Αριθμός 962/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "GOODYEAR DUNLOP ΕΛΑΣΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ Α.Β.Ε.Ε. (πρώην GOODYEAR ΕΛΛΑΣ Α.Β.Ε.Ε.)", που εδρεύει στους … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Κρεμαλή και Παναγιώτα Παπατσώρη και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Γ. του Α., έως και 28. Α. χήρας Χ. Μ., ως κληρονόμου, δυνάμει της με αριθμό .../21-0-2004 διαθήκης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Άννας Πουλουτίδου, η οποία δημοσιεύτηκε με το αριθμό 385/4-3-2005 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, του Χ. Μ. του Δ. που πέθανε στις 22-07-2004, 29 Ε. Μ. του Κ., έως και 37. Α. χήρας Δ. Π., το γένος Α. Κ. για την ίδια και τα ανήλικα παιδιά της Ι.- Κ. Π. του Δ. και Β.- Π. Π. του Δ., ως ασκούσα τη γονική μέριμνα σε αυτά, όλων καθολικών διαδόχων- κληρονόμων του δικαιοπαρόχου τους Δ. Π. του Ι., που πέθανε στις 4-7-2003, 38. Ε. Π. του Α., έως και 61. Ε. Ξ. του Δ., απάντων κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Καζάκο και κατέθεσαν προτάσεις. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Γ.Σ.Ε.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 11 αναιρεσίβλητος Κ. Γ. του Γ. απεβίωσε στις 18/2/2012 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 25/2012/τόμος Α ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου Κοζάνης, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Ε. χήρα Κ. Γ., ) Ε. Γ. του Κ., ) Κ. Γ. του Κ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της ως άνω παρεμβαίνουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1182/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3183/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/9/2012 αίτησή της και τους από 5/12/2012 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 1/2/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και του πρώτου, μέρος πρώτο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων ως προς την ένσταση του άρθρου 656 εδ. β' Α.Κ. για τους 1ο, 2ο, 3ο, 4ο, 6ο, 7ο, 9ο, 10ο, 13ο, 15ο, 16ο, 17ο, 21ο, 22ο, 23ο, 24ο, 25ο, 27ο, 28ο, 30ο, 31ο, 32ο, 33ο, 34ο, 35ο, 36ο, 37ο, 38ο, 39ο, 40ο, 44ο, 45ο, 46ο, 47ο, 48ο, 50ο, 52ο, 53ο, 54ο, 56ο, 59ο και 60ο των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη των λοιπών λόγων. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή ‚από τη διάταξη του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ με την οποία ορίζεται ότι αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων Τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει Κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα , έως την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτό, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση από κάποιο πρόσωπο μπορεί να ασκηθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου . Από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα , προκύπτει επίσης ‚ ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 669 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ η οποία εφαρμόζεται και επί αναιρέσεως (άρθρο 675 Α Κ.Πολ.Δ.)‚ αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών ‚ αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν δικαίωμα να παρέμβουν υπέρ διαδίκου ‚εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν ένωση Στην προκείμενη περίπτωση η Τριτοβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία " Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΣΕ), άσκησε την από 4 / 2 / 2013 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι είναι μέλη της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία " Σωματείο Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων εργοστασίων ελαστικών αυτοκινήτων Βόρειας Ελλάδας (πρώην Goodyear)", που εδρεύει στη …, που είναι μέλος της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία " Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης " που είναι μέλος της προσθέτως παρεμβαίνουσας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον ,την προστασία των εργασιακών και Οικονομικών συμφερόντων των μελών της. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υφίσταται στο πρόσωπο της παρεμβαίνουσας το αναγκαίο έννομο συμφέρον προς άσκησή της. Επειδή, κατά το άρθρο 656 ΑΚ αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ,ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης όμως έχει το δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ‚εφόσον υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νόμιμα, και ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού που αυτός πραγματικώς και προσηκόντως του προσφέρει, περιέρχεται σε υπερημερία και έχει υποχρέωση να καταβάλει στο μισθωτό τις αποδοχές που εκείνος θα ελάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση , εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη, να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του. Από τις αποδοχές όμως αυτές ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που αποκόμισε o μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλαδή από τη χρησιμοποίηση του χρόνου του που έμεινε ελεύθερος‚λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και ο μισθωτός από την αξιοποίηση αυτής, είτε αυτοαπασχολούμενος είτε απασχολούμενος σε άλλο εργοδότη, αποκόμισε ωφέλεια. Ο τελευταίος ισχυρισμός του εργοδότη αποτελεί ένσταση, για το ορισμένο δε αυτής πρέπει να αναφέρονται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η ωφέλεια του μισθωτού στο επίμαχο χρονικό διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη, το είδος της εργασίας που παρασχέθηκε σε συγκεκριμένο εργοδότη και το συγκεκριμένο ποσό που αποκόμισε ο εργαζόμενος. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.ΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο ,είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται 01 αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση ‚ κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997), Θα πρέπει δε αν Πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 12/2000) από τον αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, Θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ, με τις προτασεις) στο δευτερο βαθμο και να αναφερεται αυτο στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 43/1990) ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του. Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: 1) Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα επί της αγωγής των αναιρεσιβλήτων με την οποία ζητούσαν μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης, είχε προτείνει πρωτοδίκως με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις Προτάσεις, εκτός των άλλων, και τον αυτοτελή ισχυρισμό της εκπτώσεως από τους μισθούς υπερημερίας της ωφέλειας που οι αναφερόμενοι ενάγοντες αποκόμισαν από την παροχή εργασίας σε άλλο εργοδότη (ένσταση των αλλαχού κερδηθέντων του άρθρου 656 εδ' β' ΑΚ.) Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αόριστη, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν ανέφεραν Πραγματικά περιστατικά από τα οποία να Προκύπτει η ωφέλεια των εναγόντων για το χρονικό διάστημα που ζητούν μισθούς υπερημερίας (συγκεκριμένο εργοδότη, συγκεκριμένο ποσό που αποκόμισε κάθε μισθωτός) και 2) Με τον έκτο λόγο εφέσεως η αναιρεσείουσα πρόβαλε και πάλι τον αυτοτελή ισχυρισμό του άρθρου 656 εδ. β' Α.Κ., επικαλούμενη τη συνδρομή των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής των άρθρων 527 και 269 Κ.Πολ.