά των 67,9 χιλ της συγκεκριμένης ημερομηνίας (βλ 573/1997 πιστοποιητικό Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας) και ως εκ τούτου όφειλαν οι εναγόμενοι, ως εκ της ιδιότητας τους, να επιδείξουν τη δέουσα επιμέλεια, την οποία μπορούσαν να καταβάλουν για να έχουν προβλέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, παράλληλα δε να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να μην μειωθεί η παροχετευτική ικανότητα του ποταμού, μέτρα που επιβάλλοντο κυρίως λόγω της φύσεως του έργου που κατασκεύαζαν, όπως θα έκανε κάθε μέσος συνετός επαγγελματίας του ιδίου κύκλου δραστηριότητας. Περαιτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι εκτέλεσαν το έργο σύμφωνα με την εγκεκριμένη από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου μελέτη, ότι δεν μπορούσαν να παρεκκλίνουν από αυτή και ότι οι προταθείσες από αυτούς τροποποιήσεις, δεν είχαν γίνει ακόμη αποδεκτές από την αρμόδια υπηρεσία του Δημοσίου. Με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς υποστηρίζουν ότι δεν νομιμοποιούνται παθητικά στην ένδικη υπόθεση. Πλην όμως τα ανωτέρω, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αίρουν την υπαιτιότητα τους αλλά την επιτείνουν, αφού και υπό την εκδοχή ότι οι προταθείσες τροποποιήσεις θα συνέτειναν στην αποτροπή του περιστατικού αυτού, από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι τα αρμόδια όργανα των εναγομένων προέβλεψαν ως πιθανή την υπερχείλιση του ποταμού, ωστόσο δεν ανέμεναν την έγκριση των προτεινομένων τροποποιήσεων, αλλά συνέχισαν την εκτέλεση του έργου, και όχι μόνο αυτό, αλλά το προστηθέν από αυτούς εργατοτεχνικό προσωπικό εναπόθεσε τα υλικά που προαναφέρθηκαν εντός της κοίτης του ποταμού με τις συνέπειες που επακολούθησαν. Σε κάθε περίπτωση οι εναγόμενοι πρότειναν τροποποιήσεις σχετικά με το θέμα της αντιστήριξης των φρεατοπασσάλων, ενώ φαίνεται ότι δεν ανησύχησαν για την κάλυψη της κοίτης του ποταμού, τη δραστική μείωση της υδραυλικής διατομής του και την σημαντικότατη επέμβαση στην παροχετευτική ικανότητα αυτού, σε περίοδο μάλιστα έντονων βροχοπτώσεων, μη επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, αναφορικά με τις πιθανές επιπτώσεις. Μάλιστα, ενώ το χρονοδιάγραμμα των εργασιών προέβλεπε κατά σειρά α) την κατασκευή πασσαλοστοιχιών έδρασης, β) την εκβάθυνση του ποταμού (σκυροδέτηση πυθμένα-τοιχίων), γ) την κατασκευή κάλυψης της κοίτης και δ) την κατασκευή άνω διάβασης, οι εναγόμενοι εκτέλεσαν εργασίες κάλυψης της κοίτης του ποταμού πριν από τις εργασίες εκσκαφών - εκβάθυνσης και τοποθέτησαν εμπόδια εντός, με αποτέλεσμα να μειώνεται στο ήμισυ η παροχετευτική ικανότητα του ποταμού (βλ. και γνώμη μειοψηφίας στο συνταγέν από την αρμόδια επιτροπή του ΥΠΕΧΩΔΕ "πρωτόκολλο βλαβών από ανωτέρα βία", η οποία ανταποκρίνεται περισσότερο στην πραγματικότητα). Συνεπώς οι ισχυρισμοί τους, ότι για το ένδικο συμβάν ευθύνονται μόνο οι αρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου, κρίνονται αβάσιμοι. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε υπαιτιότητα των εναγομένων για την υπερχείλιση των υδάτων του ποταμού. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι τα ύδατα του ποταμού εισήλθαν στο οικόπεδο και στον ημιυπόγειο χώρο της εταιρείας ... ΑΕΒΕ, με αποτέλεσμα να προκληθούν φθορές και βλάβες σε αποθηκευμένα εμπορεύματα, σε πρώτες ύλες, σε μηχανήματα αλλά και σε ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις. Ωστόσο στο μέγεθος των ζημιών αυτών συνετέλεσε κατά ένα βαθμό και δη κατά ποσοστό 20% και η ίδια η εταιρεία, η οποία επέδειξε δια των εκπροσωπούντων αυτή οργάνων αμελή συμπεριφορά, αφού εναποθήκευσε πολλά από τα ευπαθή εμπορεύματα αλλά και μηχανήματα σε αυθαίρετες λαμαρινοσκεπείς αποθήκες που είχε κατασκευάσει στην αυλή. Πέραν αυτού αποδείχθηκε, ότι κατά παράβαση της υπ' αρθμ .../1960 οικοδομικής άδειας που προέβλεπε την κατασκευή διώροφου εργοστασίου χωρίς υπόγειο, η τελευταία είχε κατασκευάσει αυθαίρετο υπόγειο, η στάθμη του δαπέδου του οποίου ήταν 2,5 μέτρα κάτω από την επιφάνεια του οδοστρώματος της λεωφόρου Κηφισού και επιπλέον είχε διαμορφώσει κατηφορική ράμπα έτσι ώστε το υπόγειο από τη μία πλευρά της οικοδομής να έχει καταστεί ισόγειο σε σχέση με την αυλή και να έχει αποκτήσει μέσω αυτής πρόσβαση στη λεωφόρο Κηφισού. Αποτέλεσμα ήταν να εισρεύσει μεγαλύτερη ποσότητα υδάτων και λάσπης, λόγω της κατωφέρειας του εδάφους, τα οποία κατέκλυσαν τον χώρο του οικοπέδου, εισήλθαν στις λαμαρινοσκεπείς εγκαταστάσεις καθώς και στον χώρο του ημιυπόγειου, όπου η στάθμη του νερού έφθασε σε ύψος 1,70 μέτρων ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε (περί αυτού έκρινε ομοίως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) ότι με το υπ' αρθμ .../1.1.1997 ασφαλιστήριο συμβόλαιο πυρός που ίσχυε από 1-1-97 έως 1-1-98 οι ενάγουσες ασφαλιστικές εταιρείες και η μη διάδικος GUARDIAN ROYAL EXCHANGE συνασφάλισαν το εργοστάσιο της ζημιωθείσας εταιρείας και για τον κίνδυνο πλημμύρας και ειδικότερα 1. Συγκρότημα οικοδομών ... ευρισκομένων εντός του αυτού οικοπέδου για ποσόν 554.977.000 δρχ, έναντι καταβληθέντων ασφαλίστρων 79.917 δρχ την τριμηνία. 2. Επί του περιεχομένου εντός των ως άνω κτισμάτων, όπως αναφέρονται στις συνημμένες επί του ασφαλιστηρίου συμβολαίου καταστάσεις, για ποσόν 2.179.241.000 δρχ, έναντι καταβληθέντων ασφαλίστρων ύψους 313.811 δρχ την τριμηνία. Οι ενάγουσες ασφαλιστικές εταιρείες συμφωνήθηκε να ευθύνονται σε περίπτωση επέλευσης της ασφαλιστικής περιπτώσεως ατομικά και μέχρι του ποσοστού συμμετοχής μίας εκάστης ήτοι κατά ποσοστό 60% η πρώτη, που θα είχε την τεχνική και διαχειριστική ηγεσία της ασφαλιστικής σύμβασης, κατά ποσοστό 15% η μη διάδικος, κατά ποσοστό 10% κάθε μία από τη δεύτερη και την τρίτη και κατά ποσοστό 5% η τέταρτη. Επίσης με το υπ' αρθμ. .../1.1.1997 ασφαλιστήριο συμβόλαιο πυρός, που καταρτίστηκε μεταξύ της ζημιωθείσας εταιρείας και της πρώτης ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας, ασφάλισε η τελευταία την πρώτη, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση: 1... 2. Επί ετοίμων προϊόντων, πρώτων υλών, υλικών συσκευασίας απάντων ευρισκομένων ή ευρεθησομένων εντός των εργοστασίων και των αποθηκών επί της Λ. Αθηνών και Κηφισού 18 ... για ποσόν 798.752.000 δρχ 3. Επί ανυψωτικών μηχανημάτων συνολικής αξίας 109.097.000 δρχ, για αντίστοιχο ποσόν, έναντι καταβληθέντος ασφαλίστρου 15.710 δρχ την τριμηνία, για ζημιές, που θα προκαλούντο μεταξύ άλλων και από πλημμύρα Όπως κρίθηκε και από την πρωτόδικη απόφαση, οι ασφαλιστικές εταιρείες κατέβαλαν στην ασφαλισμένη τους εταιρεία, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους, τα εξής ποσά: Η πρώτη, δυνάμει του υπ' αρθμ .../1-1-97 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, 95.663.912 δρχ. Η ίδια δυνάμει του υπ' αρθμ .../1-1-1997 ασφαλιστηρίου συμβολαίου 48.801.653 δρχ, κάθε μία από τη δεύτερη και τρίτη 8.133.609 δρχ και τέλος η τέταρτη 4.066.804 δρχ., δυνάμει του ιδίου ως άνω συμβολαίου, με το οποίο είχαν συνασφαλίσει τη ζημιωθείσα. Ετσι υποκαταστάθηκαν στα