Αριθμός 1398/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα - (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακoπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα και Αγγελική Αλειφεροπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 8 και 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου (όνομα) R. ή R. (επώνυμο) A. του H. Α.Ι. K. και της S. A., γεν. στο Μόντρεαλ Καναδά στις 8-5-1987 και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Αθανάσιο Κεχαγιόγλου και Μιχαήλ Ζαφειρόπουλο, κατά της υπ' αριθμ. 81/26-6-2013 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 81/26-6-2013 απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές του Καναδά. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 13 και ημερομηνία 26 Ιουνίου 2013 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών και καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 774/13 Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τους πληρεξουσίους δικηγόρους του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους του Καναδά ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 451 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ., "κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών", με την οποία τούτο γνωμοδότησε, κατά το άρθρο 450 του ίδιου Κώδικα, επί αιτήσεως εκδόσεως αλλοδαπού, "επιτρέπεται σ' αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και στον εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση στο β' τμήμα (ήδη Ποινικό) του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από το γραμματέα εφετών". Επομένως, η υπό κρίση από 26-6-2013 με αριθ. εκθ. καταθ. 13/2013 έφεση του R. ή R. (όν.) A. (επών.) του H. A. και της S. A., γεννηθέντος στις 8-5-1987 στο Μόντρεαλ Καναδά, υπηκόου Καναδά και ήδη κρατουμένου στις φυλακές Κορυδαλλού, που ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών, κατά της 81/25-6-2013 αποφάσεως (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του στον Καναδά, προκειμένου να δικαστεί για το αδίκημα της εν γνώσει του κατοχής πλαστού εγγράφου (διαβατηρίου) με σκοπό να αποφύγει τη σύλληψη, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, οπότε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 436 Κ.Ποιν.Δ., αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων, ήτοι των άρθρων 437 έως 456 του ίδιου Κώδικα, οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Τέτοια (διμερής) σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Καναδά είναι η από 3-11-1999, που κυρώθηκε με το Ν. 3008/2002. Κατά το άρθρο 2 παρ.1 και 2 της σύμβασης αυτής, έκδοση χορηγείται για πράξεις, οι οποίες, σύμφωνα με τη νομοθεσία των δύο Κρατών, συνιστούν αδικήματα τα οποία τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης ανώτερη του έτους, προκειμένου δε να διαπιστωθεί η διάπραξη αδικήματος υπό την ανωτέρω έννοια λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των πράξεων, οι οποίες αποδίδονται στον εκζητούμενο, και όχι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος σύμφωνα με τη νομοθεσία του αιτούντος Κράτους, και ανεξάρτητα αν οι νομοθεσίες των Συμβαλλομένων Κρατών προσδιορίζουν διαφορετικά το αδίκημα ή το κατατάσσουν σε διαφορετικές κατηγορίες. Κατά το άρθρο 7 της άνω σύμβασης, οι αιτήσεις εκδόσεως, τα δικαιολογητικά έγγραφα και η σχετική με αυτά αλληλογραφία διαβιβάζονται στα Υπουργεία Δικαιοσύνης των Συμβαλλόμενων Κρατών, ενώ δεν αποκλείεται και η διπλωματική οδός. Τέλος, κατά το άρθρο 8 της ίδιας σύμβασης, προς