Αριθμός 2242/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Β. Σ. του Ι., κατοίκου ... 2) Α. Σ. του Ι., κατοίκου ... 3) Δ. Σ. του Π., κατοίκου ... 4) Λ. Α. του Κ., κατοίκου ... και 5) Γ. Α. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη. Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΕΔΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στη ..., έχει τεθεί σε εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από την ορισθείσα ως εκκαθαρίστρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑLPHA ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καμπά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2614/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2839/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 13-6-2011 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1648/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 28-1-2013 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 1-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων - καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Όπως αποδεικνύεται από την .../2-4-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών .., ακριβές αντίγραφο της από 28-1-2013 κλήσης, με την οποία και με την επιμέλεια των νομίμως παρισταμένων 1ου έως και 5ου των αναιρεσειόντων (με αριθ. …/2012 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κηφισιάς Μαρ. Παπαϊωάννου και …/2012 της Α. Θ. που υπηρετεί στην Πρεσβεία της Ελλάδος στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας και εκτελεί χρέη συμβολαιογράφου στο εκεί προξενικό Γραφείο) ορίσθηκε για την συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής σημερινή δικάσιμος (ύστερ' από την κήρυξη απαράδεκτης με την 1648/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου της συζήτησης της αίτησης κατά την προηγουμένη δικάσιμο της 16-10-2012 λόγω απουσίας κατ' αυτήν και μη κλήτευσης, ούτε εκπροσώπησης του 6ου αναιρεσείοντος), μαζί με πράξη ορισμού της ως άνω δικασίμου και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον 6ο αναιρεσείοντα Α.. Κ. και επομένως, εφόσον αυτός, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, δεν παρέστη καθοιονδήποτε τρόπο ενώπιον αυτού κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία του (άρθ. 576 ΚΠολΔ). ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών. Δηλ. μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη. Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι` αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ. η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ` αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη. Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο και, ακόμη και εν μέρει, τον χρόνο, παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από την σύμβαση και την φύση των υπηρεσιών του τόπο δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν` ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ` αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη. Τέλος, με το άρθρο 7 του Π.Δ/τος 472/1985, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 16 § 1 εδ. τελ. του ν. 1418/1984 "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 368/1994, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της ίδιας διάταξης, του άρθρου 16 § 1 εδ. τελ. ν. 1418/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 § 5 του ν. 2229/1994 "Τροποποίηση και συμπλήρωση του ν. 1418/1984..." καθορίζονται τα κατώτατα όρια τεχνικής στελέχωσης, τα όρια της στελέχωσής τους από άλλο επιστημονικό ή τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό, τα κατώτατα όρια κεφαλαίων, μηχανικού εξοπλισμού, ελάχιστης καθαρής θέσης και σύνθεσης οργάνων διοίκησης των εργοληπτικών επιχειρήσεων, που απαιτούνται για την εγγραφή τους στο Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (ΜΕΕΠ), η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ανάληψη κατασκευής δημοσίων έργων. Με την παρ. 1 του άρθρου αυτού ορίζονται τα κατώτατα όρια βασικής στελέχωσης των εργοληπτικών επιχειρήσεων με τεχνικούς εγγεγραμμένους στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (Μ.Ε.Κ.) και με την παρ. 7 ότι "Όλες οι επιχειρήσεις του Μ.Ε.