Αριθμός 879/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κοτζιά - Σοβαντζή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιουνίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 236/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 38/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου.. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή της, με τον με ιδιαίτερο, από 19 Δεκεμβρίου 2012, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 23 Αυγούστου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της 6/3-2-2012 αιτήσεως, με τον με ιδαίτερο, 205/19-12-2012, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, για αναίρεση της 38/5-2-2009 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις 6708/3-1-2013 και 6117/25-1-2013 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Ρόδου ... και ..., αντίστοιχα, προκύπτει ότι με εντολή του Ιωάννου Ρωμαίου, ενεργούντος ως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της 63/3-2-2012 αιτήσεως για αναίρεση της 38/5-2-2009 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου και της βεβαιώσεως της γραμματέως του Δικαστηρίου περί αναβολής της υποθέσεως από την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 21-1-2013 για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (1-4-2013), με κλήση προς συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο (1-4-2013). Για τον παραγγείλαντα τις επιδόσεις δεν αποδεικνύεται κατά τους οριζόμενους από το άρθρο 96 παρ.3 ΚΠολΔ τρόπους η προς τούτο παροχή πληρεξουσιότητάς του από την επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα, πλην την προς εκείνον εντολή της σιωπηρώς εγκρίνει η αναιρεσείουσα, εκπροσωπούμενη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως από τον πληρεξούσιο αυτής δικηγόρο Απόστολο Κοτζιά - Σοβαντζή, με την επίκληση των εν λόγω εκθέσεων επιδόσεως, πράξη εμφαίνουσα πρόθεση ισχυροποιήσεώς της, με αναδρομική ενέργεια, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα, εφόσον ανάγεται στην υπόσταση της πληρεξουσιότητας (ΚΠολΔ 96, 104, 544 αρ. 4). Περαιτέρω, κατά την εν λόγω δικάσιμο (1-4-2013), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με την κρινόμενη 6/3-2-2012 αίτηση αναιρέσεως, με τον με ιδιαίτερο, 205/19-12-2012, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, προσβάλλεται η 38/5-2-2009 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 716/15-6-2006 αγωγή ο δι'αυτής ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος διετείνετο, κατ' ακριβή αντιγραφή του ενδιαφέροντος την παρούσα αναιρετική διαδικασία περιεχομένου του δικογράφου αυτής, "Με την εναγόμενη θυγατέρα μου, διατηρούσα κοινό λογαριασμό με αριθμ. ... στην Τράπεζα Πειραιώς, στο υποκατάστημά της στην Πλατεία Κύπρου στην Ρόδο. Η εναγόμενη με σκοπό και πρόθεση να τα ιδιοποιηθεί, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ήταν δικά μου τα χρήματα που υπήρχαν στο παραπάνω λογαριασμό, έκανε τις παρακάτω αναλήψεις απ' αυτόν. α) Στις 5-8-2005 ποσό 10.000 ευρώ. β) Στις 8-8-2005 ποσό 15.000 ευρώ. γ) Στις 10-8-2005 ποσό 100.000 ευρώ. δ) Στις 12-8-2005 ποσό 60.000 ευρώ. Και ε) Στις 31-8-2005 ποσό 30.000 ευρώ, δηλαδή συνολικά ιδιοποιήθηκε παράνομα ποσό 215.000 ευρώ από το οποίο ποσό 200.000 ευρώ είχα πάρει δάνειο για αγορά ακινήτου (επαγγελματικής στέγης). Επειδή σύμφωνα με τα παραπάνω η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να μου επιστρέψει το παραπάνω ποσό που κατά σαφή παράβαση κάθε έννοιας ηθικής, αλλά και κατά σαφή παράβαση του Ποινικού Κώδικα (άρθρα 375 και 378 Π.Κ.) παράνομα ιδιοποιήθηκε. Επειδή για τις παραπάνω πράξεις της εναγόμενης την έχω μηνύσει στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου", πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελίωνε την φερόμενη προς διάγνωση αξίωσή του συνολικού ποσού 215.000,00 ευρώ. