Αριθμός 879/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Oκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1)Θ. Π. του Σ., 2)Χ. Π. του Σ. και 3)Α. Π. του Σ., κατοίκων …, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Σ. Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Μελλίδου, η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "Σ. - Ρ.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ζ. Σ. με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1746/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-11-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αυτοπροσώπως παρασταθείς νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 5 περ. α του ΚΠολΔ (διαφορές για τις αμοιβές δικηγόρων). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 12.11.2021 με αριθμό κατάθεσης …17.11.2021 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 1746/29.3.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έκρινε επί υπόθεσης με αντικείμενο διαφορές για την αμοιβή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας (και) κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι προέβησαν στην επισύναψη του υπ' αριθ. ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ και της από 16.11.2021 απόδειξης πληρωμής του μέσω της Τράπεζας "EUROBANK AE" για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως διαφορά για την αμοιβή δικηγορικής εταιρείας, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης. Κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στους αναιρεσείοντες, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 989/2022, ΑΠ 484/2019). Με την από 12.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης …17.11.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1746/29.3.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων της αναιρετικής δίκης κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για αμοιβές δικηγόρων επί: α) της από 1.12.2016 και με αριθμό κατάθεσης …2016 έφεσης των δεύτερου, τρίτης και τέταρτης εναγομένων -εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων και β) της από 7.12.2016 και με αριθμό κατάθεσης …2016 έφεσης της ενάγουσας -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας κατά της με αριθμό 124/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δικάσει επίσης κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για αμοιβές δικηγόρων (άρθρα 677 παρ. 1 και 678 - 681 του ΚΠολΔ όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το ν. 4335/2015), ερήμην του πρώτου εναγομένου (και μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και είχε δεχθεί εν μέρει την από 20.12.2013 και με αριθμό κατάθεσης …2013 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία η τελευταία ζητούσε να της επιδικασθούν οι σύμφωνα με το ισχύον κατά την ένδικη χρονική περίοδο ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας περί Δικηγόρων) ελάχιστες αμοιβές για τις αναλυτικά περιγραφόμενες νομικές υπηρεσίες, τις οποίες ο δικηγόρος-εταίρος και διαχειριστής της Ζ. Σ. είχε παράσχει κατ' εντολή του πρώτου εναγομένου και μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη Γ. Α., του αποβιώσαντος στις 31.8.2012 Σ. Π., πατέρα των δεύτερου, τρίτης και τέταρτης εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και των δεύτερου, τρίτης και τέταρτης εναγομένων - αναιρεσειόντων. Ειδικότερα με τη με αριθμό 124/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχαν επιδικασθεί στην ενάγουσα -αναιρεσίβλητη τα στην απόφαση αναγραφόμενα ποσά για ληξιπρόθεσμες και μη εισπραχθείσες αμοιβές του ως άνω δικηγόρου - εταίρου και διαχειριστή της, από δικηγορικές υπηρεσίες που αυτός παρείχε στους προαναφερθέντες πριν από τη σύσταση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 1746/2019, απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 7.12.2016 έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης και δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 1.12.2016 έφεση των εναγομένων - εκκαλούντων - αναιρεσειόντων μόνο ως προς το λόγο αυτής που αφορούσε στη διάταξη της εκκαλουμένης με αριθμό 124/2016 απόφασης, με την οποία τους είχε καταδικάσει στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αντιδίκου τους, τα οποία είχε ορίσει στο ποσό των 22.400 ευρώ. Ειδικότερα, το Εφετείο περιόρισε τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, στην πληρωμή των οποίων καταδίκασε τους εναγομένους - αναιρεσείοντες, στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και απέρριψε τους υπόλοιπους λόγους της από 1.12.2016 έφεσης, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση κατά τις λοιπές της διατάξεις. