Αριθμός 1990/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Α. Του αναιρεσείοντος - Β, Γ, αναιρεσιβλήτου- καλούντος: Χ. Κ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος και δήλωσε ότι η από 29-10-2010 αίτηση του δεν εισάγεται ως προς τον 3ο και 5ο αναιρεσίβλητους. Των αναιρεσιβλήτων-καθών ή κλήση: Ν.Π.Δ.Δ. Δήμου Ιθώμης που κατοικοεδρεύει στο Φανάρι του Νομού Καρδίτσας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Χ. Κ. Π., 3 Θ. Κ. του Γ., 4 Φ. συζ. Θ. Κ. το γένος Κ. Π., 5Φ. Β. του Δ. και 6 Χ. Κ. του Δ., κατοίκων ... Ο μεν πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φώτιο Σπύρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. οι δε λοιποί δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Β. Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Ν.Π.Δ.Δ. Δήμου Μουζακίου, καθολικού διαδόχου του Καποδιστριακού Δήμου Ιθώμης, που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φώτιο Σπύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Γ. Των αναιρεσειόντων-καθ'ων η κλήση: 1. Χ. Κ. Π., 2 Φ. συζ. Θ. Κ. το γένος Κ. Π., 3 Θ. Κ. του Γ. και 4Χ. Κ. του Δ., κατοίκων ... Οι μεν 1ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Παναγιωτοπούλου, οι δε 2η και 3ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Χ. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 604/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με τις από α) 29-10-2010 αίτησή και τους 15-5-2012 πρόσθετους λόγους, β) 4-10-2011 αίτηση και γ)25-10-2010 αίτησή και τους από 12-12-2011 πρόσθετους λόγους. Εκδόθηκε η 375/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αφού συνεκδίκασε τις παραπάνω αιτήσεις διέταξε επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Ήδη η υπόθεση επανέρχεται με τις από 9- 4-2013 τρείς κατατεθειμένες, αντίστοιχα, κλήσεις του καλούντος. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε τις από 14-9-2012 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε Α) την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης άλλως και σε περίπτωση αποδείξεως της αναφερόμενης στο σκεπτικό ιδιότητος του μάρτυρος Γ. Μ., κατά το χρόνο εξετάσεως του, την παραδοχή του 2ου λόγου αυτής και την απόρριψη όλων των από 15-5-2012 πρόσθετων λόγων αυτής, Β) την απόρριψη όλων των λόγων της από 4-10-2011 αίτησης για αναίρεση της 604/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας και Γ) την απόρριψη όλων των λόγων της κύριας αίτησης για αναίρεσης της 604/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και των από 12-12-2011 πρόσθετων λόγων αυτής Ο αναιρεσείων και η πληρεξούσια των Γ. παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης τους και των προσθέτων λόγων, ο παραστάς αναιρεσίβλητος δικηγόρος την απόρριψή τους καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 29-10-2010, 4-10-11 και 25-10-2010 αντίθετες αιτήσεις, όπως η πρώτη και η τρίτη απ' αυτές διαμορφώθηκαν με τους από 15-5-2012 και 12-12-2011, αντιστοίχως, πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 604/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, νομίμως εισάγονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, με τις από 9-4-2013, 9-4-2013 και 9-4-2013, αντιστοίχως, κλήσεις του αναιρεσείοντος, μετά την έκδοση της 375/2013 παρεμπίπτουσας απόφασης του, με την οποία συνεκδικάσθηκαν, επειδή είναι προδήλως συναφείς μεταξύ τους και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (αρθρ. 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα - αναιρεσίβλητο Χ. Κ.: α) υπ' αριθμ. .../17-4-2013, .../17-4-2013, .../17-4-2013, .../17-4-2013 και .../17-4-2013 και β) υπ' αριθμ. .../17-4-2013 και .../17-4-2013 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητού Καρδίτσας .., προκύπτει ότι αντίγραφο της άνω κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου Χ. Κ., νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντιστοίχως: α) στους αναιρεσίβλητους (της από 29-10-2010 αίτησης) Χ. Π., Θ. Γ. Κ., Φ. συζ. Θ. Κ., Φ. Β. και Χ. Κ., αντιστοίχως και β) στους αναιρεσείοντες (της από 25-10-2010 αίτησης Θ. Κ. και Φ. Κ., αντιστοίχως. Οι προαναφερθέντες όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία συνεκφωνήθηκαν οι υποθέσεις από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους. Από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 294 εδ. α', 295§1 εδ. α', 296 εδ. α', 297, 299, 573§1 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον το δικαστήριο δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης. Η παρά τον διαγραφόμενο, όμως, από το νόμο τύπο, δήλωση του αναιρεσείοντος ότι "Δεν εισάγει την αίτηση αναίρεσης" ως προς κατονομαζόμενο διάδικο, δεν επέχει θέση παραιτήσεως από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, γιατί η με τέτοιο περιεχόμενο δήλωση δεν προβλέπεται στον Κ.Πολ.