Αριθμός 1767/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α. Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Δημητρακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4451/...19 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 597/...21 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/7/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 16.7.2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 597/2021 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσιβλήτου - εκκαλούντος - εναγομένου, κατά της 4451/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την από 24.12.2018 αγωγή, δέχθηκε την ως άνω έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ως άνω αγωγή την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 144 ΚΠολΔικ, ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, το ανωτέρω δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων του (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Οι εγγυητικές επιστολές, που εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία των τραπεζικών εγγυοδοτικών συμβάσεων, εκδίδονται από τράπεζες και αποτελούν ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγύησης, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής (ΑΚ 361), χαρακτηριστικό των οποίων είναι ότι με αυτές οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στο δανειστή του ποσού, που καλύπτει η εγγυητική επιστολή, χωρίς ο τελευταίος να προσφύγει στα δικαστήρια και στη χρονοβόρα διαδικασία τους. Δηλαδή, η τράπεζα, που εκδίδει την εγγυητική επιστολή, αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει σε δανειστή του πελάτη εντολέα της το αναγραφόμενο στην επιστολή ποσό. Η εγγυητική επιστολή συνάπτεται με σύμβαση μεταξύ πελάτη εντολέα και τράπεζας, η οποία, πρέπει να είναι έγγραφη και έχει ενοχικό χαρακτήρα, αφού με αυτή γεννάται υποχρέωση της εγγυοδότριας τράπεζας και αντίστοιχο δικαίωμα του λήπτη σε ορισμένη παροχή. Επίσης έχει ετεροβαρή χαρακτήρα, αφού γεννά υποχρεώσεις μόνο σε βάρος της εκδότριας, τράπεζας και όχι και για το λήπτη. Η δημιουργούμενη δε, με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής, τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυοδότη (τράπεζας) και του δανειστή που, όπως αναφέρθηκε, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, καταρτιζόμενη στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ), διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ, περί εγγύησης, εφόσον οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με αυτή. Περαιτέρω, η εγγυητική επιστολή με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση", έχει την έννοια, ότι η τράπεζα εγγυάται προς το δανειστή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη, με την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, χωρίς δυνατότητα ελέγχου του υπαρκτού έγκυρης οφειλής και του λόγου κατάπτωσης της εγγύησης, καθώς και της προβολής ένστασης δίζησης. Έτσι, επί εγγυητικής επιστολής, όπως και επί εγγύησης του ΑΚ, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των σχετικών διατάξεων και της θεσπιζόμενης με το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι η παρέχουσα την εγγυητική επιστολή τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή ποσό χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς το δικαίωμα προβολής της ένστασης δίζησης, καθώς και κάθε άλλης μη προσωποπαγούς ένστασης του πρωτοφειλέτη. Δεν καθίσταται όμως η εγγυητική επιστολή αφηρημένη υπόσχεση χρέους, ούτε αποβάλλει το χαρακτήρα της ως σύμβασης εξασφαλιστικής των δικαιωμάτων του οφειλέτη από τη βασική σχέση και με την έννοια αυτή η τράπεζα δεν υποχρεούται να καταβάλει στο δανειστή για αιτία, η οποία δεν καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή (ΑΠ 561/...21, 1669/...22, 761/......, 1793/...08, 16/...08). Έτσι, εξασφαλίζεται ο δανειστής εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η εγγυητική επιστολή, με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση" ή "απλή ειδοποίηση" - που συνήθως εκδίδεται με την μεσολάβηση Τράπεζας - στην άμεση απόλαυση του ποσού αυτής, αφού η Τράπεζα που ανέλαβε πλέον την υποχρέωση να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση, δεν μπορεί να αρνηθεί την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής προς το δανειστή, επικαλούμενη ανυπαρξία ή πλημμέλεια της βασικής σχέσης ή ακόμη και να αμφισβητήσει τον λόγο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, υποχρεούται δηλαδή προς πληρωμή της ανεξάρτητα από την ελαττωματικότητα ή την τύχη της βασικής σχέσεως (σχέσεως αξίας) μεταξύ του δέκτη της επιστολής και του οφειλέτη του, υπέρ του οποίου αυτή έχει εκδοθεί (ΑΠ 1669/...22, 561/...21, 761/......, 1942/...13). Πολύ δε περισσότερο η τράπεζα δεν μπορεί να αντιτάξει και ενστάσεις, που απορρέουν από τη σχέση κάλυψης, ήτοι αυτή που συνδέει την ίδια και τον πελάτη εντολέα της, ήτοι ενστάσεις αναγόμενες στην ύπαρξη, την ελαττωματικότητα ή την ανώμαλη εξέλιξη της μεταξύ τους σχέσης, καθόσον ο εντολέας της δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στην εγγυοδοτική σύμβαση της τράπεζας και του λήπτη της εγγυητικής επιστολής- δανειστή του εντολέως της. Δεν αποκλείεται όμως η απόκρουση της πληρωμής από την εγγυήτρια τράπεζα με την προβολή ενστάσεων από την εγγυητική επιστολή ως σύμβαση και αναφέρονται γενικά στο κύρος της είτε από τυπική είτε από ουσιαστική άποψη, όπως η ένσταση ελλείψεως του νομίμου τύπου ή της παρόδου του χρόνου της ισχύος της επιστολής (ΑΠ 431/...15), ή περαιτέρω και με την προβολή ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, όταν εκείνη γνωρίζει κατά τρόπο αξιόπιστο και αναμφισβήτητο ότι δεν συντρέχει ουσιαστικός λόγος κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής (ΑΠ 1669/...22, 1651/...13, 1403/...08). Επί πλέον μετά την τυχόν κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής σε πρώτη ζήτηση και την καταβολή του ποσού της από την τράπεζα στον δανειστή υπέρ του οποίου δόθηκε, ο πρωτοφειλέτης, εντολέας της εγγυήτριας τράπεζας, ο οποίος είναι αυτός που ουσιαστικά και τελικά βαρύνεται να καταβάλει το ποσό της εγγυητικής επιστολής, το οποίο η τράπεζα δικαιούται να εισπράξει από εκείνον, επικαλούμενος ότι δεν συντρέχει πραγματικός ή νομικός λόγος καταπτώσεως της εγγυητικής επιστολής, νομιμοποιείται να στραφεί εναντίον του δανειστή που εισέπραξε το ποσό της βάσει της συνδέουσας αυτούς έννομης σχέσης και να ζητήσει ό,τι ο τελευταίος εισέπραξε χωρίς νόμιμη αιτία. Η αναζήτηση αυτή εκ μέρους του οφειλέτη θα γίνει με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) ή και αδικοπραξίας (άρθρα 914 και 919 ΑΚ), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της τελευταίας (ΑΠ 270/...23, 761/......, 561/...21, ...18/...14, 1793/...08, 16/...08). Από αυτά προκύπτει ότι θεμελιώδες χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανωτέρω εγγυοδοτικής σύμβασης είναι ο αυτόνομος χαρακτήρας της, αφού μόνη η σύμβαση περί πληρωμής της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής σε περίπτωση κατάπτωσής της, αρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του λήπτη, ανεξάρτητα από την ομαλή ή ανώμαλη εξέλιξη τόσο της βασικής σχέσης (δανειστή/λήπτη - οφειλέτη/εντολέα τράπεζας), όσο και της σχέσης κάλυψης (τράπεζας/πελάτη, εντολέα της), της οποίας (σχέσης κάλυψης), επομένως το δικαίωμα του λήπτη από την εγγυητική επιστολή δεν είναι παρεπόμενο (ΑΠ 270/...23, 561/...21). Οι ίδιες, ως άνω, διατάξεις εφαρμόζονται και επί αντεγγυήσεως, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο είδος εγγυήσεως και στην οποία ο αντεγγυητής αναλαμβάνει έναντι του εγγυητού την ευθύνη ότι ο πρωτοφειλέτης θα εκπληρώσει τις έναντι αυτού υποχρεώσεις του και ότι θα ικανοποιηθεί η κατά του πρωτοφειλέτου απαίτησή του, η οποία θα αποκτηθεί με την τυχόν εκ μέρους αυτού (εγγυητού) ικανοποίηση του δανειστού από τη γένεση αντιστοίχου δικαιώματος αναγωγής ή από υποκατάσταση κατ` άρθρο 858 ΑΚ στα δικαιώματα του δανειστού. Ο αντεγγυητής δηλαδή είναι εγγυητής της αναγωγής του εγγυητού κατά του πρωτοφειλέτου. Στην περίπτωση αυτή το καταβαλλόμενο ποσό της εγγυήσεως συνιστά δαπάνη του εγγυητού για την κανονική εκτέλεση της συμβάσεως ανάμεσα σ` αυτόν και τον πρωτοφειλέτη, είναι δε αποδοτέο στον πρώτο, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 722 Α.