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από ηττηθέντες διαδίκους, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, δημοσιεύθηκε στις 29.03.2019 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 17.11.2021, δηλαδή μέσα στη διετή προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) δεδομένου ότι σύμφωνα με τα πρώτο και τρίτο εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και τα πρώτο και τρίτο εδάφια της περ. α της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48) οι προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων ανεστάλησαν κατά το χρονικό διάστημα από 13.3.2020 μέχρι 31.5.2020 και από 7.11.2020 μέχρι 5.4.2021 και αυτές (οι προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων) δεν συμπληρώνονται εάν δεν παρέλθουν δέκα ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (άρθρο 83 παρ. 1 εδαφ. γ του ν. 4790/2021), με συνέπεια να μην υπολογίζονται τα πιο πάνω χρονικά διαστήματα στις κατά τον ΚΠολΔ προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων. Τούτο δε ισχύει κατά την αληθή έννοια των πιο πάνω ρυθμίσεων και επί της προθεσμίας της παρ. 3 του άρθρου 564 του ΚΠολΔ [άρθρο 49 του ν. 4963/2022 (ΦΕΚ Α 149/30.7.2022)]. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της απόφασης με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν η προβολή του ήταν παραδεκτή και νόμιμη (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 183/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 92 παρ. 1, 98, 100 παρ.1 και 2 , 103, 107 του ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ίσχυε κατά το χρόνο γέννησης των ενδίκων αξιώσεων, δεν εφάρμοσε: α) τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και δη την αρχή της αναλογικότητας που απορρέει από αυτήν, την οποία είχε υποχρέωση να εφαρμόσει με βάση την παραδοχή του ότι "η απαιτούμενη απασχόληση για την έρευνα και την επεξεργασία του ιστορικού της συγκεκριμένης υπόθεσης εκ μέρους του δικηγόρου που τη χειριζόταν, να είναι περιορισμένη" και β) τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, την οποία έπρεπε να εφαρμόσει, καθόσον, αν και δέχθηκε ότι "ο παραπάνω δικηγόρος Αθηνών (Ζ. Σ.) με σκοπό την απόκρουση της αγωγής του Τ.Ε.ΑΔ.Υ. κατέβαλε μια συνολική εργασία", επιδίκασε για την εργασία αυτή το υπερβολικό συνολικό ποσό των 701.018,48 ευρώ, εφαρμόζοντας μόνο τις οικείες διατάξεις του ν.δ. 3026/1954, οι οποίες χωρίς παράλληλη εφαρμογή της αρχής της ισότητας καταλήγουν να αποδίδουν σε περιπτώσεις όπως η ένδικη πρωτοφανή, αδικαιολόγητα και προδήλως άνισα δικαιώματα υπέρ των δικηγόρων. Σύμφωνα, με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που αναπτύσσεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Τούτο διότι οι αναιρεσείοντες δεν διαλαμβάνουν στο αναιρετήριο ότι ως εναγόμενοι είχαν ισχυρισθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ότι ο κατά το ν.δ. 3026/1954 καθορισμός των κατ' αυτών αγωγικών απαιτήσεων της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας, ενόψει του ύψους αντικειμένου της υπόθεσης που χειρίστηκε (δηλαδή σύνταξη προτάσεων επί της από 17.10.2007 αγωγής του ΤΕΑΔΥ σε βάρος των εντολέων, με την οποία αξιωνόταν από καθένα εξ αυτών αποζημίωση ύψους 7.650.118,33 ευρώ, σύνταξη και κατάθεση της από 12.9.2008 ανταγωγής κατά του ΤΕΑΔΥ, για ηθική βλάβη συνολικού ποσού 1.500.000 ευρώ, σύνταξη και κατάθεση προτάσεων επί της ανταγωγής, σύνταξη και κατάθεση ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, της Τράπεζας της Ελλάδος κλπ, με αίτημα να υποχρεωθούν οι προσεπικαλούμενοι -παρεμπιπτόντως εναγόμενοι να καταβάλουν στο κυρίως ενάγον ΤΑΕΔΥ, κάθε ποσό που θα υποχρεωθούν οι προσεπικαλούντες - παρεμπιπτόντως ενάγοντες να καταβάλουν σε αυτό) παραβιάζει τις καθιερούμενες με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και ότι είχαν επαναφέρει τον ως άνω ισχυρισμό τους στο Μονομελές Εφετείο, είτε με κύριο λόγο της από 1.12.2016 έφεσής τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, είτε με τις προτάσεις που κατέθεσαν προς απόκρουση της από 7.12.2016 έφεσης της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης. Από