Αριθμός 619/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ., χήρας Ν. Σ., το γένος Χ. και Χ. Ν., 2) Ε. Σ. του Ν. και της, κατοίκων Α. Δ. Ν. Π., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Βασιλικό, και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2003 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Ν. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 315/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 450/2009 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 17-6-2010 αίτησή του. Εκδόθηκε η 710/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 39/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αρχικώς ενάγων Ν. Σ. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 20-6-2003 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του περιγραφομένου ακινήτου, ερειδόμενη σε παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, η υπ' αριθμ. 315/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης, το εναγόμενο άσκησε την από 8-3-2007 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 450/2009 απόφαση, με την οποία, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση. Κατά της απόφασης αυτής το εκκαλούν- εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 17/6/2010 αίτηση αναίρεσης, κατά την συζήτηση της οποίας οι ήδη αναιρεσίβλητοι γνωστοποίησαν τον θάνατο του αρχικού ενάγοντα και ότι αυτοί συνεχίζουν την δίκη. Επί της αιτήσεως αυτής αναίρεσης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 710/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε για τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραπάνω απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση με άλλη σύνθεση. Το τελευταίο με την υπ'αριθμ. 39/2020 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση. Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο εφεσίβλητο άσκησε την υπό κρίση αναίρεση. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A` 104) ορίζεται ότι "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021(A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194). Από την υπ'αριθμ. …/27-1-2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Η. Ζ., προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 39/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας επιδόθηκε στο εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στις 27-1-2021. Δεν άρχισε όμως να τρέχει αμέσως, η προθεσμία των τριάντα ημερών του άρθρου 564 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, λόγω της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 28-1-2021έως 6.4.2021 σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις με αποτέλεσμα να μην έχει συμπληρωθεί η προθεσμία αυτή κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Λάρισας στις 5.5.2021. Συνακόλουθα η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ άρθρα 83 ν. 4790/2021, 25 ν. 4792/2021). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (Α.Π 1296/2020). Σύμφωνα δε με τα άρθρα 1, 2, 3, 9, 12, 13, 19, 30, 34, 49, 68, 71, 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274, τα ακίνητα κτήματα διακρίνονται: α) σε ιδιόκτητα (μούλκια), τα οποία έχουν στην πλήρη και απόλυτη κυριότητα τους αυτοί που τα εξουσιάζουν β) στα δημόσια (μιριγιέ) στα οποία περιλαμβάνονται τα χωράφια, οι χειμερινές και θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), οι λειμώνες (τσάιρια), τα δάση, καθώς επίσης και τα μέρη στα οποία υπάρχουν δένδρα, που δεν τα φυτεύει κανένας γ) στα αφιερωμένα σε έναν ευαγή σκοπό (μεβκουφέ) δ) στα εγκαταλειμμένα και ε) στα νεκρά. Η κυριότητα των δημοσίων γαιών ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο. Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών γίνεται με τη χορήγηση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο εγγράφου τίτλου, που ονομάζεται "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου και αποτελούσε τίτλο αναγνωριστικό έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με τον προορισμό της για κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης. Η παραχώρηση αυτή δεν προσπόριζε στον ιδιώτη εμπράγματο δικαίωμα (κυριότητα) αλλά μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), περιεχόμενο του οποίου ήταν ορισμένη ανεπίδεκτη μετατροπής χρήση του εδάφους, που αναφερόταν στον τίτλο. Μόνο δε για τις καλλιεργήσιμες δημόσιες γαίες αρκούσε η συνεχής και ανεμπόδιστη κατοχή και καλλιέργειά τους επί δεκαετία για την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης εγκατάστασης, ισοδύναμης προς εκείνο της διηνεκούς εξουσίασης όχι όμως και για τα δάση, τις δασικές εκτάσεις και τα λειβάδια για την εξουσίαση των οποίων ήταν αναγκαία η έκδοση ταπίου. Έτσι, η παραχώρηση σε ιδιώτες ακινήτων της κατηγορίας των δημοσίων γαιών με άλλον τρόπο, πλην της χορηγήσεως ταπίου ήταν ανίσχυρη και δεν μπορούσε να προσπορίσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως σ' αυτούς, πολύ περισσότερο δε να καταλύσει την κυριότητα του δημοσίου και να δημιουργήσει κυριότητα του ιδιώτη. Τέτοια κατάλυση της κυριότητας του δημοσίου και δημιουργία κυριότητας του ιδιώτη δεν μπορούσε να επιφέρει ούτε η μεταβίβαση της γης με σπαχί, ταπί ή χοτζέτιο γιατί οι τίτλοι αυτοί μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης μπορούσαν να προσπορίσουν. Ακόμη, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΡΔ των νόμων 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1, Β (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (32.3), που ίσχυαν και στη Θεσσαλία από την απελευθέρωσή της δηλαδή από το έτος 1882, κατά τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ κρίνεται η κτήση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο. Προϋπόθεση της χρησικτησίας σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές ήταν η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο επί συνεχή τριακονταετία, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12, Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48, Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), ενώ ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος μπορούσε να συνυπολογίσει το χρόνο των δικαιοπαρόχων του για τη συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιοπαρόχου του, για την ειδική δε διαδοχή και μάλιστα και για τη μεταβίβαση της νομής του επιδίκου, χρειαζόταν δικαιοπραξία υποβαλλόμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με το ν. τη' της 26/10-6/11-1856 "περί μεταγραφής κλπ." Άσκηση δε νομής προκειμένου για ακίνητο συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω στο πράγμα που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει ως δικό του. Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η φύλαξη, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. Τη συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστης συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος και η κρίση του ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, εμπεριέχουσα καθεαυτή και χωρίς άλλη επεξήγηση την κοινώς κρατούσα έννοιά της κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις. (Α.Π787/2015). Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το ν. της 21-6/03-07-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων εφαρμόζονται εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενς διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκου δικάιου. Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως την 11-09-1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ΝΔ/τος της 22-4/26-05-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας, από δε την 26-05-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία (ΟλΑΠ 75/1987). Έτσι οποιοσδήποτε και αν είναι ο χαρακτηρισμός του ακινήτου δημοσίου, ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης για να αποξενωθεί το Ελληνικό Δημόσιο από την κυριότητα του αρκεί να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 η τριακονταετής νομή του ιδιώτη ( Α.Π 1269/2020, Α.Π 130/2017, Α.Π 11/2017, Α.Π 78/2015, Α.Π 710/2014). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μουχαρέμ 1293 περί εξελέγξεως τίτλου δασών και το άρθρο 2 των διασαφητικών διατάξεων της 15 Σαπάν 1276, η κυριότητα των δασών της Θεσσαλίας ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και μετά την προσάρτηση στην Ελλάδα (1882), περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, με την 20-6/02-07-1881 σύμβαση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας για την προσάρτηση τους, που κυρώθηκε με το νόμο ΠΛΖ της 11/13-03-1882. Η τυχόν παραχώρηση σε ιδιώτη δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) επ' αυτών γίνεται μόνον με την έκδοση ειδικού τίτλου (ταπίου), με τον οποίο οι ιδιώτες δεν αποκτούν δικαίωμα κυριότητας στα ακίνητα αυτής της κατηγορίας, καθ' όσον εξακολουθούν να ανήκουν στο Τουρκικό Δημόσιο. Επειδή κατά το άρθρο 1 του Ν.2074/1920, οι βοσκήσιμες γαίες, οι οποίες, είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση κατά τα άρθρα 94, 95, 96, 98, 99 εδ1, 100, 101 και 102 του από 7 Ραμαζάν 1274 (1856), τουρκικού νόμου περί γαιών, καθίστανται περιουσίες των συνοικισμών υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προορισθεί παραχωρούμενες στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών, αναγνωριζομένων ως νομικών προσώπων, κατά δε το άρθρο 12 του Ν.1051/1917 στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 2 του Ν.2074/1920, η περιουσία συνοικισμού αναγνωριζομένου εις ιδίαν κοινότητα, καθίσταται από της ισχύος του νόμου τούτου περιουσία της κοινότητας που αποτελέσθηκε από το συνοικισμό. Ο προσδιορισμός της έννοιας των γαιών που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση γίνεται με ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του περί γαιών νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856). Από τις διατάξεις αυτές και ειδικότερα εκείνες των άρθρων 1 παρ. 4, 5 παρ. 2 και 91-102 του νόμου αυτού προκύπτει ότι οι γαίες που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση μεταξύ των οποίων και οι βοσκήσιμες εκτάσεις, αποτελούσαν ιδιαίτερη κατηγορία γαιών, διαφορετική από εκείνη των δημοσίων γαιών, διότι ανήκαν μεν, όπως και οι τελευταίες στο Οθωμανικό Δημόσιο (Κράτος), αλλά ενώ στις δημόσιες γαίες παραχωρείτο στους ιδιώτες υπό ορισμένες προϋποθέσεις το δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), στις καθιερωμένες στην κοινή χρήση γαίες απαγορευόταν η εξουσίασή τους από ιδιώτη με οποιονδήποτε τρόπο και αυτές παραχωρούντο είτε επισήμως με την έκδοση αυτοκρατορικών διαταγμάτων (σουλτανικών φιρμανιών) είτε και απλώς κατ' ανοχή του τουρκικού κράτους στην αποκλειστική χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωρίων ή κωμοπόλεων το δικαίωμα των οποίων είχε κατοχυρωθεί ως απαράγραπτο με το άρθρο 102 του νόμου περί γαιών. Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 του Β.Δ/τος της 12-12-1833 που έχει ισχύ νόμου "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοιδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" όλα τα λειβάδια (ή βοσκοτόπια) για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) δηλαδή έγγραφο ειδικού σχετικού περιεχομένου που να έχει εκδοθεί από την αρμόδια Οθωμανική Κρατική Υπηρεσία υπέρ ιδιώτη, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Εξάλλου από τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, 18, 21 του ν. της 21.6/03-07-1837, 21 του ΝΔ/τος της 22.4/16-05-1926, 60 ν. ΣΟΖ71855 και 12 παρ. 1 του ν.ΔΝΖ/1912 προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη και υπό ιδιωτών εφόσον αυτοί τους ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριάντα χρόνια μέχρι και την 11-09-1915. Επίσης κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν. 12 πανδ. (18.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7), ν. 69 πανδ. (29.2), οι οποίες έχουν εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 92 Εισ. Ν.ΑΚ), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, που ορίζει ο νόμος 2310/ 1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής" εκτός από τους οικείους δηλαδή τα τέκνα που τελούσαν υπό την πατρική εξουσία κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βουλήσεως τους για αποδοχή αυτής (υπεισέλευση στην κληρονομιά). Η δήλωση αυτή, που αποτελεί μη απευθυντέα δικαιοπραξία, εκφράζεται είτε ρητώς (εγγράφως ή προφορικώς) είτε σιωπηρώς συναγόμενη από τις πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση ανάμιξης στην κληρονομιά και απόκτηση αυτής χωρίς να απαιτείται πανηγυρικώς τύπος γι' αυτήν ( Α.Π 710/2014, ΑΠ 995/2012). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. (Α.Π 1296/2020, ΑΠ 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (Α.Π 723/2020, ΑΠ180/2017, 566/2017, 596/2017). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Επίδικο είναι ένα ακίνητο που βρίσκεται στη θέση "Α. ή «Ζ.»·' ή "Ζ." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Σ. και πρώην Κοινότητας Α., εκτάσεως 2.168.543,90 τ.