δικαιώματα της ασφαλισμένης τους έναντι των ευθυνόμενων σε αποκατάσταση της ζημίας εναγομένων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ακόμη ότι από την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι οι ζημιές που προκλήθηκαν στην ασφαλισμένη εταιρεία και καλύπτοντο από τα παραπάνω ασφαλιστήρια συμβόλαια, ανήλθαν σε 81.336.088 δρχ. Ως προς το αριθμητικό δεδομένο του ύψους της ζημίας που υπέστη η ασφαλισμένη εταιρεία, το οποίο καλυπτόταν από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, δεν προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση ούτε με την έφεση ούτε με την αντέφεση. Συνεπώς, ακόμη και αν η πρώτη εκκαλούσα-ενάγουσα εταιρεία κατέβαλε μεγαλύτερο ποσόν, η αποζημίωση που δικαιούται θα προσδιοριστεί σύμφωνα με τη ζημία που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με δύναμη δεδικασμένου ότι πράγματι υπέστη η εταιρεία ... ΑΕΒΕ (ανεξάρτητα αν η κρίση της είναι ορθή ή εσφαλμένη) ήτοι με βάση το πoσόv των 81.336.088 δρχ. To ποσόν αυτό πρέπει να μειωθεί κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητάς της ήτοι κατά 20%, και να περιοριστεί σε 65.068.870 δρχ. Από το ποσόν αυτό η πρώτη ενάγουσα δικαιούται 39.041.322 δρχ (65068870X60%), κάθε μία από τη δεύτερη και την τρίτη από 6.506.887 δρχ (65068870X10%) και η τέταρτη 3.253.443,5 δρχ (65068870X5%). Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, ορθά έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι για τη ζημία που υπέστη ευθύνεται και η ασφαλισμένη εταιρεία, έσφαλε όμως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων που εκτίμησε ότι η ευθύνη της είναι τέτοιου βαθμού, ώστε να μη δικαιούται καμία αποζημίωση. Θα πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η αντέφεση, να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση για να δικαστεί η αγωγή από το δικαστήριο τούτο. Ακολούθως θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στις ενάγουσες, καθ' ένας εις ολόκληρο, στην πρώτη 112.511 ευρώ, σε κάθε μία από τη δεύτερη και τρίτη 18.752 ευρώ και στην τέταρτη 9.376 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση". Με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές της, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ουδόλως παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις, εφ' όσον δέχεται ότι: α) την εκτέλεση του επιδίκου έργου είχαν αναλάβει οι αναιρεσείουσες, β) αιτιολογείται με επάρκεια και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, η υπαιτιότητά τους, αφού δεν τήρησαν τα προσήκοντα μέτρα ασφαλείας, γ) αιτιολογείται η απόρριψη του ισχυρισμού της ανωτέρας βίας, δ) αντιμετωπίζεται ο σχετικός ισχυρισμός για την έλλειψη της παθητικής τους νομιμοποίησης και την έλλειψη ευθύνης τους, λόγω της συμμόρφωσης του προς τη συγκεκριμένη μελέτη, ε) υπάρχουν και επάλληλες αιτιολογίες, που στηρίζουν, σχετικά, το διατακτικό της, στ) τα παραπάνω, ανελέγκτως, δεκτά γενόμενα, ως προς τις συνθήκες της αδικοπραξίας και της επελθούσας πλημμύρας (εναπόθεση εντός της κοίτης του ποταμού μεγάλων ποσοτήτων οικοδομικών υλικών, μείωση της υδραυλικής διατομής και παροχευτικής ικανότητας του ποταμού), ουδόλως αναφέρονται, πρόδηλα, στην σύμβαση ανάθεσης, ζ) η έκφραση "... υπό την εκδοχή ότι ...", δεν έχει την έννοια, πως οι αναιρεσείουσες πρόβαλλαν την συγκεκριμένη εκδοχή, αλλά είναι, αιτιολογική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, ενισχυτική του αποδεικτικού της πορίσματος, η) δεν υπάρχει αντίφαση, στο ότι το δικαστήριο έκρινε, πως