υποστήριξη της αίτησης έκδοσης θα προσκομίζονται, μεταξύ άλλων, έγγραφο με περιγραφή του εκζητούμενου προσώπου, προσδιορισμό της ταυτότητας, της υπηκοότητάς του και του τόπου όπου ευρίσκεται, έκθεση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, που θα συντάσσεται από δικαστή ή εισαγγελέα και στην οποία θα αναφέρεται ο τόπος και ο χρόνος τέλεσης, η φύση του αδικήματος, καθώς επίσης και αντίγραφο των διατάξεων που προβλέπουν το αδίκημα και την ποινή με την οποία τιμωρείται, ενώ, περαιτέρω, στην περίπτωση προσώπου, το οποίο ήδη διώκεται ή κατηγορείται, το πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης ή άλλου εγγράφου, που έχει την ίδια ισχύ και το οποίο εκδόθηκε από το αιτούν Κράτος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 450 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., το Συμβούλιο Εφετών εξετάζει, αν δεν κωλύεται από τη συνθήκη (σύμβαση), πράγμα που δεν συμβαίνει επί του προκειμένου, αφού η εν λόγω διάταξη του Κ.Ποιν.Δ. εναρμονίζεται με το άρθρ. 8 παρ.1 στοιχ. β' αριθ. 2 της προμνημονευόμενης διμερούς σύμβασης έκδοσης, αν υπάρχουν ενδείξεις για τη βασιμότητα της κατηγορίας που αποδίδεται σ' εκείνον που έχει συλληφθεί, με βάση τα προσαγόμενα επίσημα αποδεικτικά στοιχεία από το κράτος που ζητεί την έκδοση, και αποφαίνεται αν αυτά θα επέτρεπαν τη σύλληψη και παραπομπή του σε δίκη στην Ελλάδα, αν το έγκλημα είχε τελεστεί σε ελληνικό έδαφος.- Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση του αλλοδαπού μάρτυρα, που εξετάσθηκε νομότυπα, μέσω διερμηνέα, στο ακροατήριο και περιέχεται στα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσαν ο παραστάς εκζητούμενος (εκκαλών) και οι συνήγοροί του, αποδείχθηκαν τα εξής: Με αίτημα της Εισαγγελίας Καναδά National Capital Region, ζητείται η έκδοση του R. ή R. (όν.) A. (επών.) του H. A. και της S. A., γεννηθέντος στις 8-5-1987 στο Μόντρεαλ Καναδά, υπηκόου Καναδά και ήδη κρατουμένου στις φυλακές Κορυδαλλού, προκειμένου να δικαστεί για τo αδίκημα της εν γνώσει του κατοχής πλαστού εγγράφου (διαβατηρίου) με σκοπό να αποφύγει τη σύλληψη, συνιστάμενο στο ότι στις 22-2-2012 ή περίπου την ημερομηνία αυτή χωρίς νόμιμη δικαιολογία ο εκζητούμενος προμηθεύθηκε και είχε στην κατοχή του πλαστό (καναδικό) διαβατήριο, του οποίου έκανε χρήση, για το οποίο εκδόθηκε το από 4-4-2013 ένταλμα σύλληψης της Ειρηνοδίκη της επαρχίας Οντάριο Καναδά. Η ανωτέρω αίτηση συνοδεύεται από όλα τα κατά την προμνημονευόμενη Σύμβαση και τον Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενα έγγραφα, νόμιμα μεταφρασμένα στη ελληνική γλώσσα, ήτοι το άνω ένταλμα σύλληψης, επαρκή έκθεση της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο εκκαλών-εκζητούμενος από τις δικαστικές Αρχές του Καναδά, περιγραφή του προσώπου αυτού για την αναγνώριση της ταυτότητας και της υπηκοότητας του εκζητουμένου, καθώς και τα κείμενα των σχετικών ποινικών διατάξεων του Καναδά με τις απειλούμενες ποινές. Ειδικότερα, η άνω πράξη προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 57 και 403 του Καναδικού Ποινικού Κώδικα, είναι δε, έστω και υπό διάφορο χαρακτηρισμό, αξιόποινη και κατά τις διατάξεις του άρθρου 87 παρ.7 του ημεδαπού Ν. 3386/2005, τιμωρείται δε κατ' αμφότερα τα δίκαια (Ελλάδας και Καναδά) με ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη του έτους. Πλέον τούτων, προκύπτει η ταυτότητα, ως και η υπηκοότητα του άνω εκζητουμένου, ήτοι ότι ο παρών εκκαλών, που έχει συλληφθεί, είναι πράγματι ο εκζητούμενος, ενώ, ακόμη, από τα προεκτεθέντα