Δ και δεν είναι σαφής για την παραίτηση από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ. Κ., δικηγόρος Αθηνών, με δήλωση του επ' ακροατηρίου, που έγινε πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, δήλωσε ότι το δικόγραφο της ένδικης από 29-10- 2010 αιτήσεως του για αναίρεση της 604/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης, δεν εισάγεται ως προς τον τρίτο και πέμπτο αναιρεσίβλητους Θ. Κ. και Φ. Β., αντιστοίχως. Με το περιεχόμενο αυτό, η δήλωση αυτή δεν επέχει θέση παραίτησης από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, κατά τα προεκτεθέντα. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ356/2010, 332/2010). Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 97, 98, 100 και 102 του τουρκικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) "περί γαιών", που διατηρήθηκε σε ισχύ στις χώρες, που ήταν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους και μετά την εισαγωγή σ' αυτές της ελληνικής αστικής νομοθεσίας, κατά το άρθρο 2 του ν. 147/1914, στις βοσκήσιμες γαίες, οι οποίες είχαν αφεθεί ανέκαθεν στην κοινή χρήση των κατοίκων ενός χωριού, μόνο οι κάτοικοι του χωριού αυτού μπορούν να βόσκουν τα ζώα τους, οι γαίες δε αυτές ούτε πωλούνται ούτε αγοράζονται, είναι ανεπίδεκτες καλλιέργειας ή ανοικοδομήσεως. Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ. 2 του 2648/20.5.1917 Διατάγματος της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, η ισχύς του οποίου επεκτάθηκε σε όλο το κράτος με τον ν. 1072/1917, ορίσθηκε ότι επί των εκτάσεων, που έχουν αφεθεί κατά τον τουρκικό νόμο "περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274" (1856) στην κοινή χρήση, μεταξύ των οποίων και οι βοσκές, εξακολουθούν οι κάτοικοι να ασκούν τα δικαιώματα τους χρήσεως, μέχρις ότου ειδικός νόμος προνοήσει περί της διοικήσεως των εκτάσεων αυτών. Ακολούθως, με το άρθρο 1 εδ. α' του ν. 2074/1920, "περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", ορίσθηκε ότι οι γαίες, που έχουν αφεθεί στην κοινή χρήση, σύμφωνα με τα άρθρα 94, 95, 96, 98, 99 παρ. 1, 100 και 102 κατά τον ως άνω τουρκικό νόμο "περί γαιών", στις οποίες περιλαμβάνονται και οι βοσκήσιμες γαίες, καθίστανται περιουσία των συνοικισμών, υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προορισθεί, παραχωρούμενες στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών, οι οποίοι αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα. Κατά δε το άρθρο 12 του ν. 1051/1917, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 2074/1920, είναι εφαρμοστέο επί των ανωτέρω εκτάσεων, η περιουσία συνοικισμού, αναγνωριζομένου σε ιδιαίτερη κοινότητα, γίνεται περιουσία της κοινότητας, που θα προέλθει από τον συνοικισμό αυτό. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι από την ισχύ του ν. 2074/1920 οι κοινότητες των νέων χωρών απέκτησαν αυτοδικαίως την κυριότητα των βοσκών, οι οποίες είχαν αφεθεί ανέκαθεν, κατά το νόμο "περί γαιών", στην κοινή χρήση των κατοίκων των χωρίων, τα οποία αποτελούσαν τις κοινότητες αυτές, έστω και αν αυτές φέρουν διάφορο όνομα και ότι επομένως έπαυσε έκτοτε να υφίσταται το προγενέστερο επί των γαιών αυτών δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου (ΑΠ 306/2000, 1139/2002, 1005/2009, 1618/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της 588/1976 απόφασης... η Κοινότητα Λοξάδας... αναγνωρίσθηκε αποκλειστική κυρία: α) πεδινής χέρσας εκτάσεως...συνολικού εμβαδού 1.153 στρεμμάτων... β) λοφώδους χέρσας εκτάσεως ...εμβαδού 181 στρεμμάτων... και γ) λοφώδους χέρσας εκτάσεως...εμβαδού 33 στρεμμάτων... Με την ανωτέρω απόφαση .... που κατέστη αμετάκλητη... αναγνωρίσθηκε ότι η πρώην Κοινότητα Λοξάδας (ιδρυθείσα δια του Β.Δ της 29-8-1912) απέκτησε το δικαίωμα της κυριότητας της επί των εν λόγω εκτάσεων, τόσο με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα, μετά από παραχώρηση τους, "ως κοινόχρηστες βοσκήσιμες γαίες, κείμενες εντός των διοικητικών ορίων της" από το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους, δυνάμει των νόμων ΔΝΖ/14-2-1912 "Περί συστάσεως Δήμων και Κοινοτήτων", Ν. 1051/1917 "Περί συστάσεως και διοικήσεως Δήμων και Κοινοτήτων εν ταις Νέαις Χώραις" και Ν. 2074/1920 "Περί των εν Νέαις Χώραις κοινοτικών γαιών", όσο και με πρωτότυπο τρόπο, με τακτική (βάσει του ως άνω νομίμου τίτλου) και έκτακτη χρησικτησία, έχοντας ασκήσει επ1 αυτών, από την προσάρτηση της Θεσσαλίας (1882) και τη μετά ταύτα (1912) σύσταση της και έκτοτε (και μετά τη γενομένη το έτος 1952 αποξήρανση της ως άνω ελώδους έκτασης με την ονομασία "Σκατιάρης") συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίου, τις αρμόζουσες στη φύση και τον προορισμό τους πράξεις νομής, συνιστάμενες στη διαρκή επίβλεψη τους, στην επ' αυτών εκτέλεση εγγειοβελτικών έργων, στην εποχιακή παραχώρηση τους προς βόσκηση των ποιμνίων των δημοτών της... Στις δίκες αυτές την Κοινότητα είχε εκπροσωπήσει, ως πληρεξούσιος δικηγόρος της ο ενάγων (σημ: εδώ αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος Χ. Κ.), με τον οποίο είχε συμφωνηθεί, δυνάμει έγγραφης συμβάσεως εργολαβίας δίκης, να του καταβληθεί, ως αμοιβή, ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου επί των εκτάσεων, στις οποίες θα αναγνωριζόταν τελεσίδικα η κυριότητα της Κοινότητας (αρθρ.92 παρ. 3, 5 του ΝΔ 3026/1954 "Περί του Κωδικός των Δικηγόρων"). Έτσι, μετά την τελεσιδικία της ως άνω αποφάσεως...