Αριθμός 563/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X. Z. του R. I., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 195-199/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1106/2012. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' και 3 Κ ΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, όπου οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Αν ο αναιρεσείων κρατείται στην φυλακή, μπορεί να διορίσει συνήγορο με δήλωση του στον διευθυντή της φυλακής, οπότε συντάσσεται έκθεση, που διαβιβάζεται αμέσως στον γραμματέα του Αρείου Πάγου. Η πιο πάνω κλήση γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ΚΠοινΔ, στην περίπτωση δε που ο κλητευόμενος κρατείται στην φυλακή ή σε άλλον καθορισμένο για την κράτηση τόπο, η επίδοση γίνεται στον τόπο αυτό με κάποιον από τους υπαλλήλους του καταστήματος κράτησης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 514 εδ. α ίδιου κώδικα, αν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί η αίτηση του απορρίπτεται. Προϋπόθεση, δηλαδή, για την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης είναι η νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Επομένως, αν ο τελευταίος δεν κλητευθεί κατά τον προσήκοντα αυτόν τρόπο και δεν εμφανιστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε, το δικαστήριο πρέπει να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 εδ. α' και 3 εδ. α ΚΠοινΔ, η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου από τα αρμόδια όργανα που αναφέρονται σΛ αυτό, μεταξύ των οποίων και οι υπάλληλοι του καταστήματος κράτησης, όταν ο ενδιαφερόμενος κρατείται εκεί. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 154 ίδιου κώδικα, η επίδοση ή η κοινοποίηση είναι άκυρες, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις των άρθρων155-157, 159 και 165. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι για την εγκυρότητα της επίδοσης απαιτείται να αναφέρεται στο οικείο αποδεικτικό όχι μόνο το ονοματεπώνυμο αυτού που επέδωσε το σχετικό έγγραφο, αλλά και η ιδιότητα του ως ποινικού ή δικαστικού επιμελητή ή οργάνου της δημόσιας δύναμης, προέδρου ή γραμματέα της κοινότητας ή υπαλλήλου του καταστήματος κράτησης, όταν ο κλητευόμενος κρατείται εκεί, η παράλειψη δε της μνείας αυτής επάγεται την ακυρότητα της επίδοσης. Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, έχει όπως αποδεικνύεται από το με χρονολογία 31 Οκτωβρίου 2012 αποδεικτικό επίδοσης του Κ. Ε., κλητευθεί εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής αλλά δεν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Στο παραπάνω όμως αποδεικτικό αναφέρεται μόνο το ονοματεπώνυμο του Κ. Ε., χωρίς να διευκρινίζεται με ποια ιδιότητα ενήργησε την επίδοση, έτσι ώστε δεν μπορεί να διαγνωσθεί αν τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 155 παρ. 1 και 3 του ΚΠοινΔ. Επομένως η επίδοση της κλήσης αυτής είναι άκυρη. Όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 162 ΚΠοινΔ, η έλλειψη κάποιου στοιχείου στο αποδεικτικό, που αναφέρεται στο κύρος του, κατά το άρθρο153 ή στο κύρος της επίδοσης, κατά το άρθρο 161 παρ. 1, δεν εμποδίζει την ποινική δίκη να προχωρήσει, αν το δικαστήριο κρίνει αιτιολογημένα με την απόφαση του, ότι αυτός στον οποίο έγινε η επίδοση, πληροφορήθηκε έγκαιρα το περιεχόμενο του εγγράφου που επιδόθηκε. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις άλλες που έχουν ήδη αναφερθεί, συνάγεται ότι, όταν συντρέχει η παραπάνω προϋπόθεση, κάμπτεται η αρχή πως μοναδικό μέσο για την απόδειξη ότι έγινε η επίδοση είναι το σχετικό αποδεικτικό. Στην προκειμένη περίπτωση, από το υπάρχον στη δικογραφία έγγραφο του Καταστήματος Κράτησης Γρεβενών, με αριθμ. πρωτ. 9928/9-11-2012, με το οποίο διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου το πιο πάνω αποδεικτικό, προκύπτει ότι ο Κ. Ε. που έκανε την επίδοση, ήταν πραγματικά υπάλληλος της φυλακής, ενώ από το αποδεικτικό επιδόσεως προκύπτει ότι ο κρατούμενος αναιρεσείων παρέλαβε ο ίδιος εκεί την 1106/2012 κλήση, με την οποία ο πιο πάνω εισαγγελέας τον κάλεσε να παραστεί κατά την παραπάνω δικάσιμο στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού για τη συζήτηση της κρινόμενης από 17-9-2012 αιτήσεως του περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 195-199 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης, υπέγραψε δε, βεβαιώνοντας ότι παρέλαβε την κλήση, στο αποδεικτικό. Επομένως και ανεξάρτητα από την ακυρότητα του τελευταίου, εξαιτίας της παράλειψης αναγραφής σ" αυτό της ιδιότητας εκείνου που έκανε την επίδοση, ως υπαλλήλου της φυλακής, ο αναιρεσείων πληροφορήθηκε, κατά την κρίση του δικαστηρίου, εμπροθέσμως το πλήρες περιεχόμενο της κλήσης που του επιδόθηκε. Έτσι, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, αφού ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε, όπως προαναφέρθηκε, κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε για εκδίκαση της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17 Σεπτεμβρίου 2012 αίτηση του Χ. Z. του R. I., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 195-199/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