Αριθμός 1583/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. του Δ., 2) Δ. Μ. του Ά., κατοίκων………………….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαϊωάννου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Σταθοπούλου και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/11/2014 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8011/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 669/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/6/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 669/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή τυπικά και κατ'ουσίαν η από 30-6-2017 έφεση της καθ'ης η ανακοπή - αναιρεσίβλητης κατά της 8011/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή και ακυρωθεί η ανακοπτόμενη 16185/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) και, αφού εξαφανίστηκε η ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, απορρίφθηκε η ανακοπή των νυν αναιρεσειόντων - ανακοπτόντων και επικυρώθηκε η ανακοπτόμενη (16185/2014) διαταγή πληρωμής, η έκδοση της οποίας βασίστηκε σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου που συνάφθηκε μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και της καθ'ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας (ενώ την τήρηση των όρων της συμβάσεως είχε εγγυηθεί ο δεύτερος ανακόπτων και ήδη δεύτερος αναιρεσείων) και με την οποία (διαταγή πληρωμής) οι ανακόπτοντες επιτάχθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα το ποσό των 276.153,44 ευρώ, εις ολόκληρον ο καθένας, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη κλεισίματος του λογαριασμού (που ανοίχθηκε για την εξυπηρέτηση του δανείου), πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο και την ακύρωση της οποίας ζήτησαν οι ανακόπτοντες για τους λόγους που εξέθεσαν στην ανακοπή τους, όπως και την ακύρωση της επιδοθείσας σε αυτούς, στις 29-10-2014, από 30-9-2014 επιταγής προς πληρωμή της καθ'ης η ανακοπή κάτω από αντίγραφο του απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). II. Με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 "σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/EΟK για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη", το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες. Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ' αρ. Ζ1 -178/13.2.2001 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ' αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ. στ' της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 1331/2012). Στη συνέχεια, εκδόθηκε ή Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 "για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου", με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6- 2017), σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, "η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/EOK του Συμβουλίου". Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται, ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και "οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως "καταναλωτής" θεωρείται "κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του". Εξάλλου, με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1-983/1991 (ΦΕΚ 172 Β'), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ1-5353/1994 (ΦΕΚ 947 Β' ) και Ζ1-178/2001 (ΦΕΚ 255 Β'). Από τις παραπάνω διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνον καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής, και όχι επαγγελματικά, όπως είναι σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν.2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών" όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (Oλ. Α.Π. 15/2007), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω όρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ' αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 1463/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητος του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 828/2018). Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι, από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές (ΑΠ 1138/2020). Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους. Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών. Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε (στην ελληνική έννομη τάξη) ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής συμβάσεως έναντι της κύριας οφειλής, κατ' άρθρο 847 Α.Κ., γινόταν δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης - δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ίδιας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Ήδη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του (Ολ. ΑΠ 13/2015, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1463/2017). Περαιτέρω, ο Γ.Ο.Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του όρθρου 243 παρ.3 ΑΚ. Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ' απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο oποίo όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση, να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών (ΑΠ 1138/2020). Άλλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ' επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών -Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ' αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005). Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 ν. 2842/2000 (περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ), σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (…………..) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από την υπ` αριθμό 30/14-2-2000 (ΦΕΚ Α` 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής σχετικά με τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, αφού οι ανωτέρω διατάξεις δεν αφορούν τις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, και, συνεπώς, είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με τις τράπεζες, δεδομένου ότι η πρώτη από τις ως άνω διατάξεις αναφέρεται στο επιτόκιο Euribor, το οποίο αποτελεί το μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ επί τη βάση των ανακοινώσεων επιλεγμένων τραπεζών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις υποχρεωτικές καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, καταργώντας τη μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τμήματος των εν λόγω καταθέσεων, και όρισε ότι το επιτόκιο θα καθορίζεται με πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, οι δε τόκοι θα λογίζονται με βάση το έτος των 360 ημερών και θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις καταθέτριες τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου τήρησης (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1, 6 και 7 στοιχ. ια' του νόμου 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007, ορίζεται: "1. Οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους....6. Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι...7. Σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που:...ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή". Με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 2 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι Γενικοί Όροι Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) είναι οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, ενώ με τις διατάξεις των παρ. 6 και 7 αφ' ενός μεν διατυπώνεται η γενική ρήτρα απαγόρευσης της συνομολόγησης καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., αφ' ετέρου δε παρατίθεται ένας ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ' αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών, μεταξύ των οποίων και η ως άνω υπό στοιχείο ια' περίπτωση. Οι ρυθμίσεις αυτές αποτελούν εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ για την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος ή χρήσης ενός θεσμού (συμβατικής ελευθερίας) (ΑΠ 1882/2022, ΑΠ 1060/2019, ΑΠ 413/2019, ΑΠ 994/2018, ΑΠ 1463/2017). Περαιτέρω, κατά την αληθή έννοια του άρθρου 633 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, που ορίζει ότι αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής, παρέπεται ότι, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 105/2019, ΑΠ 1349/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είπε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Ιll. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ενδιαφέρουν την αναιρετική διαδικασία: "Με τον ένατο λόγο ανακοπής, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, ότι η καθής η ανακοπή, με τον 16.1 Β και 16.2 όρο των πρόσθετων πράξεων της ως άνω σύμβασης, προβαίνει στον υπολογισμό των τόκων με βάση το έτος 360 και όχι 365 ημερών, με συνέπεια την πρόσκρουση στην αρχή της διαφάνειας, έτσι ώστε ο δανειολήπτης να μην πληροφορείται το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο και να επιβαρύνεται για κάθε ημέρα με 1,3889% περισσότερο, τόκους, ενώ επιπλέον αντίκειται στην Οδηγία 98/7/ΕΚ του Συμβουλίου, όπως αυτή ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με την ΚΥΑ Ζ1-178/13-2-2001. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος και αυτό διότι οι ανακόπτοντες επικαλούνται την παραβίαση εκ μέρους της καθής τράπεζας κανόνων [της κοινοτικής Οδηγίας 98/7/ΕΚ που ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με την ΚΥΑ Ζ1-178/13-2-2001] που δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση που πρόκειται. Ειδικότερα, οι κανόνες αυτοί [ΦΕΚ Β' 255/9-3-2001, Ζ1- 178] αφορούν τις συναλλαγές που γίνονται με κάρτες - την εναρμόνιση με τις διατάξεις της Συστάσεως 97/489/ΕΚ της Επιτροπής της 30ης Ιουλίου 1997 "σχετικώς με τις συναλλαγές που γίνονται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής και ιδίως όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του εκδότη και του κατόχου" [ΕΕ αριθ. L. 208 της 2-8-1997, σελ. 52-58], την καταναλωτική πίστη - προσαρμογή της κοινής Υπουργικής Απόφασης ΦΙ- 983/91 προς τις διατάξεις της Οδηγίας 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουάριου 1998 "σχετικώς με την τροποποίηση της Οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη [ΕΕ αρ. L. 101 της 1-4-1998, σελ. 17-23] [.........]. Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2842/2000 περί λήψης συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή των κανονισμών [ΕΚ] 1103/97, 971/98 και 2866/98 του Συμβουλίου, όπως ισχύουν σχετικά με την εισαγωγή του ευρώ, οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών […………..], που προβλέπεται σε υφιστάμενες νομικές πράξεις κατά την έννοια του άρθρου 1 του Κανονισμού [ΕΚ] 1103/97 του Συμβουλίου, αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο EURIBOR, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος των 365 ημερών, προσαρμοσμένο κατά τον λόγο 365 προς 360, εφόσον δεν έχει προβλεφθεί ή δεν έχει συμφωνηθεί ή ορισθεί αναφορά σε άλλο ισχύον επιτόκιο. Εξάλλου, σε συμμόρφωση προς τις παραπάνω διατάξεις, μετά την απόφαση του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος [30/14-2-2000 ΦΕΚ A'43/2000] που τέθηκε σε ισχύ από 10-3- 2000, σύμφωνα με την οποία ως βάση υπολογισμού των τόκων στις πράξεις νομισματικής πολιτικής λαμβάνονται οι πραγματικές ημέρες και το έτος των 360 ημερών [actual/360, δηλ. πραγματικές ημέρες διά 360], η εκτελεστική επιτροπή της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών κατά την με αριθμό 15/19-4-2000 συνεδρίασή της προχώρησε στην υιοθέτηση του εμπορικού έτους των 360 ημερών ως βάση υπολογισμού των τόκων από 1-1-2001(..........).