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 236/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία κρίθηκε, προφανώς με βάση την δικονομική δυνατότητα του δικαστηρίου της ουσίας να προσδίδει στα επικαλούμενα προς θεμελίωση της αγωγής πραγματικά περιστατικά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει την αγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου με βάση την ιστορική βάση και το αίτημα της αγωγής, ότι θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1,2 του ν. 5638/1932, 2 παρ.1 ν.δ. 17/7-13/8/1923, 411, 489, 490, 491, 493 ΑΚ, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην ιστορική της βάση περί αδικοπραξίας με τη μορφή της υπεξαιρέσεως (υφαιρέσεως), πλην αξιολογήθηκε ως αόριστη, λόγω μη αναφοράς της εσωτερικής σχέσεως των συνδικαιούχων διαδίκων, δυνάμει της οποίας αιτείται την καταψήφιση στο σύνολό του του αναληφθέντος από την εναγομένη από τον τραπεζικό λογαριασμό χρηματικού ποσού. Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση προσέβαλε ο ενάγων με την 295/26-9-2007 έφεση, με το μοναδικό λόγο της οποίας υποστήριξε, προς θεμελίωση του διατυπουμένου δι'αυτής αιτήματος εξαφανίσεως της και παραδοχής της αγωγής του, "Το λάθος της προσβαλλόμενης απόφασης είναι προφανές, γιατί από κακή εκτίμηση του περιεχομένου της παραπάνω αγωγής μου έχει οδηγηθεί στην λαθεμένη κρίση ότι τάχα η απαίτησή μου κατά της εφεσίβλητης στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν", ενώ ρητά στο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής μου που επιγράφεται "Αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία" και ρητά αναφέρεται σ'αυτή ότι στηρίζεται στα άρθρα 919 επ. και 932 επ. του ΑΚ. Το πραγματικό περιστατικό που περιγράφεται με σαφήνεια στο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής μου, ότι η εφεσίβλητη κόρη μου έκανε ανάληψη από κοινό λογαριασμό μας το ποσό των 215.000 Ευρώ που γνώριζε πολύ καλά ότι ήταν προϊόν δανείου που προοριζόταν για αγορά επαγγελματικής στέγης και είχε τοποθετηθεί στο λογαριασμό προσωρινά συνιστά οπωσδήποτε πράξη άδικη, παράνομη και ανήθικη που προσβάλλει με πολύ προκλητικό τρόπο τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και κάθε έννοια ηθικής οποιασδήποτε κοινωνίας με οποιοδήποτε βαθμό πολιτισμού της". Επί της εν λόγω εφέσεως εκδόθηκε η 38/2009 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία κατά παραδοχή της, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, αξιολογήθηκε η αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη, με νομική θεμελίωσή της, κατά την ιστορική της βάση περί κοινού τραπεζικού λογαριασμού, στις αμέσως παραπάνω σημειούμενες διατάξεις, και έγινε δεκτή και από ουσιαστική άποψη, περί πραγμάτων κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Ο ενάγων μαζί με την εναγόμενη θυγατέρα του διατηρούσαν από το έτος 1999 στο υποκατάστημα της πλατείας Κύπρου της Ρόδου της Τράπεζας Πειραιώς τον με αριθμό ... κοινό τραπεζικό πολυμορφικό λογαριασμό ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους τους διαδίκους και τα χρηματικά ποσά που υπήρχαν σ' αυτόν ανήκαν καθολοκληρία στον ενάγοντα, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητεί η εναγομένη, μάλιστα δε στον κοινό αυτό λογαριασμό ο ενάγων είχε καταθέσει και το ποσό των 200.000 ευρώ, το οποίο είχε λάβει ως στεγαστικό δάνειο από την ίδια τράπεζα και είχε εκταμιευθεί στις 8.5.2005 προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την δημιουργία φυσικοθεραπευτηρίου για την επαγγελματική αποκατάσταση της εναγόμενης θυγατέρας του και του υιού του. Όμως, αν και η εναγόμενη γνώριζε πολύ καλά ότι τα χρήματα που είχαν κατατεθεί στον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό ανήκαν εξολοκλήρου στον ενάγοντα, αυθαίρετα και χωρίς την έγκρισή του, τον μήνα Αύγουστο του 2005 προέβη σε σταδιακές αναλήψεις χρημάτων από αυτόν και συγκεκριμένα ανέλαβε: α) Στις 5.8.2005 ποσό 10.000 ευρώ, β) Στις 8.8.2005 ποσό 15.000 ευρώ, γ) Στις 10.8.2005 ποσό 100.000 ευρώ, δ) Στις 12.8.2005 