Αριθμός 1198 /2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σιντόρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ήδη "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Καραβαργιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 15-3-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 135/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-7-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση, από 6-7-2021 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 15/2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθμ. 135/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 10-1-2019 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 4/2019) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθεσε ότι κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), η Έ. Π. (μη διάδικος), οδηγός του με αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της και ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Εrgo Ασφαλιστική Ανώνυμη Εταιρία", η οποία από 20-1-2020 μετονομάστηκε σε "Εrgo Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία", και νομίμως συνεχίζει τη δίκη (ΑΠ 917/2020), προκάλεσε από υπαιτιότητά της τον τραυματισμό του ως οδηγού της με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα να υποστεί αυτή υλικές ζημίες και να τραυματιστεί ο ίδιος. Ζήτησε δε, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία οφείλει να του καταβάλει, ως αποζημίωση (θετική ζημία), ως πρόσθετη ειδική αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 του ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 2/2020 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίστηκε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 7.140 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τον ενάγοντα, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, η, από 20-5-2020 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 16/2020) έφεση, με την οποία, επικαλούμενος εσφαλμένη εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και την καθ` ολοκληρία παραδοχή της αγωγής του. Το ως άνω δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, με αριθμ. 135/2020, απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 14.640 ευρώ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β` και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 551/2020). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 263/2022, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 88/2019). Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓΠΝ/1911. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ορίζεται ότι ''οι σημάνσεις των οδοστρωμάτων με διαγραμμίσεις ή αναγραφή λέξεων ή απεικόνιση συμβόλων χρησιμοποιούνται για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας ή για την προειδοποίηση ή καθοδήγηση αυτών που χρησιμοποιούν οδούς είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με πινακίδες σήμανσης ή σηματοδότες για να τονιστεί ή να διευκρινιστεί η σημασία αυτών'', ενώ κατά την παρ. 2 ''τα κύρια είδη των σημάνσεων επί των οδοστρωμάτων με διαγραμμίσεις είναι: α) οι κατά μήκος διαγραμμίσεις ....'', κατά δε την παρ. 8 του ίδιου άρθρου '' στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται: α) να διαβαίνουν την εκ μιας ή δύο συνεχών γραμμών, κατά μήκος, διαγράμμιση, καθώς και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής. Εξάλλου, το άρθρο 12 παρ. 1 ορίζει ότι " ... οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους ...", ενώ κατά το άρθρο 17 παρ. 1 "... ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον, εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας ...''. Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ.. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020). Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ` ουσία έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 1, 577 παρ. 3, 578 του ΚΠολΔ, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ. η αποδιδόμενη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 109/2020). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 79/2018). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 704/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 1217/2020). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες(ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, τα οποία προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 22/2020). Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (Ολ.ΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΑΠ 109/2020). Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Τούτο διότι ο Άρειος Πάγος για τη διαπίστωση της παράβασης, ελέγχει μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων και συνεπώς, η έκθεση αυτή, είναι αναγκαία προκειμένου να αποβεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα, δε, και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.ΑΠ 27/1998, Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1217/2020, ΑΠ 24/2019), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1217/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τους λόγους αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α', β' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ειδικότερα: 1) με τον υπό στοιχείο 1.1 λόγο αναίρεσης αποδίδεται ότι προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί συντρέχουσας αμέλειάς του (ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος) σε ποσοστό 50% στο ένδικο ατύχημα με την παραδοχή ότι αυτός, ως οδηγός της με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κατά τη διενέργεια απαγορευμένης κατά τον Κ.