Αριθμός 1689 /2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2 ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. ΑΕ" που εδρεύει στη Μυτιλήνη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Θ. Α. του Ι., κατοίκου ... και 3. Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κουτή. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑLPHA BANK" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Κανέλλια. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2006 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2010 του Εφετείου Αιγαίου(Μεταβατική έδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν με την από 22-6-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 16-3-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την από 21-3-2006 ανακοπή τους οι αναιρεσείοντες, ζήτησαν να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 12/2006 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία εκδόθηκε για χρεωστικό, σε βάρος της πρώτης ανακόπτουσας ως οφειλέτριας και των λοιπών ως εγγυητών, κατάλοιπο κλεισθέντος από την καθ' ής η ανακοπή Τράπεζα, αλληλόχρεου λογαριασμού. Η ανακοπή έγινε δεκτή στον πρώτο βαθμό, απορρίφθηκε όμως με την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' αυτής παραπονούνται οι αναιρεσείοντες με την κρινόμενη αίτησή τους. 2. Οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19του αρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, όταν παραβιάζεται κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Αντίθετα η παραβίαση δικονομικής διάταξης δεν ιδρύει τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους. Οι διατάξεις των άρθρων 623 και 628 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπεται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί Διαταγή πληρωμής για απαίτηση που αποδεικνύεται εγγράφως, είναι από την ανωτέρω φύση τους δικονομικές (Α.Π. 1188/1994) και συνεπώς η παραβίαση τους δεν ιδρύει τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους. Περαιτέρω, δικονομικής φύσεως είναι και η διάταξη του άρθρου 52 παρ. 1 και 2 του ΝΔ 3026/1954, σύμφωνα με την οποία "ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να εκδίδει επικυρωμένα υπ' αυτού αντίγραφα των παρ' αυτού υπαρχόντων παντός είδους εγγράφων, ως υπεύθυνος περί της ακριβείας αυτών (παρ.1). Τα τοιαύτα αντίγραφα έχουν πλήρη ισχύ αντιπεφωνημένου αντιγράφου (παρ.2)". Με τους πρώτο και δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η απαίτηση της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης αποδεικνυόταν από απόσπασμα των τηρούμενων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή εμπορικών βιβλίων της καθής η ανακοπή, το οποίο είχε επικυρώσει δικηγόρος με βάση αντίγραφα που δεν έφεραν βεβαίωση του υπαλλήλου της εταιρίας περί της γνησιότητας της εκτύπωσης και εντεύθεν (δέχθηκε) ότι ορθώς εκδόθηκε η ανακοπτόμενη 12/2006 Διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή και εκ πλαγίου με ανεπαρκή αιτιολογία τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις δεν είναι ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου και η παραβίαση τους δεν ιδρύει τους εξεταζόμενους αναιρετικούς λόγους. Οι αναιρετικοί λόγοι από τις αριθ. 11α' και 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, αντιστοίχως: όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 623 του Κ.Πολ.Δικ: "κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο" κατά δε το άρθρο 626 παρ. 3 του ίδιου κώδικα: "Στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της". Διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού (άρθρα 112 Εισ.Ν. Α.Κ., 874 Α.Κ. και 669 Ε.Ν.), εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία (άρθρο 361 Α.Κ.), ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια Τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., 52 ν.δ/τος 3026/1954, 14 ν. 1599/1986) και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας Τράπεζας, εκτός εάν αφορά εκτύπωση αποσπάσματος των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο. Ειδικότερα κατά το άρθρο 449 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., φωτοτυπίες εγγράφων έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο εφόσον η ακρίβεια τους βεβαιώνεται από πρόσωπο που είναι κατά νόμο αρμόδιο να εκδίδει αντίγραφα, ενώ με το άρθρο 52 παραγρ. 