ΑΡΙΘΜΟΣ 682/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέτα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου 1. Δ. Β. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Παπαδόπουλο και 2. Σ. Κ. του Α., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Στέργιο Λιάπη, περί αναιρέσεως της 114/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα: Αγροτικό Συνεταιρισμό Οπωροκηπευτικών Διαβατού, με την επωνυμία "Α.Σ.Ο. ΔΙΑΒΑΤΟΥ ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπατσώρη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Φεβρουαρίου 2012 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 313/12. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε α) να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης ως προς την β' πράξη και β) να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς την α' πράξη του Ιανουαρίου 2004, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής και να παραπεμφθεί στο αυτό Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής για την β' πράξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες, με το από 10-2-2012, κοινό δικόγραφο ασκηθείσες αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α) Δ. Β. και β) Σ. Κ. κατά της υπ' αριθμ. 114/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου περί πλημμελημάτων, είναι πέντε έτη, αρχομένη από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β, 370 εδ. β', 511 και 514 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ο δε Άρειος Πάγος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β' του ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 390 του ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση του με το όρθρο 36 παρ. 2 του Ν. 2172 /1993 και πριν την τροποποιηθεί με το άρθρο 15 του Ν. 3242/2004, όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή που προβλέπει το έγκλημα της απιστίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται αντικειμενικά μεν η επέλευση βλάβης στην περιουσία τρίτου προσώπου, της οποίας ο δράστης έχει τη διαχείριση ή επιμέλεια με βάση το νόμο ή τη δικαιοπραξία, υποκειμενικά δε δόλος και. δη άμεσος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι με την πράξη του επιφέρει ζημία στην περιουσία τρίτου προσώπου. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία οικονομικών αγαθών του προσώπου που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, κινητών (μεταξύ των οποίων και το χρήμα), ακινήτων, απαιτήσεων, δικαιωμάτων, εμπραγμάτων ή ενοχικών, καθώς επίσης και η νομή. Βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση της που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεως αυτής και της αξίας της περιουσίας που απομένει μετά τη διάθεση της από το δράστη. Επίσης βλάβη της περιουσίας είναι και το με βεβαιότητα αναμενόμενο, αλλά διαφυγόν κέρδος. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 17 του ΠΚ, ως χρόνος τελέσεως της πράξεως, θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Η αναφορά του ακριβούς χρόνου τελέσεως της πράξεως στην απόφαση είναι αναγκαία για την έναρξη και τον υπολογισμό του χρόνου της παραγραφής. Συνεπώς, εάν δεν προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος, δεν μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει για την παραγραφή ή μη της πράξεως και, έτσι, παραβιάζονται εκ πλαγίου οι ανωτέρω περί παραγραφής διατάξεις και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, διότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως και καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Τέλος, θεμελιώδες αξίωμα του ποινικού συστήματος αποτελεί η αρχή in dubio pro reo, η οποία αντανακλά και στους λόγους εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως, όπως είναι η παραγραφή. Έτσι, εφόσον ο χρόνος τελέσεως της πράξεως εμπίπτει σε χρονικό διάστημα που δεν εξειδικεύεται, οι αμφιβολίες ως προς τον ακριβή χρόνο τελέσεως αυτής που επιδρά στην παραγραφή ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου σύμφωνα με την ανωτέρω αρχή και, συνεπώς, θεωρείται ως χρόνος τελέσεως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής. Εξάλλου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιούται να καθορίσει ακριβέστερα το χρόνο τελέσεως της πράξεως, όπως αυτός προέκυψε από τις αποδείξεις, αρκεί να μην επηρεάζεται η ταυτότητα της πράξεως ή η τυχόν υπάρχουσα παραγραφή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες της πράξεως της απιστίας (πλημ/κής) κατά συναυτουργία, αναγνωρίζοντας σε αυτούς το ελαφρυντικό του πρότερου, έντιμου βίου και επέβαλε σε καθέναν τους ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών. Κατά το διατακτικό της αποφάσεως, η πράξη, για την οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες συνίσταται στο ότι αυτοί: "Στο ... τον Ιανουάριο μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2004, από κοινού με γνώση ζημίωσαν περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας είχαν την επιμέλεια ή διαχείριση. Ειδικότερα με κοινό δόλο κατά το κλείσιμο του έτους 2003 εν γνώσει τους ως μέλη του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αγροτικός Συνεταιρισμός Οπωροκηπευτικών Διαβατού ο Άγιος Κωνσταντίνος" και συγκεκριμένα: α)ο Δ. Β. ως Πρόεδρος του Δ.