Αριθμός 1329/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. Ε." και δ.τ. "E.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E.. Α.Ε", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ) και ήδη "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης" (ΔΥΠΑ), που εδρεύει στον ….. και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) Γ. Π. του Η., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αποστολάκη, το 3ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πασσίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 30-1-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή του, ενώ οι 2η και 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2015 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 283/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1η και 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του ( ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017). Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 769 Ε'/30-12-2021 και 5.572 Γ'/29-12-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν. Γ.. Κ. και του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, διορισμένο στο Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, Λ. Α.. Ι., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 14-7-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 32/20-7-2021) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3-2-2023) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη και στον τέταρτο των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα. Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (3-2-2023), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι ήταν απόντες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους. Με την κρινόμενη από 14-7-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 32/20-7-2021, αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 283/2020 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην του τέταρτου εφεσίβλητου και ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου, Γ. Π. του Η. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020). Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τον ανωτέρω τέταρτο αναιρεσίβλητο και εφόσον περαιτέρω, κατά τα λοιπά, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.). Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 29-4-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Γιαννιτσών στις 30-4-2015, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από τη διάταξη αυτή, η οποία θεσμοθετεί υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018). Σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμών, η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 του ως άνω νόμου, για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (επί υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών. Εξάλλου, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό, που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ. άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021, ΑΠ 1174/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (20.7.2021), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007). Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ( ΑΠ 777/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 283/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Η εκκαλούσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) ηλικίας 46 ετών από την 20-1-2013 είναι διαζευγμένη και από τον γάμο της με τον πρώην σύζυγο της Γ. Π. έχουν αποκτήσει δύο κόρες, την Π. και την Κ., ηλικίας 22 και 17 ετών αντίστοιχα, εκ των οποίων η Π. σπουδάζει από τον Σεπτέμβριο του 2014 στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ η Κ. είναι ακόμα ανήλικη και διαμένει με τη μητέρα της. Από το έτος 1993 έως το 2012, η αιτούσα εργαζόταν ως καθηγήτρια Αγγλικής γλώσσας σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών στα….. Ακολούθως μετά την απόλυσή της από την ανωτέρω εργασία της ασχολήθηκε, όπως ισχυρίζεται, για ένα μικρό χρονικό διάστημα με τις γεωργικές επιχειρήσεις του αδελφού της στη ... και στη συνέχεια εργάσθηκε ως ιδιωτική υπάλληλος με καθεστώς μερικής απασχόλησης στην επιχείρηση εξοπλισμού καταστημάτων του Χ. Π. στα Γιαννιτσά απ' όπου απολύθηκε τον Μάϊο του έτους 2015 λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο εργοδότης της. Σήμερα αδυνατεί να εξεύρει εργασία λόγω οικονομικών προβλημάτων (βλ. την με ημερομηνία έκδοσης 31-1-2018 και με αριθμ. πρωτ. …/…/… βεβαίωση του Ο.