1 και 2 του ν.δ/τος 3026/2954 "περί του Κωδικός των Δικηγόρων", ορίζεται ότι "ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να εκδίδει επικυρωμένα υπ' αυτού αντίγραφα των παρ' αυτώ υπαρχόντων παντός είδους εγγράφων, ων υπεύθυνος περί της ακρίβειας των" (παρ. 1) και ότι "τα τοιαύτα αντίγραφα έχουσι πλήρη ισχύν αντιπεφωνημενού αντιγράφου" (παρ. 2). Ως αντίγραφα νοούνται στο άρθρο αυτό και εκείνα που αποδίδουν μέρη συνολικών εγγράφων, όπως τα εμπορικά βιβλία και τα πολυσέλιδα έντυπα, συνιστάμενα σε σελίδες τους ή, προκειμένου για εμπορικά βιβλία τηρούμενα υπό μορφή φύλλων ή πινακίδων (καρτελλών), τα αντίγραφα των επί μέρους φύλλων ή πινακίδων (καρτελλών). Κατά την έννοια δε του ιδίου άρθρου, το έγγραφο υπάρχει στο δικηγόρο, αν αυτός το κατέχει, προσωρινά έστω, ανεξάρτητα από χρονική διάρκεια, όταν εκδίδει το αντίγραφο. Για το κύρος της επικύρωσης φωτοτυπίας, με βεβαίωση από δικηγόρο της ακρίβειας της, βεβαίωση δηλαδή, ότι αυτή αποδίδει το πρωτότυπο, δεν είναι, σε περίπτωση προσωρινής κατοχής του πρωτοτύπου, αναγκαία η πανηγυρική διατύπωση αυτού του γεγονότος στη σχετική έγγραφη βεβαιωτική πράξη του δικηγόρου, αλλά αρκεί να συνάγεται βεβαίωση και του γεγονότος αυτού από την όλη διατύπωση της πράξης. Τέτοια δε έμμεση βεβαίωση προσωρινής κατοχής του εγγράφου από το δικηγόρο μπορεί να ενέχει και ο χαρακτηρισμός του επικυρούμενου φωτοτυπικού αντιγράφου ως αντιπεφωνημένου, αφού ο χαρακτηρισμός αυτός λογικά προϋποθέτει την ολική ενέργεια παραβολής του φωτοαντιγράφου προς το πρωτότυπο και τη διαπίστωση της συμφωνίας προς αυτό, πράγμα που σημαίνει την έστω και βραχύχρονη κατοχή του πρωτοτύπου από το δικηγόρο, ο οποίος το παραβάλλει προς το φωτοαντίγραφο που επικυρώνει. Εξάλλου από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαιτήσεως του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η απαίτηση ή το ποσό της, δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατά το άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται, ύστερα από ανακοπή του οφειλέτου κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου, ανεξαρτήτως της υπάρξεως και της δυνατότητος αποδείξεως της απαιτήσεως με άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίστηκαν ότι η καθ' ης η ανακοπή τράπεζα για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων εγγράφων και επτά (7) τευχίδια τα οποία περιλάμβαναν αντίγραφα των λογαριασμών των πιστοχρεώσεων και το κατάλοιπο αυτών που αφορούσε τους ανακόπτοντες και οι οποίοι λογαριασμοί τηρούνταν μηχανογραφικώς, πλην όμως τα εν λόγω φωτοαντίγραφα δεν έφεραν, όπως θα έπρεπε, τη βεβαίωση του αρμόδιου υπαλλήλου της Τράπεζας που προέβη στη σχετική εκτύπωση για τη γνησιότητα της εκτύπωσης, αλλά ότι σε όλα τα τευχίδια των λογαριασμών, τα οποία είχαν συμφωνήσει τα μέρη ότι θα χρησίμευαν προς απόδειξη της απαιτήσεως της, υπήρχε επικύρωση δικηγόρου που ανέγραφε επί λέξει "ότι ακριβές αντιπεφωνημένο απόσπασμα εκ των τηρουμένων παρά της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", μηχανογραφικώς και συμφώνως προς τις διατάξεις του Κ.Β.Σ. Εμπορικών βιβλίων, το οποίο και νόμιμα επικυρώνω. Ο επικυρών δικηγόρος Αντώνης Πρίμος", η οποία όμως (επικύρωση) δεν ήταν αρκετή για να έχουν αυτά αποδεικτική δύναμη, αφού δεν υπήρχε βεβαίωση για τη γνησιότητα της εκτύπωσης, άλλως και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι τα αντίγραφα αποτελούσαν αντιπεφωνημένα από αυτά που τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή τότε η επικύρωση δεν είναι σύννομη, αφού από τη διατύπωση της επικύρωσης, προκύπτει ότι τα πρωτότυπα έγγραφα, αντίγραφα των οποίων, ο ως άνω δικηγόρος επικύρωσε, δεν υπήρχαν ποτέ στην κατοχή του, έτσι ώστε να μπορεί να τα επικυρώσει νομίμως, αλλά στην κατοχή της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας, και ότι επομένως ακύρως εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Σχετικά με τον λόγο αυτό της ανακοπής το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: " Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από την καθ' ης η ανακοπή ως άνω επικυρωμένα φωτοαντίγραφα, τα οποία κατά την ως άνω επικύρωση του δικηγόρου αποτελούν αντιπεφωνημένο απόσπασμα εκ των πρωτοτύπων εμπορικών βιβλίων που τηρούνται μηχανογραφικώς από την καθ' ης, έχουν πλήρη αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, αφού όπως προαναφέρθηκε είχαν επικυρωθεί νόμιμα από αρμόδιο προς επικύρωση δικηγόρο, που έμμεσα με τη βεβαίωση ότι αποτελεί ακριβές αντιπεφωνημένο απόσπασμα, από τα πρωτότυπα εμπορικά βιβλία, που τηρούνται από την καθ' ης μηχανογραφικώς, βεβαιώνει και την προσωρινή κατοχή του τελευταίου αυτού εγγράφου από αυτόν (δικηγόρο) άνευ της οποίας δεν θα ήταν δυνατή η βεβαίωση της ακρίβειας προς αυτό του φωτοαντιγράφου, η οποία προϋποθέτει παραβολή μεταξύ τους, που είναι λογικώς αδύνατη χωρίς τη λήψη και προσωρινή έστω κατοχή των εγγράφων που παραβάλλονται". Έτσι που έκρινε το Εφετείο: α) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που ο νόμος δεν επιτρέπει και β) δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, δηλαδή να απορρίψει ως απαράδεκτη την αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής, λόγω μη αποδείξεως της απαιτήσεως από έγγραφα που έχουν αποδεικτική ισχύ, αφού η παραδοχή του Εφετείου ότι η επικύρωση έγινε με βάση το πρωτότυπο έγγραφο, δεν σημαίνει παρά ότι αυτή (επικύρωση) έγινε με βάση γνήσια φωτοαντίγραφα που είχαν εξαχθεί από τον υπολογιστή. Οι περί του αντιθέτου τρίτος από τον αριθ. 11α' ΚΠολΔ και τέταρτος από τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του μη νόμιμα αποδεικτικά μέσα και παρά τον νόμο δεν απέρριψε την αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής ως απαράδεκτη, λόγω μη απόδειξης της απαίτησης από ιδιωτικά έγγραφα, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 112 παρ.2 του Εισ.Ν. Α.Κ. "ο αλληλόχρεος λογαριασμός κλείνει περιοδικά κάθε εξάμηνο, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όχι όμως και σε διαστήματα μικρότερα από ένα τρίμηνο. Καθένα από τα μέρη μπορεί οποτεδήποτε, με καταγγελία του, να θεωρήσει ότι ο λογαριασμός έκλεισε οριστικά, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου έχει δικαίωμα να το απαιτήσει αμέσως". Κατά δε το άρθρο 47 παρ. 2 του Ν.Δ. 13-7/1923 "ειδικές διατάξεις περί ανωνύμων εταιριών" "επί πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό η πιστούχος κλείνει τούτον, όταν θελήσει". Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων, προκύπτει ότι ο αλληλόχρεος λογαριασμός κλείνει περιοδικά κάθε εξάμηνο, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όχι όμως και σε διαστήματα μικρότερα του τριμήνου, ενώ οριστικά κλείνει οποτεδήποτε με καταγγελία οποιουδήποτε των μερών, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου έχει δικαίωμα να το απαιτήσει αμέσως (άρθρ. 112§2 Εισ.Ν. Α.Κ. σε συνδυασμό και με άρθρ. 47§2 ν.δ. 17.7/13.8. 1923). Συνεπώς, εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει στα μέρη του αλληλόχρεου λογαριασμού να τον καταγγείλουν μονομερώς και να τον κλείσουν οριστικά οποτεδήποτε, χωρίς οιαδήποτε άλλη προϋπόθεση, δεν είναι άκυρη και η τυχόν όμοια συμφωνία τους, η οποία δεν εμπίπτει έτσι στην ακυρότητα του αρθρ. 372 ΑΚ ως δήθεν συμφωνία ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής στη απόλυτη κρίση του ενός από τους συμβαλλομένους (ΑΠ 1352/2011, Α.Π. 1524/1991), η άσκηση δε του δικαιώματος αυτού ελέγχεται μόνο με τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα έκλεισε στις 28-4-2004μονομερώς τους αλληλόχρεους λογαριασμούς και κατήγγειλε τη σύμβαση, ασκώντας συμβατικό της δικαίωμα που απέρρεε από τους όρους 3, 5, 6 και 10 των υπ' αριθ. .../9-12-1988 και .../1997 συμβάσεων πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, οι οποίοι της παρείχαν το απόλυτο δικαίωμα να συνενώνει περισσότερους λογαριασμούς σε ένα, να κλείνει αυτούς κατά την κρίση της, ειδοποιώντας με απλή επιστολή τον πιστούχο και να καταγγείλει τη σύμβαση ανεξάρτητα από τη συμφωνηθείσα διάρκεια της και χωρίς ειδοποίηση του πιστούχου. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως αβάσιμο τον τρίτο λόγο της ανακοπής σύμφωνα με τον οποίο η σχετική συμβατική ρύθμιση αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 372 του Α.