μ., το οποίο συνορεύει, όπως απεικονίζεται στο από Ιούνιο 1999 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού, Γ.-Ζ., με τα στοιχεία…., βόρεια, εν μέρει σε τεθλασμένη πλευρά Α-Β μήκους 1.634,39 μέτρων με αιγιαλό Π. κόλπου και εν μέρει σε πλευρά ….μήκους 403,82 μέτρων με ελαιοπερίβολο ιδιοκτησίας του ενάγοντος, βορειανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά …συνολικού μήκους 1.413,37 μέτρων με πρώην ιδιοκτησία Χ. Γ., Δ. Γ. και Π. Γ., νότια σε τεθλασμένη πλευρά ….συνολικού μήκους 1.443,32 μέτρων με κορυφογραμμή ….όρους και νοτιοδυτικά σε ευθεία γραμμή …μήκους 1.603,42 μέτρων, με ιδιοκτησία….. Το ακίνητο αυτό αποτελεί το δυτικό τμήμα μείζονος ακινήτου, γνωστού ήδη από τον 19ο αιώνα με την ονομασία "κτήμα …", που αποτελείτο από καλλιεργήσιμες εκτάσεις, βοσκοτόπια, ελαιοπερίβολα, τμήματα με οπωροφόρα δένδρα, δάση και δασικές εκτάσεις και λατομεία μαρμάρου, το οποίο ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο αλλά κατείχε και εκμεταλλευόταν η ολότητα των κατοίκων της περιοχής Α. (που αργότερα αναγνωρίσθηκε ως Κοινότητα Α.) έως το έτος 1843, οπότε με το από 23-3-1843 ιδιωτικό συμφωνητικό το πώλησε στην Π. σύζυγο Δ. Κ. Φ. ή Φ. έναντι του ποσού των 47.000 τουρκικών γροσίων. Το γεγονός ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του ακινήτου αυτού, δεν προκύπτει σαφώς από την περιγραφή των ορίων του (μείζονος ακινήτου) στο ως άνω συμφωνητικό καθώς άλλαξαν οι αναφερόμενοι στο συμφωνητικό αυτό ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων και δεν υπάρχουν οι σχετικοί τίτλοι μεταβίβασης λόγω της παρόδου πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος έκτοτε, μέρος του οποίου ήταν επί τουρκοκρατίας, αποδεικνύεται όμως από την αλληλουχία των μεταγενέστερων τίτλων μεταβίβασης του ακινήτου αυτού, που θα εκτεθούν κατωτέρω, μέχρι την διανομή του σε δυο τμήματα, ένα εκ των οποίων είναι το επίδικο. Η Π. Φ., αμέσως μετά την αγορά του, άρχισε να το κατέχει με διάνοια κυρίας επιμελούμενη των ορίων του, εκμίσθωνε τμήματα αυτού σε βοσκούς της περιοχής και καλλιεργούσε τα καλλιεργήσιμα μέρη του, θεωρώντας ότι είχε καταστεί κυρία αυτού με τον ως άνω τρόπο. Όπως έγινε δεκτό με την υπ' αριθ. 710/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα άρθρα 1,2,3, 12,13,19,30,34,49,68, 71,78,91- 102 του Οθωμανικού νόμου '"περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274(1856) και 2 και 3 των οδηγιών της 13ης Μουχαρέμ 1293 "περί εξελέγξεως τίτλων γαιών" και 2 των διασαφητικών οδηγιών της 15ης Σαπάν 1276, το ακίνητο αυτό, που αποτελούσε στο μεγαλύτερο μέρος του χορτολιβαδική έκταση, ανήκε στην κατηγορία των δημόσιων γαιών κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας και για το λόγο αυτό η κυριότητά του ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ενώ η ολότητα των κατοίκων της Α. κατά τον επίδικο χρόνο (έτος 1843) μπορούσε να έχει αποκτήσει επ' αυτού κατά παραχώρηση ή υπό την ανοχή του Τουρκικού κράτους μόνο δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και όχι δικαίωμα κυριότητας και, συνεπώς, δεν ήταν κυρία αυτού κατά το χρόνο που το πώλησε στην ως άνω αγοράστρια. Όμως, ενόψει. του ότι, όπως αποδεικνύεται κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω, η ως άνω ολότητα των κατοίκων της Α. διαχειριζόταν τα ακίνητα της περιφέρειας Α., μεταξύ των οποίων και τα δάση και τις βοσκήσιμες εκτάσεις που υπήρχαν σε αυτήν, σαν να ήταν κυρία αυτών και συγκεκριμένα επιμελείτο των ορίων τους, εισέπραττε μισθώματα από την εκμίσθωσή τους και πωλούσε τμήματα αυτών σε τρίτους προς αντιμετώπιση των αναγκών της, η ως άνω αγοράστρια είχε την πεποίθηση ότι κατέστη κυρία της εκτάσεως που αγόρασε κατά τα προαναφερόμενα. Τα ανωτέρω προκύπτουν ιδία από :1) το υπ' αριθ. 1262/1919 έγγραφο του Δασάρχη Βόλου προς το Υπουργείο Γεωργίας στο οποίο αναφέρεται: α) ότι επί Τουρκοκρατίας η Κοινότητα Α. κατείχε με καλή πίστη και διανοία κυρίας τα όμορα της επίδικης έκτασης δάση και β) ότι το κτήμα "Ζ.." ήταν ιδιόκτητο, 2) το από 9-4-1925 έγγραφο του Δασάρχη Α. Χ. προς τη Διεύθυνση Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, στο οποίο αναφέρει ότι από την εξέταση των γηραιότερων κατοίκων της Α. συμπέρανε ότι η Κοινότητα Α. είχε πωλήσει το δάσος "..." το οποίο κατείχε από παλαιοτάτων χρόνων και 3) το από 28-5-1930 υπόμνημα της Κοινότητας Α. προς το Διοικητικό Δικαστήριο του ίδιου Υπουργείου σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του δάσου Α., στο οποίο η Κοινότητα εξέθετε ότι το νεμόταν από αρχαιότατων χρόνων, ότι το είχε καταγεγραμμένο στο κτηματολογικό βιβλίο που τηρούσε, ότι στήριζε τα δικαιώματά της σε παλαιότατους τουρκικούς τίτλους που είχαν εκδοθεί στο όνομα φυσικών προσώπων διότι η Τουρκική Διοίκηση δεν χορηγούσε τίτλους σε νομικά πρόσωπα κοινοτήτων, που όμως είχαν απωλεσθεί κατά τον αγώνα του 1821 και ότι κατά καιρούς πωλούσε τμήματα του ως άνω δάσους προς αντιμετώπιση των αναγκών της, όπως το τμήμα με την ονομασία "...". Ενόψει, δε, των ανωτέρω, από το γεγονός ότι με την με αριθ. 62/1930 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου παραχωρήθηκαν στην Κοινότητα Α. κατόπιν αιτήσεώς της οι δασικές εκτάσεις της περιφέρειάς της, δεν μπορεί να προκύψει ότι στις παραχωρηθείσες εκτάσεις περιλαμβανόταν και το ως άνω μείζον ακίνητο που είχε και δασικές εκτάσεις, αφού η Κοινότητα Α. αποδεχόταν ότι το είχε ήδη πωλήσει και συνεπώς δεν αποδεικνύεται δια του εγγράφου αυτού η κατοχή του μείζονος ακινήτου από την ως άνω Κοινότητα κατ' εκείνο τον χρόνο και εκ του λόγου αυτού και προγενέστερα όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εναγόμενο. Το έτος 1863 με το με αριθ. … Χοτζέτιο η Π. Φ. (το γένος Σ.) πώλησε το παραπάνω ακίνητο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία, στην κόρη της Α. Φ. και στην Ά. κόρη Ν. Σ., αφού προηγουμένως με την ίδια πράξη έγινε εξάλειψη της υποθήκης που είχε εγγραφεί σε αυτό υπέρ του Π. Τ., κατοίκου ..., προς εξασφάλιση οφειλής της πωλήτριας προς αυτόν από σύμβαση δανείου που είχε συναφθεί μεταξύ τους, προγενέστερα, το ίδιο έτος. Από το γεγονός, δε, αυτό ήτοι της εγγραφής υποθήκης επί του ακινήτου αυτού, προς εξασφάλιση του χορηγηθέντος δανείου, συνάγεται ότι υπήρχε η πεποίθηση των κατοίκων της περιοχής του επιδίκου ότι η ολότητα των κατοίκων της περιοχής Α. νομίμως πωλούσε τα δάση και τα βοσκοτόπια που εκμεταλλευόταν έως τότε. Στο προαναφερόμενο Χοτζέτιο (όπως προσκομίζεται σε μετάφραση από την τουρκική γλώσσα στην ελληνική) αναφέρεται ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο είναι κήπος ('"μπαχτσές" στην