ΕΠ πρέπει να έχουν τεχνικό διευθυντή ένα από τα στελέχη τους τα εγγεγραμμένα στο ΜΕΚ. Δύο τουλάχιστον από τα στελέχη της συμμετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Τα στελέχη της επιχείρησης των παρ. 1 και 2 έχουν συνεχή απασχόληση σε αυτή, μετέχουν ενεργά στο έργο της επιχείρησης, είναι ασφαλισμένα από την εργοληπτική επιχείρηση στον οικείο ασφαλιστικό φορέα και δεν μπορεί να απασχολούνται σε άλλη εργοληπτική επιχείρηση. Η συνεχής απασχόληση και η ενεργός συμμετοχή τους αποδεικνύεται από την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας ή του εταίρου της προσωπικής εταιρείας ή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, ανάλογα με τη μορφή της εργοληπτικής επιχειρήσεως. Εφόσον τα στελέχη αυτά δεν έχουν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες, η συνεχής απασχόληση και η ενεργός συμμετοχή τους στο έργο της επιχείρησης αποδεικνύεται από σύμβαση μίσθωσης εργασίας, θεωρημένης από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι θεσπίζεται ως προϋπόθεση της εγγραφής της εργοληπτικής επιχείρησης στα Μητρώα Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ), εκτός των άλλων, η στελέχωσή της με, κατά τεκμήριο, ως εκ της εγγραφής τους στα ΜΕΚ, έμπειρα στελέχη και η συνεχής απασχόληση και ενεργός συμμετοχή τους στο έργο της επιχείρησης, θεωρουμένη ότι αποδεικνύεται είτε από την ιδιότητά τους ως μελών του διοικητικού συμβουλίου ή του εταίρου της εργοληπτικής εταιρείας, είτε από σύμβαση μίσθωσης εργασίας, θεωρημένης από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αντίθετα, όμως, δεν συνάγεται από τις εν λόγω διατάξεις - με τις οποίες καθιερώνεται απλώς αποδεικτικός τύπος, προς απόδειξη ενώπιον του αποφασίζοντος την εγγραφή των εργοληπτικών εταιρειών στο ΜΕΕΠ οργάνου πλήρωσης μίας εκ των για την εγγραφή αυτή προϋποθέσεων - και ότι η συνδέουσα την εργοληπτική εταιρεία και τα ως άνω τεχνικά στελέχη σύμβαση παροχής των υπηρεσιών τους, φέρει υποχρεωτικά εκ του νόμου και καθόσον αφορά την μεταξύ τους πραγματική σχέση τον χαρακτήρα σύμβασης μίσθωσης εξαρτημένης εργασίας. Η κρίση για την ύπαρξη ή μη αυτής απόκειται στο δικαστήριο της ουσίας μετ' επίκληση από τους διαδίκους και απόδειξη ή μη των συστατικών αυτής περιστάσεων, δηλαδή της νομικής εξάρτησης του μισθωτού από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με την παροχή της εργασίας του, σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές του εργοδότη ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, την υποχρέωσή του προς συμμόρφωση στις οδηγίες και τις εντολές αυτές και την αποδοχή του ελέγχου από τον εργοδότη (ΑΠ 68/2004). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση έφεσης από τους ήδη αναιρεσείοντες επί αγωγής αυτών κατά της τώρα αναιρεσίβλητης εταιρείας ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ με αντικείμενο αξιώσεις τους από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την προσβαλλομένη 2839/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) ανώνυμη κατασκευαστική εταιρεία ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ, προελθούσα από συγχώνευση με απορρόφηση κατά το έτος 2002 εννέα άλλων τεχνικών και εμπορικών - βιομηχανικών εταιρειών, μεταξύ των οποίων και οι τεχνικές εταιρείες με τις επωνυμίες "ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ (ΕΡΓΟΚΑΤ) ΑΕ" και "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ (ΤΕΓΚ) ΑΕ", περιήλθε στην συνέχεια λόγω οικονομικών προβλημάτων σε κατάσταση παύσης πληρωμών και ύστερ' από αίτηση πιστωτών της τέθηκε αρχικά υπό επίτροπο, κατά τις διατάξεις του άρθ. 45 ν. 1892/1990, και ακολούθως με την 4732/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθ. 46 του ίδιου νόμου, ότι εκ των εναγόντων (και ήδη αναιρεσειόντων) οι (α) Β. Σ. και Α. Σ., ηλεκτρολόγοι μηχανικοί, και Γ. Α., μηχανολόγος μηχανικός, από την 1-1-2001 προσέφεραν τις υπηρεσίες της ειδικότητάς τους στην εταιρεία "ΕΡΓΟΚΑΤ ΑΕ" και μετά την συγχώνευση αυτής με την εναγομένη προσέφεραν ανάλογες υπηρεσίες στην τελευταία, μέχρι την 26-6-2006 που τέθηκε αυτή υπό εκκαθάριση (β) ο Δ. Σ., πολιτικός μηχανικός, από τον Φεβρουάριο του 2001 προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εταιρεία "ΤΕΓΚ ΑΕ" και μετά την συγχώνευση αυτής με την εναγομένη ανάλογες υπηρεσίες σ' αυτήν μέχρι την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία (γ) οι Λ. Α. και Α. Κ. μηχανολόγος μηχανικός και δομοστατικός μηχανικός αντίστοιχα, προσέφεραν τις υπηρεσίες της ειδικότητάς τους στην εναγομένη από 15-12-2003 και 1-8-2005, αντίστοιχα, μέχρι