Αριθμός 1343/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα, για αναίρεση της υπ'αριθ.6735/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Μ. του Ν., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Καλαϊτζάκη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Απριλίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 468/2013. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του Π Κ, 'Όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από τις ανωτέρω διατάξεις εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλομένης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια), και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ποινικής ευθύνης θεμελιούται στην μη καταβολή της προσήκουσας, κατά την προδιαληφθείσα νομική έννοια, προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), εκ της οποίας επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά συνιστά σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε αυτού, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος δια παραλείψεως τελουμένου, απαιτείται και η συνδρομή των ουσιαστικών όρων του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση εγκλήματος δια παραλείψεως τελεσθέντος, δεν αρκεί η ύπαρξη γενικής νομικής υποχρεώσεως προς παροχή συνδρομής για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλ' απαιτείται να υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι' ιδίων ενεργειών του δράστη, ως υπέχοντος, έναντι της εννόμου τάξεως, θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του δια του άνω αποτελέσματος προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, δυνάμενη να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, εκ της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση και, στην περίπτωση που πηγάζει από ειδική, επιτακτικού χαρακτήρα ουσιαστική διάταξη, πρέπει να προσδιορίζεται ο επιτακτικός αυτός κανόνας δικαίου. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους ήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠΔ η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη, πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει, όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης, ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2005) . Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε! του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ.6735/20-6-2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, που παραδεκτά συμπληρώνεται και από το διατακτικό και αποτελεί με αυτό ενιαίο σύνολο , δέχθηκε το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα ήτοι από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, από τις εκθέσεις που αναφέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που αναφέρεται επίσης στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο καθώς και από τα έγγραφα, τα οποία αναφέρονται στα πρακτικά, ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, από την απολογία των παρόντων κατηγορουμένων αποδείχθηκαν τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο Ν.Μ., τέκνο του πολιτικώς ενάγοντος Κ. Μ., ηλικίας 25 ετών, εργαζόταν από το έτος 2002, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου στην επιχείρηση εμπορίας οικοδομικών υλικών του τρίτου κατηγορουμένου Χ. Κ.. Κατείχε δίπλωμα οδήγησης επαγγελματικών αυτοκινήτων Γ' κατηγορίας και από το έτος 2003 για τις ανάγκες της εργασίας του οδηγούσε και χειριζόταν το υπ'αρ.κυκλ.... γερανοφόρο φορτηγό όχημα, ιδιοκτησίας του τρίτου κατηγορουμένου. Η πρώτη κατηγορουμένη είναι ιδιοκτήτρια οικοδομής επί της οδού ... στο …, που αποτελείται από τρείς ορόφους, εκ των οποίων πρώτος και δεύτερος αποπερατωμένοι και ο τρίτος στο στάδιο των οπτοπλινθοδομών. Ο δεύτερος κατηγορούμενος που είναι οικοδόμος και εργολάβος οικοδομών, ως σύζυγος της πρώτης κατηγορουμένης, είχε αναλάβει την αποπεράτωση του τρίτου ορόφου και κατ'ουσίαν ήταν ο εργολάβος του έργου, όπως ο ίδιος και ο μάρτυρας Ν.