επίσημα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για τη βασιμότητα της άνω κατηγορίας, που αποδίδεται στον εκζητούμενο. Εξάλλου, δεν προκύπτει, ότι η έκδοση του ανωτέρω ζητείται για πολιτικό, στρατιωτικό έγκλημα ή του τύπου ή για λόγους πολιτικούς, ότι αθωώθηκε ή καταδικάστηκε στην Ελλάδα για το προεκτεθέν αδίκημα, ότι αυτό έχει παραγραφεί σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία ούτε ότι πρόκειται να διωχθεί για πράξεις διαφορετικές από εκείνες, για τις οποίες ζητείται η έκδοσή του (άρθρ. 4 Ν. 3008/2002 και 438 Κ.Ποιν.Δ.). Σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 2 περ. β' και δ' του Π.Δ. 113/2013 "Καθεστώς του πρόσφυγα: ενιαία διαδικασία αναγνώρισης σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2005/85/Ε.Κ. του Συμβουλίου, τέθηκε σε ισχύ από 14-6-2013 (και αντικατέστησε το προηγούμενο σχετικό Π.Δ. 114/2010), αφενός μεν "αίτηση ασύλου" είναι η αίτηση παροχής προστασίας από το ελληνικό κράτος, που υποβάλλει αλλοδαπός ή ανιθαγενής, με την οποία ζητά την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ιδιότητας του πρόσφυγα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης, ή τη χορήγηση καθεστώτος επικουρικής προστασίας (περ. β' του άνω Π.Δ.), αφετέρου δε "αιτών άσυλο" είναι ο αλλοδαπός ή ανιθαγενής, ο οποίος δηλώνει προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον οποιασδήποτε ελληνικής αρχής, στα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια ή εντός αυτής, ότι ζητεί άσυλο ή επικουρική προστασία στη χώρα μας ή με οποιονδήποτε τρόπο ζητεί να μην απελαθεί σε κάποια χώρα εκ φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης ή επειδή κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη σύμφωνα με το άρθρο 15 του Π.Δ. 96/2008 και επί του αιτήματος του οποίου δεν έχει ληφθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση (περ. δ' του άνω Π.Δ.), ενώ η σοβαρή βλάβη, κατά άρθρ. 15 Π.Δ. 96/2008, συνίσταται σε: α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του, ή γ) σοβαρή προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Περαιτέρω, με το άρθρο 5 του ίδιου πιο πάνω Π.Δ. (113/2013), ορίζεται στην παράγρ. 1, ότι "οι αιτούντες (άσυλο) επιτρέπεται να παραμένουν στη Χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησης και δεν απομακρύνονται με οποιοδήποτε τρόπο" και στην παράγρ. 2, ότι η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις, όπου οι αρμόδιες αρχές είτε παραδίδουν τον αιτούντα σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3251/2004, είτε εκδίδουν αυτόν σε τρίτη χώρα με την εξαίρεση της χώρας καταγωγής του αιτούντος ή σε διεθνή ποινικά δικαστήρια, με βάση τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας, επί πλέον δε η παράδοση ή η έκδοση δεν πρέπει να οδηγεί σε έμμεση ή άμεση επαναπροώθηση του ενδιαφερόμενου κατά παράβαση του άρθρου 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης ή σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης σύμφωνα με το άρθρο 15 του Π.Δ. 96/2008, ενώ κανένας δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αίτησής του, εφόσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν Κράτος. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η έκδοση του αιτούντος άσυλο εμποδίζεται μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αίτησής του, όταν αυτή (έκδοση) οδηγεί σε επαναπροώθησή του στα σύνορα εδαφών, όπου η ζωή ή η ελευθερία αυτού απειλούνται για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων (άρθρ. 33 παρ.1 της Σύμβασης της Γενεύης) ή σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης, συνισταμένης σε θανατική ποινή ή εκτέλεση ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία αυτού στη χώρα καταγωγής του ή σοβαρή προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (άρθρ. 15 του Π.