ο ενάγων απαίτησε την καταβολή της αμοιβής του, για την οποία άσκησε αγωγή σε βάρος της ..Κοινότητας, επί της οποίας εκδόθηκε η 254/1978 ..απόφαση που καταδίκασε την τελευταία σε δήλωση βουλήσεως, προκειμένου να του μεταβιβάσει ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου επί των ..ακινήτων εκτάσεων, όπως αυτές διαλαμβάνονταν στην 588/1976 απόφαση... Μετά την τελεσιδικία της, μεταγράφηκε νόμιμα... ο ενάγων προχώρησε σε συμβολαιογραφική αποδοχή της ..πλασματικής δήλωσης βουλήσεως...δυνάμει της., πράξης της συμβ/φου...που μεταγράφηκε... Ακολούθως ο ενάγων άσκησε αγωγή διανομής...επί της οποίας η 465/1978 απόφαση...η οποία διέταξε την αυτούσια διανομή., και όρισε να λάβει ο ενάγων αυτούσια... διαιρετά τμήματα., τα όρια και η έκταση των οποίων δεν αμφισβητούνται...συνολικής εκτάσεως 273 στρεμμάτων και 536 τμ και ειδικότερα... Κατ' εφαρμογή της ανωτέρω αποφάσεως δικαστικής διανομής, η οποία κατέστη αμετάκλητη... ο ενάγων και ο τότε νόμιμος εκπρόσωπος της Κοινότητας προέβησαν στην κατάρτιση του …/15-9-1979 συμβολαίου διανομής του...συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα...δυνάμει του οποίου ο ενάγων πίστευε ότι κατέστη αποκλειστικός κύριος...Ωστόσο όλα τα ανωτέρω έλαβαν χώρα, ενώ εξακολουθούσε να ισχύει ο.. Ν. 3250/1924 ο οποίος...επέβαλε απαγορεύσεις... Αυτή η απαγόρευση που θα μπορούσε να είχε αρθεί... είχε αποτελέσει νομικό εμπόδιο, ως προς τη συντέλεση της, από την ...Κοινότητα προς τον ενάγοντα μεταβίβασης, με νόμιμη αιτία τη δικηγορική του αμοιβή, της κυριότητας...τελικώς των 273 στρεμμάτων...διαιρετώς... Η προρρηθείσα όμως 254/1978 αμετάκλητη απόφαση... η οποία αφενός αναγνώρισε το κύρος της συμβάσεως εργολαβίας δίκης και την εκπλήρωση της από τον ενάγοντα και αφετέρου επέβαλε στην αντισυμβαλλόμενη του την υποχρέωση να τηρήσει την περί αμοιβής υπόσχεση της και να δηλώσει την περί μεταβιβάσεως του 20% εξ αδιαιρέτου βούληση της... είχε καταστεί αμετάκλητη και παρήγαγε δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων σ' αυτήν και των διαδόχων τους... Ο ενάγων κίνησε τη νόμιμη διοικητική διαδικασία και πέτυχε την έκδοση της....αποφάσεως του Νομάρχη...με την οποία ήρθη η συναφής απαγόρευση και επιτράπηκε σ' αυτόν η απόκτηση της επίδικης αγροτικής εκτάσεως που αποτελούσε την αμοιβή του. Ακολούθως... ο ενάγων έσπευσε να επαναλάβει την αποδοχή της πλασματικής δήλωσης βουλήσεως της Κοινότητας για τη μεταβίβαση του 20% εξ αδιαιρέτου... με τη σύνταξη της ...πράξης της συμβ/φου...που μεταγράφηκε νόμιμα... Με την ενέργεια του αυτή ...ο ενάγων απέκτησε έγκυρα το 20% εξ αδιαιρέτου...Όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά κρίθηκαν και από την 2/2001...τελεσίδικη απόφαση...(που) έχει ισχύ δεδικασμένου μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου Δήμου...Έτσι είχαν τα πράγματα όταν εκδόθηκε ο Ν. 3147/2003, ο οποίος ...ισχυροποίησε αναδρομικά τις συμβολαιογραφικές πράξεις που επέφεραν μεταβολή εμπραγμάτου δικαιώματος και συντάχθηκαν μέχρι την 31-12-1994, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 2 του Ν. 3250/1924 και μόνον ως προς τις παραβάσεις των εν λόγω διατάξεων. Συνεπώς...το υπ' αριθμ. .../1979 διανεμητήριο συμβόλαιο ...κυρώθηκε αναδρομικά, ως προς την παράβαση των διατάξεων του άρθρου 2 του Ν. 3250/1924... Ο ενάγων κατέστη κύριος των επιδίκων διαιρετών και αυτοτελών εκτάσεων... αποτελούν διαιρετά τμήματα των ως άνω ... μεγαλυτέρων εκτάσεων, που είναι αγροτικές, προοριζόμενες... για τη βόσκηση ποιμνίων.... Η χρήση των εκτάσεων αυτών γινόταν ανέκαθεν από τους κατοίκους της (πρώην) Κοινότητας Λοξάδας ... με αντάλλαγμα την καταβολή του εκάστοτε επιβαλλόμενου τέλους βοσκής. Η χρήση αυτή, όμως, δεν κατέστησε τις εν λόγω εκτάσεις κοινόχρηστες, κατά την έννοια των άρθρων 966 επ. ΑΚ (δηλαδή πράγματα εκτός συναλλαγής), αφού συνείδηση όλων ήταν το ότι αυτές ανήκαν στην κυριότητα του νομικού προσώπου της Κοινότητας, το οποίο τις διαχειριζόταν υπέρ των δημοτών της, αλλά και διατηρούσε το δικαίωμα να τις διαθέτει κατά βούληση.... Η κυριότητα της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Κοινότητας Λοξάδας... στις επίδικες εκτάσεις.... αποδεικνύεται ... από τα οποία βεβαιώνεται η επ' αυτών άσκηση ...διακατοχικών πράξεων... από την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος (1882) και τη μετά ταύτα σύσταση της, συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι την άσκηση της αγωγής...αλλά και ακολούθως μέχρι την έκδοση...του ν. 3147/2003. Ειδικότερα, η Κοινότητα επέβλεπε τις εν λόγω εκτάσεις ( οι οποίες...