Κ. και τοκοφόρο (άρθ. 301 ΑΚ), από το χρόνο της δαπάνης. Κανονική δε εκτέλεση της εντολής υφίσταται εφόσον ο εντολοδόχος εκτελεί την υποχρέωση του σύμφωνα με τη σύμβαση, συμμορφούμενος προς ρητές ή επιτακτικές οδηγίες του εντολέως ή, αν αυτές είναι ενδεικτικές, εφόσον έπραξε κάθε τι που επέβαλλε η φύση της υποθέσεως που του ανατέθηκε (Ολ. ΑΠ 10/1992, 270/...23, 1273/...14, 862/1996, 692/1995). Όσον αφορά δε γενικότερα στην αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενδέχεται στη σχέση δότη και λήπτη του πλουτισμού να παρεμβάλλεται και τρίτο πρόσωπο, οπότε δημιουργείται τριμερής σχέση μεταξύ του τρίτου, του δότη και του λήπτη του πλουτισμού, αναλυόμενη συνήθως σε δυο μερικότερες σχέσεις, δηλαδή τη σχέση του τρίτου προς το δότη του πλουτισμού (σχέση κάλυψης) και αυτή του τρίτου προς τον λήπτη του πλουτισμού (σχέση αξίας). Σε μια τέτοια περίπτωση πραγματικά ζημιούμενος και συνεπώς δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό μπορεί να είναι ο τρίτος, όπως συμβαίνει όταν ο δότης του πλουτισμού, με υπόδειξη του τρίτου και προκειμένου να αποσβέσει χρέος του τρίτου προς το λήπτη του πλουτισμού, που όμως στην πραγματικότητα δεν οφείλεται, κατέβαλε σ' αυτόν το ισόποσο του μη υφιστάμενου τελικώς χρέους, το οποίο ακολούθως υποχρεούται να αποδώσει ο τρίτος στον δότη του πλουτισμού. Στην περίπτωση αυτή η μεν σχέση κάλυψης είναι ισχυρή, πάσχει όμως η σχέση αξίας. Έτσι και στην περίπτωση ειδικότερα της έκδοσης εγγυητικής επιστολής από τράπεζα ύστερα από εντολή τρίτου (πελάτη ή εντολέα) για την κάλυψη χρέους του προς το λήπτη της επιστολής, που όμως είναι ανύπαρκτο, ο λήπτης της εγγυητικής επιστολής γίνεται με την είσπραξή της αδικαιολόγητα πλουσιότερος με ζημία όχι της τράπεζας (δότριας του πλουτισμού), αλλά του εντολέως της τράπεζας, αφού με χρέωση του τελευταίου θα γίνει από την τράπεζα η εξόφληση της εγγυητικής επιστολής. Επομένως στον τρίτο- εντολέα της τράπεζας υποχρεούται ο λήπτης της εγγυητικής επιστολής να αποδώσει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του (ΑΠ 2266/...13). Αυτά ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία η δότρια του πλουτισμού τράπεζα λειτούργησε επιτρεπτώς κατ' άρθρο 715 ΑΚ ή και κατόπιν μεταγενέστερης εγκρίσεως του εντολέως ως υπεντολοδόχος κατόπιν υποκαταστάσεώς της στη θέση του αρχικού εντολοδόχου, οπότε αυτή έχει αξίωση απευθείας έναντι του εντολέως για απόδοση όσων δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής κατ'άρθρο 722 ΑΚ ή και για τυχόν προβλεπόμενη αμοιβή της (πρβλ. ΑΠ 295/1983). Με το άρθρο 281 ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, καταχρηστική δε άσκηση του δικαιώματος υφίσταται όχι μόνο στην περίπτωση αδράνειας του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, η οποία, εάν συνοδεύεται και από άλλες περιστάσεις, μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση καταχρηστικότητας υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, αλλά και στην περίπτωση που η μεταβολή της προηγούμενης συμπεριφοράς του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου έχει δημιουργήσει στον τελευταίο και μάλιστα ευλόγως την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει αυτός το δικαίωμά του και έχει συντελέσει στην ενέργεια πράξεων από εκείνον που αποκρούει το δικαίωμα και στη δημιουργία ορισμένης πραγματικής κατάστασης, είναι αδικαιολόγητη και μη αναμενόμενη, η λόγω δε της μεταβολής της συμπεριφοράς αυτής άσκηση του δικαιώματος, επιφέρει ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε, με επαχθείς, αν και όχι κατ` ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, να παρίσταται επιβεβλημένη η θυσία του (Ολ.ΑΠ 8/...01, ΑΠ 960/...10, 263/...07). Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ'αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για εκείνον επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 2/...19, 7/...02, 8/...01). Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (πρβλ. ΑΠ 995/...17, 713/...16). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, οπότε πρόκειται για "ανεπαρκή αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε πρόκειται για "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/...06, 1/1999). Προϋπόθεση του παραδεκτού του ως άνω λόγου αναίρεσης είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή, ένσταση κ.λπ.) κατ'ουσίαν και τον απέρριψε ως αόριστο ή απαράδεκτο για άλλη αιτία ή ως μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 135/...19, 818/...17, 369/...14). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Όσον αφορά την επάρκεια των αιτιολογιών, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/...06). Εξάλλου εάν το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της, και με τους λόγους της αναίρεσης δεν πλήττεται η μια από αυτές, οι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στις υπόλοιπες επάλληλες αιτιολογίες είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται μεν όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/...03, ΑΠ 667/......, 99/......, 826/...18). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα εξής ουσιώδη : "Η Καναδική εταιρεία με την επωνυμία "B. Ι..", που εδρεύει στο Μ. Κ., έχουσα ως αντικείμενο την κατασκευή αεροπλάνων και τρένων, κατήρτισε στην Αθήνα την υπ' αρ. ... Σύμβαση Προμήθειας με τη Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ) του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΕΘΑ), με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση προμήθειας δέκα αμφίβιων πυροσβεστικών αεροσκαφών τύπου CL-415, κατασκευής της, έναντι τιμήματος ποσού 252.151.899 δολαρίων ΗΠΑ. Επίσης τα συμβαλλόμενα μέρη κατήρτισαν την υπ' αρ. ... Σύμβαση Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων (Α/Ω) δυνάμει της οποίας η εταιρεία με την επωνυμία "B. - Ι.." ανέλαβε την υποχρέωση να υλοποιήσει ως αντιστάθμισμα της προμήθειας των δέκα αεροσκαφών, προγράμματα αντισταθμιστικών ωφελημάτων, ήτοι προγράμματα δωρεάν παροχών προς το ΥΕΘΑ και αναθέσεις υποκατασκευαστικού έργου προς ελληνικές εταιρείες, συνολικής πιστωτικής αξίας 277.367,089 δολαρίων HΠΑ. Τροποποιήθηκε δε, στις 31-7-...08 με το Παράρτημα "Ζ" - Τροποποίηση Νο 1 της Σύμβασης Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων αρ. .... Η Σύμβαση Α/Ω συμφωνήθηκε να έχει δεκαετή ισχύ από την ενεργοποίησή της στις 6.1.1999, ήτοι έως 5.1....09. Μάλιστα, στο σώμα της Σύμβασης, συμπεριελήφθη ρήτρα διαιτησίας για την επίλυση των μελλοντικών διαφορών (άρθρο 25.2). Σύμφωνα με το άρθρο ... της Σύμβασης Α/Ω, προβλέφθηκε η υποχρέωση της ως άνω προμηθεύτριας εταιρείας καταβολής ποινικής ρήτρας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ήδη εκκαλούvτος, για ποσό ίσο με το 10% του ανεκπλήρωτου μέρους των υποχρεώσεων παροχής Α/Ω, ανέλαβε δε αυτή την υποχρέωση να καταθέσει εγγυητική επιστολή (Ε/Ε) προς τη ΓΔΑΕΕ του ΥΕΘΑ για την καλή εκτέλεση των υποχρεώσεών της, αόριστης διάρκειας ποσού έως του ποσού των 27.736.709 δολαρίων ΗΠΑ ήτοι μέχρι το 10% της συνολικής πιστωτικής αξίας της σύμβασης. Επιπλέον, συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι η Ε/Ε έπρεπε να είναι ανέκκλητη και πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση εντός τριών (3) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία λήψης του αιτήματος, με μόνη τη δήλωση του ΥΕΘΑ ότι η προμηθεύτρια δεν εκπλήρωσε προσηκόντως τις υποχρεώσεις της. Για το λόγο αυτό, η προμηθεύτρια εταιρεία απευθύνθηκε στην τραπεζική εταιρεία με έδρα τον ..., με την οποία συνεργαζόταν, μέσω της οποίας ζήτησε από το υποκατάστημα στην Ελλάδα της αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας "Α. G. Β. I." να εκδώσει την Ε/Ε με δικαιούχο το εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο. Το υποκατάστημα της ως άνω τραπεζικής εταιρείας προχώρησε στις 2.2.1999 στην έκδοση της Ε/Ε ποσού 27.737.709 δολαρίων ΗΠΑ, αόριστης διάρκειας υπέρ της εταιρείας "B. I.." με δικαιούχο (λήπτη) το ΥΕΘΑ. Με την Ε/Ε η ως άνω αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση ανέκκλητα και άνευ όρων, ενώ ταυτόχρονα η τραπεζική εταιρεία με έδρα τον ... εξέδωσε αντεγγύηση υπέρ της αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας "Α. G. Β. L." ποσού 27.737.709 δολαρίων HΠΑ, αόριστης διάρκειας. Στη συνέχεια, η επωνυμία της τράπεζας "Α. G. B.", όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς της Αυστραλίας, τροποποιήθηκε από την 1-8-...... σε "S. C. G. B. L.", το υποκατάστημά της στην Ελλάδα σταμάτησε να λειτουργεί και οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα που απέρρεαν από την παραπάνω Ε/Ε και αντεγγύηση μεταβιβάστηκαν στην τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "A. B. ΑΕ", η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε "T.-B. Α.". Ωστόσο δυνάμει της 5548/17.12....11 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της "Τ.