Α.Ε.Δ., από την οποία προκύπτει ότι η εκκαλούσα είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ από 7-3-2007 έως 31-1-2018 με σύνολο συνεχούς αναγνωριζομένου διαστήματος ανεργίας 10 μηνών). Η εκκαλούσα παραδέχεται ότι παραδίδει ορισμένα μαθήματα αγγλικής γλώσσας αποκερδαίνοντας από την εργασία της αυτή το ποσό των 300-400 ευρώ. Λόγω της δεινής οικονομικής της κατάστασης έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα κοινωνικού εισοδήματος αλληλεγγύης και λαμβάνει επίδομα ποσού 290 ευρώ (βλ. το έγγραφο με τίτλο "Πρόγραμμα Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης" της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας Α.. Α.- Δ.). Τα ανωτέρω εισοδήματα της εκκαλούσας ενισχύονται από την οικονομική βοήθεια που λαμβάνει από τους γονείς της, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 200-250 ευρώ κατά δήλωση της και από το ποσό των 400 ευρώ , το οποίο καταβάλει μηνιαίως, ο πρώην σύζυγος της για την κάλυψη των εξόδων των τέκνων τους. Η εκκαλούσα λαμβάνει επίσης επίδομα τέκνων από τον Ο.Γ.Α., το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 84 ευρώ μηνιαίως. Με βάση τα ανωτέρω η δήλωση της εκκαλούσας ως προς τα εισοδήματά της κρίνεται ειλικρινής, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού των εφεσιβλήτων, ο οποίος δεν αποδείχθηκε. Τα περιουσιακά στοιχεία της εκκαλούσας αποτελούν α) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα επί ενός αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος του 5ου ορόφου πάνω από το υπόστυλο με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης ένα(1) με πρόσοψη στην οδό Κ. Βάρδα εμβαδού μικτού 100,89 τ.μ., που αποτελείται από δύο δωμάτια, σαλόνι, κουζίνα, λουτρό και χώλ, στο οποίο αναλογεί ποσοστό συμμετοχής εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και γενικά στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής 7,080%. Το ακίνητο αυτό ανήκει σε οικοδομή (πολυκατοικία), που βρίσκεται σε οικόπεδο εντός σχεδίου πόλης … και στην γωνία των οδών ... (αριθμ. ...) συνολικής έκτασης 740,98 τ.μ. και περιήλθε στην εκκαλούσα κατά το ανωτέρω ποσοστό δυνάμει του με αριθμ. 5904/7-3-1996 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου …..Α. Σ., ενώ το υπόλοιπο 50% ανήκει στον πρώην σύζυγο της. Στην ανωτέρω οικία διαμένει η εκκαλούσα με τα τέκνα της και επειδή αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτείται την εξαίρεση της από την εκποίηση, β) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα ενός αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος του υπερυψωμένου ισογείου, άλλως του πρώτου (1ου) ορόφου εμβαδού μικτού 57,395 τ.μ., το οποίο αποτελείται από δύο δωμάτια, σαλοκουζίνα και λουτροαποχωρητήριο. Το διαμέρισμα βρίσκεται σε οικοδομή στο .. Ο.Τ. της περιοχής "… " της περιφέρειας του δήμου Σιθωνίας του δημοτικού διαμερίσματος Νικήτης Ν. Χαλκιδικής και περιήλθε στην εκκαλούσα κατά το ανωτέρω ποσοστό του με αριθμ. …/2008 συμβολαίου ανοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Α. Σ., ενώ το υπόλοιπο 50% εξ αδιαιρέτου ανήκει στον πρώην σύζυγο της. Το ανωτέρω ακίνητο χρησιμοποιείται ως εξοχική κατοικία και η εκκαλούσα ζητεί την εκποίησή του κατά το ποσοστό συγκυριότητας της (50% εξ αδιαιρέτου), ενώ δηλώνει ότι το ίδιο αίτημα προς εκποίηση του ποσοστού έχει υποβάλει και ο πρώην σύζυγός της (σ.σ. Γ. Π.) (ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος), με αντίστοιχη αίτηση που έχει καταθέσει στο Ειρηνοδικείο Κουφαλίων για ρύθμιση των οφειλών του. Η εκκαλούσα κατάρτισε τις ακόλουθες δανειακές συμβάσεις με τους καθών πιστωτές της, προς τους οποίους οφείλει τις αντίστοιχες οφειλές : 1) με την "Τ. Π. Α.