δεν συμπεριελήφθησαν στον κατά το έτος 1962 αναδασμό των αγροτικών κτημάτων της περιοχής) προσδιόριζε τις... για τη βόσκηση των ζώων περιοχές, επιβάλλοντας το προσήκον τέλος βοσκής...φρόντιζε για τη διάνοιξη... αποξηραντικών αυλακιών και την κατασκευή γεφυριών μέσα σ' αυτές (ελώδεις κατά το μεγαλύτερο μέρος τους) και μερίμνησε για την εκπόνηση μελέτης ..για την αποξήρανση...Κατ' αυτόν τον τρόπον η Κοινότητα Λοξάδας, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ήδη ο Δήμος Ιθώμης, κατέστη κυρία των επίμαχων εκτάσεων με έκτακτη χρησικτησία, αφού τις νεμήθηκε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την τριακονταετία. Πέραν τούτου όμως, η τέως Κοινότητα Λοξάδας απέκτησε την κυριότητα των πιο πάνω (μεγαλυτέρων) εκτάσεων (από τις οποίες προέρχονται τα επίδικα), που, ως βοσκήσιμες γαίες είχαν αφεθεί, σε κοινή χρήση από την περίοδο της τουρκοκρατίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94, 95, 96, 98 εδ. 1, 100, 101 του από 7 Ραμαζάν 1274 (για μας 1856) και με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα, με την παραχώρηση τους ("ως κοινόχρηστες βοσκήσιμες γαίες, κείμενες εντός των διοικητικών ορίων της"), από το Ελληνικό δημόσιο, ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους, δυνάμει των νόμων ΔΝΖ/14-2-1912...Ν. 1051/1917 "περί συστάσεως και διοικήσεως Δήμων και Κοινοτήτων εν ταις Νέαις Χώραις" και Ν. 2074/1920 "περί των εν Νέαις Χώραις κοινοτικών γαιών...Ο εναγόμενος Δήμος εξακολουθούσε και μετά την έκδοση της 2/2001 απόφασης....να επιβάλλει τέλη βοσκής στους δημότες του, που αφορούσαν το δικαίωμα βόσκησης των ζώων τους ... και στις επίδικες (διαιρετές) εκτάσεις, που ανήκουν στην κυριότητα του ενάγοντος... Οι λοιποί εναγόμενοι, δημότες του Δήμου Ιθώμης (κτηνοτρόφοι και κάτοικοι του Δ.Δ. Λοξάδας), διέρχονται, με τα κοπάδια τους, εξακολουθητκώς, κατά διάφορες χρονικές περιόδους κάθε έτους, μέσα από τα επίδικα ακίνητα και βόσκουν τα ζώα τους σ' αυτά. Με τον τρόπο αυτό οι εναγόμενοι, οι οποίοι., αμφισβητούν ρητά το δικαίωμα της κυριότητας του ενάγοντος στα επίδικα ακίνητα, διαταράσσουν την επ'αυτών κυριότητάτου, αφού εναντιώνονται έμπρακτα στο θετικό και αποθετικό περιεχόμενο του επίμαχου δικαιώματος του. Περαιτέρω... προέκυψε ότι όλες οι επίδικες εκτάσεις είναι χέρσες και ουδέποτε καλλιεργήθηκαν μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, αλλά ούτε μπορούν και σήμερα να καλλιεργηθούν, εάν προηγουμένως δεν εκχερσωθούν και εάν το έδαφος τους δεν διαμορφωθεί ανάλογα. Για την εκχέρσωση τους απαιτούνται μεγάλα χρηματικά ποσά, έτσι ώστε να καταστεί δυνατόν να καλλιεργηθούν, ενώ ουδέποτε μέχρι σήμερα εκδήλωσε κανείς ενδιαφέρον να τις μισθώσει ή υπήρξαν αντικείμενο οποιασδήποτε άλλης εκμετάλλευσης από τον ενάγοντα ή τον δικαιοπάροχο του - Δήμο Ιθώμης.... Εξάλλου, η πεδινή (σήμερα) περιοχή με την ονομασία "Σκατιάρης", στην οποία περιλαμβάνεται και η έκταση στην ειδικότερη θέση με την ονομασία "Οβορός", μέχρι το έτος 1952, ήταν ελώδης, ενώ οι λοιπές επίδικες εκτάσεις είναι λοφώδεις, όλες όμως χρησίμευαν ανέκαθεν αποκλειστικά και μόνο για τη βόσκηση ζώων, αντί των ανάλογων τελών βοσκήσεως που επέβαλε η Κοινότητα Λοξάδας... Μία...μοναδική φορά, κατά το έτος 1981, αποφάσισε η ως άνω δικαιοπάροχος του ενάγοντος, τέως Κοινότητα Λοξάδας, μετά από σχετική απόφαση του κοινοτικού της συμβουλίου, να διενεργήσει δημοπρασία για την εκμίσθωσή της, αλλά η απόφαση αυτή δεν εγκρίθηκε από το Νομάρχη Καρδίτσας, ύστερα από τις διαμαρτυρίες του κτηνοτροφικού συλλόγου Λοξάδας. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την ασαφή και γενικόλογη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως περί του ότι ο ενάγων θα εκμίσθωνε τα επίδικα για ιπποτροφείο, το οποίο....παρίσταται ως απλό ενδεχόμενο, χωρίς σε κάθε περίπτωση να προκύπτει οποιαδήποτε παρασκευαστική προς τούτο πράξη του ενάγοντος (βλ. και τις προσκομιζόμενες, υπ' αριθμ. 53/1986 απόφαση του Πολ. Πρωτοδικείου Καρδίτσας και υπ' αριθμ. 907/1987 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου....). Επομένως...δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, εάν δεν μεσολαβούσε η επί των επιδίκων παράνομη και υπαίτια διατάραξη της κυριότητάς του από τις ανωτέρω ενέργειες των εναγομένων, θα είχε εκμισθώσει τα εν λόγω ακίνητα σε τρίτους, για να τα καλλιεργήσουν με "βαμβάκι, καπνό, σίτο, καλαμπόκι, τριφύλλι, υδροπέπονα" ή για να κατασκευαστούν σ' αυτά "μονάδες ιπποφοράδων", όπως ο ίδιος υποστηρίζει...και ότι απ' αυτήν την αιτία απώλεσε το συνολικό ποσό των 61.880 ευρώ...που αντιστοιχούν στα εισοδήματα από τα μισθώματα, τα οποία προσδοκούσε ότι θα κέρδιζε με πιθανότητα και σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχαν ληφθεί, στοιχεία που δεν προέκυψαν από τις αποδείξεις... Συνακόλουθα...πρέπει: α) να γίνουν δεκτές η αναγνωριστική και η αρνητική της κυριότητος του ενάγοντος αγωγές...