Αριθμός 1214/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕRLIFE ΑAΕΓΑ", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη. Της αναιρεσίβλητης: Δ. Ξ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Παπανώτη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1737/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1851/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 27-7-2021 (αρ. κατ. 6182/795/2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1851/2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 1851/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την ένδικη, από 5-2-2019 και με αρ. κατ. 1329/739/2019 αγωγή της, στρεφόμενη κατά του (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) A. D. και της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία, επικαλούμενη ότι κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη όχημα, συγκρούστηκε από υπαιτιότητά του με την οδηγούμενη από αυτή δίκυκλη μοτοσυκλέτα και προκάλεσε τον τραυματισμό της, ζήτησε να επιδικασθεί υπέρ αυτής αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης. Οι εναγόμενοι, προς αντίκρουση της αγωγής, προέβαλαν, επικουρικά, την ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην πρόκληση της σύγκρουσης, σε ποσοστό 95%. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 1737/2019 οριστική απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτια για την σύγκρουση και τον εξαιτίας αυτής τραυματισμό της, είναι η ίδια η ενάγουσα. Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την από 10-9-2019 και με αρ. κατ. 77665/6008/2019 έφεσή της, η δε εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, επανέφερε νομίμως, με τις κατατεθείσες προτάσεις της, την προβληθείσα πρωτοδίκως, επικουρικά, ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην πρόκληση της σύγκρουσης, σε ποσοστό 95%. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δέχθηκε αυτήν τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην ήδη αναιρεσείουσα οχήματος. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα, είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ. Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 270/2019), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 536/2022, ΑΠ 877/2021, ΑΠ 898/2020, ΑΠ 797/2020). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του νόμου 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.): "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1, 2 και 8α "Ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον προειδοποιήσει έγκαιρα γι` αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του παρόντος Κώδικα" (παρ. 1). "Το προσπέρασμα επιτρέπεται, κατά κανόνα, από τα αριστερά. Κατ` εξαίρεση, το προσπέρασμα επιτρέπεται από τα δεξιά αν ο προπορευόμενος οδηγός έχει δώσει σήμα ότι προτίθεται να στρίψει αριστερά και έχει μετακινήσει το όχημα ή τα ζώα του προς την πλευρά αυτήν" (παρ. 2) και "Σε μονόδρομους και οδούς διπλής κατεύθυνσης, που υπάρχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κυκλοφορίας, κατά κατεύθυνση, μέσα σε κατοικημένες περιοχές και τρείς εκτός αυτών, διαχωριζόμενες με κατά μήκος διαγραμμίσεις, επιτρέπεται η κυκλοφορία σε παράλληλες σειρές (στοίχους)" (παρ. 8α). Στην παράγραφο δε 1 του άρθρου 21 του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύ8υνση και την ταχύτητά τους". Επίσης, στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ. ορίζεται ότι: "ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς" (παρ. 1), "ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν" (παρ. 2). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν, πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό- τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 1003/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 466/2019). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ως προς τα κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 14-4-2018 και περί ώρα 14.40" η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) Δ. Ξ., οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, κινείτο στον Άλιμο Αττικής, εντός της Μαρίνας Αλίμου, με κατεύθυνση από την Μαρίνα Αλίμου προς την Λεωφόρο Ποσειδώνος, στο δεξιό άκρο της οδού. Η Μαρίνα Αλίμου στο ύψος του υπάρχοντος πρατηρίου υγρών καυσίμων ... είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διαχωριζόμενες μεταξύ τους με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ορίζεται στα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής. Στο ρεύμα προς Λεωφόρο Ποσειδώνος το οδόστρωμα έχει πλάτος 8 μέτρα και το ανωτέρω πρατήριο υγρών καυσίμων βρίσκεται δεξιά ως προς την πορεία της μοτοσυκλέτας. Κατά τον ανωτέρω χρόνο υπήρχε φυσικό φως ημέρας, επικρατούσε καλοκαιρία, η ορατότητα ήταν απεριόριστη και η κίνηση των οχημάτων κανονική. Κατά τον ίδιο χρόνο ο