Αριθμός 742/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Κ., 2) Α. χήρας Κ. Κ., το γένος Α. και 3) Δ. Κ. του Κ., απάντων κατοίκων Χρυσούπολης Καβάλας, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Της αυτοτελώς υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά των αναιρεσιβλήτων προσθέτως παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" με διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2014 ανακοπή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και του αρχικού διαδίκου Κ. Κ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 372/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 92/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-9-2020 αίτησή της και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 12-10-2022 πρόσθετη παρέμβασή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί(ΑΠ 1182/2021). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντ` αυτού δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διοριστεί α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση, γ) είτε με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ` άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε αυτός είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος του διαδίκου για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 1287/2022). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος, γεννάται πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 ΚΠολΔ (ΑΠ 1287/2022, 1305/2020). Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις, σαφώς συνάγεται ότι, η επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με κλήση για συζήτηση αυτής στην ορισθείσα δικάσιμο, μπορεί να γίνει και στον παραστάντα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ο οποίος είναι αντίκλητος αυτού εκ του νόμου (ΑΠ 1287/2022, ΑΠ 474/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζομένη από την αναιρεσείουσα υπ. αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Θ. Π., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 2/9/2020 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης (30/1/2023) και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην δικηγόρο και κάτοικο Θεσσαλονίκης Ζωή Χηνητίδου, η οποία εκπροσώπησε τους αναιρεσιβλήτους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας κατά την συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως εκ του νόμου αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων. Όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στην αντίκλητό τους, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθ. 92/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, το οποίο, αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 372/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καβάλας, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και ακολούθως δέχθηκε την από 3/11/2014 ανακοπή του πρώτου αναιρεσιβλήτου (πρώτου ανακόπτοντος) και του αποθανόντος μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης δευτέρου ανακόπτοντος Κ. Κ., για τον οποίο συνεχίζουν νόμιμα την δίκη οι κληρονόμοι (λοιποί αναιρεσίβλητοι) και ακύρωσε την υπ. αριθ. 349/2014 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Καβάλας και την από 16/10/2014 επιταγή εκτελέσεως αυτής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αναφέρει η ίδια αναιρεσείουσα, στην αίτηση αναίρεσης, επιδόθηκε σ' αυτή νόμιμα με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων στις 16/7/2020 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 11/9/2020, δεδομένου ότι, κατά την διάταξη του άρθρου 147 παρ. 2 ΚΠολΔ, το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται. Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.). Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες ,που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ` αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 4335/2015, και 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της άσκησης τόσο της αγωγής, όσο και της παρεμβάσεως, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επιδόσεως να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών. Γι` αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρεμβάσεως, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, είτε κατ` ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ` αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα την νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, αίρεται δε έτσι η, υπό το προϊσχύσαν του ν. 4335/2015 δίκαιο, αμφισβήτηση, αν η έλλειψη της επίδοσης της αγωγής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ή μόνον κατ` ένσταση και εφόσον επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο (δικονομική) βλάβη, που δεν μπορεί άλλως να επανορθωθεί, οπότε σε διαφορετική περίπτωση θεραπεύεται το σχετικό ελάττωμα που προκύπτει από την μη επίδοση (ΑΠ 267/2021). Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023). Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στο Μοσχάτο Αττικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", με το από 12/10/2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 15/11/2022, και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στην αναιρεσείουσα και στην ανωτέρω πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων Ζωή Χηνητίδου (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ` αριθ. 4273/18-11-2022 και 4347/22-11-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Θ. Π. αντιστοίχως), ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "M. F. DAC", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών ... ειδικής διαδόχου της αναιρεσείουσας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ). Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει, υπό την προηγούμενη επωνυμία της " Eyrobank FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" (απόφαση 220/1//13-3-2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ΦΕΚ Β' 880/16-3-2017), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων, που ανήκαν στην αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία και προέκυψαν από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσείουσα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης τους, δυνάμει της από 25/5/2021 συμβάσεως πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών υπ` αριθ. πρωτοκόλλου ..., έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, στην ανωτέρω αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία "M. F. DAC", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, με αριθμό μητρώου ... η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 11-10-2021 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων και της από 8-11-2022 διορθωτικής και συμπληρωματικής αυτής σύμβασης, αντίγραφα των οποίων έχουν νομίμως καταχωρισθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών υπ` αριθ. πρωτοκόλλου ... αντιστοίχως. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσείουσας - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από την υπ` αριθ. 000000033012316/9-6-2005 σύμβαση δανείου, την οποία αυτή, ως δανείστρια, κατήρτισε με τον πρώτο ανακόπτοντα ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, με την εγγύηση του αρχικού δευτέρου ανακόπτοντος Κ./νου Κ., κατά των οποίων, δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 349/2014 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Καβάλας, που προσβλήθηκε με την ένδικη ανακοπή. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσείουσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ). Κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014). Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1/2017, ΑΠ 991/2007, ΑΠ 339/2006), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (ΑΠ 369/2019, ΑΠ 370/2012). Με την ανακοπή από το ανωτέρω άρθρο ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 259/2002). Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαίτησης, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 911/2005). Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1943/2017). Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 2210/2013), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (βλ. ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013). Περαιτέρω, με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 "σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη", το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες. Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ` αρ. Ζ1-178/13.2.2001 των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ` αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ. στ` της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 1331/2012). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 "για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου", με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017), σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, "η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου". Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται, ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και "οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως "καταναλωτής" θεωρείται "κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του". Εξάλλου, με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξης ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β`), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β`) και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ 255 Β`). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνον καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής, και όχι επαγγελματικά, όπως είναι σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό (ΑΠ 368/2019) ή η σύμβαση επαγγελματικού δανείου, με σκοπό την χορήγηση κεφαλαίου κίνησης. Περαιτέρω όμως, ο ανωτέρω Γ.Ο.Σ., που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας του άρθρου 2 παρ.1 και 2 Ν.2251/1994, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ. Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ` απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ` επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ` αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005). Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 ν. 2842/2000 (περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ), σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από την υπ` αριθμό 30/14-2-2000 (ΦΕΚ Α` 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής σχετικά με τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, αφού οι ανωτέρω διατάξεις δεν αφορούν τις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, και, συνεπώς, είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με τις τράπεζες, δεδομένου ότι η πρώτη από τις ως άνω διατάξεις αναφέρεται στο επιτόκιο Euribor, το οποίο αποτελεί το μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ επί τη βάσει των ανακοινώσεων επιλεγμένων τραπεζών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις υποχρεωτικές καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, καταργώντας τη μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τμήματος των εν λόγω καταθέσεων, και όρισε ότι το επιτόκιο θα καθορίζεται με πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, οι δε τόκοι θα λογίζονται με βάση το έτος των 360 ημερών και θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις καταθέτριες τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου τήρησης (ΑΠ 368/2019). Σημειωτέον, πάντως, ότι η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, του σχετικού λόγου της ανακοπής επιφέρει, όπως ήδη εκτέθηκε, μόνο τη μερική ακύρωση αυτής και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019 , ΑΠ 753/1995). Τέλος σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 του ιδίου κώδικα, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ανακοπής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή την ανακοπή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020). Ειδικότερα, οι λόγοι ανακοπής, καθένας των οποίων στηρίζει το αίτημα της ανακοπής για ακύρωση της διαταγής πληρωμής, οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας, ο δε καθού η ανακοπή μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε προβάλλοντας αντενστάσεις (Ολ.