Δ και συγκεκριμένα ότι από δικαιολογημένη αιτία δεν προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τρόπο ορισμένο ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός ο οποίος αποδεικνύεται εγγράφως ,η ίδια δε δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων γιατί οι αρμόδιοι φορείς (ΙΚΑ ΕΤΑΜ, ΟΑΕΕ‚ΔΟΥ) αρνούνταν να της χορηγήσουν τα έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται παραχρήμα ο ως άνω ισχυρισμός της που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι από τα έγγραφα αυτά, που περιήλθαν στην Κατοχή της μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, προκύπτουν όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, ήτοι σε ποιο εργοδότη εργάσθηκε κάθε ενάγων, ποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το είδος της εργασίας που παρείχε και το ποσό που αποκόμισε. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε μόνο την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση του άρθρου 656 εδ β' ΑΚ, λόγω αοριστίας και λόγω αντιφατικότητας με την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ. Την πρώτη όμως από τις ως άνω ενστάσεις (ΑΚ 656 εδ. β') η οποία προβλήθηκε εκ νέου ενώπιον του Εφετείου, κατά τρόπο ορισμένο με την επίκληση των προϋποθέσεων των άρθρων 527 και 269 Κ.Πολ.Δ το Εφετείο δεν την έλαβε υπόψη αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδέν διαλαμβάνεται για την επαναπροβληθείσα ως άνω ένσταση, δηλ. για το βάσιμο ή μη των προβαλλόμενων λόγων βραδείας προβολής της. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, κατ' ορθή υπαγωγή, του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.(όχι και 1 και 11) αφού δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης, που προτάθηκαν παραδεκτά ενώπιον του και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του Κυρίως δικογράφου και ο πρώτος, μέρος πρώτο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων ως προς την ένσταση του ΑΚ 656 εδ. β είναι βάσιμος, ως προς τους αναιρεσίβλητους Γ. Α. (πρώτο), Η. Α. (δεύτερο),Σ. Α. (τρίτο), Ι. Β. (τέταρτο), Α. Β. (έκτο), Α. Β. (έβδομο), Α. Γ. (ένατο), Κ. Γ. (δέκατο), Ι. Δ. (δέκατο Τρίτο), Ι. Ζ. (δέκατο πέμπτο), Α. Η. (δέκατο έκτο), Ε. Κ. (δέκατο έβδομο), Ι. Κ. (εικοστό Πρώτο), Α. Κ. (εικοστό δεύτερο), Ε. Κ. (εικοστό Τρίτο), Γ. Κ. (εικοστό τέταρτο), Α. Λ. (εικοστό πέμπτο), Θ. Λ. (εικοστό έβδομο), Χ. Μ. (εικοστό όγδοο), Α. Μ. (τριακοστό), Ι. Μ. (τριακοστό πρώτο), Μ. Α. (τριακοστό δεύτερο), Δ. Μ. (τριακοστό τρίτο),Γ. Ξ. (τριακοστό τρίτο), Γ. Ξ. (τριακοστό τέταρτο), Α. Π. (τριακοστό πέμπτο), Α. Π. (τριακοστό έκτο), Δ. Π. (τριακοστό έβδομο), Ε. Π. (τριακοστό όγδοο) ‚Π. Π. (τριακοστό ένατο), Ν. Π. (τεσσαρακοστό) , Ι. Ρ. (τεσαρακοστό τέταρτο), Ι. Σ. (τεσσαρακοστό πέμπτο), Α. Τ. (τεσσαρακοστός έκτος), Σ. Τ. (τεσσαρακοστό έβδομο), Ι. Τ. (τεσσαρακοστό όγδοο) Θ. Τ. (πεντηκοστό)‚Δ. Τ. (πεντηκοστός δεύτερος), Π. Τ. (πεντηκοστός τρίτο), Α. Γ. (πεντηκοστό τέταρτο), Κ. Κ. (πεντηκοστό έκτο), Α. Μ. (πεντηκοστό ένατο) και Ε. Ξ. (εξηκοστό πρώτο), ως προς τους οποίους και μόνο επανυποβλήθηκε η ως άνω ένσταση (του άρθρου 656 εδ. β' Α.Κ.), με σχετικό περιορισμό αυτής, με τον έκτο λόγο εφέσεως και με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης. Επειδή, το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ‚υπόκειται στους περιορισμούς του 281 ΑΚ, αν δηλαδή η άσκησή του υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει με τη θέλησή του ο άνεργος, αποφεύγοντας να επιδιώξει να ανεύρει και να παράσχει άλλη εργασία την οποία μπορεί να ανεύρει, προκειμένου να λαμβάνει από τον εργοδότη του, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του τελευταίου, μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται. Για να Θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή ανεύρεσης και παροχής εργασίας και δεν αρκεί ότι αυτός δεν ανεύρε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η επί του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση του εργοδότη, Πρέπει να αναφέρονται, α) η εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός και συγκεκριμένης επιχείρησης β) οι λόγοι για τους οποίους είναι αδικαιολόγητη και κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού και γ) η ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία. Εξάλλου ,ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι δε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π.3/1997), θα πρέπει δε αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π.12/2000) από τον αναιρεσείοντα. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση Εφετείο δέχθηκε, ως προς την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως από τους ενάγοντες της αξίωσης για μισθούς υπερημερίας ,συνισταμένης στο ότι με δική τους θέληση και προκειμένου να εισπράξουν τις υψηλές αποδοχές υπερημερίας παρέμειναν άνεργοι καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, αν και ευχερώς Θα μπορούσαν να ανεύρουν άλλη εργασία ανάλογη προς τις αναφερόμενες ειδικότητές τους με αποδοχές ανάλογες των αιτούμενων σε παρεμφερείς επιχειρήσεις, οι οποίες μεταξύ των ετών 1997 - 2002 δημοσίευσαν στα προσαγόμενα και επικαλούμενα φύλλα της ημερήσιας εφημερίδα της Θεσσαλονίκης "Αγγελιαφόρος " πάνω από 500 αγγελίες πρόσληψης εργαζομένων με ίδιες ή ανάλογες προς τις δικές τους ειδικότητες ότι είναι αόριστη‚ καθόσον δεν εκτίθενται τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, ήτοι δεν επικαλείται ότι Πράγματι προσφέρθηκε στους ενάγοντες εργασία ισότιμη ή ανάλογη με την εργασία που παρείχαν σ' αυτήν και από ποιες επιχειρήσεις ή εργοδότες , τους λόγους που οι ενάγοντες δεν την αποδέχθηκαν αδικαιολόγητα και κακόβουλα, ενώ δεν περιλαμβάνει και ποια ποσά οι ενάγοντες Θα αποκόμιζαν από την προσφερόμενη εργασία που Θα εκτελούσαν με τις ίδιες συνθήκες και όρους αναλόγως προς τις ειδικότητες και τις ικανότητές τους. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά έκρινε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των εναγόντων, που προτάθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως αόριστη , καθόσον δεν εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Επομένως ,ο τρίτος λόγος αναιρέσεως μέρος πρώτο ‚κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Η επαναπροβολή της ως άνω ενστάσεως ενώπιον του Εφετείου ως προς ορισμένους μόνον από τους αναιρεσιβλήτους (Κ. Β - δέκα πέμπτο, Δ. Γ. όγδοο, Κ. Γ. ενδέκατο , Χ. Γ. δωδέκατο‚ Σ. Δ. δέκατο τέταρτο, Π. Κ. δέκατο όγδοο , Δ. Κ. δέκατα ένατο, Α. Κ. εικοστό, Γ. Λ. εικοστό έκτο‚ Ε. Μ. εικοστό ένατο, Η. Π. τεσσαρακοστό πρώτο ‚Α. Π. τεσσαρακοστό δεύτερο, Ι. Π. τεσσαρακοστό τρίτο, Α. Τ. τεσσαρακοστό ένατο, Ν. Α. πεντηκοστό πέμπτο ‚Α. Ο. πεντηκοστό όγδοο και Ι. Κ. εξηκοστό), μετά τον περιορισμό της ως άνω ενστάσεως μόνον ως προς τους ανωτέρω για τους οποίους κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας "δεν επιβεβαιώθηκε η απασχόλησή τους", με δήλωση που καταχωρήθηκε στα Πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης χωρίς την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 528 και 269 ΚΠολ.Δ είναι απαράδεκτη, ανεξαρτήτως του ότι η επανυποβληθείσα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ εξακολουθεί να πάσχει από το ίδιο απαράδεκτο. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει στον ως άνω αόριστο και γενικώς απαράδεκτο ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας, δεν ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως‚ για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων που σι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα της αγωγής ενστάσεως, κλπ., αλλά τις απέρριψε ως απαράδεκτες ή μη νόμιμες. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως μέρος δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ'Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο η αναιρεσείσυσα αιτιάται το Εφετείο για τη μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισε και επικαλέστηκε για την ένσταση του άρθρου 656 εδ. β' ΑΚ. είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν την ένσταση αυτή αλλά τη μεν πρωτοδίκως υποβληθείσα την απέρριψε ως αόριστη ‚για δε την ενώπιον αυτού υποβληθείσα ουδέν διέλαβε. Επειδή, ως αίτηση αδίκαστη, που θεμελιώνει το λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ νοείται μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία , δηλαδή δεν εμπίπτουν στην έννοια αυτή σι ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων η δε παράλειψη του δικαστηρίου να τις λάβει υπόψη του θεμελιώνει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. Συνεπώς, η αποδιδόμενη με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως‚ μέρος δεύτερο‚ αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημά της, μετά το νόμιμο περιορισμό των ενστάσεών της , με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη, γιατί δεν ιδρύεται επί ενστάσεων. Επιπλέον η αιτίαση αυτή θεμελιώνει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος όπως αναφέρεται παραπάνω είναι ως προς μεν την ένσταση του άρθρο 656 εδ. β'ΑΚ βάσιμη, ως προς δε την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ απαράδεκτη. Επειδή, από το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων‚ προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο και συνεπώς δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον προταθένια αυτοτελή ισχυρισμό και ουδόλως τον ερεύνησε ως προς το παραδεκτό και νόμω βάσιμο αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 12 Κ. Πολ.Δ. αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με την παράβλεψή του να λάβει υπόψη του την επαναπροβολή των ως άνω ενστάσεών της κατά τρόπο διακριτό ,με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συζητήσεως της δευτεροβάθμιας δίκης τα οποία παράγουν πλήρη απόδειξη για όσα προβλήθηκαν κατ' αυτή (συζήτηση) και ως προς το περιεχόμενο αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο, τον μεν αυτοτελή ισχυρισμό που ερείδεται στο άρθρο 656 εδ. β'ΑΚ , δεν τον έλαβε υπόψη και ουδόλως τον ερεύνησε, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., όπως αναφέρεται παραπάνω, για δε τον αυτοτελή ισχυρισμό που ερείδεται στο άρθρο 281 ΑΚ‚ ο οποίος, κατά τα προαναφερθέντα‚ είναι απαράδεκτος‚ δεν απάντησε και ως εκ τούτου δεν υπεισήλθε στη κατ' ουσίαν έρευνα αυτού, ώστε να εκτιμήσει τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Επειδή, αναγκαία προϋπόθεση για την παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια είναι όπως η αξίωση που άγεται ενώπιόν του με αγωγή, ένσταση, αντένσταση κλπ. να είναι ορισμένη και γενικώς παραδεκτή. Συνεπώς, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την αοριστία της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων δεν αποστερεί την αναιρεσείουσα του δικαιώματος προς παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και ανάπτυξης σ' αυτά των απόψεών της για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά της και ως εκ τούτου δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο ό Παρ. 1 της ΕΣΔΑ που ορίζει ότι παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου και το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. με το οποίο προβάλλεται η σχετική αιτίαση ‚είναι αβάσιμο. Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Ολ. ΑΠ 2 / 2008, 8, 10 και 11/ 2005). Πρέπει δε για το ορισμένο του λόγου αυτού να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, μέρος τρίτο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι αν το Εφετείο ερμήνευε σύμφωνα με τα διδάγματα κοινής πείρας το άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε Θα έπρεπε να διαγνώσει την αδικαιολόγητη ανεργία και την κακόβουλη άσκηση του δικαιώματος λήψης μισθών υπερημερίας από εκείνους τους αντιδίκους της που αν και είχαν τα ίδια τυπικά προσόντα, ειδικότητα και λοιπά, με τους συναδέλφους τους που βρήκαν εργασία παρέμειναν παρόλο αυτά άνεργοι από κακοβουλία προκειμένου να εισπράξουν μισθούς υπερημερίας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να συγκροτούν την έννοια των διδαγμάτων της κοινής πείρας και επιπλέον τα αναφερόμενα δεν αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον, να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, για σφάλμα που αναφέρεται στο λόγο. Ετσι, αν το διατακτικό της αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες που στηρίζουν το διατακτικό και η μία από τις οποίες δεν προσβάλλεται με λόγο αναιρέσεως ή προσβάλλεται ανεπιτυχώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε τις ενστάσεις καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος (ΑΚ 281 των αναιρεσιβλήτων και της εκπτώσεως της ωφέλειας των τελευταίων από την απασχόλησή τους κατά το διάστημα της υπερημερίας της αναιρεσείουσας σε άλλο εργοδότη (ΑΚ 656 εδ. β'), γιατί αντιφάσκουν μεταξύ τους, χωρίς να λάβει υπόψη ότι η πρώτη εξ αυτών προβλήθηκε επικουρικά σε σχέση με τη δεύτερη. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση οι πρωτοδίκως προβληθείσες ως άνω ενστάσεις απορρίφΘηκαν με δύο επάλληλες αιτιολογίες που στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία από αυτές το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήτοι λόγω αοριστίας και λόγω της μεταξύ τους αντιφατικότητας, η δε απόρριψη λόγω αοριστίας των πρωτοδίκως προβληθεισών ως άνω ενστάσεων δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναιρέσεως Επομένως ‚πρέπει να αναιρεθεί η πρασβαλλόμενη απόφαση ως προς τους προαναφερόμενους αναιρεσίβλητους, ως προς το κεφάλαιο της ενστάσεως του άρθρου 656 εδ β' ΑΚ., να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.) Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας που παρουσιάζει η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 178 εδ. β' και 183 Κ.Πολ.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4/9/2012 αίτηση αναιρέσεως και τους από 5 / - 12/2012 πρόσθετους λόγους ‚ κατά της 3183 / 2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ‚ ως προς τους από τους αναιρεσιβλήτους Κ. Β. πέμπτο, Δ. Γ. όγδοο, Κ. Γ. ενδέκατο , Χ. Γ. δωδέκατο, Σ. Δ. δέκατα τέταρτο , Π. Κ. δέκατο όγδοα , Δ. Κ. δέκατα ένατα, Α. Κ. εικοστό, Γ. Λ. εικοστό έκτο ‚ Ε. Μ. εικοστό ένατα, Η. Π. τεσσαρακοστό πρώτο, Α. Π. τεσσαρακοστό δεύτερο, Ι. Π. τεσσαρακοστό τρίτο, Α. Τ. τεσσαρακοστό ένατο, Ν. Α. πεντηκοστό πέμπτο ‚Α. Ο. πεντηκοστό όγδαο και Ι. Κ. εξηκοστό). Αναιρεί την 3183 / 2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσίβλητους Γ. Α. (πρώτο), Η. Α. (δεύτερο) ‚Σ. Α. (τρίτο)‚ Ι. Β. (τέταρτο), Α. Β. (έκτο), Α. Β. (έβδομο), Α. Γ. (ένατα), Κ. Γ. (δέκατα), Ι. Δ. (δέκατα τρίτο), Ι. Ζ. (δέκατα πέμπτα), Α. Η. (δέκατο έκτο), Ε. Κ. (δέκατο έβδομο), Ι. Κ. (εικοστό Πρώτο), Α. Κ. (εικοστό δεύτερο), Ε. Κ. (εικοστό τρίτο),Γ. Κ. (εικοστό τέταρτο), Α. Λ. (εικοστό πέμπτο), Θ. Λ. (εικοστό έβδομο), Χ. Μ. (εικοστό όγδοο), Α. Μ. (τριακοστό), Ι. Μ. (τριακοστό πρώτο), Μ. Α. (τριακοστό δεύτερο), Δ. Μ. (τριακοστό τρίτο),Γ. Ξ. (τριακοστό τρίτο), Γ. Ξ. (τριακοστό τέταρτο), Α. Π. (τριακοστό πέμπτο), Α. Π. (τριακοστό έκτο). Δ. Π. (τριακοστό έβδομο), Ε. Π. (τριακοστό όγδοο) ‚Π. Π. (τριακοστό ένατο), Ν. Π. (τεσσαρακοστό) ‚ Ι. Ρ. (τεσαρακοστό τέταρτο), Ι. Σ. (τεσσαρακοστό πέμπτο), Α. Τ. (τεσσαρακοστός έκτος), Σ. Τ. (τεσσαρακοστό έβδομο), Ι. Τ. (τεσσαρακοστό όγδοο), Θ. Τ. (πεντηκοστό) ‚Δ. Τ. (πεντηκοστός δεύτερος), Π. Τ. (πεντηκοστός τρίτο), Α. Γ. (πεντηκοστό τέταρτο), Κ. Κ. (πεντηκοστό έκτο), Α. Μ. (πεντηκοστό ένατο) και Ε. Ξ. (εξηκοστό πρώτο), ως προς το κεφάλαιο της ενστάσεως του άρθρου 656 εδ. β' Α.Κ.. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