Ε." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) α) από τη με αριθ. …..σύμβαση πιστωτικής κάρτας με την Τ. Π. από την οποία ενέχεται ως οφειλέτρια, το ποσό μαζί με τους τόκους και έξοδα μέχρι την 7-1-2015 ανέρχεται σε 937,66 €, β) από την με αριθ. ….σύμβαση στεγαστικού δανείου, που αφορά οφειλές προερχόμενη από τη με αριθ. …..σύμβαση δανείου της Γενικής Τράπεζας, που συγχωνεύθηκε με την Τ. Π., στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια στο δάνειο που έλαβε ο πρώην σύζυγος της, το ποσό ανέρχεται σε 43.063,95 €, γ) από την με αριθ. ….σύμβαση στεγαστικού δανείου, που αφορά οφειλή προερχόμενη από τη με αριθ. ….. σύμβαση δανείου της Γενικής Τράπεζας, που συγχωνεύθηκε με την Τ. Π., στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια στο δάνειο, που πήρε ο πρώην σύζυγος της, το ποσό ανέρχεται μαζί με τόκους και έξοδα μέχρι την 7-11-2015 σε 41.955,60 €, 2) με την "Τ. E.. E. A.E." (ήδη αναιρεσείουσα) την με αριθ. ….. σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως συνοφειλέτρια με τον πρώην σύζυγο, το ποσό ανέρχεται μαζί με τους τόκους και έξοδα μέχρι την 4-11-2014 σε 115.980,95 € και 3) με τον "Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)", πρώην ΟΕΚ (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο) από τη με αριθ. …. σύμβαση επισκευής- επέκτασης, στην οποία ενέχεται ως οφειλέτρια, το ποσό ανέρχεται μαζί με τους τόκους μέχρι την 5-2-2015 σε 16.113,73 €. Επομένως η συνολική οφειλή της εκκαλούσας ανέρχεται σε 218.051,89 €. Όλες οι ανωτέρω απαιτήσεις των καθών εκτός από την υπό στοιχείο α' οφειλή της προς την πρώτη εφεσίβλητη είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης επί των ανωτέρω αναφερομένων ακινήτων της εκκαλούσας. Τα ως άνω δάνεια, είτε είναι εξασφαλισμένα με εγγυήσεις είτε όχι, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίηση της αίτησης με εξαίρεση τα ανωτέρω εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης απόφασης. Από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας και ειδικότερα από τα φορολογικά έγγραφα (φορολογικές δηλώσεις και εκκαθαριστικά σημειώματα), που προσκομίζει η εκκαλούσα αποδείχθηκε ότι τα δηλωθέντα εισοδήματα της κατά τα οικονομικά έτη 2005,2006,2007,2008, 2009,2010,2011,2012,2013 και 2014 που αφορούν τις οικονομικές χρήσεις των προηγουμένων ετών ήτοι 2004,2005,2006,2007,2008,2009,2010,2011,2012 και 2013 ανέρχονται σε ευρώ αντίστοιχα 6.990,60, 6.817,51, 7.176,65, 7.730,31, 7.711,82, 7.604,92, 6.972,41, 5.708,98, 3.396,86 και 196,11 ενώ κατά τα φορολογικά έτη 2014,2015 και 2016 ανέρχονταν σε 1.627,56, 1.034,31 και 0,01 ευρώ αντίστοιχα. Τα δηλωθέντα εισοδήματα του πρώην συζύγου της εκκαλούσας κατά τα οικονομικά έτη 2005,2006,2007,2008,2009,2010,2011 και 2012 που αφορούν τις οικονομικές χρήσεις των προηγουμένων ετών ήτοι 2004,2005,2006,2007,2008,2009,2010 και2011 ανέρχονται σε ευρώ αντίστοιχα 20.085,19,20.394,24,21.300,69, 22.018,67 24.378,04, 25.525,03, 22.886,89, 21.707,87. Η πρωτοβάθμια απόφαση απέρριψε την αίτηση της εκκαλούσας, αφού έκανε δεκτή την ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμής της πρώτης και της δεύτερης των καθών για τον λόγο ότι η αιτούσα αν και γνώριζε ότι δεν είχε ικανοποιητικά και επαρκή εισοδήματα για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, καθώς αυτά ανέρχονταν σε 500-600 ευρώ μηνιαίως, εν τούτοις προέβη σε υπέρμετρο δανεισμό, χωρίς να επιδείξει επιμέλεια και πρόνοια της μέσης, συνετής, καταναλώτριας γνωρίζοντας ότι είναι ενδεχόμενο να μη καταστεί δυνατή η εξυπηρέτηση των δανείων, τα οποία έλαβε αποδεχόμενη το αποτέλεσμα αυτό. Κατά το ανωτέρω σκεπτικό η πρωτοβάθμια απόφαση δεν έλαβε υπόψιν το σύνολο των οικογενειακών εισοδημάτων της εκκαλούσας συμπεριλαμβανομένου και του εισοδήματος του πρώην συζύγου της ενώ σε άλλη προηγούμενη παράγραφο του σκεπτικού αναφέρει ότι προκύπτει ότι τα οικογενειακό εισόδημα κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου δεν βρισκόταν σε υψηλό επίπεδο και