ΑΠ 10/1997), αν δε το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη νόμιμο, αόριστο ή απαραδέκτως προταθέντα λόγο ανακοπής, και ακυρώνει για το λόγο αυτό τη διαταγή πληρωμής, υποπίπτει στην από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5α (559 αρ. 8 περ. α') ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι, απαράδεκτοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται ως μη προταθέντες και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1395/2021). Με τον πρώτο, κατά το έκτο σκέλος, λόγο ανακοπής οι ανωτέρω ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός ο περιλαμβανόμενος στο άρθρο 5.03 της επίδικης σύμβασης δανείου, που είχαν συνάψει με την ήδη αναιρεσείουσα, ΓΟΣ, σύμφωνα με τον οποίο οι τόκοι υπολογίζονται τοκαριθμικά επί του εκάστοτε ημερησίως ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου με βάση έτος 360 ημερών, γιατί ο όρος αυτός, με βάση τον οποίο το ημερήσιο επιτόκιο επιβαρύνεται με κατά 1,3889% περισσότερους τόκους κάθε ημέρα, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας και ότι η ακυρότητα αυτή καθιστά μη εκκαθαρισμένη την όλη απαίτηση της αναιρεσείουσας και ζήτησαν και για τον λόγο αυτό την ακύρωση της διαταγής πληρωμής και της επιταγής εκτελέσεως αυτής. Την απόρριψη και του λόγου αυτού με την πρωτόδικη απόφαση προσέβαλαν οι ήδη αναιρεσείοντες με λόγο έφεσης και το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας, δικάζοντας επί της έφεσης αυτής και επί της αντίθετης έφεσης της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή παραπονείτο για την παραδοχή του πρώτου λόγου ανακοπής κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών στη με αριθμό κατάθεσης ... έφεση (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) και ο ήδη αποβιώσας Κ. Κ. του Δ. (για τον οποίο συνεχίζουν την δίκη όλοι οι αναιρεσίβλητοι) με τον υπό στοιχείο VI λόγο της απευθυνόμενης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καβάλας ...ανακοπής τους ζήτησαν να ακυρωθεί: α) η με αριθμό 349/2014 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Καβάλας, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον στην καθ' ης (ήδη αναιρεσείουσα), το ποσό των 16.849,93 ευρώ εντόκως με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από 27/8/2014 και με εξάμηνο ανατοκισμό των καθυστερούμενων τόκων μέχρι την εξόφληση, καθώς και δικαστική δαπάνη ποσού 355 ευρώ, για απαίτηση προερχόμενη από την με αριθμό ... σύμβαση παροχής πίστωσης που υπέγραψαν με την εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα)... ο πρώτος ως πιστούχος και ο δεύτερος ως εγγυητής και β) η από 16/10/2014 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι επικυρωμένου αντιγράφου του με αριθμό ... πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, με την οποία (επιταγή) επιτάχθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον στην εφεσίβλητη...τα ως άνω επιδικασθέντα ποσά μετά των τόκων υπερημερίας (συμβατικών και νομίμων) και εξόδων, διότι δυνάμει άκυρου όρου της ένδικης σύμβασης πίστωσης (του υπ' αριθμό 5.03) η τελευταία υπολόγιζε παράνομα τόκους βάσει έτους 360 ημερών αντί έτους 365 ημερών με συνεπεία να καταστεί ανεκκαθάριστη η ένδικη απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και επισπεύσθηκε αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή, καθώς με τον ως άνω υπολογισμό επιβαρυνόταν παράνομα για κάθε μία ημέρα με 1,3889% περισσότερους τόκους, οι οποίοι ανατοκίζονταν και ανακεφαλαιοποιούνταν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε τον προαναφερόμενο λόγο ανακοπής ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, με την αιτιολογία ότι δεν προσβάλλεται με αυτόν συγκεκριμένο κονδύλιο του λογαριασμού που τηρήθηκε προς εξυπηρέτηση της ένδικης σύμβασης και ειδικότερα δεν προσδιορίζεται κατά ποιο συγκεκριμένα ποσό επιβαρύνθηκε η ένδικη απαίτηση εξαιτίας του υπολογισμού αυτού, ενόψει του ότι δεν αρκεί μόνο η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του ως άνω λογαριασμού. Με τον πέμπτο λόγο της με αριθμό κατάθεσης ... έφεσης ο εκκαλών (ενν. οι εκκαλούντες - ήδη αναιρεσίβλητοι) παραπονείται ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αόριστο τον ως άνω προβληθέντα λόγο ανακοπής, ενώ αν εφάρμοζε ορθά το νόμο και κατόπιν εκτιμούσε ορθά τις αποδείξεις έπρεπε να τον κάνει δεκτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο και να ακυρώσει στο σύνολό τους την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και τη συμπροσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, καθώς ο υπολογισμός τόκων από την εφεσίβλητη με βάση έτος 360 ημερών αντί έτους 365 ημερών κατ' εφαρμογή του σχετικού άκυρου όρου της ως άνω σύμβασης πίστωσης κατέστησε ανεκκαθάριστη την ένδικη απαίτηση. Ο ως άνω λόγος έφεσης είναι ορισμένος, νόμιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος, καθώς... ο ως άνω λόγος ανακοπής με το ως άνω περιεχόμενο ήταν ορισμένος και νόμιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν, διότι η εφεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν αμφισβήτησε ειδικά ότι υπολόγιζε τους τόκους βάσει του όρου 5.03 της με αριθμό ... σύμβασης