- B. Α." και τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση κατ' άρθρο 68 του Ν. 3601/...07 (Β' 2856). Την ίδια ημέρα το ενεργητικό και παθητικό της "T. Α." μεταβιβάστηκε στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Τ. Ε. Α. Ε." (ΤΤ). Στη συνέχεια, δυνάμει της ... απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (Β' 74) συστάθηκε η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Ν. Τ. Τ." (ΝΤΤ) ως μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 63 6 του ν. 3601/...07 δυνάμει της 7/2/18-1-...13 απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (Β' 76). Αυθημερόν δε, δυνάμει της 7/3/18-1- ...13 απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (Β' 76) το ΤΤ τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση κατ' άρθρο 68 του ν. 3601/...017, αυθημερόν δε και σε εκτέλεση της ως άνω ... απόφασης του Υπουργού Οικονομικών μεταβιβάσθηκαν προς το ΝΤΤ τα περιουσιακά στοιχεία αυτού (συμβατικές σχέσεις, ενεργητικό και παθητικό), μεταξύ των οποίων και οι εγγυητικές επιστολές και αντεγγυήσεις. Τέλος, την 27-12-...13 δυνάμει της ... απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, καταχωρισθείσας στο ΓΕΜΗ με κωδικό αριθμό καταχώρισης ... εγκρίθηκε η συγχώνευση της E. με το ΝΤΤ, με απορρόφηση του δεύτερου από την πρώτη, σύμφωνα α) με τις διατάξεις των άρθρων 69 επ. (άρθρο 78) του Κ.Ν. 2190/19... ("περί ανωνύμων εταιρειών") σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 2515/1997, όπως ίσχυαν, β) με τις από 30.9....13, 15.10....13 και ....12....13 αποφάσεις των ΔΣ του ΝΤΤ και της E. και γ) με την 4965/....12....13 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Μ. (ΑΕ-ΕΠΕ και ΓHEΜΗ ...). Μετά τη συγχώνευση του ΝΤΤ, στο οποίο είχε μεταβιβασθεί, και η επίδικη Ε/Ε, με την εφεσίβλητη και της απορρόφησής του από αυτή, η τελευταία νομιμοποιείτο να ασκήσει την κρινόμενη αγωγή κατά την κυρία βάση της, ως έχουσα την εξουσία διεξαγωγής της δίκης με αντικείμενο την κατάπτωση της Ε/Ε κατά τα αναφερθέντα στο στοιχείο IV. της μείζονος σκέψης, απορριπτομένου του περί αντιθέτου ισχυρισμού του εναγόμενου, που επαναφέρει προς κρίση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με σχετικό λόγο έφεσης, ως κατ' ουσίαν αβάσιμου. Τελικά, η προμηθεύτρια εταιρεία δεν υλοποίησε το σύνολο των υποχρεώσεών της στο πλαίσιο της Σύμβασης Α/Ω εντός της συμβατικής προθεσμίας των δέκα ετών, ήτοι μέχρι 5.1....09. Ισχυριζόμενη αυτή ότι η μη υλοποίηση του συνόλου των υποχρεώσεών της δεν οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα, αλλά στη μη ανταπόκριση των ελληνικών (υποκατασκευαστικών) εταιρειών, κατέθεσε, κατ' εφαρμογή της συμφωνηθείσας στη Σύμβαση Α/Ω (άρθρο 25) ρήτρας διαιτησίας, προσφυγή ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου - Cour International d' Arbitrage (ICC), με αίτημα, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί ότι η ίδια εκπλήρωσε στο ακέραιο τις υποχρεώσεις της, ότι το ΥΕΘΑ παρέβη την υποχρέωσή του να απομειώσει το ποσό της εγγυητικής επιστολής (Ε/Ε) από το αρχικό ποσό των 27.736.709 δολαρίων ΗΠΑ στο ποσό των 13.868.354,60 δολαρίων ΗΠΑ καθώς και την επιστροφή της Ε/Ε. Λόγω της έναρξης της διαιτητικής διαδικασίας ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου το εκκαλούν αναγνώρισε την κατά το ήμισυ εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της προμηθεύτριας εταιρείας και μείωσε το ποσό της Ε/Ε κατά το ήμισυ, ήτοι στο ποσό των 13.868.354,60 δολαρίων ΗΠΑ. Ενώ η υπόθεση εκκρεμούσε ακόμη ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου, το εκκαλούν, σύμφωνα με το υπ' αρ, πρωτ. ... έγγραφό του προς την προμηθεύτρια εταιρεία και προς το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο, ανέλαβε τη δέσμευση περί μη επιβολής ποινικών ρητρών σε βάρος της προμηθεύτριας εταιρείας για όσο χρονικό διάστημα θα ήταν σε εξέλιξη η διεθνής διαιτητική διαδικασία και πάντως μέχρι την έκδοση απόφασης από το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο. Η διαβεβαίωση αυτή περί, μη επιβολής ποινικών ρητρών, και επομένως περί μη κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, διατυπώθηκε εκ νέου από το ίδιο το εκκαλούν, κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου, στις 29.6....12. Ειδικότερα, η συνήγορος του εκκαλούντος προς αντίκρουση του αιτήματος της προμηθεύτριας εταιρείας περί χορήγησης προσωρινής διαταγής με αίτημα τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της εγγυητικής επιστολής (Ε/Ε), επιβεβαίωσε τη δέσμευση του εκκαλούντος να μην επιβάλει σε βάρος της προμηθεύτριας ποινικές ρήτρες (βλ. απόσπασμα του απομαγνητοφωνημένου πρακτικού της από 29.6....12 συνεδρίασης). Ούτως εχόντων των πραγμάτων στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο και ενώ αναμενόταν η ολοκλήρωση της διαιτητικής διαδικασίας η προμηθεύτρια εταιρεία κατέθεσε στις 15 Αυγούστου του έτους ...13 νέο αίτημα με αντικείμενο την αποδοχή νέας αξίωσης με βάση την παραβίαση των διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου της ΕΕ. Αυτή τη φορά, η αιτούσα-προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου ότι η Σύμβαση Α/Ω παραβιάζει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, ήτοι ότι παραβιάζει την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 34 της ΣΛΕΕ (απαγόρευση των ποσοτικών εισαγωγών), το οποίο από κοινού με το άρθρο 35 (απαγόρευση των ποσοτικών εξαγωγών) της ΣΛΕΕ διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με απαγόρευση ποσοτικών περιορισμών στο εμπόριο, καθώς και όλων των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Ειδικότερα, η αιτούσα ισχυρίστηκε ότι η Σύμβαση Α/Ω παρεμποδίζει το ενδο-ενωσιακό εμπόριο με τρεις διαφορετικούς τρόπους και δη: α) με την εκπλήρωση του 50% των υποχρεώσεων της προμηθεύτριας εταιρείας περί αντισταθμιστικών ωφελημάτων με ανάθεση υποκατασκευαστικού έργου σε ελληνικές εταιρείες και ειδικότερα σε εταιρείες με αποκλειστική εγκατάσταση στην Ελλάδα και τη μη ανάθεση κατασκευαστικού έργου σε εταιρεία του εξωτερικού, με αποτέλεσμα να αποκλειστούν εταιρείες άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών, β) με τη δημιουργία από τη Σύμβαση Α/Ω αντικινήτρου για την εύρεση αναδόχων από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γ) με την επιβολή διατάξεων προέγκρισης και πίστωσης τόσο στη Σύμβαση Α/Ω όσο και στις Κατευθυντήριες Οδηγίες του ΥΠΕΘΑ, με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις στην προμηθεύτρια εταιρεία για τη μη συμμετοχή Ελλήνων προμηθευτών στο Πρόγραμμα Α/Ω καθώς και για τη χρήση εισαγόμενων υλών από πηγές εκτός Ελλάδος. Ωστόσο, ενώ συνεχιζόταν ακόμη η διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου, το εκκαλούν στις 5.8....13 αποφάσισε την επιβολή ποινικών ρητρών σε βάρος της προμηθεύτριας εταιρείας. Προς τούτο, στις 31.7....13 απέστειλε προς τον δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης "Ν. Τ. Τ. Ελλάδος ΑΤΕ" (ΝΤΤ) αίτημα κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής και ζήτησε την καταβολή του ποσού των 13.868.354,40 δολαρίων (βλ την υπ' αρ. 2546/31.7....13 επιστολή). Ενόψει του αιτήματος αυτού, ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης ενημέρωσε την αντεγγυήτρια τράπεζα "N. B. of C.", η οποία με τη σειρά της τον ενημέρωσε σχετικά με την υφιστάμενη αντιδικία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου, γεγονός που μέχρι τότε ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης αγνοούσε. Κατόπιν του αιτήματος κατάπτωσης, η προμηθεύτρια εταιρεία κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων τόσο ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Ανώτερου δικαστηρίου του Κεμπέκ, προκειμένου να απαγορευθεί στο ΝΤΤ να καταβάλει το ποσό της Ε/Ε. Πράγματι το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο εξέδωσε στις 13.8....13 την υπ' αρ. 11 διαδικαστική του απόφαση, σύμφωνα με την οποία το εκκαλούν διετάχθη να απέχει προσωρινά από οποιοδήποτε αίτημα περί κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, μέχρι να εκδοθεί η οριστική απόφαση επί της διαιτητικής διαφοράς. Ακολούθησε δε, η συζήτηση στις 14.8....13 του αιτήματος λήψης ασφαλιστικών μέτρων που είχε καταθέσει η προμηθεύτρια εταιρεία ενώπιον του Ανώτερου Δικαστηρίου του Κεμπέκ. Κατά τη συζήτηση εκείνη ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος, προκειμένου να υποστηρίξει την έλλειψη επικείμενου κινδύνου, γνωστοποίησε την ύπαρξη εισήγησης προς το ΥΕΘΑ περί συμμόρφωσης του εκκαλούντος με την ως άνω διαδικαστική απόφαση του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου και τόνισε ότι, δεδομένης και της αργίας της 15.8....13, η οποία ακολουθούσε, δεν θα ληφθούν μέτρα για την πληρωμή της Ε/Ε (βλ, απόσπασμα των πρακτικών της από 14.8....13 ακροαματικής συζήτησης). Εντούτοις, το εκκαλούν στις 14.8....13 απέστειλε εκ νέου αίτημα κατάπτωσης της Ε/Ε προς το ΝΤΤ. Στις 16.8....13 το Ανώτερο Δικαστήριο Επαρχίας Quebec, Περιφέρειας MONTREAL, χορήγησε τη με αριθμό 500-17-078501-130 προσωρινή διαταγή, με την οποία απαγόρευσε στο ΝΤΤ, έως τις 26-8-...13, να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό που αφορούσε την Ε/Ε. Ενόψει του κινδύνου, βάσει