επαρκούσε μόνο για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ιδίων και των δύο τέκνων τους και όχι για την αντιμετώπιση δανειακών υποχρεώσεων τέτοιας έκτασης, χωρίς όμως πουθενά να αναφέρονται ποια ήταν τα οικογενειακά εισοδήματα και ποιο ήταν το ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνταν για την προσήκουσα αποπληρωμή των δανείων. Από τα αντίγραφα των δανειακών συμβάσεων και τα σχετικά ενημερωτικά, που προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα αποδείχθηκε ότι το ύψος των μηνιαίων δόσεων των ανωτέρω δανείων πριν από τη τελευταία ρύθμιση των στεγαστικών δανείων που είχε συνάψει με την πρώτη εφεσίβλητη στις 11.9.2012 ανερχόταν για το έτος 2012 : 1) για την πιστωτική κάρτα στην Τ. Π. στο ποσό των 18 € μηνιαίως, 2) για το πρώτο στεγαστικό δάνειο στην Τ. Π. στο ποσό των 269,29 €, 3) για το δεύτερο στεγαστικό δάνειο στην Τ. Π. στο ποσό των 260,54 €, 4) για το στεγαστικό δάνειο στην δεύτερη εφεσίβλητη Τ. E. Α.Ε. στο ποσό των 522 € και 5) για το επισκευαστικό δάνειο στον τέταρτο εφεσίβλητο ΟΑΕΔ (πρώην ΟΕΚ) το ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως και ΣΥΝΟΛΙΚΑ στο ποσό των 1.172 ευρώ. Τα οικογενειακά εισοδήματα της εκκαλούσας και του πρώην συζύγου για έτη από 2002 έως το 2011 ανέρχονταν κατά μέσο όρο ετησίως κοντά στο ποσό των 30.000 ευρώ και μηνιαίως στο ποσό των 2.500€ (30.000:12.000) και οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης για δύο ενήλικες με 2 τέκνα, όπως καθορίσθηκαν από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Χρέους (άρθρο 1 παρ.1 εδ. του ν.4224/2013) για την οικονομική χρήση του έτους 2012 ανέρχονται στο ποσό των 1347 € μηνιαίως. Επομένως αφαιρουμένου του ποσού, που αναλογεί στις εύλογες δαπάνες διαβίωσης η εκκαλούσα με βάση τα οικογενειακά της εισοδήματα μπορούσε να ανταπεξέλθει μαζί με τον σύζυγο της στην καταβολή των οφειλών τους αφού τους απέμενε το ποσό των 1.153 € μηνιαίως το 2012 αλλά επειδή το καλοκαίρι του 2012 επήλθε διάσταση μεταξύ των συζύγων, όπως αποδεικνύεται και από τη με αριθμό …/../2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών με την οποία λύθηκε ο γάμος και στο σκεπτικό της αναφέρεται ότι ο σύζυγος της εκκαλούσας συμφώνησε να καταβάλει διατροφή για τις ανήλικες κόρες για χρονικό διάστημα δύο ετών από τον Σεπτέμβριο του 2012 και λόγω των νέων οικονομικών συνθηκών η εκκαλούσα και ο τότε εν διαστάσει σύζυγος της προέβησαν στη σύναψη πρόσθετων πράξεων αναδιάρθωσης- ρύθμισης των ανωτέρω δύο στεγαστικών δανείων που είχαν συνάψει με την τότε Γενική Τράπεζα, οι οποίες αφορούσαν μόνο την επιμήκυνση του χρόνου λήξεως και την κατά συνέπεια μείωση του ποσού των μηνιαίων ληξιπρόθεσμων δόσεων και η ενέργεια αυτή δεν αποτελεί απόδειξη της δόλιας περιέλευσης της εκκαλούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής, όπως υποστηρίζει η εκκαλούμενη απόφαση αλλά κρίνεται ως αναμενόμενη και συνετή ενόψει της οικονομικής συγκυρίας για τους δύο ανωτέρω οφειλέτες λόγω της έγγαμης διάστασης τους. Περαιτέρω, με βάση τα ανωτέρω οικογενειακή τους εισοδήματα η εκκαλούσα δεν αποδέχθηκε την ενδεχόμενη αδυναμία πληρωμής των οφειλών της με την κατάρτιση της με αριθμό ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου με τη δεύτερη καθής πιστώτρια τράπεζα E. E ποσού 90.000 € για την αγορά εξοχικής κατοικίας στη ... ως συνοφειλέτρια με τον σύζυγο λαμβανομένου υπόψιν ότι κατά τον χρόνο λήψης του εν λόγω δανείου, το οποίο χορηγήθηκε σε ελβετικό φράγκο και με βάση την εκάστοτε ισοτιμία Ελβετικού Φράγκου Ευρώ η μηνιαία δόση ανέρχονταν σε 743,54 € ήτοι σε 482,03 ευρώ μηνιαίως (με ισοτιμία 1,5425) ενώ αργότερα αυξήθηκε η ισοτιμία ευρώ έναντι ελβετικού φράγκου (φθάνοντας στις 29-4-2015 ημερομηνία σύνταξης του επίδικης αίτησης σε 1.0491) με αποτέλεσμα την υπέρμετρη επιβάρυνση των οφειλετών, γεγονός, το οποίο δεν μπορούσε να προβλέψει η εκκαλούσα κατά τον χρόνο λήψης του δανείου. Ούτε ο δανεισμός της από κοινού με τον σύζυγο με την από 30-7-2009 σύμβαση δανείου άτοκου χρεωλυτικού δανείου ποσού 18.000 από τον Ο.Ε.