πίστωσης καθ' όλη τη διάρκεια της βάσει έτους 360 ημερών αντί έτους 365 ημερών, περιοριζόμενη στην αντίκρουση του σχετικού ισχυρισμού ως αόριστου, με συνέπεια εκ της δικονομικής αυτής συμπεριφοράς της να συνάγεται ομολογία της που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον της... Επομένως, αποδεικνύεται η καθ' όλη τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης πίστωσης χρήση εκ μέρους της εφεσίβλητης - καθ' ης η ανακοπή ως βάσης υπολογισμού των τόκων έτους 360 ημερών αντί έτους 365 ημερών και η κατ' αυτόν τον τρόπο παράνομη επιβάρυνση της ένδικης απαίτησης, η οποία επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύσθηκε αναγκαστική εκτέλεση βάσει της συμπροσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή, με τόκους περισσότερους κατά 1.3889% ανά ημέρα, οι οποίοι κατά τη λειτουργία της σύμβασης ανατοκίζονταν από την πρώτη ημέρα καθυστέρησής τους, τα ποσά δε που προέκυπταν από τον ως άνω παράνομο ανατοκισμό ενσωματώνονταν στο κεφάλαιο ανά εξάμηνο και επανατοκίζονταν ως μέρος του κεφαλαίου. Συνεπεία των ανωτέρω η ένδικη απαίτηση κατέστη ανεκκαθάριστη στο σύνολό της λόγω της ενσωμάτωσης σε αυτήν των ως άνω παρανόμως υπολογιζόμενων επιπλέον τόκων καθώς και των ποσών που προέκυπταν από τον ανατοκισμό τους βάσει της ως άνω αθέμιτης και παράνομης πρακτικής της καθ' ης, ενόψει του ότι από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, βάσει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, είναι ανέφικτο να προκύψει με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς σε ποιο ποσό ανέρχονται οι επιπλέον τόκοι με τους οποίους επιβαρύνθηκε η ένδικη απαίτηση λόγω του ως άνω παράνομου υπολογισμού και ανατοκισμού τους και συνακόλουθα ποιο είναι το ακριβές ύψος της. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων πρέπει....να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη...να ερευνηθεί εξ αρχής από το παρόν Δικαστήριο η ...ανακοπή...να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τον παραπάνω λόγο της, καθώς έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα... παρελκούσης της έρευνας,των λοιπών λόγων της...(και) να απορριφθεί κατόπιν τούτων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η συνεκδικαζόμενη...έφεση με την οποία ζητείται από την εκκαλούσα τράπεζα(ήδη αναιρεσείουσα) να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη καθ' ο μέρος έκανε δεκτή την ανακοπή ως προς το ποσό των 997,50 ευρώ..." Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την εκαλλούμενη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 3/11/2014 ανακοπή, ακολούθως δέχθηκε καθ' ολοκληρίαν την ανακοπή και ακύρωσε την υπ. αριθ. 349/2014 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Καβάλας και την από 16/10/2014 επιταγή εκτελέσεως αυτής. Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγμα" μη προταθέν, και συγκεκριμένα τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού κατά παραδοχήν ως βάσιμου του λόγου αυτού έγινε δεκτή η ανακοπή, και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη, εξέτασε και έκανε δεκτό τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, ο οποίος σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί σε αυτόν οι αναιρεσίβλητοι επικαλούνται απλώς ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης, με τον οποίο ορίστηκε ως βάση υπολογισμού των τόκων έτος 360 ημερών αντί έτος 365 ημερών, αρκούμενοι σε γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης της αναιρεσείουσας, χωρίς να προσδιορίζουν ειδικά τα ποσά που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν δυνάμει του ανωτέρου πράγματι άκυρου ΓΟΣ, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 και 2 Ν.2251/1994, όπως προαναφέρθηκε, ώστε να συνδέεται η ακυρότητα του ανωτέρω όρου με τη διαμόρφωση του ύψους της απαίτησης, προκειμένου έτσι, σε περίπτωση που κριθεί βάσιμος ο συγκεκριμένος λόγος της ανακοπής, να μειωθεί το συνολικό ποσό της απαίτησης, που επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, μόνον κατά το ποσό κατάλυσης της οφειλής τους και να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, κατά το επί πλέον αυτό ποσό, που οι αναιρεσίβλητοι διατάχθηκαν να καταβάλουν βάσει του άκυρου αυτού όρου της σύμβασης δανείου, αφού, όπως εκτέθηκε, στην περίπτωση αυτή η διαταγή πληρωμής δεν είναι άκυρη στο σύνολό της. Επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος κατά το πρώτο σκέλος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, και μάλιστα τόσο αυτοί που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτής με το οποίο έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων, όσο και αυτοί, που πλήττουν την απόφαση κατά το μέρος αυτής με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας, αφού παρέλκει η εξέταση των λόγων αυτών ως καλυπτόμενων από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου που κρίθηκε βάσιμος, δεδομένου ότι μετά την παραδοχή της αναίρεσης και την ολική εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με αυτήν απόφασης, η υπόθεση θα κριθεί εκ νέου από το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο, εφόσον επαναφερθούν νόμιμα, θα εξετάσει τις εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων. Ακολούθως δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ. και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας και της αυτοτελώς προσθέτως υπέρ αυτής παρμβαίνουσας, οι οποίες παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Αναιρεί την υπ' αριθ. 92/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. - Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου, που εξέδωσε την απόφαση. -Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και - Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας και της αυτοτελώς υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