Σ., β) ο Σ. Κ. ως ταμίας του Δ.Σ., και έχοντας την ευθύνη για τη διαχείριση του ανωτέρω συνεταιρισμού: 1] δεν τήρησαν ούτε ενημέρωσαν τα απαιτούμενα φορολογικά βιβλία του συνεταιρισμού, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθούν ως προς την οικονομική διαχείριση του Συνεταιρισμού, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ζητήσει ο συνεταιρισμός την επιστροφή ΦΠΑ και να μην μπορεί να λάβει τον αναλογούντα ΦΠΑ παγίων και αγοράς ειδών συσκευασίας χρήσεως 2003 ύψους 34.916,52 Ευρώ για λογαριασμό του, αλλά να μεταφερθεί το ποσό αυτό στα έξοδα χρήσεως στο λογαριασμό "φόροι και τέλη" και 2) δεν απέδωσαν στο Δημόσιο παρακρατημένους φόρους τιμολογίων αγοράς αγροτικών προϊόντων υπέρ του ΕΛΓΑ, του έτους 2003 με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο Συνεταιρισμός με το ποσό των 144837,60 ευρώ που αναλογεί στους εν λόγω φόρους του έτους αυτού καθώς και με τα πρόστιμα και τις προσαυξήσεις που θα επιβληθούν στον συνεταιρισμό λόγω μη έγκαιρης καταβολής των εν λόγω παρακρατηθέντων φόρων". Εξάλλου, ο ακριβής χρόνος τελέσεως της αναφερόμενης στο διατακτικό επίδικης απιστίας, δεν προσδιορίζεται ούτε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ο μη προσδιορισμός όμως του ακριβούς χρόνου τελέσεως της εν λόγω απιστίας, καθιστά αβέβαιο το αν το αξιόποινο της πράξεως των αναιρεσειόντων είχε ή όχι εξαλειφθεί με παραγραφή. Ετσι, αφού η ανωτέρω πράξη φέρεται ότι τελέστηκε τον Ιανουάριο μέχρι και το μήνα Φεβρουαρίου του έτους 2004, και σε μη προσδιοριζόμενες ημερομηνίες του χρονικού αυτού διαστήματος, έπρεπε το δικάσαν Εφετείο, σύμφωνα με την προαναφερθείσα αρχή in dubio pro reo να θεωρήσει ότι όλες οι μερικότερες πράξεις του άνω εγκλήματος τελέστηκαν από 1-1-2004 μέχρι 14-2-2004, οπότε, λόγω του πλημμεληματικού του χαρακτήρα, το αξιόποινο αυτού είχε εξαλειφθεί με παραγραφή, διότι παρήλθε πενταετία από της εκτελέσεώς του, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει κάποια περίπτωση αναστολής της παραγραφής. Επομένως, το δικάσαν δικαστήριο, με το να μη παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων για την ανωτέρω πράξη, παραβίασε εκ πλαγίου τις περί παραγραφής άνω διατάξεις, καθόσον από την 1-1-2004 μέχρι το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως (14-2-2012), είχε παρέλθει οκταετία. Σύμφωνα δε με τα άνω εκτεθέντα, ενόψει και του άνω αξιώματος, κατά το οποίο, όταν δεν προσδιορίζεται στο κατηγορητήριο ο ακριβής χρόνος τελέσεως της πράξεως, το δικαστήριο δεν μπορεί να τον προσδιορίσει κατά τρόπο που επηρεάζεται η παραγραφή. 'Ετσι θεωρείται ως χρόνος τελέσεως της επίδικης πράξεως (πλημ/κής απιστίας) το χρονικό διάστημα από -1-2004 μέχρι 13-2-2004 το αργότερο και, επομένως, η πράξη αυτή κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως (14-2-2012), είχε υποκύψει στην παραγραφή. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, η οποία συνίσταται στην εκ πλαγίου παράβαση των ανωτέρω περί παραγραφής διατάξεων, είναι βάσιμος και, πρέπει να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφασης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγω της αιτήσεως, να παύσει δε οριστικά ως προς την πράξη αυτή η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 112/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής κατά των: 1) Δ. Β. και 2) Σ. Κ. και συγκεκριμένα για το ότι: "Στο ... τον Ιανουάριο μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2004, από κοινού με γνώση ζημίωσαν περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας είχαν την επιμέλεια ή διαχείριση. Ειδικότερα με κοινό δόλο κατά το κλείσιμο του έτους 2003 εν γνώσει τους ως μέλη του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αγροτικός Συνεταιρισμός Οπωροκηπευτικών Διαβατού ο Άγιος Κωνσταντίνος" και συγκεκριμένα: α)ο Δ. Β. ως Πρόεδρος του Δ.Σ., β) ο Σ. Κ. ως ταμίας του Δ.Σ., και έχοντας την ευθύνη για τη διαχείριση του ανωτέρω συνεταιρισμού: 1] δεν τήρησαν ούτε ενημέρωσαν τα απαιτούμενα φορολογικά βιβλία του συνεταιρισμού, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθούν ως προς την οικονομική διαχείριση του Συνεταιρισμού, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ζητήσει ο συνεταιρισμός την επιστροφή ΦΠΑ και να μην μπορεί να λάβει τον αναλογούντα ΦΠΑ παγίων και αγοράς ειδών συσκευασίας χρήσεως 2003 ύψους 34.916,52 Ευρώ για λογαριασμό του, αλλά να μεταφερθεί το ποσό αυτό στα έξοδα χρήσεως στο λογαριασμό "φόροι και τέλη" και 2) δεν απέδωσαν στο Δημόσιο παρακρατημένους φόρους τιμολογίων αγοράς αγροτικών προϊόντων υπέρ του ΕΛΓΑ, του έτους 2003 με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο Συνεταιρισμός με το ποσό των 144837,60 ευρώ που αναλογεί στους εν λόγω φόρους του έτους αυτού καθώς και με τα πρόστιμα και τις προσαυξήσεις που θα επιβληθούν στον συνεταιρισμό λόγω μη έγκαιρης καταβολής των εν λόγω παρακρατηθέντων φόρων". Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