ΑΡΙΘΜΟΣ 25/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Π. Γ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Θεοχάρη Δαλακούρα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 717-718/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1063/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 20 του Ν. 3459/2006 που κωδικοποίησε την όλη νομοθεσία τη σχετική με τα ναρκωτικά ορίζεται ότι: "Με κάθειρξη δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) € μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) €, τιμωρείται όποιος ... β) πωλεί ... αγοράζει ... ζ) κατέχει ... ναρκωτικά. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η κατοχή ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή της και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει την από τον άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Επίσης, για την ύπαρξη της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει, ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στη προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 717-718/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος αγοράς και κατοχής ναρκωτικής ουσίας και χρήσης ναρκωτικών και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως έξι ετών και τριών μηνών, αφού του αναγνωρίσθηκε το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμελείας. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του κατά λέξη τα εξής: "... ο πρώτος (L. V.) και ο τρίτος (Π. Γ.) αναιρεσείων τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι στη ... την 13-5-2007 ο πρώτος κατηγορούμενος L. V. κατείχε ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου (αρ.1§1, 2 του Ν. 3459/2006), ήτοι τεχνητές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Β περ. 3 του ως άνω άρθρου, και δη κατείχε, ένα (1) δέμα κοκαΐνης βάρους 100 γραμ. που στη συνέχεια πώλησε στον τρίτον. Εξάλλου ο τρίτος κατηγορούμενος Π. Γ. (αναιρεσείων) στη ... την 13-5-2007, αγόρασε από άλλον ναρκωτική ουσία κατά την έννοια του νόμου (αρ. 1§1, 2 του Ν. 3459/ 2006), ήτοι τεχνητή ουσία που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση του ατόμου από αυτήν και η οποία περιλαμβάνεται στον Πίνακα Β περ. 3 του ως άνω άρθρου. Ειδικότερα, μετά από σχετική επικοινωνία και μεσολάβηση του υπηκόου Αλβανίας με το όνομα, "Γ.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, ήρθε σε τηλεφωνική επαφή με τους L. V. του K., από τον οποίο συμφώνησε να αγοράσει ποσότητα κοκαΐνης, βάρους εκατό (100) γραμμαρίων, αντί τιμήματος τριών χιλιάδων επτακοσίων πενήντα (3.750,00) €, καθ' υπόδειξη δε του τελευταίου, μετέβη, αρχικώς μεν στο κέντρο ψυχαγωγίας με το διακριτικό τίτλο "ΜΠΟΟΥΛΙΝΓΚ ΣΕΝΤΕΡ" στην Περιφερειακή Οδό της Θεσσαλονίκης, όπου σε συνάντησή του με άγνωστη συνεργό του πωλητή με το όνομα "ΕΛΕΝΗ", κατέβαλε σ' αυτήν το ποσό του ως άνω συμφωνηθέντος τιμήματος και εν συνεχεία στον υπαίθριο χώρο του καταστήματος παιδικών παιχνιδιών με το διακριτικό τίτλο "..." επί της οδού ... στην περιοχή ..., από όπου παρέλαβε την πωληθείσα ποσότητα κοκαΐνης, την οποία ο πωλητής είχε εναποθέσει σε προκαθορισμένο μεταξύ τους σημείο έμπροσθεν του συγκεκριμένου καταστήματος. 2) Στη ..., την 13-5-2007, κατείχε ναρκωτική ουσία κατά την έννοια του νόμου (αρ. 1§1, 2 του Ν. 3459/2006), ήτοι τεχνητή ουσία που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση του ατόμου από αυτήν και η οποία περιλαμβάνεται στον Πίνακα Β' περ. 3 του ως άνω άρθρου. Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, έχοντας υπό την φυσική του εξουσίαση, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη και κατά τη βούλησή του να διαθέτει πραγματικά, κατείχε ένα (1) δέμα κοκαΐνης βάρους εκατό (100) γραμμαρίων, που αγόρασε κατά τα προεκτιθέμενα και ανακαλύφθηκε σε νομότυπη σωματική έρευνα κατά τη σύλληψή του στη συμβολή των οδών ... και ... στην περιοχή .... 3) Στην ..., κατά το χρονικό διάστημα του παρελθόντος μηνός μέχρι και τη σύλληψή του στις 13-5-2007, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, έκανε χρήση ναρκωτικών κατά την έννοια του νόμου (αρ. 1§1, 2 του Ν. 3459/2006), ήτοι τεχνητών ουσιών που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Β' περ. 3 του ως άνω άρθρου. Ειδικότερα δε στον προαναφερόμενο τόπο και κατά το προδιαληφθέν χρονικό διάστημα, έκανε περισσότερες φορές χρήση αδιευκρίνιστων εισέτι ποσοτήτων κοκαΐνης χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης της συγκεκριμένης ναρκωτικής ουσίας". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθησαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1§1, 2 πιν.Β'αρ.3, 20§§1β'-ζ', 2, 29§1, του Ν. 3459/2006 σε συνδυασμό με άρθρα 1, 5§1, 12, 14, 18, 26§1α, 27§1, 94§1, 98 ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι επομένως αβάσιμες και πρέπει ν' απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ότι: 1) η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται της από το Σύνταγμα (αρ. 93§3) και τον Νόμο (αρ. 139, 510§Δ ΚΠΔ) επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρει ειδικά και εμπεριστατωμένα ως ώφειλε με σαφήνεια και πληρότητα α) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που οδηγούν στην βεβαιότητα της ενοχής του και τα αποδεικτικά μέσα στα οποία θεμελιώνονται αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους αυτά υπήχθησαν στη συναφή ποινική διάταξη. Και τούτο διότι με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του Ν. 3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή δηλ. ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, η αιτίαση που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν διαλαμβάνει την απαραίτητη αιτιολογία ως προς την αγορά και κατοχή των ναρκωτικών ουσιών είναι αβάσιμη, διότι με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθεται σε αυτή και ο τρόπος αγοράς με αντάλλαγμα, αλλά και η κατοχή αυτών από τον αναιρεσείοντα, αφού η ποσότητα των ναρκωτικών βρέθηκε επάνω του κατά την έρευνα των αστυνομικών όπως λεπτομερώς αναφέρεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως ο από το άρθρο 510§1 Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170§2 και 333§2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2 δ'και ε' ΠΚ, καθώς και να θεωρηθεί άτομο εξαρτημένο από τις ναρκωτικές ουσίες σύμφωνα με το άρθρο 30§1 του Νόμου περί Ναρκωτικών (3459/2006). Το εν λόγω Δικαστήριο για τους παραπάνω ισχυρισμούς διέλαβε στο σκεπτικό του την παρακάτω αιτιολογία". Από την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο βεβαίωση ιατροδικαστικής εξέτασης του κατηγορουμένου που έγινε με εντολή του Ανακριτή από τον καθηγητή στο εργαστήριο της ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ν. Β. ο οποίος εξέτασε τον κατηγορούμενο Γουναρίδη την επομένη της συλλήψεως (13-5-2007) που είναι και ο χρόνος τέλεσης των πράξεων, προκύπτει ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης των πράξεών του, αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών που δεν μπορούσε να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις. Η γνωμοδότηση του ιατροδικαστή είναι ανενδοίαστος και σαφής, διατυπώνεται δε αυτή χωρίς επιφυλάξεις αφού εκτίθενται όλα τα ευρήματα της εξέτασης του κατηγορουμένου ("εκ των υστέρων συνήγαγε ότι ο Γ. Π. δεν δύναται να χαρακτηρισθεί τοξικομανής ως μη εμφανίζων σαφή σημεία στερήσεως, υπ' όψιν βεβαίως ότι η χρήση χασίς δεν προκαλεί σαφή σημεία στερήσεως, ακόμη και η μακροχρόνια, όπως και η χρήση κοκαΐνης"). Ο εν λόγω δε ιατροδικαστής καταλήγει στην παραπάνω κρίση του (μη τοξικομανίας) παρότι διαπιστώνει ότι ο κατηγορούμενος είχε μετρίου βαθμού ατροφία ρινικού βλεννογόνου, η οποία κατ' αυτόν είναι ενδεικτική μετρίας χρήσεως κοκαΐνης. Αυτό σημαίνει ότι με βάση όλες τις άλλες ενδείξεις οδηγήθηκε με ασφάλεια στην αρνητική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Την κρίση αυτή του κατά νόμο αρμοδίου ν' αποφανθεί οργάνου αποδέχεται το Δικαστήριο και η οποία (κρίση) δεν ανατρέπεται από τις με πρωτοβουλία και με δαπάνες του κατηγορουμένου πραγματοποιηθείσες, μετά μάλιστα μεγάλο χρονικό διάστημα από το χρόνο τέλεσης των πράξεων εξετάσεις τριχών (10-9-2007) από τον αναπληρωτή Καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης Α. Τ.. Αυτός στο συμπέρασμα της ιδιωτικής γνωμοδότησής του κάνει λόγω για "υψηλές συγκεντρώσεις κοκαΐνης και μεταβολιτών κοκαΐνης στα δείγματα