Αριθμός 1341/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Ε. Μ. του Β., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παντελίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.59/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδ/νήσου. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1)Ά. Χ. του Α., κάτοικο ... και 2)Μ. Χ. του Σ., κάτοικο ... που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Δωδ/νήσου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 6 Ιουλίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 419/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξη της επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης στις πολιτικώς ενάγουσες, διατασσομένης προς τούτο, σύμφωνα με το άρθρο 518 Κ.Π.Δ., την απάλειψη της σχετικής διατάξεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 § 1 Π.Κ., όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι* αυτή τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτού. Έτσι, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται και άμεσος δόλος δηλαδή δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως την γνώση ότι η γενόμενη καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΔΠ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο .Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, η ύπαρξη του δεν είναι κατ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του. Όταν όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, όπως και στο έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την αντικειμενική υπόσταση αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου προσθέτου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την διαληφθείσα γνώση ως και τον σκοπό. Συνεπώς, επί του ανωτέρω εγκλήματος, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του, απαιτείται, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση του κατηγορουμένου περί του ψευδούς περιεχομένου της μηνύσεως του και ο σκοπός του να επιτύχει την δίωξη του μηνυθέντος για την καταμηνυθείσα αξιόποινη πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου, που δίκασε ανεκκλήτως, με την προσβαλλόμενη υπ1 αρ. 59/2013 απόφαση του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του σκεπτικού και του διατακτικού της, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή, με την παρακάτω αιτιολογία, αφού δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ειδικότερα, τα εξής: Από τις προφορικές καταθέσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν νόμιμα, απ' όλα γενικά και χωρίς εξαίρεση τα νομίμως αναγνωσθέντα έγγραφα, και από όλη την αποδεικτική διαδικασία, όπως αναλυτικά αναφέρεται στα πρακτικά της παρούσας, αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος στις 20-12-2004 προσκόμισε στην πληρώτρια Τράπεζα NOVABANK υποκατάστημα Ρόδου φωτοτυπημένο ομοίωμα της με αριθ. ... μεταχρονολογημένης επιταγής εκδόσεως Γ. Δ. ποσού 93.911€ και προσπάθησε να πείσει τους αρμοδίους για την πληρωμή της επιταγής υπαλλήλους της ότι πρόκειται για το γνήσιο έντυπο της επιταγής που του παρέδωσε η Γ. Δ. αξιώνοντας να του καταβληθεί το ποσό της. Προς τούτο έθεσε την υπογραφή του στο πίσω μέρος της επιταγής και την παρέδωσε στις εγκαλούσες, υπαλλήλους της Τράπεζας Ά. Χ. και Μ. Χ. οι οποίες προς στιγμήν θεώρησαν αυτή ως γνήσια και σημείωσαν επ'αυτής την μη πληρωμή της λόγω ανακλήσεως από την εκδότρια. Στη συνέχεια όμως αντιληφθέντες προφανώς ότι πρόκειται για ομοίωμα των εντύπων επιταγών που χορηγεί η Τράπεζα τους, διέγραψαν την σημείωση της μη πληρωμής και προσέθεσαν σε ένθετο επ' αυτής χαρτί τη σημείωση ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε "διότι δεν είναι από τα χορηγούμενα από την Τράπεζα σε πελάτες έντυπα επιταγών". Ο κατηγορούμενος μετά απ' αυτό υπέβαλλε αίτηση στην οποία επισύναψε το έγγραφο αυτό το οποίο εξελήφθη ως εκδοθείσα από την εκδότρια επιταγή με την οποία ζήτησε και επέτυχε την έκδοση της με αριθμ. 