Ο.Κ. υπέρβασης του προπορευόμενου ασφαλισμένου στην εναγόμενη εταιρία αυτοκινήτου, υπέπεσε στη πλημμέλεια του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στην " παραβίαση των άρθρων 5, 12, 17, 19 του ΚΟΚ, καθόσον ο καταλογισμός υπαιτιότητας 50% για το επίδικο τροχαίο εξ αιτίας του ότι στο σημείο του ατυχήματος υπήρχε διπλή διαγράμμιση, δεν είναι νόμιμος", 2) με τον υπό στοιχείο 1.2 και 2.2 λόγο αναίρεσης αποδίδεται ότι, προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν συντρέχει επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης κατά το άρθρο 931 του ΑΚ "ενώ αποδεικνύεται με επίσημες ιατρικές πιστοποιήσεις ότι η ψυχολογική μου κατάσταση εξαιτίας του τροχαίου ατυχήματος επιδεινώθηκε κατά ποσοστό 40%, κριθείς ανάπηρος εξ αιτίας ψυχικής παθήσεως κατά ποσοστό 67% από τα επίσημα κρατικά όργανα γεγονός που επηρεάζει άμεσα το μέλλον της ζωής μου, δεδομένου ότι κατά το ατύχημα ήμουν μόλις 55 ετών " υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, 3) με τον υπό στοιχείο 1.3 και 2.1 λόγο αναίρεσης αποδίδεται ότι, προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να επιδικάσει σε αυτόν (αναιρεσείοντα) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας του τραυματισμού του το ποσό των 12.500 "παραβίασε την επιβαλλόμενη αναλογικότητα των άρθρων 2 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντ., καθόσον το εν λόγω ποσό είναι πολύ χαμηλό, ενώ άλλες αποφάσεις στην Ελλάδα, με παρόμοιες συνέπειες, επιδικάζουν μεγαλύτερα ποσά", υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και 4) με τον υπό στοιχείο 1.4 λόγο αναίρεσης αποδίδεται ότι το Εφετείο "με το να επιδικάσει για αποζημίωση υπηρεσιών συγγενικών μου προσώπων το ποσό των 40 ευρώ ημερησίως (επί 24ωρο), παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας", υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 1 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Όλοι, όμως, οι προαναφερθέντες λόγοι, κατά τις προαναφερθείσες αιτιάσεις τους, από τους αριθμούς 1 εδ. α' και β' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό τους έλεγχο. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση των λόγων αυτών, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας στο ένδικο ατύχημα, την κατ' ουσία απόρριψη του αιτήματός του για επιδίκαση ειδικής αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής του βλάβης και την επιδίκαση αποζημίωσης υπηρεσιών τρίτων (συγγενικών) προσώπων, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, παρά μόνο ελάχιστα αποσπάσματα αυτής, τα οποία επέλεξε, κατά το δοκούν, ο αναιρεσείων, αλλά με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς τους. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, αφού παραθέτει στους πιο πάνω αναιρετικούς λόγους τις διατάξεις των άρθρων 5, 12, 17 και 19 του Κ.Ο.Κ., 931 και 932 του ΑΚ, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, περιορίζεται στο να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους, κατ`αυτόν, εσφαλμένα το Εφετείο α) τον έκρινε συνυπαίτιο κατά ποσοστό 50%, β) απέρριψε την επιδίκαση πρόσθετης αποζημίωσης κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, γ) επιδίκασε μειωμένη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δ) παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας ως προς την αποζημίωση παροχής υπηρεσιών τρίτων προσώπων. Η παράθεση δε πραγματικών ισχυρισμών περιορίζεται στο να διαλάβει στους ως άνω αναιρετικούς λόγους μόνο το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκαν ως κατ` ουσία αβάσιμοι οι ως άνω ισχυρισμοί αυτού, το οποίο αιτιάται ως εσφαλμένο (ΑΠ 22/2020). Και αυτό ανεξάρτητα με το ότι με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους στο σύνολό τους πλήττεται η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1442/2021, ΑΠ 319/2017). Αναφορικά με τη θεμελίωση του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, στην επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας ως προς την επιδίκαση αποζημίωσης παροχής υπηρεσιών τρίτων προσώπων, αυτή δεν αφορά την ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν αναφέρει ότι παραβιάστηκε ή την υπαγωγή σ` αυτόν των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, αλλά υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας ο αναιρεσείων πλήττει ευθέως την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου, ως δικαστηρίου ουσίας, αναφορικά με την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς την επιδίκαση αποζημίωσης υπηρεσιών τρίτων προσώπων (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) (ΑΠ 273/2022). Ο λόγος δε αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το πιο πάνω ύψος του ποσοστού συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού (50%) στο ένδικο ατύχημα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο καθορισμός του ποσοστού εμπίπτει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) (ΑΠ 600/2021, ΑΠ 632/2010). Σε ακολουθία των παραπάνω πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε`του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 6-7-2021 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 15/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 135/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