Κ. (Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας) δεν αποδείχθηκε ότι δεν ήταν επιτακτικά αναγκαία, αφού η επισκευή της κατοικίας είχε ήδη κριθεί αναγκαία με βάση την από 1-6-2009 και με αριθμ.πρωτ. … έκθεση της Τεχνικής Υπηρεσίας του δανειστή Οργανισμού και η καταβολή θα γίνονταν εντός προθεσμίας 15 ετών με άτοκες δόσεις και με περίοδο χάριτος δύο εξαμήνων από την ημερομηνία της υπογραφής της σύμβασης και κατά συνέπεια με όρους ιδιαιτέρως ευνοϊκούς για τους δανειολήπτες. Επομένως η εκκαλούσα δεν περιήλθε σε αδυναμίας πληρωμής δολίως, η δε εκκαλουμένη που δέχθηκε την σχετική ένσταση που πρότειναν η α' και η β' των εφεσίβλητων έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Συνεπώς, ο σχετικός τρίτος, λόγος εφέσεως πρέπει να γίνει βάσιμος και από ουσιαστικά άποψη και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη. Στη συνέχεια πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση, να δικαστεί εκ νέου η αίτηση (άρθρο 535§1 ΚΠολΔ). [...]. Η αιτούσα έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της με βάση όσα προαναφέρθηκαν και πρέπει να ρυθμισθούν οι οφειλές της, όπως ορίζεται στα άρθρα 8 και 9 του ν.3869/2010. Τα ελάχιστα ποσό για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης της ιδίας και των δύο εξαρτωμένων τέκνων της ανέρχεται στο ποσό των 1.000 ευρώ και τα εισοδήματα ενόψει της αναμενόμενης ανάκαμψης της οικονομίας και της δεδομένης εμπειρίας της αιτούσας στην διδασκαλία αγγλικής γλώσσας εκτιμώνται ότι θα ανέλθουν στο ποσό των 1.100 ευρώ. Από τα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα ενός αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος του υπερυψωμένου ισογείου, άλλως του πρώτου (1ου) ορόφου εμβαδού μικτού 57,395 τ.μ., το οποίο αποτελείται από δύο δωμάτια, σαλοκουζίνα και λουτροαποχωρητήριο, που βρίσκεται σε οικοδομή στο Ο.Τ. της περιοχής " …." με αξία κατά το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού 17.722,13 € κρίνεται ότι μπορεί να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον και να αποφέρει αξιόλογο τίμημα, που να ικανοποιήσει μέρος των απαιτήσεων των πιστωτριών λαμβανομένου υπόψιν και ότι ο πρώην σύζυγός της, που έχει υποβάλει αντίστοιχη αίτηση που εκκρεμεί ενώπιον του Ειρηνοδικείο Κουφαλίων, συναινεί στην εκποίηση του δικού του ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου επι του ανωτέρω ακινήτου και γι'αυτό και πρέπει να διαταχθεί η κατ'αρθ. 9 παρ. 1 ν. 3839/10 εκποίησή του.[...]. Περαιτέρω, η αιτούσα θα πρέπει να ενταχθεί στη ρύθμιση του άρθρ.9 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η πιο πάνω κύρια κατοικία της, επί της οποίας έχει ποσοστό συγκυριότητος 50% εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω περιγραφομένου διαμερίσματος στα ….. με την κάλυψη του 80% της αντικειμενικής αξίας του ιδανικού του μεριδίου επί της κατοικίας, η καταβολή του οποίου είναι υποχρεωτική από το νόμο [...]. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση ως ουσία βάσιμη και να διαταχθούν όσα ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 283/2020 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της αιτούσας - εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη υπ' αριθμ. 62/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών [το οποίο είχε απορρίψει την ένδικη από 29-4-2015 αίτηση της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης για την υπαγωγή της στις ρυθμιστικές διατάξεις του ν. 3869/2010, κρίνοντας ότι αυτή περιήλθε από υπαιτιότητά της, με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης δόλου, που προτάθηκε από την πρώτη και δεύτερη των καθ' ων η αίτηση και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη και αναιρεσείουσα, αντίστοιχα], κράτησε και δίκασε την υπόθεση και, αφού απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ως άνω προταθείσα ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης - οφειλέτριας σε αδυναμία πληρωμών, δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης και ρύθμισε τα χρέη αυτής, καθορίζοντας, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές της στα ειδικότερα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, διατάσσοντας, κατ' άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την εκποίηση του ποσοστού συγκυριότητάς της (50%) επί του ειδικότερα αναφερομένου ακινήτου (εξοχικής κατοικίας) και εξαιρώντας, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, από την εκποίηση του ποσοστού συγκυριότητάς της (50%) επί της κύριας κατοικίας της, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της το ποσοστό του 80% της αντικειμενικής αξίας του άνω ιδανικού της μεριδίου επ' αυτής. Ήδη, με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, αντίστοιχα, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 27 παρ. 1 ΠΚ : α) ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, για το λόγο ότι κατά την εξέταση της ένστασής της, περί δόλιας και, δη από ενδεχόμενο δόλο, περιέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης - οφειλέτριας σε αδυναμία πληρωμών, έλαβε υπόψη του, όσον αφορά τις οικονομικές δυνατότητες της τελευταίας κατά το χρόνο λήψης των δανείων, τα οικογενειακά της εισοδήματα και έτσι απέρριψε την ένσταση αυτή, ενώ, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, έπρεπε να λάβει υπόψη του μόνο το ατομικό της εισόδημα και να δεχθεί την εν λόγω ένσταση και β) εκ πλαγίου, καθόσον δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση από που προκύπτει η υποχρέωση του συζύγου της πρώτης αναιρεσίβλητης να συνδράμει στην εξόφληση των δανείων αυτής και δεν διευκρινίζει εάν τα οικογενειακά εισοδήματα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που έλαβε υπόψη του, ήταν καθαρά ή μικτά και εάν τα δάνεια του συζύγου της περιορίζονταν στα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ή εάν αυτός είχε υποχρεώσεις και από άλλες δανειακές συμβάσεις. Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την προεκτιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδαφ. β ' του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 27 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά [και δη ότι το σύνολο των οικογενειακών εισοδημάτων της πρώτης αναιρεσίβλητης και του συζύγου της, κατά το χρόνο λήψης των δανείων, που αναφέρονται αναλυτικά κατ' έτος, επαρκούσαν τόσο για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών αυτών και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς τους, ήτοι των δύο ανήλικων τέκνων τους, όσο και για την πληρωμή των δανειακών τους υποχρεώσεων, όπως αυτές (βιοτικές ανάγκες και μηνιαίες δανειακές υποχρεώσεις) επίσης αναλυτικά προσδιορίζονται και ότι, με βάση τα ανωτέρω, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμών], δεν πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους και την αποδοχή της ανωτέρω ένστασης δόλου, αλλά αντίθετα δικαιολογούσαν την απορριπτική του κρίση επί της εν λόγω προταθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης δόλου και την ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος περί μη δόλιας περιέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμών. Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εφόσον δέχθηκε : α) ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα κατάρτισης των επίμαχων δανειακών συμβάσεων και λήψης των δανείων από την πρώτη αναιρεσίβλητη, υπήρχε ενεργός έγγαμη συμβίωση με τον τότε σύζυγό της Γ. Π. και β) ότι η ανάληψη των άνω δανειακών υποχρεώσεών της, είτε ως εγγυήτριας των δανειακών συμβάσεων του ανωτέρω τότε συζύγου της, είτε ως συνοφειλέτριας με αυτόν, έγινε κυρίως, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, για την κάλυψη των οικογενειακών τους αναγκών [ και δη στεγαστικά δάνεια για την απόκτηση κύριας και εξοχικής κατοικίας και επισκευαστικό δάνειο κατοικίας ] και όχι για την κάλυψη ατομικών μόνο αναγκών της πρώτης αναιρεσίβλητης, ορθώς έλαβε υπόψη του, κατά την έρευνα της ένστασης της αναιρεσείουσας, περί δόλιας περιέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης - οφειλέτριας σε αδυναμία πληρωμών, όσον αφορά τις οικονομικές δυνατότητες της τελευταίας, κατά το χρόνο λήψης