του νέου αιτήματος κατάπτωσης, να υποχρεωθεί ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης να καταβάλει το ποσό της Ε/Ε, το ΝΤΤ κατέθεσε την από ....8....13 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητώντας να διαταχθεί το Ελληνικό Δημόσιο να αποσύρει το αίτημα κατάπτωσης της Ε/Ε. Επί της αιτήσεως αυτής, η οποία συζητήθηκε στις 22-11-...13, εξεδόθη η υπ' αρ. 14881/16.12....13 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η αίτηση. Στη συνέχεια, το εκκαλούν με την από 18.12....13 επιστολή του ζήτησε εκ νέου την πληρωμή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, ενώ στις 23.12....13 επέδωσε στον δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης την από 23.12....13 εξώδικη δήλωσή του με την οποία ζητούσε την καταβολή του ποσού της Ε/Ε, τονίζοντας ότι σε περίπτωση μη καταβολής του, θα κινούσε αστική και ποινική διαδικασία κατά των αρμοδίων υπαλλήλων κατηγορώντας τους για υπεξαίρεση. Ενόψει της πίεσης αυτής, το ΝΤΤ προχώρησε στις 24.12....13 στην καταβολή του ποσού των 13.868.354,40 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο κατά την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε στο ποσό των 10.244.776,83 ευρώ. Στις 19.12....13 είχε προηγηθεί και νέα όμοια με την πρώτη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της προμηθεύτριας εταιρείας ενώπιον του Ανώτερου Δικαστηρίου του Κεμπέκ. Επί της αιτήσεως αυτής εξεδόθη στις ...-12-...13 η υπ' αριθμ. 500-17-078501-130 προσωρινή διαταγή του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απαγορευόταν η πληρωμή της Ε/Ε. Η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου συνεχίστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 3.6....13 έως 6.6....13 και τελικά στις 30.12....13 εξεδόθη η υπ' αρ. 16032/30.12....13 απόφασή του, με την οποία κρίθηκε εξ υπαρχής (ab initio) άκυρη η Σύμβαση Α/Ω από κοινού με το άρθρο ... της Σύμβασης για την ποινική ρήτρα και το άρθρο 21 Σύμβασης για την Ε/Ε. Αξίζει, ακόμη, να αναφερθεί ότι το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο με την απόφασή του αυτή διέλαβε στο σκεπτικό της ότι η σύμβαση Α/Ω χαρακτηρίζεται κρατική πράξη και συνεπώς καταστρατηγεί τη διάταξη του άρθρου 34 της ΣΛΕΕ ...... Επακολούθησε η συζήτηση της αίτησης που είχε υποβάλει η προμηθεύτρια εταιρεία ενώπιον του Ανώτερου Δικαστηρίου του Κεμπέκ, στρεφόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, της εφεσίβλητης και της αντεγγυήτριας "N. B. of C.". Επί της αιτήσεως αυτής εξεδόθη στις 21-6-...18 η υπ' αρ. 500-11-046106-148 απόφαση του Ανώτερου Δικαστηρίου του Κεμπέκ, με την οποία - αφού επικυρώθηκε η ως άνω απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Διεθνούς Επιμελητηρίου Εμπορίου (ICC) - κηρύχθηκε άκυρη η αντεγγύηση, απαγορεύτηκε στην ως άνω αντεγγυήτρια να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό δυνάμει της αντεγγύησης και κηρύχθηκε ως μη οφειλόμενη οποιαδήποτε πληρωμή από τον δικαιοπάροχο (ΝΤΤ) της εφεσίβλητης. Στη συνέχεια η εφεσίβλητη, μετά την έκδοση από το Ανώτερο Δικαστήριο του Κεμπέκ της ως άνω απόφασης, ζήτησε με την κρινόμενη αγωγή να της καταβάλει το εναγόμενο το ποσό που κατέβαλε σε αυτό δυνάμει της Ε/Ε ο δικαιοπάροχός της (ΝΤΤ). Προς επίρρωση των αγωγικών της ισχυρισμών, όπως προαναφέρθηκε, η εφεσίβλητη επικαλέστηκε στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής κυρίως την καταχρηστική και παράνομη συμπεριφορά που επέδειξε το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο τόσο ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου (ICC) όσο και ενώπιον του Ανώτερου Δικαστηρίου του Κεμπέκ διαβεβαίωνε, δια των παρισταμένων στην ακροαματική διαδικασία πληρεξουσίων δικηγόρων του αντιστοίχως, την προμηθεύτρια εταιρεία, χάριν της οποίας εκδόθηκε η επίμαχη Ε/Ε, ότι δεν επρόκειτο να αιτηθεί την κατάπτωση των ποινικών ρητρών και την πληρωμή της Ε/Ε, προτού εκδοθεί απόφαση από το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο καθώς και απόφαση για την προσωρινή διαταγή από το Ανώτερο Καναδικό Δικαστήριο. Ωστόσο, ουδόλως αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο ότι το Ελληνικό Δημόσιο κατά την είσπραξη της επίδικης Ε/Ε παραβίασε προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος κατάπτωσης της Ε/Ε. Τουναντίον, αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο για την είσπραξη της Ε/Ε ακολούθησε τη νόμιμη διαδικασία. Ειδικότερα, την 17.7....13 ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας με την απόφασή του Φ.095.4/9407/Σ.2379 "Έγκριση Επιβολής-Είσπραξης Ποινικών Ρητρών", λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις των άρθρων 42 επ. του πδ. 284/89 "Περί Προμηθειών, εργολαβιών και εκτέλεσης εργασιών των Ενόπλων Δυνάμεων", τα άρθρα ... και 21 της Σύμβασης Α/Ω και τη γνωμοδότηση 88/...12 της ΚΓΕΠ/ΓΔΕΕ, ενέκρινε την επιβολή ποινικών ρητρών ύψους 17.289.070,11 δολαρίων ΗΠΑ εις βάρος της προμηθεύτριας εταιρείας "B. Ι..", σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου ... της ΣΑΩ ..., με την αιτιολογία ότι στο τέλος του συμβατικού χρόνου υλοποίησης της Σύμβασης εξακολουθεί να υπάρχει ανεκπλήρωτο μέρος των υποχρεώσεων παροχής Α/Ω, πιστωτικής αξίας 172.890.701,16 δολαρίων ΗΠΑ. Με την ίδια Υπουργική Απόφαση εγκρίθηκε, επίσης, η κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης για την ικανοποίηση των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου κατά το μέρος που κάλυπτε τις ανωτέρω αξιώσεις, απορρέουσες από την ΣΑΩ .... Την 31-7-...13 η ΓΔΑΕΕ με το Φ.095/10079/Σ.2546 έγγραφό της, όπως προαναφέρθηκε, ζήτησε από το τότε "Ν. Τ. Τ. Ελλάδος ΑΤΕ" την κατάπτωση της εκδοθείσας υπέρ της εταιρείας "B. Ι..", εγγυητικής επιστολής και την άμεση κατάθεση σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό του εναπομείναντος ποσού των 13.868.354,40 δολαρίων ΗΠΑ προς όφελος του Μετοχικού Ταμείου Αεροπορίας. Σε απάντηση του παραπάνω εγγράφου της ΓΜΕΕ η τότε εγγυήτρια τραπεζική εταιρεία (Ν. Τ. Τ. Ελλάδος ΑΤΕ) με το από 7-8-...13 έγγραφο αποδέχθηκε καταρχήν πλήρως τις εκ της εγγυητικής επιστολής υποχρεώσεις της και συναφώς την υποχρέωσή της να καταβάλει το αιτηθέν ποσό της Ε/Ε. Επειδή, όμως, με την παραπάνω εντολή της ΓΔΑΕΕ είχε ζητηθεί το ποσό της Ε/Ε να κατατεθεί υπέρ του Μετοχικού Ταμείου Αεροπορίας και όχι υπέρ του αληθούς δικαιούχου, δηλαδή υπέρ του ΥΕΘΑ/ΓΔΑΕΕ, η τότε εγγυήτρια ζήτησε να αποσταλεί νέα εντολή κατάπτωσης, με αίτημα κατάθεσης του ποσού σε λογαριασμό του ΥΕΘΑ/ΓΔΑΕΕ, η οποία (εντολή) πραγματοποιήθηκε με το με αριθ. το Φ. 095/10604/Σ.2716/12-8-...13 έγγραφο της ΓΔΑΕΕ προς το Ν. Τ. Τ.. Αξίζει ακόμη να αναφερθεί ότι η υπουργική αυτή απόφαση, ως ατομική διοικητική πράξη, ουδέποτε προσεβλήθη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και επομένως, σύμφωνα με το τεκμήριο νομιμότητας, ως πάγια βασική αρχή του διοικητικού δικαίου, από την έναρξη της ισχύος της και μέχρις ότου ακυρωθεί δικαστικώς ή ανακληθεί ή καταργηθεί διοικητικώς ή νομοθετικώς, παρήγαγε όλα τα έννομα αποτελέσματά της, ανεξάρτητα από το αν τυχόν είχε νομικές πλημμέλειες. Πάντως, είναι αληθές ότι το Ελληνικό Δημόσιο, κατά την ανωτέρω διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου, δια της πληρεξουσίας του δικηγόρου εξέφρασε την πρόθεσή του, όσο διαρκούσε εκκρεμής η διαιτητική διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου, να μην ζητήσει την κατάπτωση των ποινικών ρητρών και συναφώς την είσπραξη της Ε/Ε, και μάλιστα όχι κατά τρόπο νομικά δεσμευτικό, αφού η πρόθεση του αυτή δεν συνοδευόταν από κάποιο ειδικό πληρεξούσιο προς την πληρεξούσια δικηγόρο του. Ωστόσο, αυτό συνέβη, όταν η εκκρεμούσα διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου είχε ως αντικείμενο την πρώτη αίτηση που είχε υποβάλει η προμηθεύτρια, στις 29-12-...08. Αργότερα, τα δεδομένα της εκκρεμούσας δίκης μετεβλήθησαν, με την κατάθεση κατά τα προαναφερθέντα, στις 15-8-...12, από την προμηθεύτρια νέας αίτησης ενώπιον του ιδίου Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου με βάση αυτή τη φορά την παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 34 της ΣΛΕΕ. Διαφωτιστικό στοιχείο της πρόθεσης του Ελληνικού Δημοσίου να ενεργήσει με βάση το νόμο και τα χρηστά ήθη, που επικρατούν στις διεθνείς συμβάσεις προμηθειών και χωρίς να δημιουργήσει οποιεσδήποτε εσφαλμένες προσδοκίες από την πλευρά της προμηθεύτριας εταιρείας, αποτελεί η από ....4....12 επιστολή του ΥΕΑ (ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΜΥΝΤΙΚΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ & ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ, ΔΝΣΗ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΤΙΚΩΝ ΩΦΕΛΗΜΑΤΩΝ" & ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗTΑΣ) προς το ΝΣΚ, από την οποία προκύπτει ότι προς την δικηγορική εταιρεία "NORTON ROSE CANADA LLP", που ενεργούσε κατ' εντολή της προμηθεύτριας, έχει αποσταλεί η από 18.4....12 επιστολή με το παρακάτω περιεχόμενο: "1. Σε συνέχεια .... , γνωρίζεται ότι η εφαρμογή της συμβατικής ρήτρας που περιέχεται στο άρθρο ... της σύμβασης (... )συνιστά ανεξάρτητη και διακριτή σε σχέση με τη διαιτητική δίκη, διαδικασία. 