τις διατάξεις των άρθρων 455, 458, 459 και 460 ΑΚ συνάγεται ότι εκχώρηση είναι η σύμβαση μεταξύ δανειστή και τρίτου, με την οποία ο δανειστής μεταβιβάζει απαίτησή του στον τρίτο, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση του οφειλέτη ή η εκ των υστέρων έγκρισή του. Η εκχώρηση είναι σύμβαση άτυπη και αναιτιώδης και επιφέρει μεταβολή απλώς του προσώπου του δικαιούχου. Δεν συνιστά αλλοίωση της ενοχής και η μεταβιβαζόμενη απαίτηση παραμένει η ίδια. Ως εκποιητική σύμβαση, η εκχώρηση παράγει αμέσως το σκοπούμενο με αυτήν (μεταβιβαστικό) αποτέλεσμα, ώστε με τη συντέλεσή της ο εκδοχέας αποκτά - με την επιφύλαξη βεβαίως της τιθέμενης στο άρθρο 460 ΑΚ ρύθμισης, της προηγούμενης αναγγελίας της εκχώρησης στον οφειλέτη - πλήρως τις εξουσίες που συγκροτούν το περιεχόμενο της εκχωρηθείσας απαίτησης. Έτσι, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής και ο μόνος νομιμοποιούμενος να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη για τη δικαστική επιδίωξή της, αφού, μετά την αναγγελία της εκχώρησης, η οποία μπορεί να λάβει χώρα ακόμη και με το δικόγραφο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση της εκχωρηθείσας απαίτησης, αποκόπτεται κάθε δεσμός του οφειλέτη προς τον εκχωρητή (ΑΠ 476/2023, ΑΠ 1597/2017, ΑΠ 1144/2017, ΑΠ 826/2001). Περαιτέρω, κατά τον κρίσιμο για την ένδικη διαφορά χρόνο (δηλαδή τη χρονική περίοδο των ετών 2008 και 2009) για τις δικηγορικές εταιρείες ίσχυε το π.δ. 81/2005 (ΦΕΚ Α 120/23.5.2005), που είχε εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 47 παρ. 2 του ν. 3026/1954 "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α 235), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 1649/1986 (ΦΕΚ Α 149). Στα ακόλουθα άρθρα του ως άνω π.δ. 81/2005 ορίζονται τα εξής: α) Στο άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. α , όπως η παρ. 1 του άρθρου αυτού ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α 14/2.2.2012) ορίζεται ότι: "Δύο ή περισσότεροι δικηγόροι μέλη του ίδιου δικηγορικού συλλόγου μπορούν να συστήσουν "Aστική Επαγγελματική Δικηγορική Εταιρεία" με σκοπό την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σε τρίτους και τη διανομή των συνολικών καθαρών αμοιβών, που θα προκύψουν από τη δραστηριότητά τους αυτή". β) Στο άρθρο 7 εδαφ. α ορίζεται ότι : "Η δικηγορική εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα από τη στιγμή που θα εγγραφεί στο βιβλίο εταιρειών του οικείου δικηγορικού συλλόγου". γ) Στο άρθρο 10 παρ. 1 εδαφ. α και β ορίζεται ότι "Οι εταίροι υποχρεούνται να εισφέρουν στην εταιρεία την εργασία τους. Επιτρέπονται, όμως, και οι συμπληρωματικές εισφορές σε χρήματα ή κινητά πράγματα, καθώς επίσης και, σε χρήση μόνο κινητών και ακινήτων αποκλειστικά για τις ανάγκες στέγασης της εταιρείας". δ) Στο άρθρο 11 ορίζεται ότι "Ο εταίρος δικηγόρος απαγορεύεται να συμμετέχει σε άλλη δικηγορική εταιρεία ή να ασκεί ατομική δικηγορία και γενικά να ενεργεί για δικό του ή ξένο λογαριασμό πράξεις αντίθετες με τα συμφέροντα της εταιρείας". ε) Στο άρθρο 21 ορίζεται ότι "Οι εισφορές των εταίρων, καθώς και κάθε τι άλλο που αποκτάται επ' ονόματι ή για λογαριασμό της εταιρείας ανήκει στην εταιρεία" και στ) Στο άρθρο 25 παρ. 1 ορίζεται ότι: "Οι μερίδες των εταίρων ορίζονται ελευθέρως σε εκατοστιαία ποσοστά ασυνδέτως προς την εισφορά εκάστου. Με βάση τα ποσοστά αυτά, οι εταίροι μετέχουν στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρείας". Από τις παραπάνω διατάξεις του π.δ. 81/2005 συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η δικηγορική εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα από την εγγραφή της στο βιβλίο εταιρειών του οικείου δικηγορικού συλλόγου και ότι ο δικηγόρος, που μετέχει σε αυτήν, υποχρεούται να εισφέρει σ'αυτήν την εργασία του, συμπληρωματικά δε επιτρέπεται για την εξυπηρέτηση αναγκών της εταιρείας να εισφέρει χρηματικές του αξιώσεις κατά τρίτων, απαγορεύεται όμως να ασκεί ατομική δικηγορία και μετέχει στα κέρδη αυτής με βάση τα ποσοστά των μεριδίων του (σχ. ΑΠ 476/2023). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωση (ΑΠ 868/2018). Αντίφαση, δηλαδή, στις αιτιολογίες υπάρχει όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό να κριθεί περαιτέρω αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξης που εφαρμόστηκε. Αυτό συμβαίνει όταν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο ότι έγιναν (ΑΠ 1122/2018). Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 868/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, έχοντας τις παραδοχές που παρατίθενται στο αναιρετήριο, ελλιπώς και με την αντιφατική αιτιολογία ότι η συνεργασία "μεταξύ των εδώ διαδίκων ξεκίνησε περί το Μάρτιο 2007" παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 7 και 21 του π.δ. 81/2005, καθότι, κατά τους αναιρεσείοντες, συνήγαγε το εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρεία νομιμοποιείται να ασκήσει την ένδικη από 20.12.2013 αγωγή της (και) κατ' αυτών, ως δικαιούχος των διαλαμβανόμενων στην αγωγή απαιτήσεων του εταίρου της δικηγόρου Ζ. Σ., αν και αφορούσαν αμοιβές του τελευταίου για παρασχεθείσες δικηγορικές του υπηρεσίας, που ήσαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές πριν από τη σύσταση της αναιρεσίβλητης. Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του δεύτερου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα: "Η εταιρεία με την επωνυμία "Α.. Χ.. Α.." και με τον διακριτικό τίτλο "Α. Α..Χ..Ε..Π..Ε..Υ.." λειτουργούσε ως ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αποτελώντας "κλειστή" ανώνυμη εταιρεία, καθώς οι μέτοχοί της ήταν συγκεκριμένοι και μέλη της ίδιας οικογένειας ή συνεργάτες αυτών. Ειδικότερα ο Γ. Α. (πρώτος εναγόμενος) ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και ο Θ. Π. (δεύτερος εναγόμενος) Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, ορισθέντες νόμιμοι εκπρόσωποί της με απόφασή του, ενώ οι Χ. Π. και Α. Π. (τρίτη και τέταρτη των εναγόμενων) ήταν μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου. Οι τελευταίες είχαν παράλληλα δικαίωμα εκπροσώπησής της, οι δε Γ. Α., Θ. Π. και Α. Π. ήταν επιπλέον επιφορτισμένοι με εκτελεστικά καθήκοντα αναφορικά με την λειτουργία της, ενώ, συγχρόνως, όλοι οι ανωτέρω τύγχαναν μέτοχοι της εταιρείας αυτής, ο μεν πρώτος αυτών κατά ποσοστό 35%, οι τρίτη και τέταρτη κατά ποσοστό 18% και ο δεύτερος κατά ποσοστό 16%. Ιδρυτικό μέλος της εταιρείας "Α. Α..Χ..Ε..Π..Ε..Υ.." υπήρξε ο Σ. Π., πατέρας των δεύτερου, τρίτης και τέταρτης των εναγόμενων, ο οποίος είχε την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της εν λόγω εταιρείας μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2005, εξακολουθώντας έκτοτε να ασχολείται ενεργά με τις υποθέσεις της εταιρείας, καθώς διενεργούσε εν τοις πράγμασι πράξεις εκπροσώπησής της. Όσον αφορά την εταιρεία "Α. Δ. Ε. L.", αυτή είχε συσταθεί το έτος 2000 στην Κύπρο, είχε λάβει άδεια από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και ήταν θυγατρική της εταιρείας "Α. Α..Χ..Ε..Π..Ε..Υ.." κατά ποσοστό 100%, εκπροσωπούμενη από τους Γ. Α. (πρώτο εναγόμενο) και Σ. Π.. Ως προς δε την εταιρεία με την επωνυμία "Α. P. L.", μοναδικοί μέτοχοι αυτής ήταν οι Γ. Α. (πρώτος εναγόμενος) και Σ. Π. με ποσοστό συμμετοχής 50%. Με την υπ' αριθμ. …/18.4.2007 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ανακλήθηκε η άδεια της εταιρείας "Α. Α..Χ..Ε..Π..Ε..Υ.." και η τελευταία τέθηκε σε καθεστώς εκκαθάρισης κατά τις διατάξεις του ν. 1806/1988, επειδή είχε υποπέσει στο παρελθόν σε σοβαρές παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας για τις οποίες της είχαν επιβληθεί υψηλά πρόστιμα, είχε ήδη ανακληθεί η άδεια που της είχε χορηγηθεί με την …./2.3.99 απόφαση του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για τις επενδυτικές υπηρεσίες της αναδοχής και επιπλέον επειδή οι παραβάσεις του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ που της αποδίδονταν σχετίζονταν με επενδύσεις αποθεματικών δημόσιων ασφαλιστικών οργανισμών, δηλαδή με την διαχείριση αγαθών που υπηρετούν συνταγματικούς σκοπούς. Το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Ε.Α.Δ.Υ.)" στρεφόμενο καθ' όλων των προαναφερόμενων φυσικών και νομικών προσώπων και επιπλέον κατά του Κ. Τ. (μη διαδίκου εν προκειμένω), άσκησε την από 17.10.2007 και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης …./2007 αγωγή, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας η εταιρεία "Α.. Χ.. Α.." με τη συνδρομή των εταιρειών "Α. Δ. Ε. L." και "A. P. L." και από κοινού με τους υπόλοιπους εναγόμενους με την ίδια αγωγή, ιδίως δε με τους Γ. Α. [μη διάδικο στην αναιρετική δίκη, Θ. Π. [ήδη πρώτο αναιρεσείοντα] και Σ. Π., που ενεργούσαν ως όργανα, εκπροσωπώντας κατά περίπτωση τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα, απέκρυψαν εν γνώσει τους, παρά το γεγονός ότι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση (που απέρρεε από την ιδιότητα της εταιρείας "Α.. Χ.. Α.." ως ΕΠΕΥ, σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας), τα πραγματικά στοιχεία και τις συνθήκες των συναλλαγών που αφορούσαν ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου και οι οποίες περιγράφονταν στο εν λόγω δικόγραφο, μεταξύ αυτών και το πραγματικό ύψος των αγοραίων και εύλογων τιμημάτων που θα μπορούσαν να επιτευχθούν σε όφελος του ανωτέρω ν.