τριχών της κεφαλής όπως και της μασχάλης .... που προσδίδουν την έννοια του χρόνιου χρήστη στον Π. Γ.". Κατ' αρχήν η λήψη και η αποστολή των τριχών από τη ... στο Ηράκλειο έγινε ιδιωτικώς χωρίς δηλ. τη συμμετοχή κάποιου ανακριτικού υπαλλήλου, αλλά κυρίως η μέθοδος αυτή διαπίστωσης της τοξικομανίας κάποιου κατηγορουμένου δεν προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις του Ν. περί Ναρκωτικών και ως εκ των ανωτέρω δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως ασφαλές στοιχείο για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης για το συγκεκριμένο ζήτημα της τοξικομανίας ή όχι του κατηγορουμένου. Άλλωστε αυτός (Τ.) κάνει λόγο για χρόνιο χρήστη χωρίς σημείωση ότι δεν μπορεί να αποβάλλει την έξη αυτή με τις δικές του δυνάμεις, ούτε τα άλλα στοιχεία (έγγραφα κλπ) που προσκόμισε ο κατηγορούμενος, ούτε και η κατάθεση και μ' αυτήν αξιολόγηση της ως άνω εξετάσεως των τριχών του κατηγορουμένου, του μάρτυρα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου Δ. Ψ. Καθηγητή Ιατροδικαστικής του Α.Π.Θ. είναι πειστικά, ώστε ν' αναιρούν την κρίση του εξετάσαντος κατ' εντολήν του Ανακριτή, τον κατηγορούμενο, Ιατροδικαστή Ν. Β. και την κατά τα ανωτέρω διαμορφωθείσα κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί του ότι ο κατηγορούμενος Π. Γ. κατά τον χρόνο τέλεσης των πράξεών του δεν είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών την οποία δεν μπορούσε να αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις ... . Όπως αβάσιμος πρέπει ν' απορριφθεί και ο ισχυρισμός του ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η περίπτωση του ελαφρυντικού της μετά την πράξη του καλής συμπεριφοράς, αφού αυτός μετά τις πράξεις του είναι συνεχώς κρατούμενος στη φυλακή και όπως γίνεται δεκτό μόνη η συμπεριφορά του κατηγορουμένου ως κρατούμενου στις φυλακές και μόνο για το χρονικό διάστημα της κρατήσεώς του, χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεως τούτου μετά την πράξη του (που εν προκειμένου δεν προέκυψαν) δεν μπορεί να θεμελιώσει και να αιτιολογήσει την απαιτούμενη καλή συμπεριφορά για σχετικό μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του". Ο πρώτος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εξάρτησής του από τις ναρκωτικές ουσίες, ορθώς απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με την παραπάνω αιτιολογία, η οποία είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τα οποία (πραγματικά περιστατικά) κατά την κρίση του δεν είναι ικανά να προσδώσουν στον κατηγορούμενο την ιδιότητα του εξαρτημένου ατόμου από τις ναρκωτικές ουσίες. Ειδικότερα το δικάσαν Εφετείο α) εξέθεσε με πληρότητα και χωρίς αντιφατικές αιτιολογίες γιατί δεν μπορεί να θεωρηθεί ο κατηγορούμενο "τοξικομανής" και β) αιτιολόγησε με πειστικές σκέψεις για ποιο λόγο δεν πείθεται από την έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του εργαστηρίου ιατροδικαστικών επιστημών του ΠΑΓΝΗ που προσκόμισε ο κατηγορούμενος και αναγνώσθηκε από το Δικαστήριο, και η οποία τον χαρακτηρίζει, ως άτομο εξαρτημένο από τις ναρκωτικές ουσίες. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί "τοξικομανίας" ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο αυτός λόγος κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων, εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης) είναι απαράδεκτος γιατί με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, με πλήρη και σαφή αιτιολογία το Δικάσαν Εφετείο, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου για χορήγηση ελαφρυντικών του άρθρου 84§2 περ.ε ', όπως συνάγεται από τα προαναφερόμενα στο σκεπτικό του πραγματικά περιστατικά. Επομένως η αιτίαση που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της περί συνδρομής της πιο πάνω ελαφρυντικής περίστασης είναι απορριπτέα ως αβάσιμη και ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθεί ο εκ του άρθρου 510§1 στοιχ.Δ' λόγος αναίρεσης. Κατόπιν αυτών εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583§1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμό 25/18-3-2011 αίτηση του Π. Γ. για αναίρεση της με αριθμό 717-718/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