2. Το δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου να επιβάλει μονομερώς κυρώσεις στον Προμηθευτή, όταν αυτός αρνείται να εκτελέσει ή δεν εκτελεί προσηκόντως τις συμβατικές του υποχρεώσεις, προβλέπεται και περιγράφεται με σαφήνεια, τόσο στο ΠΔ 284/89 που διέπει την εν λόγω σύμβαση, όσο και στις ίδιες τις συμβατικές ρήτρες. 3. Το ως άνω δικαίωμα συνδέεται άμεσα με την άσκηση δημόσιας εξουσίας, ενώ οι κυρώσεις οι οποίες επιβάλλονται μονομερώς από τα διοικητικά όργανα, σε εκτέλεση συμβατικών ρητρών, έχουν χαρακτήρα ατομικών διοικητικών πράξεων, που μπορούν να προσβληθούν μόνον ενώπιον των ελληνικών διοικητικών δικαστηρίων. 4. Ο αντισυμβαλλόμενος-Προμηθευτής δεν δύναται ούτε να απαγορεύσει στο Ελληνικό Δημόσιο αλλά ούτε να το αποτρέψει με οποιονδήποτε τρόπο από την άσκηση του ανωτέρω κυριαρχικοί) του δικαιώματος, να υπολογίσει δηλαδή και να επιβάλει ποινικές ρήτρες, εφόσον (... ) κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ο νόμος και η Σύμβαση θέτουν. 5. Περαιτέρω, υπογραμμίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση η εκ μέρους των αρμοδίων υπηρεσιακών παραγόντων της ΓΔΑΕΕ άσκηση του ως άνω κυριαρχικού δικαιώματος επεβλήθη εις εκπλήρωση υπηρεσιακού τους καθήκοντος, όπως αυτό καθορίζεται από το νόμο και τον εσωτερικό κανονισμό της υπηρεσίας μας. Τηρήθηκε επομένως από τους αρμοδίους υπηρεσιακούς παράγοντες μια εσωτερική διοικητική διαδικασία, η οποία είναι εξαιρετικά, σύνθετη και χρονοβόρα και καταλήγει στην έκδοση μιας υπουργικής απόφασης, η οποία είναι και η μόνη εκτελεστή πράξη, πράξη δηλαδή που εφαρμόζεται υποχρεωτικά. [6]. Η εν λόγω απόφαση, που εκδίδεται από τον ΥΕΘΑ, έχει αυτοτέλεια και λόγω της διαιτητικής διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη δεν υπήρξε εξ αρχής πρόθεση της Υπηρεσίας μας να προκαλέσει την έκδοση και την εφαρμογή της, πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου. Επ' ευκαιρία του ζητήματος που προέκυψε (... ) επαναλαμβάνεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει συνομολογήσει, αλλά αντιθέτως έχει αρνηθεί και αρνείται όλους ανεξαιρέτως τους ισχυρισμούς της εταιρείας Bombardier Inc. Ταυτόχρονα υπενθυμίζεται ότι έχει ρητώς επιφυλαχθεί κάθε νομίμου δικαιώματός του. Γνωρίζεται επίσης εκ νέου ότι, εντός του πλαισίου της διαιτητικής διαδικασίας, δεν απεμπολείται κανένα κυριαρχικό του δικαίωμα. 8. Σε κάθε περίπτωση όμως και με δεδομένο ότι η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου έχει καθορισθεί για τις 25-29 Ιουνίου ...12 και αναμένεται η περάτωση της δίκης, δηλώνεται ρητά από την Υπηρεσία μας ότι αναμένεται η απόφασή του, το οποίο έχει την εξουσία να επιλύσει κατά τρόπο δεσμευτικό για τα διάδικα μέρη, τα ουσιαστικά ζητήματα που γεννώνται από διαφορές υπαγόμενες στη δικαιοδοσία του και δεν θα προχωρήσει στην επιβολή ποινικών ρητρών σε βάρος της αντισυμβαλλόμενης εταιρείας, με τη συνέχιση της διαδικασίας, η οποία, σε κάθε περίπτωση, κινήθηκε σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση.". Με βάση το περιεχόμενο αυτό της επιστολής ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται σχετικά με τις προθέσεις του Ελληνικού Δημοσίου να μην κινήσει τις διαδικασίες κατάπτωσης των ποινικών ρητρών και της πληρωμής Ε/Ε στο πλαίσιο της ήδη αvοιγείσας δίκης ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου, με βάση την πρώτη αίτηση, που υπέβαλε η προμηθεύτρια εταιρεία, για την οποία αναμενόταν μέχρι τον Ιούνιο του έτους ...12 να εκδοθεί απόφαση του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου. Μέχρι το χρόνο που το Ελληνικό Δημόσιο απαίτησε την πληρωμή της Ε/Ε από τον προκάτοχο της εφεσίβλητης, δεν είχε εκδοθεί καμία δικαστική απόφαση, από την οποία να προέκυπτε αναμφισβήτητα ότι η είσπραξη της Ε!Ε είναι καταχρηστική, εκτός της ως άνω απορριπτικής για τον δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης, πλην όμως ενεργούσας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων. 'Οσον αφορά την έκδοση των ως άνω προσωρινών διαταγών, που εξέδωσε το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο και το Ανώτερο Δικαστήριο του Κεμπέκ αντιστοίχως, με τις οποίες απαγορευόταν μεταξύ άλλων προσωρινά η πληρωμή της Ε/Ε λεκτέο ότι αυτές, ως προσωρινής ισχύος αποφάσεις Διαιτητικού Δικαστηρίου και Αλλοδαπού Δικαστηρίου αντιστοίχως, δεν καθίσταντο δεσμευτικές για το Ελληνικό Δημόσιο. Εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο, προτού απαιτήσει την πληρωμή της Ε/Ε, είχε απευθυνθεί στο ΝΣΚ, το οποίο, στο υπ' αριθμ. 3121/14-8-...13 Πρακτικό του, διέλαβε ότι, παρά την έκδοση της από 13-8-...13 απόφασης του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου, δεν υφίστατο υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου για την αναστολή της διαδικασίας κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής. Το εν λόγω Πρακτικό εγκρίθηκε τόσο από τον Υπουργό Οικονομικών, όσο και από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας με τις από 2-9-...13 και από 11-9-...13 επισημειωτικές πράξεις αντιστοίχως. Με τα δεδομένα αυτά ουδόλως αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο ότι η συμπεριφορά που επέδειξε το Ελληνικό Δημόσιο κατά την κατάπτωση και πληρωμή σε αυτό της Ε/Ε ήταν προφανώς καταχρηστική, κατά τα προαναφερθένα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης, αφού ούτε δολιότητα επέδειξε, ούτε και αποδείχτηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση το αδικαιολόγητο της κατάπτωσης της Ε/Ε είτε από έγγραφες ομολογίες είτε από δικαστικές αποφάσεις είτε από πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα. Σημειωτέον ότι η υπ' αριθμ. 14/07043 απόφαση του Εφετείου Παρισίων, με την οποία απερρίφθη αμετάκλητα η προσφυγή του Ελληνικού Δημοσίου κατά της ως άνω Διαιτητικής Απόφασης, δημοσιεύθηκε στις 14.4....15. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση της, ερειδόμενη στις νομικές διατάξεις των άρθρων 914, 919, 281 AΚ, έσφαλε κατά την ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και πλημμελώς εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά." Στη συνέχεια η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ότι: "Το εκκαλούν, όπως προαναφέρθηκε, κατά την είσπραξη της επίδικης Ε/E ενήργησε σύμφωνα με το νόμο και όπως επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και η συναλλακτική πρακτική που επικρατεί στις διεθνείς συμβάσεις προμήθειας μεταξύ του δημοσίου και των προμηθευτών του, ιδιωτικών εταιρειών, αφού κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάπτωσης της Ε/Ε τόσο αυτή όσο και η ασφαλιστέα απαίτηση ήταν νόμιμες και ισχυρές, όπως νόμιμη και ισχυρή ήταν η επίδικη Σύμβαση Α/Ω. Εξάλλου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εφεσίβλητη - η οποία επικαλείται ότι μετά την κήρυξη τόσο της Σύμβασης Α/Ω όσο και της επίδικης Ε/Ε ως εξ υπαρχής (ab initio) ακύρων με την έκδοση της άνω αμετάκλητης απόφασης του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου, ο πλουτισμός που απεκόμισε το εκκαλούν οφειλόταν σε καταβολή αχρεώστητη και χωρίς νόμιμη αιτία - ως τρίτη και μη συμβαλλόμενη στην επίδικη Σύμβαση Α/Ω δεν έχει αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, προκειμένου να ζητήσει η ίδια τον τυχόν πλουτισμό του εκκαλούντος για το ποσόν της καταβληθείσας Ε/Ε. Ούτε εξάλλου και η εφεσίβλητη στην επικουρική βάση της κρινόμενης αγωγής, ήτοι στη νομική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλέστηκε ότι ο ως άνω αρχικός δικαιοπάροχός της (τραπεζική εταιρεία "ΑΝΖ Grindlays Bank Limited") ενήργησε κατ' εντολή της προμηθεύτριας εταιρείας (εντολέως του) και ότι μεταξύ αυτού του αρχικού δικαιοπαρόχου της ως δότη (εντολοδόχου) και της προμηθεύτριας εταιρείας (ως τρίτης) είχε συμφωνηθεί, στο πλαίσιο της σύμβασης εντολής, να αναζητήσει αυτός τα στον λήπτη καταβληθέντα στο λήπτη, εν προκειμένω το καταβληθέν στο εκκαλούν ποσό της Ε/Ε. Και τούτου δοθέντος ότι ουδεμία σχέση συνέδεε τον αρχικό δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης, τραπεζική εταιρεία ("ΑΝΖ Grindlays Bank Limited" με την προμηθεύτρια εταιρεία, αφού η τελευταία για την έκδοση της επίμαχης Ε/Ε απευθύνθηκε άμεσα στην Καναδική τραπεζική εταιρεία "N. B. of C.", η οποία με τη σειρά της τριτεγγυήθηκε την πληρωμή της επίμαχης Ε/Ε υπέρ της "Α. G. B. L.". Προσέτι, αξίζει να διευκρινιστεί ότι στην προκειμένη περίπτωση το εκκαλούν δεν απεκόμισε αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού αυτό εξεπλήρωσε στο ακέραιο τις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από τη Σύμβαση της Κύριας Προμήθειας αγοράς των δέκα αμφίβιων πυροσβεστικών αεροσκαφών με την καταβολή στην προμηθεύτρια του συμφωνηθέντος τιμήματος σε αντίθεση με την τελευταία, η οποία, κατά την κατάπτωση και πληρωμή της επίμαχης Ε/Ε, βαρυνόταν με ανεκτέλεστο μέρος της Σύμβασης Α/Ω πιστωτικής αξίας 172.890.701,16 ευρώ. Το γεγονός δε, ότι το αντάλλαγμα, όπως εν προκειμένω το τίμημα της αγοραπωλησίας των εν λόγω αεροπλάνων, δόθηκε στην προμηθεύτρια εταιρεία και όχι στην εφεσίβλητη, δεν δύναται να θεμελιώσει περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού του εκκαλούντος σε βάρος της εφεσίβλητης. Και τούτο, διότι για την ύπαρξη νόμιμης αιτίας πλουτισμού, κατ' άρθρο 904 ΑΚ, δεν απαιτείται το αντάλλαγμα να δίδεται οπωσδήποτε στον ζημιωθέντα, όπως εν προκειμένω στην εφεσίβλητη, αφού δικαιολογημένος πρέπει να είναι ο πλουτισμός και όχι η ζημία (................), αλλά μπορεί να δίδεται σε τρίτο, όπως εν προκειμένω στην προμηθεύτρια εταιρεία υπό τη μορφή τιμήματος για την αγορά των πωληθέντων αεροπλάνων. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον το εκκαλούν εισέφερε για την απόκτηση . του πλουτισμού του, μπορεί να τον διατηρήσει (.............). Συνακόλουθα, εφόσον δεν αποδείχθηκε αδικαιολόγητος πλουτισμός του εκκαλούντος, Ελληνικοί) Δημοσίου είτε με την πληρωμή του ποσού της Ε/Ε ως αχρεώστητης υφισταμένης για την πληρωμή της, κατά τα ανωτέρω, νόμιμης αιτίας- είτε για αιτία παράνομη η ανήθικη πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού." Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361, 914, 919 ΑΚ δι'εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής τους ή δι'εσφαλμένης υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στις ως άνω διατάξεις, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 847 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέα στο βαθμό που προσιδιάζει στην εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση ή τη διάταξη του άρθρου 850 εδ. α ΚΠολΔ, που δεν ήταν εφαρμοστέα έναντι της εγγυήτριας τράπεζας από την ιδιόρρυθμη δημιουργηθείσα λόγω της έκδοσης εγγυητικής επιστολής σε πρώτη ζήτηση σχέση της με τον λήπτη κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της απόφασης παρά μόνον επί καταχρήσεως δικαιώματος υπό τις ειδικότερα αναφερόμενες προϋποθέσεις, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών, δέχθηκε ότι στην κρινόμενη περίπτωση δεν υφίστατο, υπό τις αποδειχθείσες περιστάσεις, καταχρηστική ή και δόλια άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να ζητήσει την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής σε πρώτη ζήτηση για λόγους αναγόμενους στη βασική σχέση μεταξύ εκείνου και της οφειλέτριας καναδικής εταιρίας, ούτε υποχρέωσή του προς αποζημίωση της αναιρεσείουσας εξ αυτού του λόγου. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι: α) Η ταυτοχρόνως συναφθείσα (στις ...-11-1998) με τη σύμβαση προμήθειας πυροσβεστικών αεροσκαφών μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της προμηθεύτριας καναδικής εταιρίας έναντι τιμήματος 252.151,89 δολλ. ΗΠΑ, που καταβλήθηκε από το αναιρεσίβλητο, σύμβαση Α/Ω (αντισταθμιστικών ωφελημάτων) καταρτίσθηκε ως αντιστάθμισμα της σύμβασης προμήθειας που ανατέθηκε σε εκείνη, είχε διάρκεια υλοποίησης μέχρι τις 5-1-...09, η δε προμηθεύτρια εταιρία ανέλαβε δι' αυτής τις προσδιοριζόμενες υποχρεώσεις και για την περίπτωση μη τήρησής τους συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα (ύψους 10% του ανεκπλήρωτου μέρους της παροχής των Α/Ω). β) Για την καλή εκτέλεση της αμέσως προαναφερόμενης αναληφθείσας υποχρέωσής της εκδόθηκε με εντολή της προμηθεύτριας, με τη μεσολάβηση και αλλοδαπού τραπεζικού ιδρύματος, κατά τη σχετική συμφωνία της με το αναιρεσίβλητο, η ένδικη εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση, από τραπεζική εταιρία, οιονεί απώτερη καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη, κατά τα εκτενώς ιστορούμενα, η αναιρεσείουσα, η οποία υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της τράπεζας που την εξέδωσε. γ) Ενόψει της μη εκπλήρωσης μέρους των υποχρεώσεών της από τη σύμβαση Α/Ω εντός της ορισθείσας παραπάνω προθεσμίας, η προμηθεύτρια έσπευσε να καταθέσει στις 29-12-...08 προσφυγή- αίτηση στο ΔΔΔ κατά του αναιρεσιβλήτου, στηριζόμενη στη βάση ότι η μη πλήρης εκπλήρωση των υποχρεώσεών της δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της, με αιτήματα, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί ότι το ΥΕΘΑ δεν μείωσε το ποσό της εγγυητικής επιστολής κατά το ύψος που αναλογεί στις εκπληρωθείσες υποχρεώσεις της, όπως όφειλε, ζητώντας περαιτέρω και την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής. δ) Το αναιρεσίβλητο, ενόσω εκκρεμούσε η διαδικασία επί της προσφυγής αυτής, με έγγραφό του προς την προμηθεύτρια και το ΔΔΔ αναγνώρισε την κατά το ήμισυ εκπλήρωση των υποχρεώσεων της προμηθεύτριας από τη σύμβαση Α/Ω και μείωσε το ποσό της εγγυητικής επιστολής στο ήμισυ, δεσμεύτηκε δε για τη μη επιβολή ποινικών ρητρών και τη μη κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής μέχρι την έκδοση απόφασης επί της προσφυγής εκείνης, η δε συνήγορός του επανέλαβε αυτή τη δέσμευση κατά την ακροαματική διαδικασία του ΔΔΔ στις 29-6-...12. Η πρόθεση δε του αναιρεσείοντος να μη προβεί σε εσπευσμένες ενέργειες, επιδεικνύοντας καλή πίστη, γνωστοποιήθηκε ειδικότερα και με την από 18-4-...12 επιστολή του ΥΕΑ προς την εκπροσωπούσα την προμηθεύτρια δικηγορική εταιρία. Με την επιστολή αυτή (το κείμενο της οποίας παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση) το αναιρεσίβλητο, εμμένοντας στο δικαίωμά του να απαιτήσει την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής σε πρώτη ζήτηση κατά τις αναφερόμενες σχετικές ρυθμίσεις και σύμφωνα με την ειδικώς προβλεπόμενη διαδικασία, δήλωσε ότι δεν θα προχωρήσει (παρά την ύπαρξη του δικαιώματός του αυτού) σε επιβολή ποινικών ρητρών ενόψει του ότι η ακροαματική διαδικασία για τη μέχρι τότε εκκρεμούσα αίτηση της προμηθεύτριας ενώπιον του ΔΔΔ είχε καθορισθεί για τις 25-29 Ιουνίου ...12 και αναμενόταν η περάτωση της ανοιγείσας δι' αυτής δίκης. ε) Η πρωτοφειλέτρια προμηθεύτρια εταιρία όμως, μετά τις ως άνω διαβεβαιώσεις, και δη στις 15-8-...12 (όπως ορθώς αναγράφεται στο 11ο φύλλο, οπισθία σελίδα, της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι 15-8-...13, όπως εκ προφανούς παραδρομής αναγράφηκε παραπάνω) υπέβαλε στο ΔΔΔ νέα αίτηση για αναγνώριση πλέον ακυρότητας της σύμβασης Α/Ω ως αντιβαίνουσας στο πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, μεταβάλλοντας με αυτό τον τρόπο πλήρως τη βάση της αντιδικίας και εισάγοντας νέα, όλως διάφορα προς τα αρχικά, ζητήματα προς κρίση. στ) Κατόπιν αυτών η δίκη δεν ολοκληρώθηκε στο ευλόγως αναμενόμενο χρονικό διάστημα, αλλά η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του ΔΔΔ συνεχίσθηκε κατά το διάστημα 3-6.6....13. Με την απόφασή του, που εκδόθηκε στις 30-12-...13 και κατέστη ήδη αμετάκλητη, κρίθηκε η σύμβαση Α/Ω εξ υπαρχής άκυρη στο σύνολό της (και ως όσον αφορά τη συμφωνία περί ποινικής ρήτρας) κατά παραδοχή του αιτήματος που υποβλήθηκε με τη δεύτερη αίτηση της προμηθεύτριας, ενώ στη συνέχεια, μετά από νέα αίτησή της ενώπιον του Ανώτερου Δικαστηρίου του Κεμπέκ, εκδόθηκε στις 21-6-...18 απόφασή του, που κήρυξε άκυρη την αντεγγύηση και μη οφειλόμενη οποιαδήποτε πληρωμή από τον δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας. ζ) Εν τω μεταξύ στις 5-7-...13 (και όχι 5-8-...13, όπως εκ προφανούς παραδρομής αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει του ότι αυτό αναφέρεται σε αίτημα κατάπτωσης της Ε/Ε υποβληθέν στις 31-7-...13), ενόσω διαρκούσε η διαδικασία ενώπιον του ΔΔΔ, όπως όμως πλέον αυτή μεταβλήθηκε και επεκτάθηκε κατόπιν της νέας αιτήσεως, που είχε υποβάλει η προμηθεύτρια, δίχως όμως να έχει εκδοθεί ακόμη οποιαδήποτε απόφαση, το αναιρεσίβλητο αποφάσισε πλέον την επιβολή ποινικών ρητρών εις βάρος της και υπέβαλε στο ΝΤΤ, το οποίο το διαδέχθηκε η αναιρεσείουσα, αίτημα για κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής στις 31-7-...13, σύμφωνα με την αναφερόμενη απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, που εκδόθηκε στις 17-7-...13. η) Το ΝΤΤ αποδέχθηκε με το από 7-8-...13 έγγραφό του την υποχρέωση για καταβολή του ποσού της (όπως ήδη είχε περιορισθεί από το αναιρεσίβλητο στο ήμισυ) και ουδέποτε προσβλήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο η σχετική υπουργική απόφαση, ζήτησε όμως να του αποσταλεί νέα εντολή κατάπτωσης με αίτημα την κατάθεση του διεκδικούμενου ποσού της Ε/Ε υπέρ του αληθούς δικαιούχου ΥΕΘΑ/ΓΔΑΕΕ (και όχι του Μετοχικού Ταμείου Αεροπορίας, όπως ζητήθηκε αρχικώς), ενέργεια που πραγματοποιήθηκε από το αναιρεσίβλητο με το αναφερόμενο από 12-8-...13 έγγραφο της ΓΔΑΕΕΕ. θ)Κατόπιν όλων αυτών και της ήδη δοθείσας εντολής κατάπτωσης, το ΔΔΔ, μετά από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της προμηθεύτριας, εξέδωσε στις 13-8-...13 διαδικαστική απόφαση διατάσσοντας το αναιρεσίβλητο να απέχει προσωρινά από οποιοδήποτε αίτημα κατάπτωσης της Ε/Ε μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασής του, ενώ και το Ανώτερο Δικαστήριο του Κεμπέκ εξέδωσε, μετά από όμοια αίτηση της προμηθεύτριας, προσωρινή διαταγή, με την οποία απαγόρευσε στο ΝΤΤ να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό της Ε/Ε μέχρι όμως τις 26-8-...13. ι) Ενόψει όλων αυτών και επανάληψης αιτήματος του αναιρεσιβλήτου για πληρωμή της εγγυητικής επιστολής σε πρώτη ζήτηση στις 14-8-...13, το ΝΤΤ, που κατ' αρχήν δεν είχε προβάλει αντιρρήσεις για την υποχρέωσή του να καταβάλει το αιτούμενο ποσό της, υπέβαλε την από ...