Δ. 96/2008), εφόσον επικαλείται φόβο δίωξης για τέτοιους λόγους στο εκζητούν Κράτος.- Επί του προκειμένου προέκυψε, ότι ο εκκαλών, μετά τη σύλληψή του στην Ελλάδα και κατά τη διάρκεια της κράτησής του, συγκεκριμένα δε την προηγούμενη ημέρα της εκδίκασης προηγούμενων αιτήσεων έκδοσής του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, υπέβαλε την από 15-5-2013 αίτηση προς το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη (τμήμα Εκδόσεων-Πολιτικού Ασύλου), με την οποία ζητεί τη χορήγηση πολιτικού ασύλου στην Ελλάδα, προβάλλοντας πρωτοδίκως και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δια της εφέσεώς του, ότι, ενόψει του ότι εκκρεμεί ακόμη η άνω αίτησή του, δικαιούται να παραμείνει στην Ελλάδα μέχρι την έκδοση απόφασης επ' αυτής, την οποία υπέβαλε ισχυριζόμενος, ότι στον Καναδά κινδυνεύει η ζωή του από πρόσωπα, τα οποία ήδη έχουν σκοτώσει δύο αδέλφια του και συγκεκριμένα, όπως διευκρινίζει στο υποβληθέν υπόμνημά του, από εγκληματικές συμμορίες, που καταδιώκουν την οικογένειά του, γι' αυτό ζητεί την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος εκδόσεώς του στην εν λόγω χώρα. Πλην όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφόσον στον εκκαλούντα δεν έχει χορηγηθεί ακόμη άσυλο, δεν εμποδίζεται η έκδοση αυτού, αφού δεν έχει εφαρμογή η άνω διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του Π.Δ. 113/2013, που επιτρέπει την παραμονή στη Χώρα εκείνου που ζήτησε άσυλο μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του, διότι οι ελληνικές Αρχές εκδίδουν τον ενδιαφερόμενο με βάση τις διεθνείς υποχρεώσεις της Ελλάδας (στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με τη διμερή σύμβαση έκδοσης μεταξύ Ελλάδας και Καναδά), εφόσον ο εκκαλών-εκζητούμενος δεν επικαλείται, ότι η έκδοσή του θα τον οδηγήσει, ως πρόσφυγα, σε επαναπροώθηση στα σύνορα εδαφών, όπου η ζωή ή η ελευθερία του απειλούνται για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων ούτε κίνδυνο σοβαρής βλάβης, συνισταμένης σε θανατική ποινή ή εκτέλεση ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία αυτού από τις Αρχές της χώρας καταγωγής του ή σοβαρή προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω βίας ασκούμενης σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ακόμη, ενόψει της περιοριστικής απαρίθμησης των περιπτώσεων υποχρεωτικής απαγόρευσης έκδοσης του εκζητουμένου, που προβλέπονται από τα άρθρα 438 Κ.Ποιν.Δ. και 4 Ν. 3008/2012 (σύμβασης έκδοσης μεταξύ Ελλάδας και Καναδά), δεν αποτελεί λόγο απαγόρευσης της έκδοσης η προβαλλόμενη από τον εκκαλούντα διακινδύνευση της ζωής του από τρίτα άσχετα προς το εκζητούν Κράτος πρόσωπα και ο σχετικός ισχυρισμός του εκκαλούντος περί μη έκδοσής του, λόγω συνδρομής του άνω κινδύνου, είναι απορριπτέος, ως μη νόμιμος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, με τον οποίο προβάλλεται, ότι, λόγω υποβολής της άνω αιτήσεως του εκκαλούντος για τη χορήγηση ασύλου και, εφόσον αυτή εκκρεμεί, δεν επιτρέπεται η έκδοσή του πριν εκδοθεί απόφαση επ' αυτής, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 441 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., "αν εκείνος του οποίου ζητείται η έκδοση καταδιώκεται...