Κ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η περιληφθείσα στις ως άνω συμβάσεις συμφωνία για δικαίωμα της αναιρεσίβλητης Τράπεζας να κρίνει μονομερώς οποτεδήποτε και χωρίς την επίκληση σπουδαίου λόγου τους τηρούμενους αλληλόχρεους λογαριασμούς δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 372 του Α.Κ., δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή την εν λόγω διάταξη. Επομένως, ο πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει σιγή τον τρίτο λόγο της ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο ο 6ος όρος της .../1988 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και ο 10ος όρος της .../1997 όμοιας πίστωσης, δυνάμει των οποίων παρασχέθηκε στην πιστούχο αναιρεσίβλητη εταιρία το δικαίωμα να κλείνει οριστικά τους λογαριασμούς πιστώσεων οποτεδήποτε, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, καθιστώντας έτσι το τυχόν υπόλοιπο αυτών ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, συνιστούν καταχρηστικούς Γενικούς Όρους Συναλλαγών και αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του Ν. 2251/1994, παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις, είτε εκτιμηθεί ως υπαγόμενος στον αριθ. 1 είτε στον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι οι μεταγενέστερες και γενικότερες διατάξεις του Ν. 2251/1994 δεν τυγχάνουν εφαρμογής επί αλληλόχρεου λογαριασμού, καθόσον υπερισχύουν αυτών οι προγενέστερες και ειδικότερες ως άνω διατάξεις των άρθρων 112 του Εισ. Ν.ΑΚ και 47 του Ν.Δ. 17-7-/13.8.1923 που επιτρέπουν στην πιστώτρια να κλείνει οποτεδήποτε και χωρίς άλλη προϋπόθεση τον αλληλόχρεο λογαριασμό. Σε κάθε περίπτωση κατά άρθρο 2 παρ. β' της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές" καταναλωτής είναι "Κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς, οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες". Επίσης με το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής παρέχεται η δυνατότητα στα Κράτη μέλη "να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνα προς την συνθήκη για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή". Η ευχέρεια όμως δεν φθάνει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στα Κράτη μέλη να διευρύνουν τον κύκλο των προσώπων που ορίζονται ως καταναλωτές. Ως προς την έννοια του καταναλωτή εκτός της αναφοράς που γίνεται στην ανωτέρω νομολογία του ΔΕΚ, η οποία είναι δεσμευτική για τα Κράτη μέλη, υπό τη μορφή της αυθεντικής ερμηνείας (Πρωτόκολλο της 3-6-1971, κυρωθέν με το Ν. 1814/1988-Ολ.ΑΠ 1738/2009), ως σύμβαση καταναλωτή θεωρείται μόνον εκείνη που αποβλέπει στην κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εκτός του πλαισίου των επαγγελματικών ή εμπορικών του δραστηριοτήτων (Α.Π. 904/2011, Α.Π. 1738/2009). Επιβάλλεται συνεπώς συσταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 1 παρ .4 α' του Ν. 2251/1994 κατά την οποία "Καταναλωτής, είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους", ώστε να μη εμπίπτει στην έννοια του καταναλωτή το πρόσωπο που συναλλάσσεται για εμπορικούς ή επαγγελματικούς σκοπούς. Στην προκειμένη δε υπόθεση κατά την ανακοπή η απαίτηση της αναιρεσίβλητης προέρχεται και από πίστωση που έλαβε η πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία για κεφάλαια κίνησης της επιχείρησης της, δηλαδή ως έμπορος και για επαγγελματικούς σκοπούς. Επομένως, αυτή δεν είναι καταναλωτής και βέβαια δεν είναι καταναλωτές και οι εγγυητές λοιποί αναιρεσείοντες, αφού η συναλλαγή για την οποία εγγυήθηκαν δεν αφορά καταναλωτή. Επειδή, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη η ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006,4/2005). Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η απόφαση ότι , το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 του Α.Κ. και απέρριψε ως μη νόμιμο τον έβδομο λόγο της ανακοπής των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας των συμβάσεων πίστωσης, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη και παραθέτοντας αιτιολογία μόνο ως προς τον ισχυρισμό των ανακοπτόντων περί ύπαρξης μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης συμφωνίας διακανονισμού της οφειλής των, όχι δε και για τα υπόλοιπα περιστατικά που θεμελίωναν τον ισχυρισμό από το άρθρο 281 Α.