τουρκική γλώσσα) στη θέση "..." που συνορεύει με βουνό, χειμερινή βοσκή, δάση και χείλος θαλάσσης. Η τουρκική λέξη "μπαχτσές" είχε κατ' εκείνο το χρόνο διπλή σημασία, ήτοι σήμαινε είτε τον κήπο μιας οικίας είτε μια μεγάλης έκτασης γη που εκτεινόταν εκτός κατοικημένων περιοχών και περιλάμβανε μέρη με οπωροφόρα δένδρα, δάση ή άλση, οικήματα γεωργών κλπ.. Από την περιγραφή των όμορων του ως άνω ακινήτων προκύπτει ότι εν προκειμένω η χρήση της λέξης "μπαχτσές" έγινε με την δεύτερη των ανωτέρω έννοια αφού το μεταβιβαζόμενο ακίνητο, σύμφωνα με την περιγραφή του, είναι σαφές ότι κείται εκτός κατοικημένης περιοχής και δεν αποτελούσε τον κήπο κάποιας οικίας. Το ακίνητο δε αυτό κρίνεται ότι ταυτίζεται με το ακίνητο που είχε αγοράσει η πωλήτρια από την ολότητα των κατοίκων της Α. με βάση την περιγραφή του στον ως άνω τίτλο ενώ ενισχυτικό της κρίσης αυτής αποτελεί και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στους δυο τίτλους, το τίμημα και των δυο αγοραπωλησιών ανερχόταν στο ίδιο περίπου ποσό (46.000 γρόσια). Αμέσως μετά την αγορά του οι ανωτέρω αγοράστριες εγκαταστάθηκαν σε αυτό και άρχισαν να ασκούν τη φυσική εξουσίασή του δυνάμει του προαναφερόμενου Χοτζετίου έχοντας την πεποίθηση ότι δι' αυτού είχαν καταστεί αληθείς συγκυρίες του. Ειδικότερα, εκμίσθωναν τις βοσκήσιμες εκτάσεις του σε βοσκούς της περιοχής εισπράττοντας μίσθωμα, καλλιεργούσαν τα οπωροφόρα δέντρα που υπήρχαν σε αυτό, επιμελούνταν των ορίων του, προέβαιναν σε υλοτόμηση και ρυτινοσυλλογή των ευρισκόμενων εντός αυτού πεύκων κλπ., η δε Ά. Σ. (σύζυγος Κ. Α.) το έτος 1878 το μεταβίβασε με σύμφωνο εξωνήσεως στην δανείστριά της Μ. Β. και το ανέλαβε το έτος 1883 δυνάμει του με αριθ. …συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Βόλου Κ. Β., αφού εξόφλησε την οφειλή της. Το έτος 1895 απεβίωσε η Ά. Σ. και κληρονομήθηκε κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή από τον σύζυγό της Κ. Α., που ήταν ο μοναδικός κληρονόμος της καθώς δεν κατέλειπε άλλους πλησιέστερους συγγενείς και σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που ίσχυαν τότε και έχουν εφαρμογή κατά το άρθρο 92 του ΕισΝΑΚ λόγω του χρόνου θανάτου της ως άνω κληρονομούμενης. Ο τελευταίος αναμίχθηκε στην κληρονομιά της και συγκεκριμένα εγκαταστάθηκε στο ακίνητο αυτό ως συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου θεωρώντας καλόπιστα ότι είχε αποκτήσει νομίμως αυτό το δικαίωμα ως κληρονόμος της συγκυρίας κατά το ίδιο ποσοστό συζύγου του, παραχώρησε υποθήκη σε βάρος του (ακινήτου) και υπέρ της Εθνικής τράπεζας προς εξασφάλιση δανείου που είχε λάβει από αυτήν και συνέχισε να ασκεί τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής που ασκούσε και η σύζυγός του μέχρι τον κατά το έτος 1903 θάνατό του, οπότε, επειδή δεν είχε σύζυγο εν ζωή ούτε τέκνα, κληρονομήθηκε κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή (με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου) από την αδελφή του Κ. Ρ. (κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου) και κατά το υπόλοιπο ποσοστό από τα τέκνα του έτερου προαποβιώσαντος αδελφού του Μ. Α., ήτοι τους…, Ν., Κ., Ε. και Θ. Α. (κατά ποσοστό 1/10 εξ αδιαιρέτου από καθένα εξ αυτών). Ο τελευταίος απεβίωσε το έτος 1910 και κληρονομήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυαν τότε κατά τα προαναφερόμενα, από τον γιο του (μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του) Μ. Α.. Οι ανωτέρω κληρονόμοι, αμέσως μετά τις ως άνω κληρονομικές διαδοχές, αναμίχθηκαν στην κληρονομιά των ως άνω κληρονομούμενων και εγκαταστάθηκαν στο ως άνω ακίνητο κατά τα ποσοστά που σε καθένα τους περιήλθε το ακίνητο αυτό, συνέχισαν δε να ασκούν σε αυτό τις ίδιες πράξεις νομής επ' αυτού (επιμέλεια των ορίων του, καλλιέργεια των κτημάτων του, εκμίσθωση τμημάτων αυτού σε βοσκούς, υλοτόμηση κ|π), θεωρώντας καλόπιστα ότι είχαν καταστεί συγκύριοι αυτού κατόπιν κληρονομιάς κατά τα προαναφερόμενα και ότι δεν προσβάλλουν το δικαίωμα άλλου προσώπου επ' αυτού. Τα επόμενα έτη οι ανωτέρω πώλησαν τα ποσοστά συγκυριότητάς τους στο επίδικο ως ακολούθως: η μεν Κ. Ρ. στα τέκνα της Σ. Ρ. και Α. Γ. κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα το έτος 1904 δυνάμει του με αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογραφου Π. Κ. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 19,αριθ. 70 των βιβλίων μεταγραφών του τέως Δήμου Σπαλάθρων), οι δε λοιποί (Ι., Ν., Κ., Ε. και Μ.. Α..ς.) το έτος 1914 στον Π. Κ. δυνάμει του με αριθ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Α. που μεταγράφηκε νόμιμα. Το έτος 1912 ο Σ. Ρ. πώλησε το ποσοστό συγκυριότητας του στο ως άνω ακίνητο στην Ε. Κ. δυνάμει του με αριθ. ... συμβολαίου που μεταγράφηκε νόμιμα (βλ. την σχετική βεβαίωση του αρμόδιου μεταγραφοφύλακα επί αντιγράφου του συμβολαίου). Οι ως άνω αγοραστές εγκαταστάθηκαν στο ακίνητο αυτό, καθένας κατά το ποσοστό συγκυριότητάς του, θεωρώντας καλόπιστα ότι είχε περιέλθει σε αυτούς με τους προαναφερόμενους αντίστοιχα νόμιμους τίτλους και ότι δεν προσβάλλουν το δικαίωμα τρίτου επ' αυτού και συνέχισαν να ασκούν την φυσική εξουσίαση επ' αυτού με διάνοια συγκυριών και συγκεκριμένα το επόπτευαν, εκμίσθωναν τμήματά του σε τρίτους και άλλα τμήματα τα καλλιεργούσαν οι ίδιοι, προέβαιναν σε πράξεις υλοτομίας κλπ.. Όσον αφορά το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου αυτού, που είχε περιέλθει στην Α. Φ. σύζυγο Κ. Γ., αυτή: α) το δώρισε κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου το έτος 1914 στην κόρη της Π. σύζυγο Σ. Γ. δυνάμει του με αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Α. Γ. ….που μεταγράφηκε νόμιμα (στον τ. .. με αριθ. .. των βιβλίων μεταγραφών) και β) το πώλησε κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, σε καθένα, στα τέκνα της Χ. και Δ. Γ. το έτος 1922 με το με αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Μηλέων Α. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα (στον τ. .. με αριθ. .. του ως άνω βιβλίου μεταγραφών). Στα δυο αυτά συμβόλαια (...) αναφέρεται ως δικαιοπάροχος της δωρήτριας- πωλήτριας ο πατέρας της και όχι η μητέρα της Π. Φ.. Η αναφορά αυτή εκτιμάται ότι έγινε εκ παραδρομής και δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση ότι το ακίνητο αυτό είναι διαφορετικό από εκείνο που περιήλθε στην Α. Φ. (σύζυγο Κ. Γ..) από την μητέρα της. Π., αφού όλα τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι το ακίνητο που της μεταβίβασε η μητέρα της είναι το ίδιο με εκείνο που μεταβίβασε στα τέκνα της, ιδία, δε, διότι: α) αναφέρεται στον τίτλο του Π. Κ.. (που, όπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι το δι αυτού μεταβιβαζόμενο ακίνητο είναι το ίδιο με εκείνο που είχε αγοράσει η Π. Φ. κατά τα προαναφερόμενα) ότι το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου του ακινήτου ανήκει στην Α.. Γ. και β) όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, το ακίνητο που περιήλθε στα τέκνα της Α.. Γ. κατά τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου και μεταβιβάσθηκε από αυτούς μεταγενέστερα, αποτελεί το ίδιο ακίνητο με εκείνο που είχε περιέλθει ως άνω στον Π. Κ.. Τα τέκνα της Α.. Γ. από την μεταβίβαση σε αυτά των ως άνω ποσοστών συγκυριότητας εγκαταστάθηκαν στο ακίνητο θεωρώντας ότι είχαν καταστεί συγκύριοι αυτού δια των ως άνω τίτλων και άρχισαν να το κατέχουν με διάνοια συγκυρίων και καλή πίστη ασκώντας επ' αυτού τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής (επίβλεψη ορίων του, εκμίσθωσή του σε τρίτους, καλλιέργεια ορισμένων τμημάτων του, υλοτόμηση κλπ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το ακίνητο αυτό, που κατά το μεγαλύτερο μέρος του αποτελείτο από χορτολιβαδικές εκτάσεις και δάσος, λόγω της φύσεώς του επί τουρκοκρατίας ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό κατά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το έτος 1882 περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που αναφέρεται στην υπ' αριθ. 710/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε το εναγόμενο με τον σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό του, που νομίμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν σχετικά στη ως άνω μείζονα σκέψη προέβαλε με τις προτάσεις που κατέθεσε προς αντίκρουση της αγωγής και έγινε δεκτός από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την επικουρική αιτιολογία του. Όμως η κυριότητα του εναγομένου στο ακίνητο αυτό καταλύθηκε το έτος 1912 διότι οι Ι., Ν., Κ., Ε. και Μ.. Α..ς., Σ. Ρ., Ά. Γ. και Α. Γ. καθένας κατά τα ως άνω ποσοστά κατέστησαν συγκύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού το κατείχαν οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοι τους από το έτος 1882, ήτοι για χρονικό διάστημα 30 ετών με διάνοια συγκυριών ασκώντας τις ως άνω πράξεις φυσικής εξουσίασης επ' αυτού και θεωρώντας καλόπιστα ότι είχαν καταστεί συγκύριοι αυτού κατόπιν ειδικής και καθολικής διαδοχής αντίστοιχα κατά τα προαναφερόμενα και ότι ασκούσαν τα δικαιώματά τους χωρίς να παραβλάπτουν δικαιώματα τρίτων επ' αυτού, όπως νομίμως, κατά τα αναφερόμενα σχετικά στην ως άνω μείζονα σκέψη, ισχυρίστηκε ο ενάγων με τον σχετικό ισχυρισμό που προέβαλε καθ' υποφορά με την αγωγή του, σε αντίκρουση του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του εναγομένου, απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου λόγου της έφεσης. Το γεγονός δε, ότι οι ανωτέρω ασκούσαν πράξεις νομής στο ακίνητο αυτό με καλή πίστη θεωρώντας ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα τρίτου επ' αυτού και ιδία του Ελληνικού Δημοσίου (το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι άσκησε ποτέ πράξεις νομής σε αυτό), δεν μπορεί να αντικρουσθεί από το γεγονός ότι το έτος 1912 το τελευταίο, άσκησε την από 22-3-1912 διεκδικητική αγωγή κατά της Α. Γ., του Ι. Α. και της Ά. Γ. που αφορούσε το κτήμα «Ζ.» καθώς η αγωγή αυτή δεν συζητήθηκε τελικά, όπως θα έπρεπε εάν το εναγόμενο θεωρούσε ότι του ανήκε πράγματι κατά κυριότητα το ακίνητο αυτό. Με βάση δε τα όσα εκθέτει η Κοινότητα Α. στο προαναφερόμενο από 28-5-1930 υπόμνημά της προς το Διοικητικό Δικαστήριο του Υπουργείου Γεωργίας, το εναγόμενο εκείνο το διάστημα άσκησε διεκδικητικές αγωγές σε βάρος πολλών κατοίκων και κοινοτήτων της Θεσσαλίας, όχι διότι θεωρούσε ότι ήταν κύριο των διεκδικούμενων ακινήτων αλλά (για την περίπτωση που αποδεικνυόταν ότι θα μπορούσε να θεμελιώσει δικαίωμα κυριότητας επ' αυτών) προς αποτροπή της συμπληρώσεως τριακονταετούς χρόνου χρησικτησίας στο πρόσωπο των εναγόμενων κατόχων τους από την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα μέχρι τότε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 1922 ο Π. Κ. πώλησε το ποσοστό συγκυριότητας του στο επίδικο στους: α) Χ. Γ. και ειδικότερα το ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του με αριθ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα και β) στα αδέλφια Ο. και Γ. Σ. (κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου) με το με αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α.. Β. Γ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία (τ....). Το ίδιο έτος (1922) τα αδέλφια Σ. αγόρασαν κατ' ισομοιρία και άλλα ποσοστά συγκυριότητας επί του ως άνω ακινήτου και συγκεκριμένα :α) από τους Χ. και Ά. Γ. το ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου που καθένας εξ αυτών είχε στο ακίνητο αυτό με το με αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Θ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία (τ....) και β) από την Ε. Κ. ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του προαναφερόμενού με αριθ. ... συμβολαίου. Αμέσως μετά τις ως άνω μεταβιβάσεις οι ως άνω αγοραστές συνέχισαν τις προαναφερόμενες πράξεις νομής στο επίδικο,, όπως και οι δικαιοπάροχοί τους, με την πεποίθηση ότι είχαν καταστεί συγκύριοι του ακινήτου αυτού κατά τα ως άνω ποσοστά ο καθένας, επιπλέον δε εκμεταλλεύονταν και τα λατομεία μαρμάρου, που υπήρχαν σε αυτό, εκμισθώνοντάς τα σε τρίτους. Το έτος 1926 τα αδέλφια Σ., που είχαν καταστεί συγκύριοι του ακινήτου αυτού κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με την από 8-12- 1926 (αριθ. κατ…) αγωγή τους ενώπιον του Πρωτοδικείου Βόλου κατά των λοιπών συγκυριών του (Χ. και Δ. Γ. και Π. Γ.) ζήτησαν τη δικαστική διανομή του σε δυο ίσα μερίδια. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 531/1928 τελεσίδικη απόφαση του Πρωτοδικείου Βόλου που μεταγράφηκε νόμιμα (τ.31,αριθ. 114 των ως άνω βιβλίων μεταγραφών), με την οποία το δυτικό τμήμα του μείζονος ακινήτου, που είναι το επίδικο με την υπό κρίση αγωγή, περιήλθε στα αδέλφια Σ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, οι οποίες συνέχισαν να ασκούν επ' αυτού τις ως άνω πράξεις νομής. Το έτος 1930 τα αδέλφια Σ. προχώρησαν στη διανομή των κοινών περιουσιακών τους στοιχείων και με το με αριθ. ... διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Ι. Γ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα (τ…. των ως άνω βιβλίων), το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον πατέρα του ενάγοντος Ο. Σ.., ο οποίος συνέχισε να το κατέχει με διάνοια κυρίου και καλή πίστη δυνάμει του ως άνω τίτλου θεωρώντας ότι δεν προσβάλει τα δικαιώματα κανενός επ' αυτού και ιδία του Ελληνικού Δημοσίου, που δεν είχε ασκήσει έως τότε επ' αυτού καμία πράξη νομής. Ειδικότερα, ο πατέρας του ενάγοντος επιμελείτο των ορίων του, το επέβλεπε, εκμίσθωνε τμήματα αυτού σε τρίτους είτε για την βόσκηση των ζώων τους (στους βοσκούς Κ., Π., Π., Α. κλπ.) είτε για την εξόρυξη μαρμάρου μέχρι τον κατά το έτος 1966 θάνατό του. Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι οι ως άνω τίτλοι είναι άκυροι διότι δι' αυτών προέκυψε απαγορευμένη κατάτμηση δάσους. Ο ισχυρισμός αυτός θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, όπως και ο σχετικός λόγος της έφεσης, πρωτίστως διότι δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε κατάτμηση δάσους δια των ως άνω πράξεων, αφού το δάσος που φύεται στο επίδικο ακίνητο περιήλθε αρχικά καθ' ολοκληρία στους αδελφούς Σ. με την προαναφερόμενη δικαστική διανομή και ακολούθως με το με αριθ. ... διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Ι. Γ. στον πατέρα του ενάγοντος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει της από 28-2-1961 ιδιόγραφης διαθήκης του (που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με τα αριθ. 9/1968 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου) ο Ο. Σ. κατέλιπε το επίδικο ακίνητο στον ενάγοντα γιο του. Ο τελευταίος αποδέχθηκε την κληρονομιά αυτή μετά τον θάνατο του πατέρα του το έτος 1966 με την με αριθ, 274/1971 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Α.. Γ. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Α. στον τ. 61 με αριθ. 85 και συνέχισε να κατέχει το επίδικο με διάνοια κυρίου ασκώντας τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής επ' αυτού. Μάλιστα το εναγόμενο τη δεκαετία του 1980 του ζήτησε την άδεια για τη διέλευση από το παραθαλάσσιο βόρειο άκρο του επιδίκου της επαρχιακής οδού…, που τελικά διήλθε από το επίδικο, αφού ο ενάγων συναίνεσε προς τούτο. Ενόψει των ανωτέρω ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με παραγωγό τρόπο κατόπιν κληρονομιάς από τον πατέρα του δυνάμει της ως άνω πράξης αποδοχής κληρονομιάς, που μεταγράφηκε νόμιμα, αφού οι δικαιοπάροχοί του (άμεσος και απώτεροι) είχαν καταστεί κύριοι αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά τα προαναφερόμενα, καταλύοντας το έτος 1912 το δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού του εναγομένου. Ακόμη, ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου και με έκτακτη χρησικτησία διότι το κατείχε με διάνοια κυρίου για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας από το χρόνο που εγκαταστάθηκε σε αυτό το έτος 1966 προσμετρώντας επιπλέον στο δικό του και το χρόνο νομής των ως άνω δικαιοπαρόχων του και ενόψει του ότι ήδη πριν από τις 11-9-1915 (από το έτος 1912) είχε καταλυθεί το δικαίωμα κυριότητας του εναγόμενου επ' αυτού. Όμως, το έτος 2000 με την με αριθ. πρωτ. 93605/1292/2000 απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας διατάχθηκαν η Διεύθυνση Δασών Μαγνησίας Περιφέρειας Θεσσαλίας και το Δασαρχείο Βόλου να διαχειρίζονται το επίδικο ως δημόσια έκταση κατ' αποδοχή της απορριπτικής γνωμοδότησης του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών Λάρισας που εκδόθηκε επί της θεμελιούμενης στη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 998/1979 από 23-2-1979 αιτήσεως του ενάγοντος για την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητάς του επί του επιδίκου, αμφισβητώντας έτσι το γεγονός ότι ο ενάγων ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και ν' αναγνωρισθεί ο ενάγων κύριος του επιδίκου ακινήτου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και έκανε δεκτή την αγωγή, αν και με εν μέρει διαφορετική και εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, που αντικαθίσταται και συμπληρώνεται αντίστοιχα από την παρούσα (ΚΠολΔ 534), ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και όσα αντίθετα υποστηρίζει το εναγόμενο με τους σχετικούς λόγους της έφεσής του, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ'αριθμ. 315/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου που έκανε δεκτή την αγωγή, με ελλιπή και διαφορετική εν μέρει αιτιολογία την οποία αντικατέστησε αντίστοιχα με την προσβαλλόμενη απόφαση του και δέχθηκε: Ότι το επίδικο, επιφανείας 2.168.543,90 τ.μ,, αποτελεί το δυτικό τμήμα του μείζονος ακινήτου γνωστού ήδη από τον 19ο αιώνα με την ονομασία "κτήμα Ζασταίνης", που κατά το μεγαλύτερο μέρος του αποτελείτο από χορτολιβαδικές εκτάσεις και δάσος και λόγω της φύσεώς του επί τουρκοκρατίας ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο. Ότι το μείζον αυτό ακίνητο κατείχε και εκμεταλλευόταν η ολότητα των κατοίκων της περιοχής Αγαλαστής, η οποία μόνο δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως είχε επ' αυτού. Ότι η τελευταία, με το από 23-3-1843 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης, πώλησε το πιο πάνω ακίνητο στην Π. συζ. Δ.- Κ. Φ. ή Φ.. Ότι από τότε, η Π. συζ. Δ.- Κ. Φ. ή Φ., επιμελείτο των ορίων του, εκμίσθωνε τμήματα αυτού σε βοσκούς της περιοχής και καλλιεργούσε τα καλλιεργήσιμα μέρη του, θεωρώντας ότι είχε καταστεί κυρία αυτού με τον ως άνω τρόπο, διότι η ολότητα των κατοίκων Αγαλαστής διαχειριζόταν το πιο πάνω ακίνητο ως να ήταν κυρία αυτού και συγκεκριμένα επιμελείτο των ορίων του, εισέπραττε μισθώματα από την εκμίσθωσή τους και πωλούσε τμήματα αυτών σε τρίτους προς αντιμετώπιση των αναγκών της και εξαιτίας των πιο πάνω λόγων υπήρχε η πεποίθηση των κατοίκων της περιοχής ότι η ολότητα των κατοίκων της περιοχής Α., ήταν κυρία του ως άνω ακινήτου και νομίμως πωλούσε τα δάση και τα βοσκοτόπια που εκμεταλλευόταν έως τότε. Ότι το έτος 1863 με το με αριθ. 62/1863 Χοτζέτιο η Π. Φ. (το γένος Σ.) πώλησε το παραπάνω ακίνητο, στην κόρη της Α. Φ. και στην Ά. κόρη Ν. Σ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία. Ότι οι τελευταίες αμέσως μετά την αγορά του εγκαταστάθηκαν σε αυτό και άρχισαν να ασκούν τη φυσική εξουσίασή του, δυνάμει του προαναφερόμενου Χοτζετίου έχοντας την πεποίθηση ότι δι' αυτού είχαν καταστεί αληθείς συγκυρίες του, ασκώντας τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις νομής, που ασκούσε και η δικαιοπάροχος τους. Ότι η Ά. Σ., το έτος 1878 μεταβίβασε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της με σύμφωνο εξωνήσεως στην Μ. Β., η οποία το έτος 1883 της το επαναμεταβίβασε δυνάμει του αναφερομένου συμβολαίου. Ότι κατά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το έτος 1882 το ακίνητο αυτό γνωστό ως "κτήμα Ζάσταινης", όπως προαναφέρθηκε, ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, ανεξαρτήτως των παραπάνω μεταβιβάσεων και περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου. Ότι από την επαναμεταβίβαση το 1883 δυνάμει του αναφερομένου συμβολαιογραφικού εγγράφου του ως άνω ακινήτου, στην ‘Α. Σ. αυτή συνέχισε να ασκεί τις προαναφερόμενες πράξεις νομής με διάνοια συγκυρίας και καλή πίστη, επ'αυτού μέχρι το έτος 1895 που απεβίωσε και κληρονομήθηκε κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή από τον σύζυγό της Κ. Α., που ήταν ο μοναδικός κληρονόμος της. 