στην Ελλάδα για άλλη πράξη, η έκδοσή του αναβάλλεται ως την περάτωση της ποινικής δίωξης και σε περίπτωση καταδίκης ωσότου εκτιθεί η ποινή ή απολυθεί από τις φυλακές". Ανάλογη ρύθμιση περιέχεται στο άρθρο 14 παρ.1 του έχοντος επί του προκειμένου εφαρμογή Ν. 3008/2002 (σύμβαση έκδοσης μεταξύ Ελλάδας και Καναδά), με τη διαφορά ότι η προβλεπόμενη αναβολή παράδοσης του εκζητουμένου, λόγω διώξεώς του στην Ελλάδα για άλλη πράξη, είναι δυνητική. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, δεν αναβάλλεται η διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και του Αρείου Πάγου, κατά τα άρθρα 450 επ. Κ.Ποιν.Δ., προκειμένου να αποφανθούν για την έκδοση σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, αλλ' αναβάλλεται μόνο η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο οποίος είναι, κατά το άρθρο 452 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ., ο μόνος αρμόδιος να διατάξει την έκδοση, δηλαδή την παράδοση του εκζητούμενου προσώπου, ή να την επιτρέψει υπό όρους, αφού βέβαια έχει προηγηθεί, αρμοδίως, αμετάκλητη δικαστική γνωμοδότηση, που επιτρέπει την έκδοσή του.- Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών, με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση εφέσεως ισχυρίζεται, ότι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και εκκρεμούν εις βάρος του κατηγορίες ενώπιον των ελληνικών Δικαστηρίων για τις αναφερόμενες πλημμεληματικές παραβάσεις, ως εκ τούτου δε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 411 Κ.Ποιν.Δ., δεν πρέπει να εκδοθεί, άλλως να αναβληθεί η έκδοσή του μέχρι πέρατος της ποινικής αυτής δίωξης, παραπονούμενος για την απόρριψη του σχετικού αιτήματός του από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών. Σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό προκύπτει, ότι ο εκκαλών συνελήφθη μεν στην …στις 22-2-2013 για τη διάπραξη των πλημμελημάτων της πλαστογραφίας με χρήση, της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της παράβασης του Ν. 3386/2005 "περί αλλοδαπών" (παράνομης εισόδου στη χώρα), που φέρονται ότι τελέσθηκαν στην ημεδαπή και αποτελούν διαφορετικές πράξεις από το αδίκημα της εν γνώσει του κατοχής πλαστού εγγράφου (διαβατηρίου) με σκοπό να αποφύγει τη σύλληψη, φερόμενο ως τελεσθέν στον Καναδά στις 22-2-2012, για το οποίο εκζητείται, αφού ο τόπος και χρόνος τελέσεως των ανωτέρω πράξεων δεν συμπίπτει, πλην όμως ο πιο πάνω λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφενός μεν, με βάση την εφαρμοζόμενη εδώ, κατά τα άνω, διμερή σύμβαση (άρθρ. 14 παρ.1 αυτής), δεν κωλύεται η έκδοση του εκζητουμένου σε περίπτωση δίωξής του στο έδαφος του Κράτους, στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, για αδίκημα διαφορετικό από εκείνο, για το οποίο ζητήθηκε η έκδοση, αφού η προβλεπόμενη αναβολή μέχρι περατώσεως των σχετικών διαδικασιών είναι δυνητική, αφετέρου δε αρμόδιος να αποφασίσει την αναβολή της εκδόσεως είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης και όχι το Δικαστικό Συμβούλιο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν εις βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-6-2013 έφεση του R. ή R. (όν.) A. (επών.) του H. A. και της S. A. κατά της 81/2013 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ως άνω εκκαλούντος, Καναδού υπηκόου, στις Καναδικές Αρχές. Και Επιβάλλει στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2013. Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίασή του στις 15 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