Έτσι, η καθής η ανακοπή τράπεζα συμμορφούμενη προς τα παραπάνω ισχύοντα, νόμιμα εφάρμοσε στους εκτοκισμούς της το έτος των 360 ημερών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση, αντίθετα με τα παραπάνω, έκανε δεκτό, ως βάσιμο τον ως άνω λόγο ανακοπής και στη συνέχεια δέχθηκε την ανακοπή κατ'ουσία και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής στο σύνολό της, έσφαλε ως προς την ερμηνεία των προαναφερόμενων διατάξεων και την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, να γίνει δεκτή η έφεση κατ' ουσία, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση [άρθρ. 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ], να κρατηθεί η υπόθεση και να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι της ανακοπής που δεν ερευνήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο [..........]". IV. Οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου με τον ενιαίως προβαλλόμενο λόγο της αίτησης, με τον οποίο αιτιώνται πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης επειδή παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) και δη παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αφ' ενός μεν, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994 και την υπ' αριθμ. Ζ1-798/25-06-2008 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, αφ'ετέρου δε, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2842/2000 και της υπ' αριθμ. 30/14-2-2000 πράξης του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, τις οποίες εφάρμοσε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και ζητούν, κατ'αποδοχήν του λόγου αναιρέσεώς των, να αναιρεθεί κατά τούτο η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που είχε, μετ' αποδοχή της εφέσεως της καθής η ανακοπή - αναιρεσίβλητης, επικυρώσει τη διαταγή πληρωμής, προκειμένου, μετά νέα κρίση επί της εφέσεως της καθ'ης η ανακοπή, να απορριφθεί αυτή και να επικυρωθεί η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχθεί την ανακοπή και ακυρώσει (στο σύνολό της) την διαταγή πληρωμής. Ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης, ως προς το σκέλος του με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αφ' ενός μεν, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994 και της υπ' αριθμ. Ζ1-798/25-06-2008 αττόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, αφ'ετέρου δε, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2842/2000 και της υπ' αριθμ. 30/14-2-2000 πράξεων του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, τις οποίες εφάρμοσε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, είναι βάσιμος, για όσους λόγους αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της απόφασης. Αντιθέτως, όμως, ως προς το σκέλος του, με τον οποίο διατείνεται ότι πρέπει, μετά την αναίρεση της αποφάσεως, να επικυρωθεί η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (που είχε ακυρώσει, για τους λόγους αυτούς, στο σύνολό της τη διαταγή πληρωμής) είναι αβάσιμος, τούτο δε καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, η παραπάνω (Ζ1-798/25-06-2008) ΚΥΑ [η οποία, σημειωτέον, ορθώς έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο - του οποίου η απόφαση παραδεκτώς επισκοπείται κατ'άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ - ότι εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση και όχι η επικληθείσα από τους ανακόπτοντες με την ανακοπή, εφαρμοζόμενη αναλόγως επί πιστωτικών καρτών, Ζ1-178/13-2-2001 ΚΥΑ] αφορά στεγαστικά δάνεια, η δε ακυρότητα ενός ή περισσοτέρων Γενικών Όρων Συναλλαγών (ΓΟΣ) της σύμβασης, λόγω καταχρηστικότητας, επιφέρει μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής, εφόσον ως προς την (επιμέρους) ακύρωση του ποσού της οφειλής υπάρχουν στοιχεία που να θεμελιώνουν τον υπολογισμό του, ώστε να προσδιορίζεται και να δύναται να ελεγχθεί η ακρίβειά του και μειώνεται με την ακύρωση αυτή το τελικό ποσό της οφειλής (όπως επί παρανόμως επιβληθέντων τόκων, για τους οποίους προβλήθηκε σχετικός λόγος ανακοπής), ανεξαρτήτως του ότι ο ανακόπτων ζητεί την, για τον λόγο αυτό, εν όλω ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε στην ελάσσονα πρότασή της ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα δεν χρέωσε τους ανακόπτοντες - αναιρεσείοντες με ποσά αθέμιτων τόκων, αλλά δυνάμει συμβατικών όρων (16.1Β και 16.2 των πρόσθετων όρων της συμβάσεως) και ότι, για τους επιπλέον λόγους που αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν προσκρούουν (οι όροι αυτοί) στην αρχή της διαφάνειας, που απορρέει από το άρθρο 2 παρ.6 του Ν.2251/1994, στη συνέχεια δε, αντί να προβεί στην ουσιαστική έρευνα των προσβαλλομένων ως υπέρογκων κονδυλίων, απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε στο σύνολό της την διαταγή πληρωμής, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6 και 7 περ. ια' του Ν.2251/1994 και 181 του ΑΚ, καθώς και την υπ' αριθμ. Ζ1-798/25-06-2008 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες, επίσης δε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2842/2000 και της υπ' αριθμ. 30/14-2-2000 πράξης του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, τις οποίες εφάρμοσε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, μετ'αποδοχήν ως βασίμου του λόγου της, κατά το σκέλος του που παραπάνω αναφέρεται, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το σκέλος της που προσβλήθηκε με αναίρεση. Στη συνέχεια (και εν όψει του ότι θα πρέπει να ελεγχθεί η ακρίβεια των αναφερομένων, από τους ανακόπτοντες - αναιρεσείοντες, ως κατ'ελάχιστον παρανόμων τόκων που επέβαλε η καθ'ης η ανακοπή, ως προς τους οποίους μπορεί, κατά τα ανωτέρω, να ακυρωθεί μερικώς μόνο - και όχι στο σύνολό της - η διαταγή πληρωμής), πρέπει, κατά την παρ.3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από διαφορετικό δικαστή, από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της και κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ.3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την με αριθμό 669/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτούς, για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