'Οτι ο τελευταίος αναμίχθηκε στην κληρονομιά της και εγκαταστάθηκε στο ακίνητο αυτό ως συγκύριος κατά το προαναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου θεωρώντας καλόπιστα ότι είχε αποκτήσει νομίμως αυτό το δικαίωμα ως κληρονόμος της συγκυρίας συζύγου του κατά το ίδιο ποσοστό. Ότι και αυτός συνέχισε να ασκεί τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής που ασκούσε και η σύζυγός του μέχρι τον κατά το έτος 1903 θάνατό του, οπότε κληρονομήθηκε κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή από την αδελφή του Κ. Ρ. (κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου) και κατά το υπόλοιπο ποσοστό από τα τέκνα του έτερου προαποβιώσαντος αδελφού του Μ. Α., τους Ι., Ν., Κ., Ε. και Θ. Α. (κατά ποσοστό 1/10 εξ αδιαιρέτου από καθένα εξ αυτών). Ότι ο τελευταίος Θ. Α. απεβίωσε το έτος 1910 και κληρονομήθηκε από τον γιο του (μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του) Μ. Α.. Ότι οι ανωτέρω κληρονόμοι, αμέσως μετά τις ως άνω κληρονομικές διαδοχές, αναμίχθηκαν στην κληρονομιά των ως άνω κληρονομούμενων και εγκαταστάθηκαν στο ως άνω ακίνητο κατά τα ποσοστά που σε καθένα τους περιήλθε το ακίνητο αυτό, συνέχισαν δε να ασκούν σε αυτό τις ίδιες πράξεις νομής, θεωρώντας καλόπιστα ότι είχαν καταστεί συγκύριοι αυτού κατόπιν κληρονομιάς κατά τα προαναφερόμενα, και ότι δεν προσβάλλουν το δικαίωμα άλλου προσώπου. Ότι τα επόμενα έτη οι ανωτέρω πώλησαν τα ποσοστά (συγ)κυριότητάς τους ως ακολούθως: η μεν Κ. Ρ. στα τέκνα της Σ. Ρ. και Ά. Γ. κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα το έτος 1904 δυνάμει του αναφερομένου συμβολαίου που μεταγράφηκε νόμιμα, οι δε λοιποί (Ι., Ν., Κ., Ε. και Μ.. Α..ς.) το έτος 1914 στον Π. Κ. δυνάμει του αναφερομένου συμβολαίου που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι το έτος 1912 ο Σ. Ρ. πώλησε το ποσοστό (συγ)κυριότητας του στο ως άνω ακίνητο στην Ε. Κ. δυνάμει του αναφερομένου συμβολαίου που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι οι ως άνω αγοραστές εγκαταστάθηκαν στο ακίνητο αυτό, καθένας κατά το ποσοστό συγκυριότητάς του, θεωρώντας καλόπιστα ότι είχε περιέλθει σε αυτούς με τους προαναφερόμενους αντίστοιχα νόμιμους τίτλους και ότι δεν προσβάλλουν το δικαίωμα τρίτου επ' αυτού και συνέχισαν να ασκούν την φυσική εξουσίαση ασκώντας σ'αυτό τις ίδιες πράξεις νομής κατά τα αντίστοιχα ποσοστά. Ότι το έτος 1922 ο Π. Κ. πώλησε το ποσοστό συγκυριότητας του στο επίδικο στους: α) Χ. Γ. το ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του αναφερόμενου συμβολαίου του που μεταγράφηκε νόμιμα και β) στα αδέλφια Ο. και Γ. Σ. (κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου) με το με το αναφερόμενο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα. Το ίδιο έτος (1922) τα αδέλφια Σ. αγόρασαν κατ' ισομοιρία και άλλα ποσοστά (συγ)κυριότητας επί του ως άνω ακινήτου και συγκεκριμένα: α) από τους Χ. και Ά. Γ. το ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου που καθένας εξ αυτών είχε στο ακίνητο αυτό με τα αναφερόμενο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία και β) από την Ε. Κ. ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του προαναφερόμενού συμβολαίου. Όσον αφορά το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου αυτού, που είχε περιέλθει στην Α. Φ. σύζυγο Κ. Γ., αυτή: α) το δώρισε κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου το έτος 1914 στην κόρη της Π. σύζυγο Σ. Γ. δυνάμει του αναφερόμενου συμβολαίου που μεταγράφηκε νόμιμα και β) πώλησε κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, σε καθένα, στα τέκνα της Χ. και Δ. Γ. το έτος 1922 με το αναφερόμενο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι τα τέκνα της Α. Γ. από την μεταβίβαση σε αυτά των ως άνω ποσοστών (συγ)κυριότητας εγκαταστάθηκαν στο ακίνητο θεωρώντας ότι είχαν καταστεί (συγ)κύριοι αυτού δια των ως άνω τίτλων και άρχισαν να το κατέχουν με διάνοια συγκυρίων και καλή πίστη ασκώντας επ' αυτού τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής. Ότι μετά τις ως άνω μεταβιβάσεις οι αγοραστές συνέχισαν τις προαναφερόμενες πράξεις νομής στο επίδικο, όπως και οι δικαιοπάροχοί τους, με την πεποίθηση ότι είχαν καταστεί συγκύριοι του ακινήτου αυτού κατά τα ως άνω ποσοστά ο καθένας, επιπλέον δε εκμεταλλεύονταν και τα λατομεία μαρμάρου, που υπήρχαν σε αυτό, εκμισθώνοντάς τα σε τρίτους. Ότι το έτος 1926 περιήλθε στα αδέλφια Σ. με την υπ' αριθ. 531/1928 τελεσίδικη απόφαση του Πρωτοδικείου Βόλου που μεταγράφηκε νόμιμα το δυτικό τμήμα του μείζονος ακινήτου, που είναι το επίδικο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, οι οποίοι συνέχισαν να ασκούν επ' αυτού τις ως άνω πράξεις νομής. Το έτος 1930 τα αδέλφια Σ. προχώρησαν στη διανομή των κοινών περιουσιακών τους στοιχείων και με το με αριθ. ... διανεμητήριο συμβόλαιο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα και το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον πατέρα του ενάγοντος Ο. Σ.., ο οποίος συνέχισε να το κατείχε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη δυνάμει του ως άνω τίτλου θεωρώντας ότι δεν προσβάλει τα δικαιώματα κανενός επ' αυτού και ιδία του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος το επέβλεπε, εκμίσθωνε τμήματα αυτού σε τρίτους είτε για την βόσκηση των ζώων τους είτε για την εξόρυξη μαρμάρου μέχρι τον κατά το έτος 1966 θάνατό του. Ότι δυνάμει της από 28-2-1961 ιδιόγραφης διαθήκης του (που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία) ο Ο. Σ. κατέλιπε το επίδικο ακίνητο στον αρχικό ενάγοντα γιο του, ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομιά αυτή μετά τον θάνατο του πατέρα του το έτος 1966 με την με την αναφερόμενη δήλωση αποδοχή κληρονομίας που μεταγράφηκε νόμιμα και συνέχισε να κατέχει το επίδικο με διάνοια κυρίου ασκώντας τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής επ' αυτού. Ότι, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρονται, η κυριότητα στο μείζον ακίνητο του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου καταλύθηκε πριν από το έτος 1915 καθόσον α) ως προς το 1/2 εξ αδιαιρέτου που μεταβιβάστηκε το έτος 1883 στην Ά. Σ., μέχρι τις 11-9-1915, δηλαδή για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα (30) ετών, η ίδια και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι αυτής που ο καθένας με νόμιμο τρόπο κατά τα παραπάνω εκτεθέντα κατέστη αναλόγως καθολικός ή ειδικός διάδοχος του προηγούμενου ασκούσαν στο παραπάνω ακίνητο τις αναφερόμενες πράξεις φυσικής εξουσίασης θεωρώντας καλόπιστα ότι είχαν καταστεί (συγ)κύριοι και ότι ασκούσαν τα δικαιώματά τους χωρίς να παραβλάπτουν δικαιώματα τρίτων επ' αυτού και αυτού του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. β) Ως προς το άλλο 1/2 εξ αδιαιρέτου που μεταβιβάστηκε το έτος 1863 στην Α. Φ. συζ. Κ./νου Γ., αυτή από το έτος 1882, ασκούσε τις πράξεις νομής που προαναφέρθηκαν με καλή πίστη και διάνοια (συγ)κυρίας μέχρι το 1914 που μεταβίβασε το 1/3 αυτού και το 1922 τα υπόλοιπα 2/3 χωρίς να παραβλάπτει δικαιώματα τρίτων και αυτού του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και στη συνέχεια οι ειδικοί της διάδοχοι ο καθένας με νόμιμο τρόπο κατά τα παραπάνω εκτεθέντα ασκούσαν στο παραπάνω ακίνητο τις αναφερόμενες πράξεις φυσικής εξουσίασης θεωρώντας καλόπιστα ότι είχαν καταστεί συγκύριοι και ότι ασκούσαν τα δικαιώματά τους χωρίς να παραβλάπτουν δικαιώματα τρίτων επ' αυτού και αυτού του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Ότι δεν ήρθη η καλή πίστη των προαναφερομένων κατά το ως άνω διάστημα από το γεγονός ότι το έτος 1912 το Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 22-3-1912 διεκδικητική αγωγή κατά της Α. Γ., του Ι. Α. και της Ά. Γ. που αφορούσε το κτήμα «Ζ.», διότι η αγωγή αυτή δεν συζητήθηκε. Ότι έτσι ο αρχικώς ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία προσμετρώντας επιπλέον στον δικό του χρόνο νομής και τον χρόνο νομής των ως άνω δικαιοπαρόχων του και με παράγωγο τρόπο δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας αναφερόμενης πράξεως αποδοχής κληρονομίας, αφού οι δικαιοπάροχοι του είχαν καταστεί κύριοι του επιδίκου κατά τα ανωτέρω με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ότι, το έτος 2000 με την με αριθ. πρωτ. 93605/1292/2000 απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας διατάχθηκαν η Διεύθυνση Δασών Μαγνησίας Περιφέρειας Θεσσαλίας και το Δασαρχείο Βόλου να διαχειρίζονται το επίδικο ως δημόσια έκταση κατ' αποδοχή της απορριπτικής γνωμοδότησης του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών Λάρισας που εκδόθηκε επί της θεμελιούμενης στη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 998/1979 από 23-2-1979 αιτήσεως του ενάγοντος για την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητάς του επί του επιδίκου, αμφισβητώντας έτσι το γεγονός ότι ο ενάγων ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στην μείζονα πρόταση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (4110) και 109 Πανδ. (50.16) του προϊσχύσαντος β.ρ.δ., τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912, των διαταγμάτων που εκδόθηκαν σε εκτέλεση αυτού, του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926, των άρθρων 2 και 4 του αν.ν. 1539/1938 και του άρθρου 1054 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον αρχικό ενάγοντα, με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) και παράγωγο τρόπο. Τούτο δε διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καταλύθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, στο επίδικο που είχε περιέλθει σ'αυτό το 1882 από το Τουρκικό Δημόσιο, με την άσκηση των προαναφερθέντων διακατοχικών πράξεων, από καθένα από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του αρχικού ενάγοντα, που νομίμως κατέστησαν καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι του προηγούμενου, στο μείζον παραπάνω ακίνητο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και ειδικότερα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα (30) ετών μέχρι τις 11-9-1915, κατά τα αναφερόμενα αντιστοίχως ποσοστά (συγ)κυριότητας εκάστου, προσμετρώντας στο χρόνο της νομής αυτών στο χρόνο της νομής του αρχικού ενάγοντα και έτσι ο τελευταίος κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και με παράγωγο τρόπο με την νομίμως μεταγραφείσα πράξη αποδοχής κληρονομίας του δικαιοπαρόχου πατέρα του ο οποίος είχε καταστεί κύριος με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, ο πρώτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' πλημμέλεια, επικαλούμενο ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, που με επίκληση προσκόμισε ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προς υποστήριξη του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού του ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος δεν είχαν καταλύσει την κυριότητα του στο επίδικο ακίνητο με βάση τις διατάξεις του βρδ περί έκτακτης χρησικτησίας διότι ουδέποτε άσκησαν επ' αυτού συγκεκριμένες υλικές πράξεις νομής και διακατοχής κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1882 μέχρι 11-9-1915 και συγκεκριμένα: 1) το υπ'αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Διευθυντή Δασών του Ν. Μαγνησίας Γ. Τ. προς τον Υπουργό Γεωργίας, 2) την με αριθμό πρωτοκόλλου 93605/1292/7.6.2000 απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας, 3) το με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Επιθεωρητή Δασών Κεντρικής Ελλάδος προς τον Υπουργό Γεωργίας, 4) Την από 20-9-1999εισήγηση προς το Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών Λάρισας επί της από 23-2-1979 αίτησης του αρχηκού ενάγοντα 5) την με αριθμό ... ομόφωνη απορριπτική γνωμοδότηση του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών Λάρισας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και " ... και των εγγράφων που μετ'επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι ...", σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία το αναιρεσείον επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Κατ` ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη από 27-4-2021 αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους οι αναιρεσίβλητοι σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-4-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 39/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