Ν. επιβεβαιώνουν. Στις 29-10-2004 ο παραπάνω παρήγγειλε και αγόρασε από τον τρίτο κατηγορούμενο Χ. Κ. οικοδομικά υλικά (παλέτες με τούβλα και άμμο), συμφωνήθηκε δε τα υλικά να μεταφερθούν με μεταφορικό μέσο του πωλητή και να τοποθετηθούν με δικό του ανυψωτικό μηχάνημα στην οροφή του δευτέρου ορόφου της οικοδομής της πρώτης κατηγορουμένης, προκειμένου να αποπερατωθεί ο τρίτος όροφος. Την επομένη ημέρα 30-10-2004 ο Ν.Μ. κατ'εντολή και υπό τις οδηγίες του τρίτου κατηγορουμένου οδηγώντας το προαναφερθέν γερανοφόρο φορτηγό αυτοκίνητο έμφορτο με τα πωληθέντα οικοδομικά υλικά, μετέβη στην παραπάνω οικοδομή, για να εκφορτώσει αυτά στην οροφή του δευτέρου ορόφου αυτής. Μπροστά από την οικοδομή και κατά μήκος της οδού … διέρχονται ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ τάσεως 220.000 volt που περνούν στο ύψος της βεράντας του δευτέρου ορόφου και σε μικρή απόσταση απ'αυτήν. Ο Ν.Μ. αρχικά τοποθέτησε το όχημα κάθετα στην οδό … επί της μικρού πλάτους οδού …, η ανηφορική όμως διαμόρφωση του εδάφους στο σημείο εκείνο, η στενότης της οδού σε συνδυασμό με το επιθυμητό σημείο εκφόρτωσης, όπως εκφράστηκε από το δεύτερο κατηγορούμενο δυσχέραινε την εργασία εκφόρτωσης. Μετά από τηλεφωνική εντολή του εργοδότη του, τρίτου κατηγορουμένου, ο Ν.Μ. μετακίνησε το όχημά του και το τοποθέτησε παράλληλα με το πεζοδρόμιο στην οδό .., χωρίς μάλιστα να αποκλείει παντελώς την κίνηση των λοιπών χρηστών της οδού. Ακολούθως ο παραπάνω άρχισε τη διαδικασία εκφόρτωσης χειριζόμενος το γερανό, το χειριστήριο του οποίου ήταν σταθερό επί του φορτηγού, ευρισκόμενος προς την εξωτερική πλευρά προς το δρόμο. Από το σημείο αυτό ξεφόρτωσε τρείς παλέτες με υλικά στην οροφή του δευτέρου ορόφου. Κατά τη διαδικασία της εκφόρτωσης της τέταρτης παλέτας στην οροφή του β'ορόφου, ο ανεβασμένος μεταλλικός βραχίονας του γερανού ήρθε σε επαφή με το ηλεκτροφόρο εναέριο δίκτυο της ΔΕΗ, με αποτέλεσμα να διοχετευθεί ηλεκτρικό ρεύμα στο μηχάνημα (γερανό), το οποίο δεν διέθετε σύστημα γείωσης και ο οδηγός και χειριστής του να υποστεί θανατηφόρο ηλεκτροπληξία, με σημείο εισόδου του ηλεκτρικού ρεύματος τη ραχιαία επιφάνεια του παράμεσου και του μικρού δακτύλου της αριστεράς άκρας χειρός. Ο θάνατος του Ν.Μ. οφείλεται στις παραλείψεις των 2ου και 3ου των κατηγορουμένων. Ειδικότερα, ο δεύτερος κατηγορούμενος ως εργολάβος και ένοικος της οικοδομής που γνώριζε την ύπαρξη των ηλεκτροφόρων καλωδίων στην οδό αυτή, ανέλαβε την εκτέλεση του έργου χωρίς να έχει εκδοθεί οικοδομική άδεια και να μην υπάρχει επιβλέπων μηχανικός, ώστε με αίτησή του να διακοπεί κατά την εκφόρτωση των υλικών η παροχή ρεύματος στο σημείο εκείνο που επρόκειτο για απαρχή οικοδομικών εργασιών και έτσι δεν φρόντισε να διασφαλίσει την ασφαλή τοποθέτηση των οικοδομικών υλικών στο χώρο της οροφής του δεύτερου ορόφου με τη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος. Ο τρίτος κατηγορούμενος αν και γνώριζε πολύ καλά το χώρο παράδοσης των υλικών, αφού την προηγούμενη ημέρα τον είχε ενημερώσει ο δεύτερος κατηγορούμενος με ακριβή περιγραφή του χώρου και παράδοση σχεδιαγραμμάτων και την ύπαρξη ηλεκτροφόρων αγωγών της ΔΕΗ πλησίον της οικοδομής, δεν είχε εφοδιάσει τον θανόντα με ειδική στολή, μπότες και προστατευτικά γάντια κατάλληλα για την προστασία του από ηλεκτρικό ρεύμα τάσεως 22KV, τα οποία δεν φορούσε αφού το ηλεκτρικό ρεύμα εισήλθε στο θανόντα από το αριστερό χέρι, έδωσε δε σ'αυτόν εντολή παράδοσης των υλικών, αν και δεν κατείχε άδεια χειριστού β'τάξεως (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης Α. Δ.), χωρίς το φορτηγό αυτό να διαθέτει ανεξάρτητο σύστημα γείωσης και χωρίς να του διαθέσει ενόψει του σταθερού χειριστηρίου του γερανού, κουμανταδόρο. Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, πλήρως αποδεικνύεται, ότι οι παραπάνω κατηγορούμενοι, ενώ ήταν υπόχρεοι από το επάγγελμά τους και την ιδιότητά τους να καταβάλουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, παρόλα αυτά δεν φρόντισαν να διασφαλίσουν την ασφαλή κίνηση του γερανού ενόψει της ύπαρξης ηλεκτροφόρων καλωδίων της ΔΕΗ και συνακόλουθα την ασφάλεια του χειριστή αυτού και συγκεκριμένα διακοπή της παροχής ρεύματος στο σημείο εκφόρτωσης και εφοδιασμό και έλεγχο ένδυσης με ειδική στολή και προστατευτικά γάντια για τον ενδεχόμενο κίνδυνο από τα ηλεκτροφόρα καλώδια με αποτέλεσμα το θάνατο του Ν.