Αριθμός 311/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Ι. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολακόπουλο και 2) Ε. Π. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 34254/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις : 1)από 12 Ιουλίου 2012 αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 16 Νοεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους και 2)στην από 17 Σεπτεμβρίου 2012 αίτηση αναίρεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1009/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι από 12-7-2012 και 17-9-2012 αιτήσεις αναιρέσεως των Ι. Μ. και Ε. Π., αντίστοιχα, καθώς και το από 16-11-2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων του πρώτου αναιρεσείοντος, στρέφονται κατά της αυτής 34254/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ασκήθηκαν δε νόμιμα και εμπρόθεσμα (473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 2 και 509 παρ. 2 ΚΠΔ). Συνεπώς, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, πρέπει να συνεκδικασθούν. Με την προσβαλλόμενη 34254/2012 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, αμφότεροι μεν της παραβάσεως του άρθρου 70 παρ. 1 του ν. 998/1979 (παράνομη εκχέρσωση εκτάσεως που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα) και 268 παρ. 2-1 του ν.δ/τος 86/1969 σε συνδυασμό με άρθρο 382 παρ. 1 Π.Κ (πρόκληση φθοράς δασικής εκτάσεως), επιπλέον δε ο πρώτος αναιρεσείων Ι. Μ. και για παράβαση του άρθρου 280 παρ. 1 του ν.δ 86/1969 (καταπάτηση δημοσίας δασικής εκτάσεως) και τους επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 48 μηνών στον πρώτο και 41 μηνών στον δεύτερο, μετατραπείσα σε χρηματική για αμφοτέρους, καθώς και συνολική χρηματική ποινή 969.451 ευρώ στον πρώτο και 968.451ευρώ στον δεύτερο. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι από τα κατ' είδος μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη δασική θέση "Τριανταφύλλιζα, Προφήτης Ηλίας" της περιφέρειας του Δήμου Κερατέας Αττικής, κατά το 2ο δεκαπενθήμερο μηνός Ιανουαρίου έτους 2006 ο Ι. Μ. (ήδη πρώτος αναιρεσείων) με πρόθεση επιχείρησε να καταπατήσει δημόσια δασική έκταση που (έχει) εξαιρετική σημασία από τη θέση και τη σύστασή της για να δημιουργήσει ανύπαρκτα δικαιώματα κατά τρόπο που να εμφανίζονται νόμιμες αξιώσεις, καταφανώς αθέμιτες, ήτοι χωρίς να έχει δικαίωμα καταπάτησε έκταση 66.481 τ.μ. που ήταν δασική και μετά από πυρκαγιά είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με τις υπ' αριθμ. 471/70 και 250/85 αποφάσεις του Νομάρχη Ανατ. Αττικής στη θέση "Τριανταφύλλιζα-Προφήτης Ηλίας" της περιφέρειας Δήμου Κερατέας Αττικής, αφού προηγουμένως είχε δώσει εντολή στον Ε. Π. (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα), χειριστή μηχανήματος, να προβεί σε παράνομη εκχέρσωση και σε καταστροφή της δασικής βλάστησης, από σχίνα, πουρνάρια, αγριελιές και νεαρά άτομα πεύκης. Το ότι και οι δύο κατηγορούμενοι γνώριζαν το χαρακτηρισμό της έκτασης ως αναδασωτέας προκύπτει από την εμπειρία που είχαν ο πρώτος ως κάτοικος της περιοχής και ο δεύτερος ως χειριστής μηχανήματος και αγρότης, καθότι η περιοχή είχε κλίση μεγάλη χωρίς δρόμους πρόσβασης και δασική βλάστηση από σχίνα, πουρνάρια, αγριελιές και νεαρά δένδρα πεύκης. Κατ' αυτό το λόγο ο υπερασπιστικός ισχυρισμός του Ε. Π. για συγγνωστή νομική πλάνη πρέπει να απορριφθεί. Στα ως άνω δε συνηγορεί και το γεγονός της σπουδής του να προβεί στο "όργωμα" ως ισχυρίζεται μεσούσης χιονοθύελλας υπό αντίξοες δηλαδή καιρικές συνθήκες εντελώς ακατάλληλες για όργωμα αλλά και το μηχάνημα με το οποίο προέβη στην εκχέρσωση το είχε επιμελώς κρυμμένο μέσα στα δένδρα της περιοχής. Επίσης δεν αποδεικνύει τον επικαλούμενο λόγο της επίσκεψής του στην Αθήνα για επισκευή του τρακτέρ. ...Τέλος κατ' αυτόν τον τρόπο και κατά τα ως άνω και οι δύο κατηγορούμενοι προξένησαν φθορά στη δασική έκταση". Ακολούθως δε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ενόχους και τους δύο αναιρεσείοντες του ότι: "... στη δασική θέση "Τριανταφύλλιζα-Προφήτης Ηλίας", της περιφέρειας Δήμος Κερατέας Αττικής κατά το 2ο δεκαπενθήμερο μηνός Ιανουαρίου 2006 Α)με πρόθεση προέβησαν σε εκχέρσωση έκτασης που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα, ενώ αυτό απαγορεύεται ... . Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι σε έκταση 66.481 τ.μ. που βρισκόταν στην ανωτέρω δασική θέση και η οποία είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με τις υπ' αριθμ. 