80/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Η τελευταία ακυρώθηκε με την 211/2006 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου για το λόγο ότι το φερόμενο στη διαταγή πληρωμής έγγραφο δεν αποτελούσε επιταγή αλλά φωτοτυπημένο ομοίωμα εκείνης που είχε παραδώσει ο κατηγορούμενος στις εγκαλούσες αξιώνοντας να του καταβληθεί το ποσό της, το οποίο [έγγραφο] μάλιστα έφερε και σχετική με την μη αναγνώριση του εντύπου της επισημείωση της πληρώτριας τράπεζας. Περαιτέρω στη Ρόδο και στις 23.3.2005 ο κατηγορούμενος, εν γνώσει του καταμήνυσε τις υπαλλήλους της Τράπεζας Ά. Χ. και Μ. Χ. ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους γι' αυτές. Ειδικότερα αυτός υπέβαλλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου μήνυση κατά των εγκαλουσών Μ. Χ. και Ά. Χ., στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι οι ανωτέρω εγκαλούσες τέλεσαν τα αδικήματα : α] της ψευδούς βεβαιώσεως σε βαθμό κακουργήματος το οποίο [αδίκημα] συνίσταται στο ότι οι εγκαλούσες έθεσαν στην οπίσθια πλευρά της υπ' αριθμ. .../10.12.2004 επιταγής αξίας 93.911€ της Τράπεζας NOVA BANK την οποία στις 20-12-2004 ο κατηγορούμενος εμφάνισε προς πληρωμή στο τραπεζικό υποκατάστημα Ρόδου της Τράπεζας NOVA BANK τη ρήτρα "η παρούσα επιταγή με αριθμό ... η οποία παρουσιάστηκε σήμερα δεν πληρώθηκε λόγω εντολής μη πληρωμής της με επαρκές υπόλοιπο. Ρόδος 20 Δεκεμβρίου 2004 Τράπεζα NOVA BANK A.E. κατ/μα Ρόδου ( …) Μ. Χ. - Α. Χ." και ότι έθεσαν την υπογραφή τους η πρώτη ως Διευθύντρια του καταστήματος και η δεύτερη ως αρμόδια υπάλληλος και εν συνεχεία σης 22-12-2004 έθεσαν νέα ρήτρα με το εξής περιεχόμενο "η παρούσα επιταγή με αριθμό ... η οποία παρουσιάστηκε σήμερα δεν πληρώθηκε διότι δεν είναι από τα χορηγούμενα από την Τράπεζα έντυπα επιταγών σε πελάτες. Τράπεζα NOVA BANK A.E, κατ/μα Ρόδου ( …) 20-12-2004 Μ. Χ. - Α. Χ." και έθεσαν τις υπογραφές τους με τις ως άνω ιδιότητες τους και Β] το αδίκημα της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος το οποίο συνίσταται στο ότι οι εγκαλούσες διέγραψαν την πρώτη ρήτρα και έθεσαν στην δεύτερη ρήτρα ημερομηνία 20-12-200 αντί 22-12-2004. Όλα τα ανωτέρω γεγονότα είναι εν γνώσει του ψευδή καθότι η επιταγή όντως δεν ήταν από το μπλοκ της τράπεζας και συνεπώς ουδέν πλαστογράφησαν ή βεβαίωσαν ψευδώς και αφού η αλήθεια είναι ότι η πρώτη ρήτρα τέθηκε λόγω της κοινοποίησης στην Τράπεζα της από 17-12-2004 εξώδικης δήλωσης της εκδότριας της ανωτέρω επιταγής Γ. Δ. με την οποία δήλωνε να μην πληρωθεί η εν λόγω επιταγή και όχι όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος για να μην διωχθεί η εκδότρια για το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής. Η δεύτερη ρήτρα τέθηκε παρουσία του κατηγορουμένου χωρίς να υπάρξει καμία διαμαρτυρία εκ μέρους του κατόπιν ελέγχου του σώματος της επιταγής από την αρμόδια διεύθυνση της τράπεζας στα κεντρικά γραφεία της Διοίκησης στην Αθήνα όπου εστάλη κατόπιν παραδόσεως της από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Είχε δε σκοπό ο κατηγορούμενος να ασκηθεί κατά των εγκαλουσών ποινική δίωξη για τα αναφερόμενα κακουργήματα αφού για όλες τις ενέργειες των υπαλλήλων της Τράπεζας ήταν ενήμερος και είχε συμφώνησα γι 'αυτές όσο και για την αναγραφή στη δεύτερη ρήτρα της ημερομηνίας 20-12-2004. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά με σαφήνεια και χωρίς καμιά αμφιβολία προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν σε συνδυασμό και προς τα αναγνωσθέντα έγγραφα . Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.2, 229 παρ.1, του ΠΚ. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα τη συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Αιτιολογεί δε και τον άμεσο δόλο που απαιτεί η ανωτέρω πράξη, αφού δέχθηκε ότι αυτός ενημερώθηκε ότι η πρώτη ρήτρα τέθηκε λόγω της κοινοποίησης στην Τράπεζα της από 17-12-2004 εξώδικης δήλωσης της εκδότριας της επιταγής, Γ. Δ. με την οποία δήλωνε να μη πληρωθεί η επιταγή, γεγονός που είναι δεσμευτικό για την πληρώτρια Τράπεζα και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε τούτο να καταλογισθεί σε σκοπιμότητα των πολιτικώς εναγουσών προκειμένου να μη διωχθεί η εκδότρια για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, όπως ανέφερε ο αναιρεσείων στην υποβληθείσα κατά τα άνω μήνυση εναντίον τους, η δε δεύτερη ρήτρα τέθηκε παρουσία του χωρίς να υπάρξει ουδεμία διαμαρτυρία αυτού, αφού ο ίδιος παρέδωσε την επιταγή στην Πληρώτρια Τράπεζα (Κατάστημα Ρόδου) επιμέλεια της διεύθυνσης της οποίας το σώμα της επιταγής απεστάλλει προς έλεγχο στα κεντρικά γραφεία της διοίκησης στην Αθήνα, έτσι αυτός είχε άμεση γνώση όλων αυτών και παρά ταύτα, υπέβαλε τη ψευδή σε βάρος των πολιτικώς εναγουσών από μήνυση. Περαιτέρω η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την απολογία του κατηγορουμένου καθώς και την κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως Δ. Τ. στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη και τούτο διότι περιλαμβάνονται στην πρωτόδικη απόφαση, η οποία ανεγνώσθη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης και ως έγγραφο ελήφθη υπόψη κατά τα αναφερόμενα στην αρχή του αιτιολογικού της προσβαλλομένης. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ, τρεις συναφείς λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ΠΚ, κατά του υπαιτίου δύο ή περισσοτέρων εγκλημάτων που πραγματώθηκαν με δυο ή περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται κατά τον νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρηση τους συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από την βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι κατώτερη των τεσσάρων (4) μηνών αν η συντρέχουσα είναι ανώτερη από δύο (2) έτη κλπ. και οπωσδήποτε δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 του αθροίσματος των άλλων συντρεχουσών ποινών, η δε συνολική ποινή δεν μπορεί να υπερβεί τα δέκα (10) έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση. Κατά δε την παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου 94, αν τα εγκλήματα που συρρέουν πραγματώθηκαν με μία πράξη, το δικαστήριο επαυξάνει ελεύθερα την βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, αλλά όχι πέραν από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής (ΑΠ 1289/2002).Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα εφάρμοσε την παρ.1 του άρθρου 94 του Π Κ, παρότι τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων φέρεται ότι τελέσθηκαν με μία πράξη. Πράγματι το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων τελέσθηκε με μία πράξη και για τις δύο παθούσες με την υποβολή κοινής μήνυσης εναντίον τους στις και κατά συνέπεια πρόκειται για κατ' ιδέαν αληθή συρροή για την οποία εφαρμοστέα ήταν η παρ.2 του άρθρου 94 ΠΚ. Όμως ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν έχει έννομο συμφέρον να επικαλείται την πλημμέλεια αυτή, καθόσον οι ποινές που επιβλήθηκαν κινούνται μέσα στα όρια, που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 2 ΠΚ. Επομένως ο άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 500, 502 παρ. 2 και 486 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αθωώσεως του κατηγορουμένου και ασκήσεως εφέσεως από τον Εισαγγελέα, αυτός που νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Πλημμελειοδικείου που δίκασε σε πρώτο βαθμό, δικαιούται να παρασταθεί με την αυτήν ιδιότητα και στην κατ' έφεση δίκη, αλλά μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας και της ενοχής του κατηγορουμένου, από την οποία απορρέουν οι πολιτικές απαιτήσεις του, την επιδίκαση των οποίων όμως δε μπορεί να επιδιώξει στο Εφετείο. Τούτο δε διότι, η