Αριθμός 211/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Έδεσσας", που εδρεύει στην Έδεσσα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ζυγούρη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην περιοχή ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Χ. του Ν., κατοίκου ... Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιορδάνη Χατζηαντωνιάδη, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1950/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-7-2019 αίτησή του και τους από 29-9-2022 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν το αναιρεσείον και η πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Με την κρινόμενη από 12.7.2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 29.9.2022 πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015), υπ' αριθ. 1950/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού δέχθηκε, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ο.Τ.Α κατά της υπ' αριθ. 21/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας και εξαφάνισε την απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, δέχθηκε την από 30.10.2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθ. 207/2012 Διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας περί απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου και καταβολής οφειλόμενων μισθωμάτων και ακύρωσε την ανωτέρω Διαταγή. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1 β', 309 εδάφ. 1, 321, 495 παρ. 1, 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, εκείνες δηλαδή οι οποίες, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Ο χαρακτήρας των αποφάσεων ως τελεσίδικων ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης, που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠολΔ, με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ. β περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 602/2021, ΑΠ 692/2021), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, για την άσκησή της, προθεσμία από την επίδοση της απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, καθόσον έκτοτε καθίσταται η απόφαση αυτή τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση. Η απόδειξη δε της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 597/2021, ΑΠ 45/2020). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, στην απλή ομοδικία, η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους. Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 792/2022, ΑΠ 597/2021, ΑΠ 1052/2018). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών στη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις ανωτέρω διατάξεις, θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του (ΑΠ 792/2022, ΑΠ 597/2021, ΑΠ 241/2015). Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο θα κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της, ενώ δεν μπορεί να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847, 850, 851 επ. ΑΚ και 328 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στη δίκη που διεξάγεται μεταξύ του δανειστή αφενός και των πρωτοφειλέτη και εγγυητή αφετέρου, η μεταξύ των τελευταίων ομοδικία είναι αναγκαστική κατά το μέρος που αντικείμενο της κοινής δίκης, ως προς κάθε ομόδικο, είναι η ύπαρξη της κύριας οφειλής και, συνεπώς, οι αρχές της εν λόγω αναγκαστικής ομοδικίας εκτείνονται στις περιπτώσεις, στις οποίες το ζήτημα, που πρόκειται να κριθεί, αναφέρεται στην κοινή υπεράσπιση πρωτοφειλέτη και εγγυητή ως προς την ύπαρξη του χρέους (ΑΠ 1104/2020, ΑΠ 573/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 1281/2017). ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ήδη αναιρεσίβλητες, εταιρία με την επωνυμία "..." και Α. Χ., άσκησαν την από 30.10.2012 ανακοπή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ο.Τ.Α (Δήμου Έδεσσας), με την οποία ζήτησαν να ακυρωθεί η υπ' αριθ. 207/2012 Διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας περί απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου και καταβολής οφειλόμενων μισθωμάτων, που εκδόθηκε, κατόπιν αίτησης του αναιρεσείοντος ως εκμισθωτή, σε βάρος α) της πρώτης αυτών ως μισθώτριας του αναφερόμενου ακινήτου και β) της δεύτερης αυτών ως εγγυήτριας για την τήρηση εκ μέρους της μισθώτριας των όρων της σύμβασης μίσθωσης και ως εις ολόκληρον συνοφειλέτριας με την πρωτοφειλέτιδα μισθώτρια. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε, ερήμην του καθού Ο.Τ.Α. (αναιρεσείοντος), η υπ` αριθ. 21/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την ανακοπτόμενη Διαταγή. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 18.10.2015 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε, ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η υπ` αριθ. 1950/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού δέχθηκε, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, την ως άνω έφεση και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δέχθηκε την ανακοπή των ήδη αναιρεσίβλητων και ακύρωσε την ανωτέρω Διαταγή. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η απολειπόμενη δεύτερη εφεσίβλητη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύεται από την παραστάσα πρώτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) λόγω της αναγκαστικής ομοδικίας τους και μάλιστα ορίσθηκε γι` αυτήν παράβολο ερημοδικίας. Πράγματι, οι ως άνω ομόδικοι (ανακόπτουσες-εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσίβλητες) στη δίκη αυτή συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, κατ` άρθρο 76 παρ.1 ΚΠολΔ, εφόσον η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ενόψει της προβολής εκ μέρους τους λόγων ανακοπής κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής που αφορούν στην ύπαρξη του χρέους. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, είναι ερήμην ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη και, συνεπώς, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από μέρους της. Από τα έγγραφα, όμως, της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η απόφαση αυτή επιδόθηκε από ή στην ως άνω ερήμην δικασθείσα εφεσίβλητη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), αναγκαία ομόδικο της πρώτης αναιρεσίβλητης, ώστε να αρχίσει κατά το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 του ίδιου Κώδικα, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε γίνεται επίκληση τέτοιας επίδοσης από τους παριστάμενους διαδίκους, ούτε προκύπτει για το αν η δεύτερη αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, με αποτέλεσμα η τελευταία να έχει δικαίωμα άσκησης του εν λόγω ενδίκου μέσου κατά της απόφασης αυτής. Σημειώνεται, ότι ο αναιρεσείων Ο.Τ.Α. αναφέρει στο δικόγραφο της υπό κρίση αναίρεσης ότι άσκησε αυτήν "προ πάσης επιδόσεως" της προσβαλλόμενης απόφασης. ΙV. Κατ` ακολουθίαν αυτών και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας, τα δικόγραφα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής ασκούνται κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλες τις αναγκαίους ομοδίκους εφεσίβλητες (ήδη αναιρεσίβλητες), εξεταζομένου του ζητήματος τούτου αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), με απούσα τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, αν και κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον αναιρεσείοντα που επισπεύδει τη συζήτηση, με την επίδοση ακριβούς αντιγράφου τόσο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, όσο και των πρόσθετων λόγων αυτής με την κάτω από τα ως άνω δικόγραφα πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (14.11.2022) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τις υπ` αριθ. 6452/9.9.2022 και 6619/11.10.2022 αντίστοιχες εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Η. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων. Συνεπώς, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της δεύτερης αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να απορρίψει την αίτηση αναίρεσης, μετά των πρόσθετων αυτής λόγων, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν. Διάταξη για παράβολο δεν διαλαμβάνεται, καθόσον ο αναιρεσείων Ο.Τ.Α απαλλάσσεται της καταβολής του (άρθρο 276 παρ. 1 Ν. 3463/2006), ενώ τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), αλλά αυτά θα ορισθούν μειωμένα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 Ν. 3693/1957 και 281 παρ. 2 Ν. 3463/2006, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12.7.2019 αίτηση του Ο.Τ.Α. Δήμου Έδεσσας και τους επ' αυτής από 29.9.2022 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1950/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα Ο.Τ.Α. τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