και β) να απορριφθεί...ως ουσία αβάσιμη η σωρευόμενη...αγωγή αποζημιώσεως για την επικαλούμενη αποθετική του ζημία..". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών- που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα- στις αναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου τόσο του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών", όσο και των ν. 147/1914, 1051/1917, 2074/1920, όπως ισχύουν, 966 επ. 968 επ., 297, 298, 914, 926 ΑΚ που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε σχετικώς στην απόφαση του σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων, και ειδικότερα: Α) Ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού: α) ότι η δικαιοπάροχος του ενάγοντος Κοινότητα Λοξάδας, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε με νόμο ο εναγόμενος Δήμος, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα τις επίδικες εκτάσεις, τόσο πρωτοτύπως όσο και παραγώγως, τις οποίες είχε το δικαίωμα να διαθέτει σε τρίτους, β) ότι η εν λόγω Κοινότητα συνομολόγησε με τον ενάγοντα, δυνάμει έγγραφης συμβάσεως εργολαβίας δίκης (κατ' άρθρο 92 παρ. 3 και 5 ΝΔ 3026/1954), με νόμιμη αιτία τη δικηγορική του αμοιβή, τη μεταβίβαση, κατά κυριότητα, του προδιαληφθέντος ποσοστού (20%) εξ αδιαιρέτου, επί των τελεσιδίκως αναγνωριζομένων ως ανηκόντων στην κυριότητα της εκτάσεων, γ) ότι η 254/1978 απόφαση, η οποία αναγνώρισε το κύρος της συμβάσεως εργολαβίας δίκης, την εκπλήρωση της από τον ενάγοντα και επέβαλε στην Κοινότητα την υποχρέωση να τηρήσει την περί αμοιβής υπόσχεση της και να δηλώσει την περί μεταβιβάσεως του εν λόγω ποσοστού επί των άνω ακινήτων βούληση της κατέστη αμετάκλητη και παρήγαγε δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων σ' αυτήν και των διαδόχων τους, δ) ότι ο ενάγων αφενός απέκτησε έγκυρα, μετά την τήρηση της νόμιμης διοικητικής διαδικασίας και τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Νομάρχου το 20% εξ αδιαιρέτου της μείζονος εκτάσεως, μετά δε τη δημοσίευση του Ν. 3147/2003 και την αναδρομική κύρωση, (ως προς την παράβαση των διατάξεων του άρθρου 2 του νόμου αυτού και άρθρου μόνου Ν. 2148/52), του υπ' αριθμ. .../1979 διανεμητηρίου συμβολαίου, νομίμως μεταγεγραμμένου, τις επίδικες διαιρετές και αυτοτελείς εκτάσεις, Β) ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα του ισχυρισμού των εναγομένων, ότι τα επίδικα ακίνητα εμπίπτουν στην, κατ' άρθρο 966 επ. ΑΚ έννοια των "κοινοχρήστων" και "εκτός συναλλαγής" πραγμάτων, Γ) ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα της σωρευόμενης στο αγωγικό δικόγραφο, αγωγής αποζημιώσεως, λόγω διαφυγόντων κερδών, ως εκ της μη αποδείξεως δυνατότητας εκμισθώσεως των (εν λόγω ακινήτων) για τον επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα σκοπό (καλλιέργεια με τα αναφερθέντα προϊόντα ή για την κατασκευή επ' αυτών των άνω μονάδων) καθώς επίσης και ελλείψει οποιουδήποτε προς τούτο ληφθέντος απαιτουμένου προπαρασκευαστικού μέτρου. Συνεπώς, με τις άνω παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση και κατ' ακολουθίαν οι: Δεύτερος λόγος της κύριας από 25-10-2010 αίτησης αναίρεσης (των Χ. Π. κλπ), ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αυτής, ο πρώτος λόγος της από 4-10-2011 αίτησης αναίρεσης (του Δήμου), ο πρώτος λόγος της από 29-10-2010 κύριας αίτησης αναίρεσης (του Χ. Κ.) και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αυτής, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Ο πρώτος λόγος της από 4-10-2011 αίτησης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι παραβιάσθηκαν ευθέως οι διατάξεις των άρθρων 180,174, 175, 966, 967 και 970 ΑΚ και εκείνες του άρθρου 187 παρ. 1δ' του ΝΔ 2888/1954 "Κύρωση τέως ΚΔΚ", με την αιτίαση ότι προκειμένων κοινόχρηστων βοσκήσιμων γαιών και άρα εκτός συναλλαγής πραγμάτων, είναι άκυρα τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, που ο ήδη αναιρεσίβλητος, επικαλείται ως τίτλους κτήσεως κυριότητας του επί των επιδίκων είναι απορριπτέος, προεχόντως διότι θεμελιώνεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε αντιθέτως δεκτό ότι η δικαιοπάροχος του ήδη αναιρεσίβλητου Κοινότητα, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα τις επίδικες εκτάσεις, το μεν πρωτότυπος, το δε παραγώγως (δυνάμει των Ν. 1051/1917 και 2027/1920), καθώς και ότι η χρήση αυτών γίνονταν με αντάλλαγμα την καταβολή του τέλους βοσκής και ουδέποτε κατέστησαν κοινόχρηστες, κατά την έννοια των άρθρων 966 επ. ΑΚ., συνείδηση δε όλων ήταν ότι αυτές ανήκαν στην κυριότητα του νομικού προσώπου της Κοινότητας, το οποίο τις διαχειριζόταν υπέρ των δημοτών της, αλλά διατηρούσε το δικαίωμα να τις διαθέτει κατά βούληση". Με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίκληση των αναιρετικών αυτών λόγων, πλήττεται απαράδεκτος η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων, από το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, από