Κ. και τα οποία συνίσταντο στο ότι ενώ α) η πρώτη από τους ανακόπτοντες συμμετείχε στον πλειστηριασμό ακινήτου της Α.Ε. " Λευκοσιδηρουργία Μυτιλήνης ΑΒΕΕ" με προτροπή του τότε Διευθυντή του Υποκαταστήματος της αναιρεσίβλητης στη Μυτιλήνη, β) πλειοδότησε κατά τον πλειστηριασμό, αφού δανειοδοτήθηκε προς τούτο από την αναιρεσίβλητη και κατέβαλε το πλειστηρίασμα από 110.100.000 δρχ., από το οποίο η αναιρεσίβλητη έλαβε ως καταταγείσα δανείστρια ποσό 54.605.561 δρχ., πλην ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε κατόπιν ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου, επειδή από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, η οποία παρότι διαθέτει οργανωμένη νομική υπηρεσία δεν ήλεγξε αν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις διεξαγωγής του πλειστηριασμού και ειδικότερα αν είχε γίνει οι προβλεπόμενες επιδόσεις στο Υπουργείο Οικονομικών, γ) η αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από την κατάσχεση, η οποία αποτέλεσε τη βάση για τον ακυρωθέντα πλειστηριασμό και προέβη σε νέα κατάσχεση για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της, χωρίς να καταταχθεί στον πλειστηριασμό, δ) η πρώτη από τους ανακόπτοντες πλειοδότησε και στον νέο πλειστηριασμό και εξασφάλισε έγκριση από τη Συνεταιριστική τράπεζα Λέσβου-Λήμνου για δανειοδότηση προς κάλυψη του πλειστηριάσματος, παρά ταύτα η αναιρεσίβλητη προέβη στο κλείσιμο των μεταξύ τους λογαριασμών, παρά το γεγονός ότι υφίστατο προφορική συμφωνία αναστολής εξυπηρέτησης του δανείου που είχε λάβει ανακόπτοντες για να καταβάλει το πλειστηρίασμα στον ακυρωθέντα πλειστηριασμό και παρά το γεγονός ότι εξυπηρετούντο όλες οι υπόλοιπες οφειλές της, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατος ο δανεισμός της και η επένδυση εκ μέρους της επί του ακινήτου και να απολέσει αυτή τεράστια διαφυγόντα κέρδη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα ως άνω περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να κλείσει τους μεταξύ αυτής και της πρώτης των αναιρεσιβλήτων αλληλόχρεους λογαριασμούς. Επομένως, το Εφετείο, με το να απορρίψει ως νόμω αβάσιμο τον προβληθέντα, με τον έβδομο λόγο της ανακοπής των αναιρεσειόντων, ισχυρισμό, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε ευθέως (με εσφαλμένη μη εφαρμογή) τον κανόνα ουσιαστικού του αρθ. 281 ΑΚ, εφόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και ο, ως άνω, αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (έβδομος) λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως της έλλειψης νόμιμης βάσης της δικαστικής αποφάσεως, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως, όχι δε και όταν απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη, αόριστη, απαράδεκτη ή για άλλο τυπικό λόγο (Ολ.ΑΠ 44/1990). Κατά συνέπεια, ο έκτος, από του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο η μομφή της εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, με την απόρριψη ως μη νομίμου, του από τη διάταξη αυτή εβδόμου λόγου της ανακοπής των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτος. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 περίπτ. β' του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο παραλείπει να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/1989) ή παραλείπει να συνεκτιμήσει μερικότερα περιστατικά, των οποίων έγινε επίκληση για τη θεμελίωση ενός τέτοιου ισχυρισμού. Κατά συνέπεια, εφόσον ο, με τον έβδομο λόγο της ανακοπής των αναιρεσειόντων, προβαλλόμενος ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης είναι, κατά τα προαναφερόμενα, συνολικά εκτιμώμενος, μη νόμιμος, ο ίδιος λόγος (έκτος) της αναίρεσης, εκτιμώμενος ότι προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη ορισμένα από αυτά τα περιστατικά, αποβαίνει αλυσιτελής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-6-2010 αίτηση των: εταιρίας με την επωνυμία "Α. ΑΕ", Θ. Α. και Κ. Α., για αναίρεση της 50/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