π.δ.δ. (ΤΕΑΔΥ), την εκ μέρους της Α. εισπραχθείσα ωφέλεια από τις συναλλαγές επί ζημία του τελευταίου, τις διαμεσολαβήσεις σ' αυτές (συναλλαγές) εικονικών αγοραστών/πωλητών όπως και ενδιάμεσες συναλλαγές που ήταν άσκοπες και τις κλιμακούμενες σε τιμήματα (είτε προς τα άνω, είτε προς τα κάτω) πράξεις. Ότι, αντιθέτως με το ως άνω ν.π.δ.δ., που, ως καλόπιστος συναλλασσόμενος θεωρούσε ότι η εταιρεία "Α. Α..Χ..Ε..Π..Ε..Υ.." είχε εισπράξει κάποια νόμιμη και εύλογη προμήθεια, οι εναγόμενοι με την ανωτέρω αγωγή φέρονταν να έχουν καρπωθεί στην πραγματικότητα τα ποσά των 5.925.509,33 και 1.107.900 ευρώ, καθώς με κοινή τους ενέργεια παρέπεισαν το τότε ενάγον Ταμείο σχετικά με την πραγματική (αγοραία) αξία των ΟΕΔ, που αποτέλεσαν αντικείμενα των επίμαχων συναλλαγών, εμφανίζοντας εικονικούς αγοραστές και μεταπωλητές τις θυγατρικές τους εταιρείες "Α. Δ. Ε. L." και "A. P. L.", σύμφωνα με όσα ειδικότερα αναφέρονταν στο κείμενο της ανωτέρω αγωγής, κατά την οποία, από την εκτιθέμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους οι εναγόμενοι με αυτή προσπορίστηκαν παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 7.650.118,33 ευρώ, προκαλώντας, συγχρόνως, ισόποση ζημία στο ενάγον, ως άνω, Ταμείο. Το ίδιο διάστημα (δηλαδή κατά το έτος 2007) οι εναγόμενοι με την προκειμένη αγωγή συνεργάζονταν με τον δικηγόρο Αθηνών Α. Λ.. Ο Ζ. Σ. τυγχάνει δικηγόρος Αθηνών και ήταν εσωτερικός συνεργάτης του Α. Λ. μέχρι το έτος 2005, οπότε άρχισε να λειτουργεί δικό του γραφείο σε άλλη διεύθυνση και να συνεργάζεται πλέον με αυτόν (Α.. Λ.) ως εξωτερικός συνεργάτης του. Η αρχική συνεργασία μεταξύ των εδώ διαδίκων ξεκίνησε περί το Μάρτιο του έτους 2007, κατά το διάστημα που ο δικηγόρος Ζ. Σ. εξακολουθούσε να έχει την ιδιότητα του εξωτερικού συνεργάτη του Α.. Λ., το γραφείο του οποίου χειριζόταν σε αρχικό στάδιο την υπόθεση, κατόπιν σύστασης γνωστών του προαναφερόμενου δικηγόρου (Ζ. Σ.), οπότε αυτοί συνεργάστηκαν επ' αφορμής της συγκεκριμένης υπόθεσης που, εκτός του αστικού, είχε ποινικό και διοικητικό σκέλος, μέχρι και το τέλος του ίδιου έτους (2007). Έκτοτε διακόπηκε τόσο η μεταξύ αυτών (Α.. Λ.. και Ζ.. Σ.) συνεργασία, αφού ο δικηγόρος Ζ. Σ. σταμάτησε να χειρίζεται υποθέσεις που είχαν ανατεθεί στο γραφείο του Α.. Λ., όσο και αυτή (συνεργασία) των εν προκειμένω εναγόμενων - εφεσίβλητων - εκκαλούντων με τον τελευταίο (Α.. Λ.) και από τον Ιανουάριο του έτους 2008 οι αντίδικοι ανέθεσαν στον Ζ. Σ. να τους εκπροσωπήσει. [...]. Ειδικότερα ο Γ. Α. (πρώτος εναγόμενος στην αγωγή), ο Σ. Π., ο οποίος ενεργούσε αφ' ενός μεν, ατομικά, αφ' ετέρου δε κατ' εντολή και για λογαριασμό των θυγατέρων του, Χ. και Α. Π. (τρίτης και τέταρτης των εναγόμενων) καθώς και ο γιος αυτού, Θ. Π. (δεύτερος εναγόμενος και εν προκειμένω εφεσίβλητος - εκκαλών), έχοντας αναλάβει να επικοινωνούν με τον δικηγόρο Αθηνών Ζ. Σ., προκειμένου να επιμελούνται για τα προβλήματα και την εν γένει πορεία της υπόθεσης καθώς και για την προάσπιση των συμφερόντων τόσο των ίδιων, όσο και των ομοδίκων τους, ζήτησαν από τον προαναφερόμενο δικηγόρο να επιμεληθεί για τις ενδεδειγμένες προς το σκοπό αυτό δικηγορικές εργασίες. [...]. Η δε ενάγουσα εκκαλούσα - εφεσίβλητη δικηγορική εταιρεία με την επωνυμία "Σ. - Ρ." [και ήδη αναιρεσίβλητη], που συστάθηκε δυνάμει του από 1.1.2009 καταστατικού, εγκεκριμένου από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και δημοσιευμένου νομίμως στο σχετικό τεύχος του Νομικού Βήματος στις 12.2.2009 και της οποίας διαχειριστής και εκπρόσωπος τυγχάνει ο Ζ. Σ., συνιστά ιδιότυπη μορφή αστικής εταιρείας, στηριζόμενη, κατά κύριο λόγο, στην προσφορά των υπηρεσιών των εταίρων της, [...] και συνεπώς οι υπηρεσίες που ο τελευταίος προσέφερε, όπως και οι απαιτήσεις που απέρρεαν από την προσφορά των συγκεκριμένων υπηρεσιών, στα πλαίσια της κατά τα ανωτέρω χορηγηθείσας σ' αυτόν εντολής, ως ήδη γεννημένες αξιώσεις για τη λήψη της αμοιβής του, ακολούθησαν, από τη σύστασή της, τον εταίρο αυτό (Ζ. Σ.), συνιστώντας βασικό στοιχείο του ενεργητικού της, [...] που νομιμοποιείται στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής ατομικά και όχι με την ιδιότητά της ως διαδόχου αυτού. [...]