A. D., οδηγώντας τον με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. τράκτορα, κινείτο επί της ιδίας ως άνω οδού, με την ίδια κατεύθυνση, παράλληλα και αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος της ενάγουσας, το οποίο κινείτο στην δεξιά του πλευρά. Κατά την στιγμή που το Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο έφθασε στο ύψος της εισόδου του ανωτέρω πρατηρίου βενζίνης, ο οδηγός του αιφνίδια και ανέλεγκτα πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά για να εισέλθει στο πρατήριο, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην ευθεία πορεία της μοτοσυκλέτας, που κινείτο δεξιά του, με αποτέλεσμα λόγω της ανοιχτής στροφής που διέγραψε το όχημά του, για να εισέλθει στο πρατήριο, να παρασύρει την μοτοσυκλέτα με την ενάγουσα και να την εγκλωβίσει μεταξύ των πίσω δεξιά διπλών τροχών του Δ.Χ.Φ., ενώ συνέχισε να κινείται μέχρι που σχεδόν ολόκληρο το όχημα, αφού εισήλθε στο πρατήριο, ακινητοποιήθηκε, με τους πίσω τροχούς του να σταματούν στις σχάρες των όμβριων υδάτων που βρίσκοντο στην είσοδο του πρατηρίου, τραυματίζοντας σοβαρότατα την ενάγουσα. Η τελική θέση του Δ.Χ.Φ. τράκτορα εντοπίζεται στο αριστερό μέρος της εισόδου του πρατηρίου υγρών καυσίμων, η οποία (είσοδος) έχει μήκος 9,2 μέτρα, και σε μεγάλη απόσταση από το δεξιό μέρος της εισόδου, γεγονός που επιβεβαιώνει, ότι ο τράκτορας κινείτο στο αριστερό μέρος του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του και για να εισέλθει διέγραψε μεγάλη δεξιά στροφή, λαμβάνοντας σχεδόν κάθετη θέση στο οδόστρωμα. Ο οδηγός του Δ.Χ.Φ. κατά την κατάθεση του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίζεται ότι λόγω του όγκου του οχήματος, δεν μπορούσε να εισέλθει από το δεξιό μέρος της εισόδου του πρατηρίου, αλλά έπρεπε πρώτα να ανοιχθεί αριστερά για να στρίψει δεξιά. Τα ανωτέρω ελέγχονται ως αβάσιμα, καθόσον λαμβανομένων υπόψη των διαστάσεων του τράκτορα (2,25 μέτρα πλάτος και 5,65 μέτρα μήκος) και του συνολικού μήκους της εισόδου του πρατηρίου 9,2 μέτρα, εάν κινείτο στην δεξιά πλευρά του οδοστρώματος μπορούσε να εισέλθει στο πρατήριο και δεν δικαιολογείται το "άνοιγμα αριστερά" για να στρίψει δεξιά. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) οχήματος, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και ενώ είχε πρόθεση να πραγματοποιήσει ελιγμό δεξιά για να εισέλθει στο πρατήριο υγρών καυσίμων και όφειλε προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω ή πλάι του, λαμβάνοντας υπόψη την θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, πραγματοποίησε, από το αριστερό μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας του, αιφνίδια και ανέλεγκτα ελιγμό δεξιά και παρεμβλήθηκε στην ευθεία πορεία της μοτοσυκλέτας, που κινείτο πίσω και δεξιά του οχήματός του, παρασύροντας αυτήν και την ενάγουσα με τους πίσω δεξιούς τροχούς του (παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του ΚΟΚ). Στοιχεία που να θεμελιώνουν συνυπαιτιότητα της ενάγουσας στην πρόκληση του ατυχήματος δεν προέκυψαν και είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η σχετική ένσταση της εναγόμενης, την οποία πρότεινε πρωτοδίκως και επαναφέρει με τις παρούσες προτάσεις της. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε την ενάγουσα αποκλειστικά υπαίτια του ένδικου ατυχήματος και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων...". Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας τυπικά και κατ' ουσίαν και, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και του συνεπεία αυτού τραυματισμού της ενάγουσας, είναι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην ήδη αναιρεσείουσα οχήματος. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του A. D., οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΦ οχήματος και της ελλείψεως οποιασδήποτε (συν)υπαιτιότητας της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης Δ. Ξ., οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ., σε συνδυασμό με άρθρα 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), που εφάρμοσε (ως προς την οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος) και των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 17 παρ. 1, 2 και 8α και 19 παρ. 1, 2 και 7 του ίδιου ως άνω νόμου 2696/1999 (ως προς την οδηγική συμπεριφορά της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης) τους οποίους δεν εφάρμοσε, στερώντας, έτσι, την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την επί του οδοστρώματος θέση των ως άνω, εμπλακέντων στο ατύχημα, οχημάτων, καθόσον, ενώ, στο 3ο φύλλο και στην εμπρόσθια όψη αυτής, δέχεται ότι ο "A. D., οδηγώντας τον με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. τράκτορα, κινείτο επί της ιδίας ως άνω οδού, με την ίδια κατεύθυνση, παράλληλα και αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος της ενάγουσας, το οποίο κινείτο