3471/10-12-79 και 2500/85 αποφάσεις του Νομάρχη Ανατ. Αττικής, προέβησαν σε εκχέρσωση αυτής με μηχανικά μέσα και στη διαμόρφωση αυτής, μετατρέποντάς την σε οικοπεδική. Β)προξένησαν φθορά σε δασική έκταση και συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι εκχέρσωσαν την άνω δασική έκταση και διαμόρφωσαν αυτήν με μηχανικό μέσο με αποτέλεσμα να προξενήσουν φθορά στη δασική βλάστηση που αποτελούνταν από σχίνα, πουρνάρια αγριελιές". Με βάση τις ανωτέρω εκτεθείσες παραδοχές, ερευνώνται στη συνέχεια οι κατ' ιδίαν αναιρετικοί Με την διάταξη του άρθρου 292 του ν.δ/τος 86/1969 περί Δασικού Κώδικα, που ορίζει ότι: "κατ' εξαίρεσιν της διατάξεως του άρθρου 211 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας, τα δασικά εν γένει όργανα παντός βαθμού, δια τα περί τα δάση αδικήματα, δύναται να εξετάζωνται και επ' ακροατηρίω ως μάρτυρες εν τη υποθέσει, εν τη οποία εξετέλεσαν καθήκοντα ανακριτικού υπαλλήλου ή γραμματέως ...", εισάγεται εξαίρεση από την απαγόρευση του εδαφίου α' του άρθρου 211 ΚΠοινΔ που απαγορεύει με ποινή (σχετικής) ακυρότητας της διαδικασίας την εξέταση ως μαρτύρων στο ακροατήριο των προσώπων που άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση. Επομένως, νομίμως εξετάσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως μάρτυρας, ο ασκήσας προανακριτικά καθήκοντα με τη σύνταξη εκθέσεως αυτοψίας και λήψη μαρτυρικών καταθέσεων δασοπόνος Ν. Δ. και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε σιωπηρά την προβληθείσα από τους συνηγόρους των αναιρεσειόντων ένσταση ακυρότητας της διαδικασίας για τον ανωτέρω λόγο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ αναιρετική πλημμέλεια. Κατ' ακολουθίαν οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος αντίστοιχα των ανωτέρω αιτήσεων αναιρέσεως λόγοι, είναι αβάσιμοι. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα. Αντίθετα, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.ΑΠ 136/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 70 παρ. 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων της χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2081/1992 "όποιος εκχερσώνει, υλοτομεί αποψιλωτικά ή καλλιεργεί έκταση δημόσια ή ιδιωτική που κηρύχθηκε αναδασωτέα, τιμωρείται ...", κατά δε το άρθρο 41 παρ. 1 του ίδιου νόμου (998/1979), "η κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων ενεργείται δι' αποφάσεως του οικείου Νομάρχη, καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίον δημοσιεύεται εν φωτοσμικρύνσει μετά της αποφάσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι στην απόφαση που καταδικάζει για παράβαση του άρθρου 70 παρ. 1 του ν. 998/1979, πρέπει να αναφέρονται η απόφαση του Νομάρχη (ήδη Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας), το σχετικό σχεδιάγραμμα και η δημοσίευση αυτών στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διαφορετικά η απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ. λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, υπό τις εκτεθείσες ανωτέρω παραδοχές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 268 παρ. 1, 2 του ν.δ/τος 86/1969 για την οποία καταδικάσθηκε ο δεύτερος αναιρεσείων Ε. Π., διέλαβε την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.ΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό της, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 268 παρ. 1 και 2 του ν.δ/τος 86/1969 σε συνδυασμό με το άρθρο 382 παρ. 1 του ΠΚ. Ως εκ τούτου, ο σχετικός τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του ως άνω αναιρεσείοντος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο εκπροσωπήσας τον απόντα αναιρεσείοντα Ι. Μ. συνήγορός του, δεν υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για συνεκδίκαση της ένδικης υπόθεσης με άλλη συναφή (αλλά μόνον αίτημα αναβολής της δίκης, κατ' άρθρο 349 ΚΠοινΔ, λόγω κωλύματος στο πρόσωπό του (συνηγόρου) και αναβολής κατ' άρθρο 59 ΚΠοινΔ τα οποία, σημειωτέον απέρριψε αιτιολογημένα η προσβαλλόμενη απόφαση) και συνεπώς ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως αυτού είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως. Τέλος, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά τα προαναφερθέντα, η ειδικότερη αναφορά και αποδεικτική αξιολόγηση της καταθέσεως του μάρτυρα Β. Δ., και ο σχετικός δεύτερος λόγος της από 12-7-2012 αιτήσεως αναιρέσεως του ίδιου ως άνω αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, ανεξαρτήτως του ότι η μαρτυρική αυτή κατάθεση, ρητά μνημονεύεται και αξιολογείται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης. Αναφορικά όμως με την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 70 παρ. 1 του Ν. 998/1979, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι αμφότεροι οι αναιρεσείοντες, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Και τούτο διότι δεν αναφέρεται σ' αυτή ότι οι αναφερόμενες αποφάσεις του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, με τις οποίες κηρύχθηκε αναδασωτέα η δημόσια δασική έκταση, την οποία