. Εφόσον, επομένως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη δικηγορική εταιρεία νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς ερμήνευσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, ο δε αντίθετος ισχυρισμός που προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με το σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου της δεύτερης έφεσης [εννοεί της από 1.12.2016 έφεσης των αναιρεσειόντων] περί έλλειψης, δηλαδή ενεργητικής νομιμοποίησης της εν λόγω εταιρείας [εννοεί της αναιρεσίβλητης], που συνιστά άρνηση και όχι ένσταση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Βάσει των ανωτέρω αποδεδειγμένων πραγματικών περιστατικών ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο προβληθείς και επαναφερόμενος από πλευράς των ιδίων διαδίκων (εναγομένων - εφεσιβλήτων - εκκαλούντων) ισχυρισμός περί έλλειψης παθητικής τους νομιμοποίησης". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας να ασκήσει την ένδικη από 20.12.2013 και με αριθμό κατάθεσης …/2013 αγωγή της (και) κατά των αναιρεσειόντων. Ειδικότερα, με τις ως άνω σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, δηλαδή, οι ληξιπρόθεσμες και μη εισπραχθείσες αξιώσεις του δικηγόρου Ζ. Σ. (και) κατά των δεύτερου, τρίτης και τέταρτης εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, που αφορούσαν την κατά τον τότε ισχύοντα Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) ελάχιστη αμοιβή του για τις παρασχεθείσες σε αυτούς δικηγορικές του εργασίες κατά τη χρονική περίοδο του έτους 2008, ακολούθησαν από τη σύσταση της αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας (δηλαδή από τις 12.2.2009) τον εταίρο της αυτό (δηλαδή τον Ζ. Σ.), συνιστώντας βασικό στοιχείο του ενεργητικού της και με το αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από αυτές, ότι, δηλαδή, νομιμοποιείται μόνο αυτή ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης από 20.12.2013, αγωγής, δεν παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου οι διατάξεις των άρθρων 455, 458, 459 και 460 ΑΚ και οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 εδαφ. α, 7 εδαφ.α, 10 παρ. 1 εδαφ. α και β, 11, 21 και 25 παρ. 1 του κατά τον ένδικο χρόνο (έτη 2008 και 2009) ισχύοντος π.δ. 81/2005, όπως οι εν λόγω διατάξεις αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Τούτο διότι σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου, συντρέχουν τα στοιχεία για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, κατά τις οποίες η εισφορά στη δικηγορική εταιρεία των από δικηγορικές εργασίες απαιτήσεων του εταίρου δικηγόρου της, που ήσαν ληξιπρόθεσμες και μη εισπραχθείσες σε χρόνο προγενέστερο της σύστασης της δικηγορικής εταιρείας, συνιστά σύμβαση εκχώρησης, η οποία, μετά την αναγγελία της, που μπορεί να λάβει χώρα ακόμη και με το δικόγραφο της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση της εκχωρηθείσας απαίτησης, (όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση) αποκόπτει κάθε δεσμό του οφειλέτη προς τον εκχωρητή (και εν προκειμένω μεταξύ των αναιρεσειόντων και του δικηγόρου Ζ. Σ.). Η παράθεση, εξάλλου, στην προσβαλλόμενη απόφαση της πρότασης "Η αρχική συνεργασία μεταξύ των εδώ διαδίκων ξεκίνησε περί το Μάρτιο του έτους 2007 κατά το διάστημα που ο δικηγόρος Ζ. Σ. εξακολουθούσε να έχει την ιδιότητα του εξωτερικού συνεργάτη του Α.. Λ.., το γραφείο του οποίου χειριζόταν σε αρχικό στάδιο την υπόθεση, κατόπιν σύστασης γνωστών του προαναφερόμενου δικηγόρου (Ζ. Σ.), οπότε αυτοί συνεργάστηκαν επ' αφορμής της συγκεκριμένης υπόθεσης που, εκτός του αστικού, είχε ποινικό και διοικητικό σκέλος, μέχρι και το τέλος του ίδιου έτους (2007) δεν συνιστά αντίφαση, αλλά πρόλογο της αμέσως, κατά λογική συνέχεια, επακολουθήσασας, παραδοχής της : "Έκτοτε διακόπηκε τόσο η μεταξύ αυτών ( Α.. Λ.. και Ζ. Σ.) συνεργασία, αφού ο δικηγόρος Ζ. Σ. σταμάτησε να χειρίζεται υποθέσεις που είχαν ανατεθεί στο γραφείο του Α.. Λ.., όσο και αυτή (συνεργασία) των εν προκειμένω