των επίμαχων δανείων, τα οικογενειακά της εισοδήματα και όχι μόνο τα ατομικά της εισοδήματα, αφού, κατά τις παραδοχές του, επρόκειτο για κάλυψη από κοινού οικογενειακών υποχρεώσεων από την ενεργή τότε έγγαμη συμβίωσή της με τον άνω τότε σύζυγό της και, εφόσον, περαιτέρω έκρινε ότι αυτά (οικογενειακά της εισοδήματα) ανταποκρίνονταν και επαρκούσαν για την κάλυψη τόσο των δανειακών της υποχρεώσεων, όσο και των βιοτικών αναγκών της οικογενείας της και, κατόπιν όλων αυτών, απέρριψε κατ'ουσίαν την ανωτέρω προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση δόλου, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι οποίες, σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, δεν ήταν εφαρμοστέες και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, όπως αβάσιμα, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Επομένως, ο προκείμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της παραβίασης των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την απορριφθείσα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ένσταση δόλου, που προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα. Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως την προαναφερομένη ένσταση της αναιρεσείουσας, περί δόλιας περιέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης - οφειλέτριας σε αδυναμία πληρωμών, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, ούτε τέλος, ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι δανειακές υποχρεώσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης ανελήφθησαν κατά τα έτη 2006 έως και 2009, ενώ τα οικογενειακά εισοδήματα αυτής και του τότε συζύγου της Γ. Π., για τα έτη από το 2002 έως και το 2011, ανέρχονταν κατά μέσο όρο ετησίως στο ποσό των 30.000 ευρώ και μηνιαίως στο ποσό των 2.500 ευρώ και οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης της οικογένειάς της, ήτοι για δύο ενήλικες με δύο τέκνα, όπως καθορίστηκαν από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Χρέους, για την οικονομική χρήση του έτους 2012, ανέρχονταν στο ποσό των 1.347 ευρώ μηνιαίως, αφαιρουμένου δε του άνω ποσού που αναλογεί στις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, η πρώτη αναιρεσίβλητη με βάση τα οικογενειακά της εισοδήματα μπορούσε να ανταπεξέλθει στην καταβολή των μηνιαίων δόσεων των δανείων της, που ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 1.172 ευρώ και συνακόλουθα δεν περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμών. Οι σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αυτές παραδοχές αρκούσαν για να καταγνωστεί ότι δεν συντρέχει σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμών. Επομένως, το Εφετείο περιέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την απορριπτική του κρίση της ως άνω ένστασης δόλου, που προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα και δεν απαιτούνταν άλλες αιτιολογίες για την πληρότητα του άνω σαφούς αποδεικτικού του πορίσματος. Επομένως, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι ανωτέρω περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το άνω Δικαστήριο της ουσίας και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο επαρκές και σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη του προβληθέντος από αυτήν ισχυρισμού ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμών, ο οποίος δεν έγινε δεκτός από το Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθμός 6 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη δεν περιήλθε από δόλο σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων και ότι συνακόλουθα η προταθείσα από την αναιρεσείουσα σχετική ένσταση δόλου είναι αβάσιμη κατ'ουσίαν και απορριπτέα. Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη ( ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 14-7-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 32/20-7-2021, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 283/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο. -Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