στην δεξιά του πλευρά", στη δε οπίσθια όψη της ότι "ο οδηγός του αιφνίδια και ανέλεγκτα πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά για να εισέλθει στο πρατήριο, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην ευθεία πορεία της μοτοσυκλέτας, που κινείτο δεξιά του", στη συνέχεια, στην εμπρόσθια όψη του 4ου φύλλου τηε, δέχεται, αντιφατικά, ότι ο προαναφερόμενος A. D. "πραγματοποίησε, από το αριστερό μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας του, αιφνίδια και ανέλεγκτα ελιγμό δεξιά και παρεμβλήθηκε στην ευθεία πορεία της μοτοσυκλέτας, που κινείτο πίσω και δεξιά του οχήματός του". Οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αντιφάσκουν μεταξύ τους, αφού, ενώ αρχικά γίνεται δεκτό ότι η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, εκινείτο παράλληλα και δεξιά του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος, στη συνέχεια γίνεται δεκτό ότι η προαναφερόμενη εκινείτο πίσω και δεξιά από αυτό, με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια ως προς το ανωτέρω ζήτημα, το οποίο είναι κρίσιμο, καθόσον διαφοροποιεί και τις προϋποθέσεις ευθύνης της ενάγουσας οδηγού. Και τούτο διότι, εάν ισχύει η πρώτη εκδοχή, της παράλληλης κίνησης των οχημάτων, με βάση την ανέλεγκτη παραδοχή ότι τα οχήματα εκινούντο σε κατοικημένη περιοχή, σε δρόμο διπλής κατεύθυνσης και με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, η κίνηση αυτή δεν είναι επιτρεπτή, αφού, κατά τη διάταξη του 17 παρ. 8 περ. α' του Κ.Ο.Κ., η παράλληλη κίνηση των οχημάτων επιτρέπεται μόνον εάν υπάρχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κυκλοφορίας κατά κατεύθυνση. Εάν δε ισχύει η δεύτερη εκδοχή, της κίνησης, δηλαδή, της οδηγούμενης από την ενάγουσα- αναιρεσίβλητη μοτοσυκλέτας, όπισθεν και δεξιά της ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος, δεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της, αν η ενάγουσα είχε τηρήσει αρκετή απόσταση από το προπορευόμενο αυτής όχημα, ώστε να έχει τη δυνατότητα να αποτρέψει την επέλευση του ατυχήματος, όπως απαιτείται κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 7 του Κ.Ο.Κ. Επίσης, το Εφετείο, με την παραδοχή του "Στοιχεία που να θεμελιώνουν συνυπαιτιότητα της ενάγουσας στην πρόκληση του ατυχήματος δεν προέκυψαν και είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η σχετική ένσταση της εναγόμενης", με ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε την επικουρικώς προβληθείσα πρωτοδίκως από την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην πρόκληση του ατυχήματος, σε ποσοστό 95%, την οποία επανέφερε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις κατατεθείσες προτάσεις της. Και τούτο διότι, δεν εκτίθενται τα αναγκαία περιστατικά, από τα οποία να δικαιολογείται ο αποκλεισμός οποιασδήποτε ευθύνης της αναιρεσίβλητης για την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και δη, υπό την πρώτη εκδοχή (της παράλληλης κίνησης των οχημάτων), δεν εκτίθεται γιατί, η παράνομη κίνηση της ενάγουσας ή η παράνομη εκ μέρους της διενέργεια προσπέρασης από δεξιά, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ατυχήματος, υπό τη δεύτερη δε εκδοχή (της κίνησής της όπισθεν του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος), δεν εκτίθεται αν η τελευταία τηρούσε αρκετή απόσταση από το προπορευόμενο αυτής όχημα, ώστε να έχει τη δυνατότητα να αντιδράσει εγκαίρως και να αποτρέψει τη σύγκρουση με αυτό. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου της, που έγινε δεκτός, η οποία καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους. Κατόπιν τούτου, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παράβολου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη διάδικος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση". Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις κατατεθείσες στις 1-2-2023 προτάσεις της, ζητεί την επιστροφή του ποσού των 45.574,89 ευρώ, το οποίο κατέβαλε, εκουσίως, προς την αναιρεσίβλητη, στις 15-10-2021, σε εκτέλεση της αναιρουμένης αποφάσεως, εκ των οποίων ποσό 34.600,33 ευρώ για το συνολικώς επιδικασθέν κεφάλαιο, ποσό 8.474,56 ευρώ για τους επ' αυτού δικονομικούς τόκους και ποσό 2.500 ευρώ για τη δικαστική δαπάνη. Η καταβολή προαποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη από 15-10-2021 ισόποση έγγραφη απόδειξη, που είναι υπογεγραμμένη από την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα. Συνεπώς, μετά την, κατά τα προαναφερθέντα, αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της, πρέπει να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το εν λόγω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1851/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας αποφάσεως. Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών (45.574,89 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