εναγομένων - εφεσιβλήτων -εκκαλούντων [ήδη αναιρεσειόντων] με τον τελευταίο (Α.. Λ.) και από τον Ιανουάριο του έτους 2008 οι αντίδικοι ανέθεσαν στον Ζ. Σ. να τους εκπροσωπήσει" (βλ. 1η σελίδα του 21ου φύλλου). Ενόψει αυτών, είναι αβάσιμος ο εκτεθείς δεύτερος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16 παρ. 5 του Ν. 2915/2001, η οποία δεν τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015, ούτε με το ν. 4842/2021 και η οποία εφαρμόζεται και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για τις αμοιβές δικηγόρων κατά το άρθρο 591 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, αφού δεν αντίκειται στις ειδικές ρυθμίσεις της εν λόγω διαδικασίας, στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου (ήτοι του άρθρου 529), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήσαν απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το παραδεκτό ή το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο (ΑΠ 3/2022). Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α` ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (δικαστικά τεκμήρια), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ. αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη) (ΑΠ 484/2019, ΑΠ 1621/2009, ΑΠ 1107/2008, ΑΠ 221/1993). Με τον τρίτο από τον αριθμό 11 περ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της παρά το νόμο: α) τη με αριθμό …/18.12.2015 ένορκη βεβαίωση του Χ. Ρ., που είχε ληφθεί μετά τη συζήτηση της κατ' αυτών ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, μέσα στο διάστημα της προσθήκης αντίκρουσης, επικαλούμενοι ότι με την ένορκη αυτή βεβαίωση επιχειρήθηκε ανεπίτρεπτα η απόδειξη -το πρώτον μετά τη συζήτηση της υπόθεσης - της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και όχι η αντίκρουση των ισχυρισμών τους που προβλήθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και β) τη με αριθμό …/7.5.2018 (νεότερη) ένορκη βεβαίωση του ίδιου μάρτυρα, παρότι συνιστά επανάληψη της ομοίου περιεχομένου με αριθμό …/18.12.2015 ένορκης βεβαίωσης και προσκομίσθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο από την αναιρεσίβλητη, για το λόγο ότι αυτή είχε διαβλέψει ότι η με αριθμό …/8.12.2015 ένορκη βεβαίωση συνιστά παράνομο αποδεικτικό μέσο. Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των κρίσιμων, για τη βασιμότητα ή μη του ως άνω λόγου αναίρεσης, αναφορών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Το Εφετείο δέχθηκε τις διαλαμβανόμενες στον ως άνω αναιρετικό λόγο ένορκες βεβαιώσεις του Χ. Ρ. με το ακόλουθο σκεπτικό: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ανωτέρω εναγόμενοι -εφεσίβλητοι -εκκαλούντες με τον τρίτο λόγο της δεύτερης έφεσής τους παραπονούνται γιατί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σχημάτισε δικανική πεποίθηση χωρίς να υπάρχει κατάθεση μάρτυρα που να εξετάσθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας - εκκαλούσας -εφεσίβλητης στο ακροατήριο κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη την υπ' αριθμ. …/18.12.2015 ένορκη βεβαίωση του Χ. Ρ., η οποία δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών Δημητρίου Παπαναγιώτου. Αναφορικά δε με την τελευταία οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι - εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι, ενώ τελικώς η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη δεν εξέτασε μάρτυρα την Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015, σύμφωνα με την από 9.12.2015 κλήση που τους είχε επιδοθεί, στη συνέχεια τους κοινοποίησε την από 16.12.2015 νεότερη εξώδικη κλήση της, με την οποία τους κάλεσε να παρασταθούν για νέα εξέταση μαρτύρων, που θα πραγματοποιούταν στις 18.12.2015 ώρα 9:30, ενεργώντας παρελκυστικά και εκμεταλλευόμενη την κατά τον ίδιο χρόνο πραγματοποιηθείσα πανελλήνια αποχή των δικηγόρων [...], λόγω της οποίας το κλείσιμο των φακέλων της δικογραφίας που συζητήθηκε την 8.12.2015 παρατάθηκε μέχρι τις 18.12.2015. [...] Σχετικώς δε (οι παραπάνω εναγόμενοι - εφεσίβλητοι -εκκαλούντες) υποστηρίζουν ότι η παραπάνω αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε δέκα (10) ημέρες μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (στις 8.12.2015), δεν μπορεί να χρησιμεύσει προς απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που διαλαμβάνονται στην αγωγή και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που