Αριθμός 1358/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Τ. του Χ., κατοίκου Ψαθοπύργου Πατρών (ΑΚΠ 06232023), 2) Π. συζ. Χ. Μ., το γένος Ν. και Δ. Κ., κατοίκου Πατρών (ΑΚΠ 06232034 και 06232051), 3) Θ. χας Α. Τ., το γένος Ν. και Δ. Κ., κατοίκου Πατρών (ΑΚΠ 06232022), 4) Α. Κ. του Δ., κατοίκου Ψαθοπύργου Ρίου (ΑΚΠ 06232027), 5) Σ. Π. του Ν., κατοίκου Πατρών (ΑΚΠ 06232013), 6) Β. συζ. Δ. Σ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου Ψαθοπύργου Ρίου (ΑΚΠ 06232015), 7) α. Σ. Σ. Κ., κατοίκου Ψαθοπύργου Ρίου, ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου της αποβιωσάσης στις 7.9.2015 μητέρας του Α. συζ. Σ. Κ., το γένος Σ. Π. και σε ποσοστό 50% αδιαίρετα της κληρονομίας για το ΑΚΠ 06232035 ακίνητο ιδιοκτησίας της, β. Γ. Σ. Κ., κατοίκου Ψαθοπύργου Ρίου Αχαΐας, ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου της αποβιωσάσης στις 7.9.2015 μητέρας του Α. συζ. Σ. Κ., το γένος Σ. Π. και σε ποσοστό 50% αδιαίρετα της κληρονομίας για το ΑΚΠ 06232035 ακίνητο ιδιοκτησίας της, 8) α. Σ. Σ. Κ., κατοίκου Ψαθοπύργου Ρίου Αχαΐας, για το ΑΚΠ 06232052 ακίνητο ιδιοκτησίας του σε ποσοστό 50% αδιαίρετα, β. Γ. Σ. Κ., κατοίκου Ψαθοπύργου Ρίου Αχαΐας, για το με αριθμό ιδιοκτησίας ΑΚΠ 06232052 ακίνητο ιδιοκτησίας του σε ποσοστό 50% αδιαίρετα, 9) Γ. συζ. Π. Γ., το γένος Γ. Π., κατοίκου Ζήρειας Αιγίου (ΑΚΠ 06232050), 10) Α. Μ. του Ι., κατοίκου Ψαθοπύργου Πατρών (ΑΚΠ 06232012), 11) Α. Σ. του Π., κατοίκου Δρεπάνου Ρίου (ΑΚΠ 06065034), 12) Ι. Μ., του Κ., κατοίκου Η.Π.Α. (ΑΚΠ 06065011), 13) Δ. Μ. του Ι. και της Π., συζ. Χ. Μ., κατοίκου Ψαθοπύργου Ρίου (ΑΚΠ 06232011), 14) Α. Τ. του Α. και της Α., κατοίκου Αθηνών (ΑΚΠ 06232042), 15) Δ. Λ. του Π. και της Ό., κατοίκου Άνω Ηλιούπολης Αττικής (ΑΚΠ 06232046), 16) Μ. θυγ. Α. και Σ. Μ., συζ. Γ. Κ., κατοίκου Καλαμάτας (ΑΚΠ 06232008 και 06232038), 17) α. Σ. Λ. του Α. και β. Δ. χας Α. Λ., το γένος Γ. και Κ. Α., κατοίκων Ψαθοπύργου Πατρών, για το ΑΚΠ 06232047 ακίνητό τους, ως μόνων εκ διαθήκης κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 24-11-2012 Α. Λ. του Σ. στο σύνολο της περιουσίας του, ο μεν 17α ως ψιλός κύριος, η δε 17β ως ισόβια επικαρπώτρια αυτής, 18) α. Ε. Κ. του Α., β. Χ. Χ. του Β. και γ. Ε. Χ. του Β., κατοίκων Ν. Σμύρνης Αττικής, για τα ΑΚΠ 06232024, 06232026 και 06232030 ακίνητα, ως εκ διαθήκης κληρονόμων της αποβιωσάσης στις 11-1-2017 Ε. Κ., 19) Ε. Κ. του Α., κατοίκου Ν. Σμύρνης Αττικής (ΑΚΠ 06232029), 20) Γ. Τ. του Ι. και της Λ., κατοίκου Ψαθοπύργου Πατρών, για τα ΑΚΠ 06232018 και 06232041 ακίνητα, ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 31-3-2019 πατρός του Ιωάννη Τόλια και 21) Γ. Μ. του Α., κατοίκου Δρεπάνου Ρίου (ΑΚΠ 06065019 και 06065020), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 685/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2014 μη οριστική και 132/2020 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-7-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη, από 22-7-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 34/22-7-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 132/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του νόμου αυτού (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από τη δημοσίευση στις 19-10-2020 της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώραν επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως. Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος του 1975, "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2, εδάφ. γ'), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του. Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α' 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ει μή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύει νόμους τους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσεως, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απολαύσεως της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδάφ. α' της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδάφ. β' της πρώτης παραγράφου). Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, με την οποία, σημειωτέον, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί ακινήτων, επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προασπίσεως των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων. Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη% λήψη υπ' όψιν ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου, του χρόνου της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της. Η νέα ρύθμιση του εδαφίου γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Προσθέτου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται, προφανώς, οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2, εδάφ. γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπ' όψιν η αξία του απαλλοτριουμένου κατά τον χρόνο της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό. Η εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Ν. 2882/1991 (ΦΕΚ Α' 17/6.2.2001), με την προσθήκη δευτέρου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 2985/2002 (ΦΕΚ Α' 18/4.2.2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ιδίου νόμου). Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη διάταξη ορίζεται ότι "Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συ-ζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Περαιτέρω από τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, σε περίπτωση παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση της αιτήσεως περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζητήσεως, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξαρτήτως αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζητήσεως και όχι εκείνης, που γίνεται μετά τη"0 διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (Ολ. Α.Π. 2/2015, Ολ. Α.Π. 14/2011, Α Π. 781/2022). Εξάλλου, κατά τη| διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ,Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), το Εφετείο δίκασε αιτήσεις για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας για την επιφάνεια, τα επικείμενα, δένδρα και εγκαταστάσεις, καθώς και ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομένοντα τμήματα των ακινήτων, τα οποία απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με την υπ' αριθμ. 1004852/382/0010/29-1-2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και ΥΠΕ- ΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νομίμως στο Φ. Ε. Κ. (ΤΑ.Α και Π.Θ. 57/11-2-2008) για λόγους δημοσίας ωφελείας και, ειδικότερα, για την κατασκευή του οδικού άξονα Πάτρας - Πύργου - Τσακώνας και, συγκεκριμένα, του τμήματος από τη χιλιομετρική θέση 109+100,00 έως την χιλιομετρική θέση 118+400 του αυτοκινητόδρομου Κορίνθου - Πατρών. Μεταξύ των αιτήσεων που δικάστηκαν, ήταν η από 25-2-2010 (με αριθμό καταθέσεως 43/2010) αίτηση του αναιρεσιβλήτου και οι ομοίου περιεχομένου αιτήσεις των αναιρεσειόντων, ήτοι η από 20-12-2009 (με αριθμό καταθέσεως 46/2010) του πρώτου, η από 20-12-2009 (με αριθμό καταθέσεως 6/2010) της δεύτερης, η από 25-2-2010 (με αριθμό καταθέσεως 43/2010) της τρίτης, η από 20-12-2009 (με αριθμό καταθέσεως 46/2010) της τέταρτης, η από 25- 2-2010 (με αριθμό καταθέσεως 43/2010) του πέμπτου, η από 20-12-2009 (με αριθμό καταθέσεως 46/2010) της έκτης, η από 20-12-2009 (με αριθμό καταθέσεως 46/2010) του όγδοου, η από 20-12-2009 (με αριθμό καταθέσεως 46/2010) της ένατης, η από 20-12-2009 (με αριθμό καταθέσεως 46/2010) του δέκατου, η από 20-12-2009 (με αριθμό καταθέσεως 46/2010) της ενδέκατης, η από 20-12-2009 (με αριθμό