έπρεπε να εφαρμοστούν προστατευτικά μέτρα, ώστε να αποτραπεί το συγκεκριμένο συμβάν και στην υποχρέωση για συνέχιση της εργολαβίας. Άλλωστε, πρόκειται για αγωγή από αδικοπραξία και όχι από την εκτέλεση της πιο πάνω σύμβασης, θ) αναφέρθηκε ποσοστό συνυπαιτιότητας της ασφαλισμένης εταιρείας. Δεν υφίσταται δε παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως προς την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, από το δικαστήριο (ΑΠ 24/2005, ΑΠ 914/2004, ΑΠ 1255/2004). Επομένως, κατ' αρχήν, απαράδεκτα συνδέουν οι αναιρεσείουσες την παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με τις αποδεικτικές παραδοχές του δικαστηρίου. Το αν υπήρχε δόλος ή αμέλεια, στη διαμόρφωση του εργασιακού χώρου της εταιρείας "... ΑΕΒΕ" συνδέεται με τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, εφαρμόστηκαν λανθασμένα στην ερμηνεία των προπαρατεθεισών διατάξεων, αλλά και εκείνων των άρθρων 297, 298, 300 και 914 ΑΚ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς την συνυπαιτιότητα των υπευθύνων της εταιρίας "... ΑΕΒΕ", την οποία οριοθέτησε σε ποσοστό 20% κρίνοντας τις αμελείς συμπεριφορές των αρμόδιων οργάνων της. Δέχτηκε ακόμη ανέλεγκτα: α) πως τις ζημίες προκάλεσαν τα ύδατα του ποταμού, β) το ότι δεν ανέφερε, ειδικά, αν οι ζημίες επήλθαν και από τα ύδατα της έντονης βροχόπτωσης που έπεσαν και στο χώρο του εργοστασίου, δεν συνιστά πρόδηλα και ανεπαρκή αιτιολογία, εφ' όσον, ούτε οι αναιρεσείουσες εκθέτουν κατά πόσον τα ύδατα αυτά, (πλέον του υπερχειλίσαντος ποταμού), συνετέλεσαν, και πως ακριβώς στην επέλευση της ζημίας. Άλλωστε, ούτε σε όσα διέλαβε στο δικαστήριο, και εκτίθενται στο αναιρετήριο, υπάρχει κατά τρόπο ορισμένο και σαφή ο σχετικός ισχυρισμός της. Τα λοιπά συναφώς αναφερόμενα, αποτελούν, ουσιαστική επανεκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, προβολή των εκτιμήσεων των αναιρεσειουσών περί την ουσιαστική εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, παράθεση επιχειρημάτων για την ουσία της υπόθεσης και κρίση ουσιαστική, αντίθετη από εκείνη του Εφετείου, τα οποία ευρίσκονται εκτός του αναιρετικού ελέγχου (τρόπος εισροής των υδάτων στο χώρο του εργοστασίου, πώς, ακριβώς, επήλθε η ζημία, πώς λειτούργησε ο αύλιος χώρος του εργοστασίου κλπ). Σημειώνεται, πως ο ισχυρισμός του εναγομένου για αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος αποτελεί άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες (Ολ.ΑΠ 1119/1986, ΑΠ 1621/2007, ΑΠ 53/2006). Σε κάθε περίπτωση δε, οι συναφείς, όπως παραπάνω, ουσιαστικές κρίσεις της εφετειακής απόφασης είναι σαφείς, πλήρεις και με εμπεριστατωμένη και μη αντιφατική αιτιολογία. Μετά απ' αυτά, οι με στοιχεία Β4, Β5, Β6 και Β7 λόγοι της αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση των οριζόμενων στο άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι. Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, η δε δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 180, 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9/12/2009 αίτηση της Κοινοπραξίας των Ανώνυμων Τεχνικών Εταιρειών με την επωνυμία "ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ ΕΤΕΘ ΑΕ", πρώην Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Τ.Ε.Γ.Κ. ΑΕ - ΕΤΕΘ ΑΕ" και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΕΘ - Εταιρεία Τεχνικών Έργων Θεσσαλονίκης ΑΕ", προς αναίρεση της 5000/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ σε βάρος των αναιρεσειόντων. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