Μ. από ηλεκτροπληξία, χωρίς να προβλέψουν το εν λόγω αποτέλεσμα, που προκάλεσαν οι παραπάνω παραλείψεις τους". Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο του ότι-κατά πιστή μεταφορά: "Στην … και στο .., την 30-10-2004 με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε το παρακάτω έγκλημα και δη από αμέλεια του, λόγω έλλειψης της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει επέφερε το θάνατο άλλου .Ειδικότερα ανέθεσε στον υπάλληλο του Ν. Μ., οδηγό του με στοιχεία κυκλ. ... φορτηγού -γερανοφόρου αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, την μεταφορά και εκφόρτωση με χρήση του επί το οχήματος γερανού, των οικοδομικών υλικών αυτού στην ταράτσα του δευτέρου ορόφου της οικοδομής, παρά το ότι γνώριζε ότι η εκφόρτωση των υλικών ήταν πολύ δυσχερής, διότι ο δρόμος ήταν πολύ στενός και μπροστά από την οικοδομή περνούσαν εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια μέσης τάσης (22ΚV) της ΔΕΗ και δεν μερίμνησε ως όφειλε από αμέλεια του να τοποθετηθεί το άνω όχημα με το ανυψωτικό του μηχάνημα (γερανό )σε τέτοια θέση ώστε τα στοιχεία του, και δη ο μεταλλικός του βραχίονας ανύψωσης να μη προσεγγίζει τα άνω ηλεκτροφόρα καλώδια, δεν είχε δε εφοδιάσει τον υπάλληλο του αυτόν, Ν. Μ., οδηγό του οχήματος και χειριστή του επ' αυτού γερανού, με προστατευτικά μονωτικά γάντια, αλλά του είχε αναθέσει το χειρισμό του γερανού αυτού, παρά το ότι δεν είχε εφοδιασθεί (ο Ν. Μ.) με την απαιτούμενη προς τούτο ειδική άδεια χειριστή Β! κατηγορίας -τάξης από το Υπουργείο Βιομηχανίας, με αποτέλεσμα , όταν ο ανωτέρω χειριστής του επί του οχήματος γερανού διενεργούσε την εκφόρτωση των οικοδομικών υλικών στην ταράτσα του δευτέρου ορόφου της οικοδομής , να έλθει σε επαφή ο μεταλλικός βραχίονας του γερανού με τα ανωτέρω εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια και να εισέλθει το ηλεκτρικό ρεύμα σε αυτόν (βραχίονα γερανού) και δι' αυτού στο χειριστήριο και στο σώμα του Ν. Μ. (δια των δακτύλων του αριστερού χεριού του) και να υποστεί ηλεκτροπληξία, εκ της οποίας και επήλθε, (λόγω του προξενηθέντος από αυτήν οιδήματος πνευμόνων και υπεραιμίας εγκεφάλου), ο θάνατος αυτού." Ακολούθως, αφού δέχθηκε ότι στο πρόσωπο του συνέτρεχε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 1 εδ. α! ΠΚ, του επέβαλλε ποινή φυλακίσεως 2 ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, και τον υποχρέωσε να καταβάλει στον παρασταθέντα πολιτικώς ενάγοντα Κ. Μ., ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη από τον θάνατο του υιού του, το ποσό των 40 Ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδίκασε τον ανωτέρω κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ. 1 και 15 του ΠΚ, και τις τοιαύτες των αρθρ. 56,64,105,117 Π.Δ/τος 1073/1981, τις οποίες ορθά εφάρμοσε ουδόλως δε τις παραβίασε είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, ώστε να στερείται η απόφαση νομίμου βάσεως . Ειδικότερα, αναφέρει τα περιστατικά που στοιχειοθετούν τη μη συνειδητή αμέλεια του αναιρεσείοντος, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα του θανάτου του οδηγού και χειριστή του με αρ. κυκλ. ... φορτηγού -γερανοφόρου οχήματος ιδιοκτησίας του, Ν. Μ. κατά τη χρήση αυτού, κατ' εντολή του (αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου). Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η αμέλεια του, συνίσταται στο ότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο ως άνω αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του (μη συνειδητή αμέλεια) αν και εκ του επαγγέλματος του, υπό την ιδιότητα του ως ιδιοκτήτη καταστήματος εμπορίας υλικών οικοδομών και γερανοφόρου- οχήματος, και ως εργοδότη του θανόντος, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ασφαλή εκφόρτωση των υλικών οικοδομής στις οικοδομές, για την ανέγερση των οποίων δεχόταν παραγγελίες και την ασφάλεια των εργαζομένων κατά την εκφόρτωση αυτών, ώστε να μην υπάρχει ο παραμικρός κίνδυνος ατυχήματος κατά τη χρήση, του επί του άνω οχήματος, γερανού μηχανήματος. Επίσης, ήταν υποχρεωμένος να αναθέτει τον χειρισμό αυτού σε πρόσωπα που ήταν εφοδιασμένα με την αναγκαία άδεια χειριστή και όχι σε οποιονδήποτε εργαζόμενο, ως εν προκειμένω, και να διαθέτει το γερανοφόρο όχημα του σύστημα γείωσης. Περαιτέρω, ενώ γνώριζε, κατά τις παραδοχές πάντα της προσβαλλόμενης, ότι πλησίον της οικοδομής διέρχονταν ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ, έδωσε ο ίδιος εντολή και ανέθεσε στον υπάλληλο του Ν. Μ. το χειρισμό του άνω ειδικού μηχανήματος, αν και γνώριζε ότι αυτός δεν είχε τις κατάλληλες γνώσεις, διότι δεν κατείχε άδεια χειριστή β! τάξεως, να μεταφέρει και εκφορτώσει τις παλέτες, στη ταράτσα του β! ορόφου της οικοδομής επί της οδού … αρ…. στο …, χωρίς να τηρήσει τα απαραίτητα για την ασφάλεια του μέτρα προστασίας, (εφοδιασμό του με μονωτικά γάντια αρθρ. 105 ιδίου ως άνω διατάγματος ειδική στολή και μπότες), παρέλειψε δε να δώσει εντολή να μεταβεί μαζί του "κουμανταδόρος", ώστε να τον καθοδηγεί και να τον συνδράμει, οσάκις ήταν απαραίτητο, με αποτέλεσμα, κατά τους χειρισμούς του γερανού από τον θανόντα, να έλθει σε επαφή ο μεταλλικός βραχίονας αυτού με τα ηλεκτροφόρα καλώδια, και να επέλθει ο θάνατος του, ως προαναφέρθηκε, από ηλεκτροπληξία. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α)ότι στη προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίθεται αν αυτός, (αναιρεσείων -κατηγορούμενος), είχε τη δυνατότητα από τις γνώσεις του, την ιδιότητα του και τις δυνατότητες του, να προβλέψει ώστε να αποφύγει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τούτο διότι με σαφήνεια και πληρότητα, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, ως εκ του επαγγέλματος του, με την ιδιότητα του διευθύνοντος την ατομική επιχείρηση του με αντικείμενο την εμπορία υλικών οικοδομής, και ως ιδιοκτήτης φορτηγού οχήματος με επικαθήμενο γερανό εκφορτώσεως των υλικών αυτών σε οικοδομές, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβλέψει και να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προστασίας των εργαζομένων στην επιχείρηση του, πολλώ δε μάλλον στη συγκεκριμένη περίπτωση ,που κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, γνώριζε τις δύσκολες συνθήκες (περιστάσεις) που επικρατούσαν στο χώρο εκφορτώσεως των υλικών, λόγω της στενότητας της οδού …στην οποία οι κινήσεις του γερανού ήταν δυσχερείς, καθώς και το πρόβλημα της άλλης οδού … από την οποία μπορούσαν να εκφορτωθούν επίσης οι παλέτες με τα υλικά, πλην όμως η εκφόρτωση από την οδό αυτή, ήταν επικίνδυνη, διότι κατά μήκος της, διέρχονται ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ τάσεως 220.000 VOLT που περνούσαν στο ύψος της βεράντας του β! ορόφου της οικοδομής επί της ταράτσας του οποίου έπρεπε να εκφορτωθούν τα υλικά. β)η αιτίαση του ότι δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του σε σχέση με την αποδιδόμενη παράλειψη του, και από πού πήγαζε αυτή, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τούτο διότι κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπήρχε ιδιαίτερη νομική του υποχρέωση να λάβει μέτρα ασφαλείας για τη μη επέλευση του αποτελέσματος, η οποία πήγαζε, τόσον από τις προαναφερθείσες ιδιότητες του και του επαγγέλματος του ως ιδιοκτήτη του μηχανήματος και ως εργοδότη του θανόντος υπαλλήλου του .