την συμπεριέλαβε μεταξύ των αποδεικτικών μέσων παρέβη τους κανόνες απόδειξης, με αποτέλεσμα οι ίδιοι να υποστούν δικονομική βλάβη, συνιστάμενη στην αποστέρηση του δικαιώματος άμυνάς τους, έτσι ώστε οι ίδιοι να αντιπαραθέσουν εγκαίρως τους δικούς τους ισχυρισμούς και η οποία (δικονομική βλάβη) δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά με την κήρυξη της ακυρότητας του οικείου αποδεικτικού μέσου. Ωστόσο, και αν ακόμη η ένορκη αυτή βεβαίωση ήταν πράγματι απαράδεκτη στα πλαίσια της πρωτόδικης δίκης και η χρήση του αυτοτελούς αυτού αποδεικτικού μέσου δεν επιτρεπόταν, νόμιμα λαμβάνεται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο, όπως και η νεότερη υπ' αριθμ. …/7.5.2018 ομοίου περιεχομένου ένορκη βεβαίωση του ίδιου ως άνω μάρτυρα (δικηγόρου Χ. Ρ.), που εξετάσθηκε εκ νέου με την επιμέλεια της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Μ., η οποία πραγματοποιήθηκε κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγομένων - εφεσιβλήτων - εκκαλούντων (όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. Γ 2463, Γ 2464 και Γ 2465/2.5.2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν. Μ.). Επομένως, ο πιο πάνω λόγος της δεύτερης έφεσης αλυσιτελώς πλέον υποβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, γιατί από μόνος του, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί βάσιμος, δεν άγει στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, έλαβε υπ` όψη του την προσκομισθείσα με επίκληση με αριθμό …/18.12.2015 ένορκη βεβαίωση, που είχε ληφθεί νομίμως κατά την ορισθείσα ημέρα και ώρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, και η οποία ήταν παραδεκτή ως νέο αποδεικτικό στοιχείο ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, έστω και εάν ήταν απαράδεκτη (ως δοθείσα μετά τη πρωτόδικη συζήτηση της ένδικης αγωγής και προς απόδειξη αυτής) ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Επίσης, κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 529 παρ. 1 εδαφ. α του ΚΠολΔ το Εφετείο έλαβε υπόψη του ως νέο αποδεικτικό μέσο και την ομοίου περιεχομένου, με αριθμό …/7.5.2018, ένορκη βεβαίωση του ίδιου ως άνω βεβαιούντος, που με επίκληση για πρώτη φορά προσκομίσθηκε ενώπιόν του από την ήδη αναιρεσίβλητη. Κατά συνέπεια, ο ως άνω τρίτος, από τον αριθμό 11 περ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας. Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Ενόψει της ως άνω φύσης της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος απόδειξης (ΑΠ 55/2022, ΑΠ 893/2018). Εξάλλου, για τη θεμελίωση του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης η έλλειψη ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών πρέπει να αναφέρεται σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Ζήτημα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1464/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο (και τελευταίο), από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο απέρριψε το λόγο της έφεσής τους περί έλλειψης της παθητικής τους νομιμοποίησης ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της ένδικης αγωγής (και ειδικότερα ως προς τα κεφάλαια με αρίθμηση 2.5, 2.6 και 2.9, που κατά τους αναιρεσείοντες αφορούν αμοιβές για δικηγορικές ενέργειες που έγιναν αποκλειστικά και μόνο για λογαριασμό της ανώνυμης κεφαλαιουχικής εταιρείας "Α.. Χ. Α.") χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία. Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ο εκτεθείς ισχυρισμός των εναγομένων - αναιρεσειόντων, με τον οποίο αμφισβητούνται τα επικαλούμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά της νομιμοποίησής τους, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση αυτής και, ως εκ τούτου, η τυχόν ελλιπής επ' αυτού αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν θεμελιώνει την από από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η ένδικη από 12.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης …/2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1746/29.3.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί. Οι αναιρεσείοντες, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στους αναιρεσείοντες. Απορρίπτει την από 12.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης …/2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1746/29.3.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