ποσό 60.000 ευρώ και ε) Στις 31.8.2005 ποσό 30.000 ευρώ και συνολικά ανέλαβε ποσό 215.000 ευρώ, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητεί η εναγομένη. Ο ενάγων μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό μετά από σχετική ενημερωτική επιστολή της παραπάνω Τράπεζας εκδήλωσε την αντίθεσή του και προέβη στην υποβολή προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου της από 15.11.2005 μήνυσής του εναντίον της εναγομένης για τις αναφερόμενες σ' αυτή άδικες πράξεις σχετικά με τα αναληφθέντα χρηματικά ποσά. Περαιτέρω από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι τα χρήματα αυτά αποτελούσαν δωρεά του ενάγοντος προς αυτήν, την οποία συμφώνησαν τον Ιούλιο του 2005 σε αντάλλαγμα της παραίτησης από κάθε αξίωση σε βάρος του για τις οφειλόμενες διατροφές και έξοδα σπουδών της, διότι κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, δηλαδή ένα μήνα πριν την ανάληψη των προαναφερόμενων ποσών από τον κοινό λογαριασμό δεν υπήρχε κανένας λόγος να προβεί ο ενάγων στην δωρεά του παραπάνω ποσού των 215.000 ευρώ προς την εναγομένη, πολύ δε περισσότερο αφού κατά το χρονικό αυτό διάστημα αλλά και από την αρχή του έτους 2005 οι σχέσεις των διαδίκων ήταν τεταμένες δεδομένου ότι βρίσκονταν σε σφοδρή αντιδικία σχετικά με τις διατροφικές αξιώσεις της εναγομένης, η οποία μαζί με την μάρτυρα μητέρα της είχαν ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έφεση κατά του ενάγοντος και της με αριθμό 140/2002 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία συζητήθηκε στις 14.1.2005 και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο αυτό τούτο με την με αριθμό 182/2005 απόφασή του. Εξάλλου η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τις παρακάτω σκέψεις και τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και καταθέσεις της μάρτυρος μητέρας της εναγομένης και τέως συζύγου του ενάγοντος καθώς και του ίδιου του ενάγοντος): 1) Εφόσον σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρα της εναγομένης οι οφειλόμενες προς αυτή διατροφές ανέρχονταν περίπου στο ποσό των 20.000 ευρώ, δεν είχε κανένα λόγο ο ενάγων να δωρίσει στην εναγομένη το ποσό των 215.000 ευρώ για την εκπλήρωση της παραπάνω υποχρέωσής του, ποσό υπέρογκο σχετικά με τις αναφερόμενες από τη μάρτυρα υποχρεώσεις του για διατροφές της εναγομένης, 2) Εφόσον κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης το ποσό αυτό αποτελεί δωρεά για την κάλυψη όλων των αναγκών διατροφής της για τα υπόλοιπα έτη της ζωής της, των αναγκών των σπουδών της και της επαγγελματικής της αποκατάστασης, θα έπρεπε να απαιτήσει το ποσό αυτό να το καταθέσει σε ατομικό λογαριασμό και όχι να υπάρχει στον κοινό λογαριασμό με τον ενάγοντα πατέρα της, άρα σε κάθε περίπτωση θα υπήρχε "κίνδυνος" να αναλάβει το ποσό αυτό ο συνδικαιούχος του λογαριασμού πατέρας της, ενώ η ανάληψη όλου του ποσού αυτού μέσα σε ένα μήνα δεν συμπορεύεται με τον παραπάνω ισχυρισμό της για την κάλυψη των αναγκών των υπόλοιπων ετών της ζωής της, ενώ πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η κατάθεση της μάρτυρος μητέρας της εναγομένης και τέως συζύγου του ενάγοντος κρίνεται από το Δικαστήριο ως μη πειστική, γιατί περιέχει αοριστίες και αντιφάσεις και δεν περιέχει γεγονότα για τα οποία να έχει άμεση αντίληψη η μάρτυρας αυτή, αφού ήδη με τον ενάγοντα τέως σύζυγό της βρισκόταν σε διάσταση από το έτος 2000 και σε σφοδρές αντιδικίες ενώπιον των Δικαστηρίων για οικονομικές της αξιώσεις από αυτόν". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη-εναγομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι προτεινόμενοι λόγοι αναιρέσεως κατά την διατυπούμενη επικουρική σειρά τους. Ειδικότερα: Κύριο δικόγραφο. Κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο εντός των ορίων, που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους αυτής λόγους. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 5368/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 παρ.