(σύμβαση εργασίας), και την προηγούμενη συμπεριφορά του που δε συνιστά μεμονωμένη παράλειψη του, αλλά σύνολο προηγηθείσας συμπεριφοράς, όπως να δώσει εντολή χειρισμού του μηχανήματος σε υπάλληλο του, που δεν κατείχε τη νόμιμη άδεια χειριστού, να μη έχει τοποθετηθεί στο όχημα αυτό σύστημα γείωσης, παρά το γεγονός ότι ενεργούσε μεταφορές με ανύψωση του επικαθήμενου σε αυτό γερανού σε περιοχές από τις οποίες διέρχονται ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ, να δώσει εντολή εκφορτώσεως των υλικών από οδό, όπου γνώριζε ότι κατά μήκος της διέρχονται τα ηλεκτροφόρα αυτά καλώδια, χωρίς να έχει εφοδιάσει τον εργαζόμενο με μονωτικά γάντια, στολή και μπότες όπως επιβάλλουν επιτακτικοί κανόνες δικαίου που προαναφέρθηκαν και να του διαθέσει "κουμανταδόρο", γ)η αιτίαση επίσης του αναιρεσείοντος, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση έχει εμφιλοχωρήσει ασάφεια, σε σχέση με ποια έκθεση πραγματογνωμοσύνης έχει συνεκτιμηθεί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα από το δικαστήριο της ουσίας, διότι ενώ στην παράθεση των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που συνεκτίμησε για την κρίση του, αναφέρει αορίστως, "από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που αναφέρεται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκε", ενώ στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, στο μέρος που αναφέρονται τα αναγνωστέα στο ακροατήριο έγγραφα, διαλαμβάνεται ότι αναγνωσθηκαν δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και δη "Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε ο Α. Δ. και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε ο Α. Κ." πρωτίστως είναι απορριπτέα ως αόριστη, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται το πόρισμα μιας εκάστης των εκθέσεων αυτών και κυρίως αν είναι αντίθετο με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Επιπροσθέτως όμως, είναι και αβάσιμη, καθόσον προκύπτει αναμφίβολα από τη σύγκριση των πορισμάτων τους, που παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ότι συμπλέουν τόσο μεταξύ τους όσο και με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά συνέπεια, έχουν ληφθεί υπόψη και οι δύο και συναξιολογήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, το δίκασαν δε δικαστήριο από παραδρομή στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, διέλαβε ότι εκτίμησε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αντί να αναφέρει τις δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης και ειδικότερα από το σκεπτικό που αναφέρεται στην επιμέτρηση της ποινής, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για την επιβολή στον αναιρεσείοντα της ποινής φυλάκισης των δύο ετών, έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε αυτός και την προσωπικότητα του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων αυτών χρησιμοποίησε τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, τα οποία ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση, έτσι ώστε προκύπτει ότι έλαβε υπόψη το ελαφρυντικό του 84 παρ. 2α ΠΚ και δε δημιουργείται αντιφατική αιτιολογία από το γεγονός ότι, από παραδρομή παρεισέφρησαν στο σκεπτικό του, της επιμέτρησης της ποινής, οι εκφράσεις που άλλωστε αναφέρονται στο σχετικό έντυπο της αποφάσεως, ότι έλαβε υπ' όψη τις περιστάσεις (χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου) "που συνόδευαν την προπαρασκευή τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε" που αρμόζουν σε αδίκημα τελεσθέν από δόλο, αφού διέλαβε σαφώς ότι το ανωτέρω έγκλημα τελέσθηκε από αμέλεια τα κριτήρια της οποίας και εφάρμοσε για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο και ο σχετικός λόγος της αναίρεσης του, ότι από την αντιφατική αυτή αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό, της επιμετρήσεως της ποινής, στερείται νομίμου βάσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! και Ε! του Κ.Π.Δ., για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) και η δικαστική δαπάνη του νομίμως παρασταθεντος πολιτικώς ενάγοντος (αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ. Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 109/5-4-2013 αίτηση του Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ... οδός … αρ. …,για αναίρεση της υπ' αρ. 6735/20-6-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παρασταθεντος πολιτικώς ενάγοντος, εκ πεντακοσίων (500) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