Αριθμός 1081/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 624/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αταλάντης. Με κατηγορούμενους τους: 1) Ι. Τ. του Γ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Ποταμιάνο και 2) Χ. Φ. του Σ., κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ά. Σ. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πανταζή. Το Μονομελές Πλημ/κείο Αταλάντης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 10/27 Φεβρουαρίου 2013 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 273/2013. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση κάθε αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, έστω και αν αυτή, όπως απαγγέλθηκε, προσβάλλεται με έφεση. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α του ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν. 969/1979 και ορίζει ότι η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, προκύπτει ότι η τυχόν καταχώριση στο άνω βιβλίο ποινικής αποφάσεως, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν είναι τελεσίδικη, αλλά προσβάλλεται με έφεση και, ως εκ τούτου, δεν είναι καταχωριστέα στο εν λόγω βιβλίο, δεν έχει καμία έννομη συνέπεια. Επομένως η πιο πάνω μηνιαία προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αποφάσεως η οποία, όπως απαγγέλθηκε, είναι εκκλητή, αρχίζει, κατά την γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο από τη δημοσίευσή της και όχι από την τυχόν καταχώριση της στο προβλεπόμενο, από την άνω διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 473 του ΚΠοινΔ, αποκλειστικά για τις τελεσίδικες αποφάσεις, ειδικό βιβλίο. Η εκδοχή αυτή συνάδει προς το γράμμα της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, κατά το οποίο στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο καταχωρίζεται καθαρογραμμένη όχι οποιαδήποτε ποινική απόφαση, αλλά μόνο η τελεσίδικη. Δεν συντρέχει δε λόγος να απομακρυνθεί ο ερμηνευτής από το γράμμα της διατάξεως, διότι αν για την αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά πρωτόδικης εκκλητής αποφάσεως (η οποία μόνο από αυτόν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση) ο νομοθέτης ήθελε ειδική ρύθμιση ως προς το χρόνο ενάρξεως της προθεσμίας του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, θα εκφραζόταν ρητά, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη αναφέρεται μόνο στις τελεσίδικες ποινικές αποφάσεις. Συνάδει, επίσης, προς το σκοπό της διατάξεως αυτής, ο οποίος συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να μπορεί να εντοπίσει τυχόν υφιστάμενους αναιρετικούς λόγους και να αποφεύγεται η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως και η εντεύθεν άσκοπη ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του. Ενώ, όταν πρόκειται για απόφαση εκκλητή, υπάρχει η δυνατότητα προσβολής της με έφεση και η ενιαία εισαγγελική αρχή, εφόσον κρίνει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, δικαιούται να ασκήσει το τακτικό αυτό ένδικο μέσο με το οποίο μπορεί να αποκατασταθεί και η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου όσο και η ορθή εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως. Σε κάθε δε περίπτωση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να λαμβάνει υπηρεσιακώς γνώση της ανάγκης αναιρετικού ελέγχου πρωτοβάθμιας αποφάσεως, από τη δημοσίευση της, ώστε να μην απωλέσει την προθεσμία προς άσκηση αναιρέσεως κατ' αυτής (ΟλΑΠ 3/2000, 4/2000). Επισημαίνεται ότι η υπ' αριθμ. 6/2002 απόφαση της Ολομέλειας του ΑΠ που δέχεται ως αφετήριο χρονικό σημείο της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του ΑΠ την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο - η οποία εκδόθηκε μετά την από 11-4-2002 απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α επί της υποθέσεως ΑΕΠΙ κατά Ελλάδος και κάνει λόγο για διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη και για μη περιορισμό της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος του κατηγορουμένου (και όχι του Εισαγγελέα) που εγγυάται η σύμβαση - αφορά πρωτόδικη ανέκκλητη απόφαση, δηλαδή απόφαση που εξ αρχής δεν υπόκειται σε έφεση ούτε από τον κατηγορούμενο ούτε από τον Εισαγγελέα, κατά ρητή περί αυτού πρόβλεψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 551 παρ.3 ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη με αριθ. 10/27-2-2013 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητείται η αναίρεση της 624/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αταλάντης, με την οποία αθωώθηκαν οι 1) Ι. Τ. του Γ., κάτοικος ... και 2) Χ. Φ. του Σ., κάτοικος ..., της κατηγορίας για πλαστογραφία με χρήση, κατ' εξακολούθηση από κοινού. Η απόφαση αυτή, δεν ήταν τελεσίδικη, διότι είχαν δικαίωμα να ασκήσουν κατ' αυτής έφεση ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών και ο Εισαγγελέας Εφετών, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 1γ' του ΚΠοινΔ. Καταχώριση της αποφάσεως αυτής στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο δεν ήταν νομικώς αναγκαία και, επομένως, η μηνιαία προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αιτήσεως αναιρέσεως άρχισε από τη δημοσίευσή της, η οποία έγινε στις 3.12.2012. Συνεπώς, η αίτηση αυτή, που ασκήθηκε στις 27.2.2013, είναι κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως ήδη ισχύει) χωρίς την παρουσία του κατηγορουμένου Χ. Φ., ο οποίος αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το από 13-4-2013 αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα ..., δεν εμφανίσθηκε, ούτε παραστάθηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε. Κατά τη γνώμη όμως του εκ των μελών του Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ανδρέα Ξένου ο Άρειος Πάγος έπρεπε να προχωρήσει στην περαιτέρω έρευνα της αιτήσεως αναιρέσεως. Η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως δεδομένου ότι η μηνιαία προθεσμία για την άσκηση αυτής εκ μέρους του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αταλάντης, αθωωτικής για τους κατηγορουμένους για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση από κοινού Ι. Τ. και Χ. Φ. αρχίζει και σε περίπτωση που η εν λόγω απόφαση υπόκειται σε έφεση όχι από της δημοσιεύσεώς της στις 3 Δεκεμβρίου 2012 αλλά από της καταχωρίσεως της καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ που έγινε στις 28.1.2013. Από της τελευταίας αυτής ημερομηνίας μπορούσε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως και από της ως άνω ημερομηνίας είχε ο εν λόγω Εισαγγελέας ολοκληρωμένη εικόνα για το περιεχόμενο της αποφάσεως και των αιτιολογιών της. Από τότε και μέχρι την κατά την 27.2.2013 άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως δεν παρήλθε η ως άνω μηνιαία προθεσμία και έπρεπε να θεωρηθεί κατά την γνώμη του μειοψηφούντος εμπρόθεσμη η αίτηση αυτή καθόσον στην αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιέχονται σαφείς και ορισμένοι λόγοι και γι' αυτό ως αφετηρία της προθεσμίας που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ.2 (άρθρ. 483 παρ.2) εντός της οποίας κατά το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠοινΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως νοείται η καταχώρηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ (σχετ. Ολ.ΑΠ 8/2008). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. εκθ. 10/27 Φεβρουαρίου 2013 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 624/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αταλάντης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Αυγούστου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