εκχέρσωσαν παράνομα οι αναιρεσείοντες, δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προϋπόθεση που συνιστά συστατικό στοιχείο της ισχύος της αποφάσεως. Επίσης, δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν οι ανωτέρω αποφάσεις συνοδεύονταν από σχεδιάγραμμα της αναδασωτέας έκτασης, στο οποίο καθορίζονται λεπτομερώς τα όρια, προς αποφυγή σύγχυσης με τα όμορα ιδιωτικά ακίνητα και του οποίου σχεδιαγράμματος η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σε κάθε περίπτωση είναι υποχρεωτική. Επομένως, ο από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 Δ ΚΠοινΔ πρόσθετος λόγος της από 12-7-2012 αιτήσεως αναιρέσεως του Ι. Μ. κατά το οικείο μέρος του καθώς και ο τρίτος λόγος της από 12-9-2012 αιτήσεως του Ε. Π. (αν και προβαλλόμενος με την επίκληση άλλων σαφών αιτιάσεων και όχι και της συγκεκριμένης ελλείψεως), είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το σχετικό κεφάλαιό της. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς, εκείνοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, με σαφήνεια και πληρότητα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση αυτής, καθώς και στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και οι προβλεπόμενες από το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ ελαφρυντικές περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο εκπροσωπήσας τον απόντα κατηγορούμενο Ι. Μ. συνήγορός του, στην αρχή της διαδικασίας, προέβαλε εγγράφως, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με επίκληση των αναγκαίων θεμελιωτικών πραγματικών περιστατικών, τον αυτοτελή ισχυρισμό αναγνώρισης της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ, τον οποίο και επανέφερε μετά την εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως αλλά και μετά την απαγγελία της περί ενοχής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας. Ομοίως, στο τελευταίο αυτό στάδιο (μετά την απαγγελίας της περί ενοχής κρίσης), ο εκπροσωπήσας τον απόντα δεύτερο αναιρεσείοντα Ε. Π. συνήγορός του, προέβαλε εγγράφως με καταχώρηση στα πρακτικά και ανέπτυξε προφορικά, επίσης κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με επίκληση των θεμελιωτικών των ισχυρισμών του πραγματικών περιστατικών, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α, β και ε ΠΚ. Όμως, ούτε στο αιτιολογικό ή στο διατακτικό αλλά ούτε σε άλλο σημείο των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται οιαδήποτε μνεία για τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς. Επομένως, δεν αιτιολογείται η σιωπηρή απόρριψη αυτών και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών αυτών ισχυρισμών, όπως βάσιμα προβάλλεται, κατ' επίκληση αιτιάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, με τον δεύτερο λόγο της από 12-7-2012 αιτήσεως αναιρέσεως του Ι. Μ., τον πρόσθετο λόγο αυτής και τον πρώτο λόγο της από 12-9-12 αιτήσεως του Ε. Π.. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και με βάση όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα ως προς την καταδικαστική της διάταξη για την παράβαση του άρθρου 70 παρ. 1 του Ν. 998/1979 που αφορά και τους δύο αναιρεσείοντες, ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ. α, β και ε του ΠΚ, τους οποίους πρόβαλαν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες, όπως ειδικότερα αναλύθηκαν ανωτέρω και ως προς την επιμέτρηση της συνολικής εκτιτέας ποινής που επιβλήθηκε και στους δύο κατηγορουμένους για τις πράξεις της παράβασης του άρθρου 70 παρ. 1 του Ν. 998/1979 και εκείνης του άρθρου 268 παρ. 1,2 του ν.δ/τος 86/1969, επιπλέον δε στον Ι. Μ. και για εκείνη του άρθρου 280 παρ. 1 του ν.δ 86/1969 και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο για νέα συζήτηση ενώπιον του άνω Δικαστηρίου συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519§1 ΚΠοινΔ), απορριπτομένων κατά τα λοιπά των αιτήσεων αναιρέσεως αμφοτέρων των κατηγορουμένων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 34254/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και ειδικότερα α)ως προς την καταδικαστική της διάταξη για την παράβαση του άρθρου 70 παρ. 1 του Ν. 998/1979, όπως αντικ. με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 2081/1992, β)ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του άρθρου 84 παρ. 2α, β και ε ΠΚ και γ)ως προς την επιμέτρηση της συνολικής επιβληθείσης σε αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες ποινής για την ανωτέρω παράβαση και εκείνη του άρθρου 268 παρ. 1, 2 του ν.δ/τος 86/1969 σε συνδυασμό με το άρθρο 382 ΠΚ καθώς και της επιβληθείσης επιπλέον στον πρώτο αναιρεσείοντα Ι. Μ. για την παράβαση του άρθρου 280 παρ. 1 του ν.δ/τος 86/1969 όπως ισχύει. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