-8-...13 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζητώντας να αποσύρει το αναιρεσίβλητο την εντολή κατάπτωσης της Ε/Ε, η οποία όμως απορρίφθηκε με απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, εκδοθείσα στις 16-12-...13. ια) Το αναιρεσίβλητο, πριν να προχωρήσει στην επανάληψη του αιτήματός του για πληρωμή της Ε/Ε (όπως είχε περιορίσει το αρχικό ποσό της) απευθύνθηκε στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το οποίο αποφάνθηκε με το αναφερόμενο από 14-8-...13 πρακτικό του, που εγκρίθηκε από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, ότι το αναιρεσίβλητο, παρά την από 13-8-...13 διαδικαστική απόφαση προσωρινής ισχύος του ΔΔΔ, δεν είχε υποχρέωση αναστολής της διαδικασίας κατάπτωσης της Ε/Ε. ιβ) Μετά ταύτα το αναιρεσίβλητο, αφού είχε απορριφθεί και η αίτηση του ΝΤΤ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε με επιστολή του προς εκείνο και πάλι την πληρωμή της ΕΕ και στις 23-12-...13 απέστειλε και εξώδικο ζητώντας την με την επισήμανση ότι, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του, θα κινούσε ποινική και αστική διαδικασία κατά των αρμοδίων υπαλλήλων του για υπεξαίρεση, το δε ΝΤΤ, δεχόμενο αυτή την πίεση, προχώρησε στις 24-12-...13 στην καταβολή του ποσού των 13.868.354,40 δολαρίων ΗΠΑ προς το αναιρεσίβλητο. Αυτά τα γενόμενα δεκτά κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετούν καταχρηστική συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσιβλήτου κατά την αναφερόμενη στην μείζονα πρόταση έννοια προερχόμενη από τη βασική σχέση του με την πρωτοφειλέτρια προμηθεύτρια σε συνδυασμό και αλληλεξάρτηση με τη δική της συμπεριφορά και τις πράξεις της, δυνάμενη να προβληθεί και από την αναιρεσείουσα, ήτοι συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, που υπερβαίνει προφανώς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του υπαρκτού, βάσει της σχέσης που δημιουργήθηκε από την έκδοση της εγγυητικής επιστολής σε πρώτη ζήτηση, δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να ζητήσει την κατάπτωσή της, ούτε αντιβαίνει στα συναλλακτικά ήθη επί τέτοιων συμβάσεων. Ειδικότερα η προμηθεύτρια, σύμφωνα με τα ανωτέρω περιστατικά, δεν είχε εκπληρώσει, όπως και η ίδια παραδεχόταν με την αρχική προσφυγή της παρά μόνον εν μέρει τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει βάσει της σύμβασης Α/Ω (ανεξαρτήτως της τελικώς κριθείσας ακυρότητάς της) ως αντιστάθμισμα (οιονεί πρόσθετο αντάλλαγμα) της ταυτοχρόνως συναφθείσας σύμβασης προμήθειας αεροσκαφών, με την οποία και συνδεόταν άμεσα, διότι διαφορετικά δεν θα υπήρχε λόγος κατάρτισής της (όπως καθίσταται αυτονόητο ενόψει της έννοιας των όρων "αντισταθμιστικά οφέλη") και από την οποία ωφελήθηκε εισπράττοντας το πλήρως καταβληθέν από το αναιρεσίβλητο τίμημα των αεροσκαφών. Αυτή άρχισε δικαστικό αγώνα κατά του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του ΔΔΔ επικαλούμενη έλλειψη υπαιτιότητάς της για τη μη πλήρη εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από τη σύμβαση Α/Ω, στη συνέχεια όμως μετέβαλε το αντικείμενο της δίκης με νέα αίτησή της, προσβάλλοντας για πρώτη φορά το μέχρι τότε μη αμφισβητηθέν από εκείνη κύρος της και ζητώντας αναγνώριση ακυρότητας της σύμβασης Α/Ω ως αντικείμενης στο πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (παρότι η ίδια συνέπραξε στην κατάρτισή της), επιτυγχάνοντας με αυτό τον τρόπο και την παράταση της αντιδικίας. Η χρονική δε αλληλουχία των παραπάνω γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων γεγονότων συνάδει με την παραπάνω κρίση του Εφετείου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της συμπεριφοράς των οργάνων του αναιρεσιβλήτου ως καταχρηστικής, δηλαδή ως συμπεριφοράς που δεν καθιστά μη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματός του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ούτε ως συμπεριφοράς που αποσκοπούσε (έστω και δι'ενδεχόμενου δόλου) στη ζημία της αναιρεσείουσας ή της προμηθεύτριας εταιρίας κατ' άρθρο 919 ΑΚ. Ειδικότερα το αναιρεσίβλητο, κατά τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, συνήνεσε οικειοθελώς και καλόπιστα να μην προβεί σε ενέργειες κατάπτωσης της Ε/Ε ενόσω εκκρεμούσε η πρώτη αίτηση της προμηθεύτριας στο ΔΔΔ, η έκδοση απόφασης επί της οποίας αναμενόταν μέχρι το τέλος του ...12, αποσαφηνίζοντας πλήρως τη σύνδεση της πρόθεσής του αυτής με την τότε εκκρεμή διαδικασία με την επιστολή προς την εκπροσωπούσα την προμηθεύτρια δικηγορική εταιρία, και υπήρξε συνεπές στη σχετική υπόσχεσή του. Η τηρηθείσα δε αυτή υπόσχεση δεν μπορούσε να δημιουργήσει, ενόψει και της αντιδικίας, στην προμηθεύτρια ευλόγως την πεποίθηση ότι το αναιρεσίβλητο δεν θα διεκδικούσε το παραπάνω δικαίωμά του ακόμη και αν μεταβαλλόταν το αντικείμενο της αντιδικίας και η διάρκεια της δίκης. Η εντολή κατάπτωσης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου δόθηκε μετά από το προαναφερόμενο χρονικό όριο, που αποσαφηνιζόταν στην ως άνω επιστολή, και μετά από τη μεταβολή και επέκταση της αντιδικίας με πρωτοβουλία της προμηθεύτριας και συγκεκριμένα μέσα στον Ιούλιο του ...13, η δε διευκρίνιση του καταθετικού λογαριασμού, στον οποίο θα κατατίθετο το διεκδικούμενο ποσό έλαβε χώρα στις 12-8-...13 πριν να υπάρξει οποιαδήποτε προσωρινής ισχύος απόφαση ή διαταγή να απόσχει από αυτήν. Η παραπάνω εντολή κατάπτωσης παρήγαγε αμέσως και εξ αρχής τις συνέπειές της, επέφερε δηλαδή την κατάπτωση της ΕΕ και την υποχρέωση πληρωμής της, σκοπό στον οποίο και κατατείνει η έκδοση ΕΕ αυτής της μορφής, με συνέπεια να καθίσταται εξ αρχής αμέσως δεσμευτική για τον δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης ΝΤΤ (ανεξαρτήτως της επανάληψής της επειδή το ΝΤΤ δεν συμμορφώθηκε αμέσως), δεδομένου ότι εξασφάλιζε για το αναιρεσίβλητο την άμεση απόλαυση του ποσού αυτής χωρίς να είναι αναγκαίο να υποστεί χρονοβόρες διαγνωστικές δικαστικές διαδικασίες, αφού το ΝΤΤ υποχρεούτο να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση χωρίς να μπορεί, κατά τα προεκτιθέμενα, να αρνηθεί την καταβολή του, επικαλούμενο ανυπαρξία ή πλημμέλεια της βασικής σχέσης ή να αμφισβητήσει τον λόγο κατάπτωσης, μη γνωρίζοντας μάλιστα κατά τρόπο αξιόπιστο και αναμφισβήτητο ότι δεν συνέτρεχε ουσιαστικός λόγος τέτοιας κατάπτωσης, αφού αυτό θα συνέβαινε μόνο εάν κατά τον χρόνο της ανωτέρω εντολής είχε ήδη εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση, γεγονός που δεν είχε συμβεί. Το ΝΤΤ συμμορφώθηκε στην υποχρέωσή του προς πληρωμή της ΕΕ, έστω και μετά από καθυστερήσεις, από επανάληψη του σχετικού αιτήματος και πίεση (για επιδίωξη ικανοποίησης του αναιρεσιβλήτου δια δικαστικών οδών, η οποία εξ ορισμού δεν προσδίδει απαξία στη σχετική ενέργεια, ούτε μπορεί να νοηθεί ως ιδιαίτερα πιεστική, μη παράγουσα και άμεσες συνέπειες), ενώ έγινε περαιτέρω δεκτό ότι το αναιρεσίβλητο φρόντισε να λάβει και τη σύμφωνη γνώμη του ΝΣΚ για τη νομιμότητα των ενεργειών του. Επομένως το Εφετείο, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής, την οποία η αναιρεσείουσα αποπειράθηκε να στηρίξει στις ως άνω διατάξεις, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997). Δεν αποτελούν δε πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997), οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού (ΑΠ 569/...18). Ο άνω δε αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ ΑΠ 12/1991, ΑΠ 856/...18), γεγονός, που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1215/......, 1374/...19, 403/...17). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφαση του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά. Ο όρος "πράγματα" στην περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε ανωτέρω. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποιά από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 403/...17, 677/...15, ...31/...07, 259/...07). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποιά ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/...15). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτήν αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/...15). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/...15). Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλούμενη πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυρίζεται ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της περί της αμετάκλητης κρίσης του ΔΔΔ ως προς την ακυρότητα της σύμβασης Α/Ω, στον οποίο θεμελιωνόταν η αγωγή της, β) έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν παραδεκτώς από το αναιρεσίβλητο και δη ότι οι διαβεβαιώσεις του να μη προβεί σε εντολή κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής αφορούσαν τη δίκη που είχε ανοιγεί με την αρχική αίτηση της προμηθεύτριας, η περάτωση της οποίας αναμενόταν μέχρι τα τέλη του έτους ...12, καθώς και ότι η δηλώσασα στις 29-6-...12 τη σχετική πρόθεσή του ενώπιον του ΔΔΔ δικηγόρος του δεν ήταν εφοδιασμένη με ειδική πληρεξουσιότητα προς τούτο, ενώ δέχθηκε το τελευταίο αυτό γεγονός και χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι κατά την ανωτέρω υπό στοιχείο α' αιτίασή του από τον αρ. 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αβάσιμος, όπως αβάσιμος είναι κατά τη σχετική αιτίασή του και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης (αναφερόμενος στην επικουρική βάση της αγωγής) αφού από τις ανωτέρω αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι το ΔΔΔ απήγγειλε, με απόφασή του που κατέστη αμετάκλητη, την εξ υπαρχής ακυρότητα της σύμβασης Α/Ω, και παραθέτει στην απόφασή του όλα τα σχετικά περιστατικά, αυτός όμως ο ισχυρισμός, που κρίθηκε βάσιμος και αποτελούσε πράγματι ένα από τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηριζόταν η αγωγή και κατά την κύρια και κατά την επικουρική της βάση, δεν αρκούσε από μόνος του για τη θεμελίωσή της ως προς την κύριά της βάση της καταχρηστικής και δόλιας (έστω με ενδεχόμενο δόλο) άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, που απορρίφθηκε ενόψει όλων των αποδειχθεισών περιστάσεων υπό τις οποίες το δικαίωμα αυτό ασκήθηκε, ή και την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ενόψει της τριμερούς σχέσεως από την έκδοση της Ε/Ε σε πρώτη ζήτηση, που δεν παρέχει όταν πάσχει απλώς η σχέση αξίας στην πληρώτρια τράπεζα απευθείας αξίωση προς αναζήτηση του πλουτισμού από τον λήπτη της, με συνέπεια την απόρριψη της αγωγής και ως προς αμφότερες τις βάσεις της. Κατά την πρώτη υπό στοιχείο β' αιτίασή του από τον αρ. 8 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, επειδή το ότι το αναιρεσίβλητο διαβεβαίωσε πως δεν θα προβεί σε εντολή κατάπτωσης της Ε/Ε αφορούσε τη δίκη που είχε ανοιγεί με την αρχική αίτηση της προμηθεύτριας, η περάτωση της οποίας αναμενόταν μέχρι τα τέλη του έτους ...12, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που έτεινε στην κρινόμενη περίπτωση στη θεμελίωση ενστάσεως κατά του ασκηθέντος με την αγωγή ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά εντάσσεται στην άρνηση της αγωγής κατά την κύρια βάση της (την άρνηση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και της δόλιας προαίρεσης). Η δεύτερη αιτίαση υπό στοιχείο β' του τρίτου σκέλους του ίδιου λόγου από τους αρ. 8 α και και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι επίσης απαράδεκτη, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο παρείχε τη διαβεβαίωση πως δεν θα προέβαινε στην κατάπτωση της Ε/Ε κατά την εκκρεμούσα (και αναμενόμενη να περατωθεί), διαδικασία ενώπιον του ΔΔΔ επί της πρώτης όμως αίτησης της προμηθεύτριας, ενόψει μάλιστα και της παρατιθέμενης επιστολής προς την εκπροσωπούσα την προμηθεύτρια δικηγορική εταιρία, η αναφορά δε στη μη ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας της δικηγόρου που εκπροσώπησε το αναιρεσίβλητο στο ΔΔΔ είναι απλώς πλεοναστική (εκ περισσού διατυπωθείσα), μη συνεπαγόμενη συνέπειες στην τελική διαμόρφωση του δικανικού του συλλογισμού. Περαιτέρω το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, που εφάρμοσε δι'εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής της ή δι'εσφαλμένης υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν σε αυτήν, αλλά με σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία απέρριψε και την επικουρική βάση της αγωγής, ενώ δεν παραβίασε και τις διατάξεις των άρθρων 905, 404 και 405 ΑΚ, που δεν εφάρμοσε και που δεν ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση αφού αυτές αφορούν στη σχέση μεταξύ προμηθεύτριας και αναιρεσιβλήτου. Ειδικότερα το Εφετείο απέρριψε τη στηριζόμενη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό της επικουρική βάση της αγωγής και με την αιτιολογία ότι ο πλουτισμός που αποκόμισε το αναιρεσείον δια της εισπράξεως του ποσού της εγγυητικής επιστολής σε πρώτη ζήτηση δεν αποδείχθηκε ότι έγινε για αιτία αχρεώστητη έναντι του ΝΤΤ, το οποίο διαδέχθηκε η αναιρεσείουσα, αφού η αποδειχθείσα ετεροβαρής σύμβαση από την έκδοση της εγγυητικής επιστολής σε πρώτη ζήτηση μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου, αφορώσα τη σχέση καλύψεως, αποτελούσε νόμιμη αιτία πλουτισμού του, ανεξαρτήτως της τελικώς απαγγελθείσας ακυρότητας της βασικής σχέσης από τη σύμβαση Α/Ω μεταξύ του τελευταίου και της προμηθεύτριας, στην οποία το ΝΤΤ δεν υπήρξε συμβαλλόμενο μέρος, στην τριμερή δε σχέση που δημιουργήθηκε από την έκδοση της παραπάνω επιστολής τέτοια αξίωση δεν μπορούσε προβληθεί από την ίδια την αναιρεσείουσα αλλά μόνον από την προμηθεύτρια, η οποία, ανεξαρτήτως του ότι δεν όφειλε το ποσό της εγγυητικής επιστολής στο αναιρεσίβλητο λόγω της ακυρότητας της μεταξύ τους βασικής σχέσης, ευθυνόταν όμως, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην αρχή της απόφασης, έναντι του ΝΤΤ (ως υπεντολοδόχου) για την κάλυψη εκ μέρους του του ποσού της ανωτέρω επιστολής από τη μεταξύ τους (έγκυρη) σχέση, δεδομένου και ότι η αναιρεσείουσα δεν θεμελίωσε την αγωγή της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της, σε επελθούσα υποκατάσταση της ιδίας ή του ΝΤΤ στη σχετική αξίωση της προμηθεύτριας (π.χ. δι'εκχωρήσεως της σχετικής αξίωσης από την προμηθεύτρια). Η αιτιολογία αυτή στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος του, με το οποίο απορρίφθηκε η στηριζόμενη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικουρική βάση της αγωγής, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά τα δύο πρώτα σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα οποία η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, τα αντίθετα είναι αβάσιμος, ενώ οι λοιπές σχετικές αιτιάσεις της, οι οποίες αναφέρονται στις επάλληλες αιτιολογίες του Εφετείου, που το οδήγησαν στην προαναφερόμενη απορριπτική του κρίση, είναι αλυσιτελείς. Η επί μέρους δε αιτίαση περί δεδικασμένου παραγόμενου από την απόφαση του ΔΔΔ, το οποίο κήρυξε άκυρη τη σύμβαση Α/Ω και την αντεγγύηση, είναι αβάσιμη, διότι οποιοδήποτε τέτοιο δεδικασμένο δεν επηρεάζει τη σχέση μεταξύ ΝΤΤ και προμηθεύτριας, η οποία, σε κάθε περίπτωση, κατά τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, αναφερόμενη επανειλημμένως στην Ε/Ε, δεν αμφισβητούσε την εκ μέρους της εντολή έκδοσής της κατά τον χρόνο που αυτή έλαβε χώρα (ουσιαστικά εγκρίνοντάς την έστω και αν αυτή εχώρησε δια της μεσολάβησης αλλοδαπού τραπεζικού ιδρύματος), ενώ η περαιτέρω αναφορά της αναιρεσείουσας στην απόφαση του Δικαστηρίου του Κεμπέκ, της οποίας δεν επικαλείται παραχθέν νομότυπα και ισχύον δεδικασμένο, είναι παντελώς αόριστη. Απαράδεκτος δε προεχόντως ως αόριστος είναι ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, πέραν της αιτιάσεως από τον αρ.8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ερευνήθηκε παραπάνω, πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπέμποντας απλώς στις σχετικές αιτιάσεις που είχε προβάλει με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσής της, με τον οποίο έπληττε την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, χωρίς να προβαίνει σε συγκεκριμένη σύνδεσή τους με την απόρριψη της επικουρικής της βάσης. Με βάση τα προαναφερόμενα, αφού απορρίφθηκαν οι προαναφερόμενοι λόγοι της αναίρεσης και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επί πλέον, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, μειωμένα όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987, 2 της 134.423/1992 ΚΥΑ, 106, 176 και 183 ΚΠολΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16.7.2021 αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της υπ' αριθμ. 597/...21 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών . Διατάζει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ . ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