καταθέσεως 6/2010) του δωδέκατου, η από 20-12-2009 (με αριθμό καταθέσεως 46/2010) της δέκατης τρίτης, η από 20-12-2009 (με αριθμό καταθέσεως 46/2010) της δέκατης τέταρτης, η από 20-12-2009 (με αριθμό καταθέσεως 46/2010) του δέκατου πέμπτου, η από 20-12-2009 (με αριθμό καταθέσεως 46/2010) της δέκατης έκτης, η από 25-2-2010 (με αριθμό καταθέσεως 43/2010) του δικαιοπαρόχου των δεκάτου εβδόμου και δεκάτης εβδόμης, η από 20-12-2009 (με αριθμό καταθέσεως 46/2010) των υπό στοιχεία 18 της αιτήσεως αναιρέσεως, η από 20-12-2009 (με αριθμό καταθέσεως 46/2010) της δέκατης ένατης, η από 20-12-2009 (με αριθμό καταθέσεως 46/2010) του δικαιοπαρόχου του εικοστού και η από 25-2-2010 (με αριθμό καταθέσεως 43/2010) του εικοστού πρώτου αυτών. Η συζήτηση των αιτήσεων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων και, ιδιαιτέρως, από την προσβαλλόμενη απόφαση, αρχικώς ορίσθηκε για τη δικάσιμο της 21-10-2010, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20-9-2012, οπότε και αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο της 21-2-2013, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 78/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, επαναφέρθηκαν με κλήση για συζήτηση, η οποία, τελικώς και μετά από αναβολές, ορίστηκε για τη δικάσιμο της 7-3-2019, οπότε εκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Από τη προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, επίσης, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα των αναιρεσειόντων - αιτούντων (έδαφος, περιφράξεις, φυτά, εγκαταστάσεις, ιδιαίτερη αποζημίωση) είναι ο χρόνος συζητήσεως των αιτήσεων ενώπιον του μετά τη διεξαγωγή της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης και την επαναφορά για συζήτηση των ανωτέρω αιτήσεων, ήτοι η 7η-3-2019. Συγκεκριμένα, το Εφετείο όσον αφορά το ζήτημα του κρίσιμου χρόνου για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Θα πρέπει να επισημανθεί, όμως, ότι από το έτος 2009 έως το έτος 2018 υπήρξε μείωση της αξίας των ακινήτων (περίπου 45% της αξίας των διαμερισμάτων), διότι η οικονομική κρίση επηρέασε αρνητικά την κτηματαγορά των ακινήτων (κατοικιών, οικοπέδων και αγρών) με έλλειψη ενδιαφέροντος για την αγορά ακινήτων και συνεχή πτώση τιμών. Η κτηματαγορά, μετά το έτος 2018, σταθεροποιήθηκε και παρουσιάζει ανάκαμψη με αργούς ρυθμούς...". Δεχόμενο το Εφετείο ότι κρίσιμος χρόνος για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων είναι ο προαναφερθείς και όχι ο χρόνος κατά τον οποίον δικάστηκαν το πρώτον οι αιτήσεις των διαδίκων, ήτοι η 21η-2-2013, οπότε διατάχθηκε η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εσφαλμένως έκρινε περί τούτου. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος των λόγων της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), καθώς και του άρθρου 13 παρ. 1, εδάφ. 2 του Ν. 2882/2001, με το να θεωρήσει ως κρίσιμο χρόνο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως τον προαναφερθέντα και όχι αυτόν της συζητήσεως των αιτήσεων κατά την δικάσιμο της 21ης Φεβρουαρίου 2013, είναι, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, βάσιμος. Η αναιρετική εμβέλεια των παραπάνω δύο πρώτων λόγων, που έγιναν δεκτοί από το Δικαστήριο, καλύπτει και τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά παραδοχήν ως βασίμων του πρώτου και δευτέρου των λόγων της και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176,183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ,Πολ.Δ.), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993) και, τέλος, να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 132/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που κατέθεσαν για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€). ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