Δ ' στοιχ. α' του ν.δ.118/1973, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα σε ανοικτό λογαριασμό επ' ονόματι δυο ή περισσοτέρων από κοινού, κατά την έννοια του πιο πάνω νόμου, είναι η κατάθεση, η οποία περιέχει τον όρο ότι από τον λογαριασμό αυτό μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας είτε μερικοί είτε όλοι κατ' ιδίαν δικαιούχοι, η δε χρηματική κατάθεση, για την οποία η προηγούμενη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό με προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 ν.δ. 17.7/13.8.1293 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ' ονόματι του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του εάν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς ή σε έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από έναν μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως εις ολόκληρον έναντι του δεκτή της καταθέσεως και ως προς τον άλλο, δηλαδή τον μη αναλαμβάνοντα δικαιούχο, ο οποίος από τον νόμο πλέον αποκτά απαίτηση έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολοκλήρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού. Το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως της έλλειψης δικαιώματος αναγωγής έχει ο διάδικος που προβάλλει το πιο πάνω εξαιρετικό δικαίωμα. Έτσι, με βάση τα παραπάνω, ο καθένας από τους δικαιούχους του κοινού λογαριασμού, με την ανάληψη ποσών απ' αυτόν, δεν διαπράττει υπεξαίρεση ούτε γίνεται πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας ή με ζημία των άλλων. Από το δικόγραφο της εφέσεως του αναιρεσίβλητου αβίαστα προκύπτει ότι δι' αυτής και του μοναδικού της λόγου ο αναιρεσίβλητος διατύπωσε παράπονο και προσέβαλε την πρωτοβάθμια απόφαση κατά την ιστορική βάση της αγωγής περί αδικοπραξίας, κατά την οποία και μεταβιβάσθηκε η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με βάση το μεταβιβαστικό αυτής αποτέλεσμα. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ερεύνησε και αξιολόγησε θετικά από νομική και ουσιαστική άποψη την αγωγή κατά την ιστορική της βάση από τη σύμβαση περί καταθέσεως σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, παρά τον νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμό, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος δεν προβλήθηκε, κατά την βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπουμένων δι' αυτής λοιπών λόγων αναιρέσεως. Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής 38/2009 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, χωρίς περαιτέρω παραπομπή της υποθέσεως στο δικαστήριο της ουσίας, δοθέντος ότι δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, εφόσον η αγωγή κατά την θεμελίωσή της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, ιστορική της βάση κατά την οποία και μόνο μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αξιολογείται ως μη νόμιμη (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ. 1). Συνακόλουθα αυτών πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση και ερευνηθεί κατ' ουσίαν, με την απόρριψη της νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσης εφέσεως του αναιρεσείοντος κατ' ουσίαν και την παράλληλη καταδίκη αυτού στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, της αναιρετικής δίκης, στην οποία περιορίζει και το σχετικό αίτημά της, τα οποία ορίζει, κατά μερικό συμψηφισμό, λόγω της συγγενείας τους, στο ποσό των 1.500,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183, 179). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 38/5-2-2009 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Διακρατεί και δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση. Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την 295/26-9-2007 έφεση. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει, κατά μερικό συμψηφισμό, στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