Αριθμός 2027/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Τ. Χ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Ανδριόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/10/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2375/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2473/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/7/2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 9/11/2012 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αγγελικής Αλειφεροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 7-7-2010 αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 ή του Β Δ. της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65° έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από τον Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β Δ. αποζημιώσεως για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρ. 5 παρ.1 και 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρ. 8 παρ.4 του ΝΔ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 5 παρ.1 του Ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του Β Δ. της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δεύτερου εδαφίου και τη θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσεως της εργασιακής συμβάσεως με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα: α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διατάξεως προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς, που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους, που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας. Στην περίπτωση, όμως, που με τον κανονισμό έχει, παράλληλα, προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση (άρθρ. 202 Α. Κ ), η οποία, εφόσον πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου (Ολ. Α.Π. 1110/1986). β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει τη συνδρομή του στοιχείου αυτού, γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων, και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη. Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, που διέπει τις εργασιακές σχέσεις εργοδοτών και εργαζομένων, όταν διαλαμβάνεται σ' αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του Κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π.7/2006, 4/2005).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) στις 26-8-1974 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως υπάλληλος και με την ιδιότητά του αυτή εργάστηκε έκτοτε σ' αυτήν και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι και το βαθμό του Τμηματάρχη. Με την από 20/9/2007 αίτησή του προς τη διοίκηση της εναγομένης υπέβαλε την παραίτησή του, η οποία έγινε δεκτή από την εναγομένη με την υπ' αρ. 1097/24/9/2007 πράξη του Διοικητή αυτής, που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα με το υπ' αρ. ΑΠ 6502/27/9/2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικού - Τμήματος Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού και διαγράφηκε από τη δύναμη του προσωπικού της εναγομένης, αφού εξάντλησε την άδεια του τρέχοντος έτους, στις 15/10/2007. Η αποχώρηση του ενάγοντος από την υπηρεσία του έγινε μετά τη συμπλήρωση πραγματικής υπηρεσίας (33) ετών, (1) μηνός και (19) ημερών από της αρχικής τοποθέτησής του στην υπηρεσία της εναγομένης. Δεν είχε όμως συμπληρώσει αυτός, κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία του, το όριο ηλικίας των (60) ετών, που προβλεπόταν όσον αφορά τους Τμηματάρχες από το προαναφερθέν άρθρο 19 του συμβατικής ισχύος Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της εναγομένης, στον οποίο είχε προσχωρήσει ο ενάγων με την πρόσληψη του, αφού γεννήθηκε στις 16/7/1949. Η παραίτησή του και η αποδοχή αυτής έγινε σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 18 του Γενικού Κανονισμού της Καταστάσεως των Υπαλλήλων της, δηλαδή η αποδοχή έγινε δεκτή εντός μηνός από της υποβολής της δηλώσεως παραιτήσεως από το αρμόδιο όργανο της εναγομένης, αφού διαπιστώθηκε ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι για αναβολή της αποδοχής της παραίτησής του, ούτε εκκρεμούσε σε βάρος του πειθαρχική δίκη. Η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος διεπόταν από τον προαναφερθέντα συμβατικής ισχύος κανονισμό της εναγομένης, ο οποίος προέβλεπε τη λύση της συμβάσεως εργασίας του με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας και συνεπώς αυτή ήταν σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Με τον ίδιο Κανονισμό, οι όροι του οποίου αποτελούσαν και περιεχόμενο της ατομικής του συμβάσεως εργασίας, προβλεπόταν και η περίπτωση πρόωρης λύσης της συμβάσεως με μονομερή δήλωση παραίτησης του μισθωτού. Υπήρχε συνεπώς, διαλυτική αίρεση στην εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος κατά τα άρθρα 669 και 202 ΑΚ, η οποία αίρεση πληρώθηκε με την αίτηση παραιτήσεως που υποβλήθηκε απ' αυτόν, με συνέπεια η σύμβαση εργασίας, η οποία λύθηκε με τη συγκατάθεση της εναγομένης που αποδέχθηκε την παραίτηση του, να καταστεί, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες σκέψεις, εξ υπαρχής αορίστου χρόνου. Επομένως ο ενάγων δικαιούται την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, ήτοι το 50% της αποζημίωσης που θα λάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 8 του Ν. 3198/1955 και 202 του Α.Κ. ούτε εκείνες των άρθρων 669 και 670 του Α.Κ., με τις δύο τελευταίες των οποίων ρυθμίζεται η λήξη των εργασιακών συμβάσεων. Ειδικότερα, η έλλειψη ανάλογης προβλέψεως υπό τη μορφή διαλυτικής αίρεσης στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ως προς τη δυνατότητα πρόωρης λύσης της συμβάσεως του μισθωτού και εκ μέρους της με καταγγελία δεν επηρεάζει τη μετατροπή της συμβάσεως του τελευταίου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στην περίπτωση που πληρωθεί η υπέρ αυτού προβλεπόμενη διαλυτική αίρεση, δηλαδή η προβλεπόμενη δυνατότητα πρόωρης λύσης της συμβάσεως με παραίτησή του από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση της εργοδότριας, η συγκατάθεση δε αυτή εγκύρως παρέχεται δια της εκ των προτέρων, κατά την κατάρτιση του Κανονισμού, συμβατικής προς τούτο αυτοδέσμευσης της Τράπεζας, με συνακόλουθη συνέπεια την υποχρέωσή της να του καταβάλει την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, αφού συντρέχουν οι απαιτούμενες κατά τα άνω προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου και η συμπλήρωση 15ετούς τουλάχιστον υπηρεσίας στην ίδια εργοδότρια. Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις με το να δεχθεί, ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της συμβάσεως εργασίας με δήλωση παραιτήσεως του μισθωτού με τη συγκατάθεση της εργοδότριας, παρεχομένη δια της εκ των προτέρων αυτοδέσμευσής της με σχετικό όρο του Κανονισμού, χωρίς να υφίσταται ανάλογου περιεχομένου πρόβλεψη και υπέρ της αναιρεσείουσας για την εκ μέρους της ελεύθερη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, συνιστά διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου, δεν είναι βάσιμος. Με το άρθρ. 2 παρ.2 του Α.Ν. 173/1967 ορίζεται, ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Τράπεζες κλπ, η από τον Ν. 2112/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλόμενη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δρχ. Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δρχ. με το άρθρ. 1 του Ν Δ. 207/1974, σε 1.000.000 δρχ. με το άρθρ. 24 του Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δρχ. με το άρθρ. 24 του Ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δρχ. με το άρθρ. 33 του Ν. 1876/1990 και σε 15.000 ευρώ με το άρθρ. 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο. Από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ.1 του Ν. 1232/1982, 1 παρ.6 του Ν. 1256/1982 και 51 του Ν. 1892/1990 συνάγεται, ότι η αναιρεσείουσα, Τράπεζα της Ελλάδος, δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, στο σύνολο της ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, σύμφωνα με τα άρθρα 1 παρ.1 και 8 παρ.4 του καταστατικού της, που κυρώθηκε με τον Ν. 3427/1927 και έχει ισχύ νόμου (το παραπάνω ποσοστό αυξήθηκε μεταγενεστέρως με το άρθρ. 34 του Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της). Ενόψει, όμως, και των αναφερομένων στα άρθρα 2 παρ.1 εδ. α' έως ζ' και 4 παρ.1 του καταστατικού της αρμοδιοτήτων, που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων, που της έχουν παραχωρηθεί από τη σύστασή της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχειρίσεως του εξωτερικού συναλλάγματος, η αναιρεσείουσα δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου ως προς την άσκηση από μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς τη διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία. Επομένως, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και 5 παρ.1 του Ν. 435/1978 αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ.1 και 2 του Ν Δ. 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ολ.Α.Π. 1/2006).- Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε επί πλέον, ότι ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο, κατ' άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, να λάβει ποσοστό 50% της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920, εκείνης δηλαδή που θα λάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς του από την αναιρεσείουσα χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.2 του Α Ν. 173/1967, όπως ισχύει με τις προαναφερθείσες τροποποιήσεις του, έτσι δε η αναιρεσείουσα, που του κατέβαλε αποζημίωση περιορισμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003, δηλαδή το ποσό των 15.000 ευρώ, οφείλει να του καταβάλει τη διαφορά ανερχόμενη σε 33.125,93 ευρώ και απέρριψε την έφεση της τελευταίας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εσφαλμένα και αναιτιολόγητα έκρινε ότι δεν ασκείται καταχρηστικά η αγωγή και δεν παραβιάζονται δια της ασκήσεώς της τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (281 Α.Κ.). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως απαράδεκτα προβάλλεται, διότι από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι ούτε η αναιρεσείουσα είχε προβάλει νόμιμα στο Εφετείο τέτοιον ισχυρισμό ούτε το Εφετείο έκρινε σχετικώς. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την έφεση και τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της αναιρεσείουσας, αυτή δεν προέβαλε στην έκκλητη δίκη κατά νόμιμο τρόπο τέτοιον ισχυρισμό. Παρεκτός του ότι με την έφεσή της η αναιρεσείουσα ουδόλως επικαλείται καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, με τις οποίες είναι δυνατή η άσκηση πρόσθετων λόγων εφέσεως κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 674 παρ.1 Κ.Πολ.Δ ), σύμφωνα με την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γίνεται απλή αναφορά στο σύνολο των πρωτόδικων προτάσεων της ιδίας, καθώς και σε κεφάλαια αυτών με αναγραφή των αριθμών των αντίστοιχων σελίδων, χωρίς καμιά απολύτως μνεία του περιεχομένου τους. Τούτο όμως δεν αρκεί, σύμφωνα με το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., για τη νόμιμη επαναφορά των περιλαμβανόμενων στις πρωτόδικες προτάσεις ισχυρισμών, αφού γι' αυτήν απαιτείται και επανυποβολή των εν λόγω ισχυρισμών σε σύντομη περίληψη. Ενόψει τούτων, και δεδομένου ότι ο παραπάνω ισχυρισμός (αφού δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ούτε αφορά τη δημόσια τάξη) δεν εμπίπτει σε καμμιά από τις εξαιρέσεις της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ,Πολ.Δ., κατά την οποία είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, πρέπει ο ανωτέρω λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, τον οποίο η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει στα εδάφια των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ,Πολ.Δ., να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-7-2010 αίτηση της ΤΡΑΠΕΖΑΣ της ΕΛΛΑΔΟΣ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2473|2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Σεπτεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