την επισκόπηση και την εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου, προκύπτει ότι σ' αυτό διαλαμβάνονται ως πραγματικοί ισχυρισμοί, όλα τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδεδειγμένα, κατά τα ανωτέρω, και τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, συγκροτούν το πραγματικό των εφαρμοσθεισών διατάξεων. Κατά συνέπεια, δεν έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε την αγωγή ορισμένη και ο περί του αντιθέτου, δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος της από 4-10-2011 αιτήσεως, είναι, αβάσιμος. Ο πρώτος λόγος της από 25-10-2010 κύριας αίτησης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την ίδια αιτίαση, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι. Και τούτο διότι από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση: α) της 109/2008 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της αγωγής αυτής, προκύπτει ότι οι ήδη αναιρεσείοντες ερημοδίκησαν, κατά τη συζήτηση αυτής, ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου και επομένως ουδόλως προέβαλαν τότε ισχυρισμό περί αοριστίας του δικογράφου της ένδικης αγωγής, β) της, από 4-11-2008 έφεσης που άσκησαν οι ίδιοι, κατά της πρωτόδικης απόφασης, προκύπτει επίσης ότι ουδόλως προέβαλαν, με λόγο έφεσης την αοριστία του δικογράφου της αγωγής, γ) των προσκομιζομένων από 20-2-2010 έγγραφων προτάσεων τους ενώπιον του Εφετείου Λάρισας, προκύπτει ομοίως ότι ουδόλως επικαλέστηκαν αοριστία του δικογράφου της ένδικης αγωγής και κατ' ακολουθίαν, εφόσον η αοριστία αυτή δεν προκύπτει ότι προτάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσαπαιτείται, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και πάντως δεν αφορά τη δημόσια τάξη, δεν ιδρύονται οι ρηθέντες αναιρετικοί λόγοι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Λόγος αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια του κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά κατά τη εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ίδιος πρώτος πρόσθετος λόγος της από 25-10-2010 αίτησης αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον προσάπτεται στο Εφετείο η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι, "..Όταν γίνεται λόγος για κοινόχρηστες βοσκήσιμες γαίες και για λιβάδια όπου βόσκουν ελεύθερα τα ζώα και ειδικότερα όταν γίνεται επίκληση και εφαρμογή του ν. 2074/1920, τότε αναμφίβολα πρόκειται για κοινόχρηστα, δηλαδή για εκτός συναλλαγής ακίνητα και άρα οποιεσδήποτε και οσεσδήποτε δικαιοπραξίες έχουν καταρτιστεί με αντικείμενο τη μετάθεση κυριότητας τέτοιων εκτάσεων είναι απολύτως άκυρες και συνεπώς ουδέποτε ο αντίδικος απέκτησε την κυριότητα τέτοιων εκτάσεων", είναι απορριπτέος προεχόντως διότι θεμελιώνεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού με την προσβαλλόμενη έγινε αντιθέτως δεκτό ότι η δικαιοπάροχος του ενάγοντα Κοινότητα, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα τις επίδικες εκτάσεις, το μεν πρωτοτύπως, το δε παραγώγως (δυνάμει των Ν. 1051/1917 και 2027/1920), καθώς και ότι η χρήση αυτών γίνονταν με αντάλλαγμα την καταβολή του τέλους βοσκής και ουδέποτε κατέστησαν κοινόχρηστες, κατά την έννοια των άρθρων 966 επ. ΑΚ. Ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της από 29-10-2010 αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τη ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια (εκ του άρθρου 559 αρ. 1β' Κ.Πολ.Δ.) είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση αυτής, καθόσον αφορά την παραδοχή της ότι, δεν αποδείχθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση δυνατότητα εκμισθώσεως των ακινήτων αυτών προς τρίτους, για τον επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα σκοπό, ούτε λήψη των αναγκαίων προς τούτο προπαρασκευαστικών μέτρων, στην πραγματικότητα πλήττει αυτή για παραβίαση διδάγματος κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις, πλήττεται απαράδεκτος η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων, από το δικαστήριο της ουσίας. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.ΠολΔ., λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 821/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτήν προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη όλα τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, δηλαδή " Τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως...καθώς και την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος...μάρτυρος του εκκαλούντος Φ. Β., όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα...είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά, χωρίς να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς ...και τα διδάγματα της κοινής και λογικής... " σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, δεν δέχθηκε παρά τον νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και ειδικότερα τα σχετικά με την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης εργολαβίας δίκης, την απόκτηση πλήρους κυριότητας της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Κοινότητας επί της μείζονος εκτάσεως και των επιδίκων, και την έλλειψη του χαρακτήρα αυτών ως κοινοχρήστων, κατά την έννοια των άρθρων 966 επ. ΑΚ, αλλ' αντιθέτως οδηγήθηκε στη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με τα ανωτέρω, μετά αξιολόγηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων και των αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων. Κατ' ακολουθία, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος 2ος και 4ος, κατά το τελευταίο σκέλος του, πρόσθετοι λόγοι της από 25-10-2010 αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, 970/2002,1351/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, αβάσιμοι είναι επίσης: α) Ο τρίτος πρόσθετος λόγος της από 25-10-2010 αιτήσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις επικαλούμενες δικαστικές αποφάσεις και τη με αριθμ. καταθ. 29/1973 αγωγή της τότε κοινότητας Λοξάδας που οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών τους, β) Ο πρώτος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι της από 29-10-2010 αιτήσεως, ομοίως εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τους οποίους, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα (δικαστικές αποφάσεις, εισηγητικές εκθέσεις, έγγραφα, συμβολαιογραφικά έγγραφα), που ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών του. Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη (και) "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς" σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στην οποία γίνεται αναφορά σε όλες σχεδόν τις εν λόγω δικαστικές αποφάσεις, την αγωγή, τα έγγραφα και ιδίως τα συμβολαιογραφικά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 παρ. 3 και 415 έως 420 Κ.Πολ.Δ. και 61, 65, 67 και 70 του Α.Κ. συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεως αυτού. Τούτο συνάγεται ιδίως από το ως άνω άρθρο 415 του Κ.Πολ.Δ. που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεως τους, αλλ' η εξέταση αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου - λύση προδήλως άτοπη (Ολ. Α.Π. 745/2007, 1312/2002). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 Ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", "Ο Δήμος διοικείται από το δημοτικό συμβούλιο, τη δημαρχιακή επιτροπή και το Δήμαρχο", κατά το άρθρο 86 παρ. 1 αυτού "Ο Δήμαρχος εκπροσωπεί το Δήμο στα Δικαστήρια και σε κάθε δημόσια Αρχή". Περαιτέρω, στους Δήμους και στις Κοινότητες που συστήθηκαν με το άρθρο 1 του ν. 2539/1997 (ΦΕΚ 244 Α'), η εδαφική περιφέρεια κάθε Q.T.A. που καταργήθηκε και κάθε οικισμού που προσαρτήθηκε αποτελεί υποδιαίρεση της ενιαίας εδαφικής περιφέρειας του νέου Δήμου ή της Κοινότητας και ονομάζεται "Τοπικό Διαμέρισμα". Τέλος, κατά το άρθρο 129 παρ. 5 Ν. 3463/2006 "Ο πρόεδρος του συμβουλίου του τοπικού διαμερίσματος: α. Μετέχει στις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 95" κατά την οποία: "Στις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου προσκαλείται ο πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου, όταν στην ημερήσια διάταξη περιλαμβάνονται θέματα, που αφορούν το αντίστοιχο τοπικό διαμέρισμα..." Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κύριας από 29-10-2010 αίτησης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11α' Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, μη επιτρεπόμενο από το Νόμο, αποδεικτικό μέσο και δη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του πρώτου εναγομένου Δήμου Ιθώμης, Γ. Μ. του Κ., η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος "ήτο και είναι μέλος της διοικήσεως του εναγομένου Δήμου Ιθώμης, ως πάρεδρος της Κοινότητος Λοξάδος και μέλος της επιτροπής, που εφορεύει τα των επιδίκων βοσκήσιμων εκτάσεων, κατά την υπ' αριθμ 147/2006 απόφασιν του Δήμου Ιθώμης, εγκριθείσης νομίμως με αυξ. αριθμ. Πρωτ. 20095/28-12-2006 εκ της Γενικής Δ/νσεως Περιφερείας Νομού Καρδίτσης" καθώς επίσης "και το πρακτικόν ορκωμοσίας από 30 Δεκεμβρίου 2006 των μελών του διοικητικού Συμβουλίου Δήμου Ιθώμης, ένθα και ο εξετασθείς ως μάρτυς..", κατά τα διαλαμβανόμενα στον αναιρετικό αυτό λόγο. Πλην όμως: α) από το τελευταίο αυτό έγγραφο, δεν προκύπτει ότι τούτο αφορά ορκωμοσία μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου Δήμου, αλλά την καθοριζόμενη από την αναφερόμενη σ' αυτό σαφώς, διάταξη του άρθρου 70 Ν. 3463/2006 "Ορκωμοσία των Μελών των Διαχειριστικών Επιτροπών", η οποία πραγματοποιείται μετά την τελεσίδικη επικύρωση της εκλογής και ανακήρυξη του επιτυχόντος και των επιλαχόντων συνδυασμών από τα μέλη των Διαχειριστικών Επιτροπών πριν από τη συγκρότηση τους σε Σώμα και β) από την 147/2006 απόφαση του αναιρεσίβλητου Δήμου Ιθώμης, ουδόλως προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη σ' αυτή συνεδρίαση της 23-11-2006 ο Γ. Μ. είχε την ιδιότητα μέλους του ΔΣ αυτού, αλλά μόνον ότι ο Πάρεδρος του Δ.