έφεση του Εισαγγελέως προσβάλλει το ποινικό μέρος της υποθέσεως, ως προς το οποίο μόνο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο Εφετείο. Εάν, παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προβεί στην επιδίκαση της απαιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, υπερβαίνει την εξουσία του και η απόφαση του καθίσταται αναιρετέα, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, πλην, η παραδοχή του λόγου τούτου δεν επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως στο σύνολο της, αφού ο πολιτικώς ενάγων νομίμως μετέσχε στην δίκη μέχρι την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου και προς υποστήριξη αυτής, αλλά μόνο ως προς τη διάταξη της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως στον πολιτικώς ενάγοντα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτόδικης315/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου οι Ά. Χ. και Μ. Χ. παρέστησαν ως πολιτικώς ενάγουσες και ζήτησαν χρηματική ικανοποίηση ποσού 100 ευρώ με επιφύλαξη η κάθε μία, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την κρινόμενη αξιόποινη πράξη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα αθώο. Μετά από έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου η υπόθεση εκδικάσθηκε στο Τριμελές Εφετείο Ρόδου, το οποίο εξέδωσε την 140/2012 απόφαση του, με την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος σε συνολική ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο προαναφερόμενο Δικαστήριο παρέστησαν εκ νέου ως πολιτικώς ενάγουσες οι ανωτέρω ζητώντας να τους επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση τους το πιο πάνω ποσό. Το Τριμελές Εφετείο Ρόδου αφού, κατά τα άνω, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο επιδίκασε στις πολιτικώς ενάγουσες το άνω αιτηθέν ποσό και μάλιστα νομιμοτόκως. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε την από 1-10-2012 αναίρεση η οποία έγινε κατ'ουσίαν δεκτή, αναιρέθηκε η εν λόγω απόφαση και εκδόθηκε η 153/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο. Κατά την νέα μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο παρέστησαν εκ νέου οι πολιτικώς ενάγουσες ζητώντας να τους επιδικασθεί, ως χρηματική ικανοποίηση, το ίδιο, όπως πιο πάνω, ποσό. Το Τριμελές εφετείο Ρόδου με την προσβαλλόμενη 59/2013 απόφαση επιδίκασε στην κάθε μία το ποσό των εκατό (100) ευρώ με επιφύλαξη, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την κρινόμενη αξιόποινη πράξη. Έτσι όμως, το Εφετείο, υπερέβη την εξουσία του με το να επιδικάσει στις πολιτικώς ενάγουσες το άνω ποσό. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 IT ΚΠΔ μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη για το ότι επεδίκασε στις παρασταθείσες στο Εφετείο πολιτικώς ενάγουσες χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ επρόκειτο περί εφέσεως του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως είναι βάσιμος. Η παραδοχή όμως του λόγου τούτου δεν επάγεται αναίρεση της απόφασης στο σύνολο της, αφού οι πολιτικώς ενάγουσες νόμιμα παρέστησαν στη δίκη μέχρι την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου και ως προς την υποστήριξη αυτής (ενοχής), αλλά (την αναίρεση) μόνο ως προς τη διάταξη της για την επιδίκαση των χρηματικών αυτών ικανοποιήσεων λόγω ηθικής βλάβης. Εντεύθεν, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης προς νέα συζήτηση, αλλά η άνω διάταξη πρέπει να απαλειφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 59/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ρόδου μόνο ως προς τη διάταξη περί επιδίκασης σε κάθε μία από τις πολιτικώς ενάγουσες, Ά. Χ. και Μ. Χ. το ποσό των εκατό (100) ευρώ με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Απαλείφει την άνω διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης. Και Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