Δ Λοξάδος ορίσθηκε μέλος της επιτροπής για τον έλεγχο βοσκών. Συνακόλουθα, δεν αποδείχθηκε η αποδιδόμενη σ' αυτόν ιδιότητα και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον 2° λόγο της κύριας αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια (εκ του άρθρου 11 α' Κ.Πολ.Δ) είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον πρώτο και πέμπτο, κατά το τελευταίο σκέλος τους, πρόσθετους λόγους της από 29-10-2010 αιτήσεως, πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση, ότι το Εφετείο "παρίδεν τελεσιδίκους αποφάσεις δια τα αυτά ακίνητα, ίδιον έννομον σχέσιν και το αυτό αίτημα και το εξ αυτών απορρέον δεδικασμένον .... ως η υπ' αριθμ. 588/1976 και 536/1977 Εφ. Λαρίσης, πέραν του δεδικασμένου περί της κυριότητος εδέξαντο και πλήρες το γεγονός αποδεδειγμένον ότι αι επίδικαι εκτάσεις απεξηράνθησαν το έτος 1952 και επομένως εψεύσθη ο μάρτυς του αντιδίκου δήμου, τ' εναντία ειπών. Τούτο αυτό και αι λοιπαί αποφάσεις υπ' αριθμ. 627/1984 Πολ.Πρωτ. Καρδίτσης και 922/1986 Εφετείου Λαρίσης περί του αυτού γεγονότος , αλλά και ότι δια τα αυτά ακίνητα εχώρησα εις καλλιέργεια τότε αλλά παρεκώλυσαν και τότε οι αντίδικοι εις την καλλιέργειαν αυτών και απεδέχθην... την αγωγή μου αποζημιώσεως εκ εκμισθώσεως. Το αυτό και αι υπ' αριθμ. 471/1983 και 322/1984 με τους αυτούς διαδίκους ή γονέων των.." είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν καθορίζεται, αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου, ούτε, σε κάθε περίπτωση, είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των πρόσθετων λόγων με παραπομπή στα διαλαμβανόμενα σε άλλα έγγραφα (Ολ.ΑΠ 27/1998, 32/1996, ΑΠ 509/2002), ενώ με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίκληση του αναιρετικού αυτού λόγου, πλήττεται απαραδέκτως, η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Τέλος, ο ίδιος πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση επιγραμματικά η εκ του αριθμ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της από 29-10-2010 αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίο "Η εκκαλουμένη απόφαση, καταδήλως έσφαλε εις την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, ήτοι των εν αυτή εγγράφων στοιχείων, απαριθμουμένων δικαστικών αποφάσεων, μαρτυρικών καταθέσεων, σχέσιν εχουσών με τα αυτά ακίνητα.... εις πρότερον βέβαια χρόνον, ότε λόγω ελλείψεως διοικητικής αδείας άρσεως απαγορεύσεως ν.2148/1952 επανέλαβον εξ αρχής τη...διαδικασία..." Οι ως άνω αιτιάσεις όμως, δεν εμπίπτουν στην έννοια των "πραγμάτων" με την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αλλά αποτελούν επιχειρήματα συναγόμενα από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, και δεν ιδρύουν τον ρηθέντα αναιρετικό λόγο, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με το δεύτερο πρόσθετο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το ως άνω σκέλος του είναι απορριπτέα. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9, 14 και 16 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικές πλημμέλειες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του. Μετά απ' αυτά, πρέπει: α) να απορριφθεί η υπό κρίση από 29-10-2010 αίτηση αναίρεσης του Χ. Κ., όπως διαμορφώθηκε αυτή με τους από 15-5-2012 πρόσθετους λόγους της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου αναιρεσίβλητου Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία θα καθοριστούν μειωμένα, σύμφωνα με το αρθρ. 281 του Ν. 3463/2006 (ΔΚΚ), β) να απορριφθεί η υπό κρίση από 4-10-2011 αίτηση αναίρεσης του Δήμου Μουζακίου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία θα καθοριστούν μειωμένα, σύμφωνα με το αρθρ. 281 του Ν. 3463/2006 (ΔΚΚ), 3) να απορριφθεί η υπό κρίση από 25-10-2010 αίτηση αναίρεσης των Χ. Π., Φ. συζ. Θ. Κ., Θ. Κ. και Χ. Κ., όπως διαμορφώθηκε με τους από 12-12-2011 πρόσθετους λόγους ως προς τον πρώτο και τέταρτο αναιρεσείοντα και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 29-10-2010 αίτηση του Χ. Κ. του Α., όπως διαμορφώθηκε με τους από 15-5-2012 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 604/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.- Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου αναιρεσίβλητου Δήμου, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.- Απορρίπτει την από 4-10-2011 αίτηση του Δήμου Μουζακίου, για αναίρεση της ίδιας 604/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.- Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.- Απορρίπτει την από 25-10-2010 αίτηση των Χ. Π., Φ. συζ. Θ. Κ., Θ. Κ. και Χ. Κ., όπως διαμορφώθηκε με τους από 12-12-2011 πρόσθετους λόγους ως προς τον πρώτο και τέταρτο αναιρεσείοντα για αναίρεση της ίδιας 604/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.- Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