την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία, ότι οι Β. και Α. Σ. και Δ. Σ. είναι κάτοχοι εργοληπτικού πτυχίου εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (ΜΕΚ) του ΥΠΕΧΩΔΕ με αριθ. 18674, 21278 και 9494, στελέχωναν δε την εναγομένη, η οποία ήταν Εγγεγραμμένη στα Μητρώα Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (ΜΕΕΠ) του ΥΠΕΧΩΔΕ, ότι δεν αποδείχθηκε ότι (α) οι ενάγοντες κατάρτισαν με την εναγομένη συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα ότι παρείχαν την εργασία τους με βάση δεσμευτικές γι' αυτούς εντολές και οδηγίες της εναγομένης ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής αυτής (β) η εναγομένη διά των εκπροσωπούντων αυτήν φυσικών προσώπων ασκούσε εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσής τους προς αυτές και (γ) σε αντάλλαγμα της εργασίας τους αυτής είχε συμφωνηθεί ως μηνιαίος μισθός ποσό 3.392,86 € για τον 1ο απ' αυτούς, 9.311,55 € για τον 2ο, 11.134,27 € για τον 3ο, 2250 € για τον 4ο, 3.382,65 € για τον 5ο και 2.250 € για τον 6ο, καθόσον οι σχετικές καταθέσεις των μαρτύρων τους δεν κρίνονται αξιόπιστες, ενώ δεν προσκομίζονται έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα των εναγόντων ως μισθωτών της εναγομένης και ο συμφωνημένος και καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός τους, ότι αποδείχθηκε αντίθετα ότι οι ενάγοντες απασχολούντο στην εναγομένη χωρίς να υποβάλλονται σε νομική εξάρτηση απ' αυτή, διότι λόγω της εμπειρίας τους ενεργούσαν αυτοβούλως και αυτοδικαίως, χωρίς να υπόκεινται στις οδηγίες των εκπροσώπων της εναγομένης και χωρίς να ασκείται απ' αυτούς εποπτεία και ήσαν απολύτως ελεύθεροι να οργανώσουν τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών τους, ενώ εξάλλου αμείβονταν με έκδοση εκ μέρους τους δελτίου παροχής υπηρεσιών και παρακράτηση επί της καταβαλλομένης αμοιβής τους φόρου εισοδήματος ελεύθερων επαγγελματιών, ποσοστού 20%, και όχι φόρου μισθωτών υπηρεσιών, με βάση δε τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό με το ύψος των αμοιβών που επικαλούνται οι ενάγοντες, πολλαπλάσιο των αποδοχών που δικαιούνται κατά την εργατική νομοθεσία οι διπλωματούχοι μηχανικοί αναλόγου προϋπηρεσίας που προσφέρουν μισθωτή εργασία, και το γεγονός ότι δεν αποδεικνύονται επαρκή στοιχεία ύπαρξης υπηρεσιακής εξάρτησης των εναγόντων από την εναγομένη, το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες προσέφεραν στην εναγομένη τις υπηρεσίες τους ως ανεξάρτητοι επαγγελματίες, μη εφαρμοζομένης σ' αυτούς της εργατικής νομοθεσίας, και έκρινε, κατ' επικύρωση της πρωτοβάθμιας απόφασης, ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή τους. Με τη κρίση αυτή το Εφετείο διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στην προσβαλλομένη απόφασή του, διατυπώνοντας σαφές αποδεικτικό πόρισμα, και δεν παραβίασε, επομένως, εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (μη αναφερόμενες, πάντως, στο αναιρετήριο), εφόσον ρητά δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι αναιρεσείοντες ενάγοντες προσέφεραν στην αναιρεσίβλητη εναγομένη τις υπηρεσίες τις αναγόμενες στην ειδικότητα κάθε ενός απ' αυτούς και ότι δεν συνέτρεχαν τα αποφασιστικά, ως άνω, κριτήρια υποβολής τους σε νομική εξάρτηση απ' αυτήν και χαρακτηρισμού της μεταξύ τους σχέσης ως εξαρτημένης εργασίας, ειδικότερα δε ότι δεν αποδείχθηκε ότι παρείχαν την εργασία τους με βάση δεσμευτικές γι' αυτούς εντολές και οδηγίες της εναγομένης ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής αυτής, ούτε ότι η εναγομένη ασκούσε, διά των εκπροσώπων της, εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσής τους προς αυτές, αλλ' αντίθετα (αποδείχθηκε) ότι απασχολούνταν χωρίς να υποβάλλονται σε νομική εξάρτηση από την εναγομένη, ενεργώντας, λόγω της εμπειρίας τους, αυτοβούλως και αυτοδικαίως, χωρίς να υπόκεινται στις οδηγίες των εκπροσώπων της εναγομένης, έχοντας την ελευθερία να οργανώσουν τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών τους, ενώ εξάλλου και η αναφερομένη στην προσβαλλομένη απόφαση μεγάλη διαφορά μεταξύ των αμοιβών των εναγόντων, τις οποίες αυτοί επικαλέσθηκαν, χωρίς ν' αποδείξουν, και των (πολύ κατωτέρων) νομίμων αποδοχών των ανάλογης προϋπηρεσίας μηχανικών που προσφέρουν μισθωτή εργασία, αποτελεί επιχείρημα του δικαστηρίου για την στήριξη του ως άνω πορίσματος, και όχι αιτιολογία (παραδοχή), ώστε στα πλαίσια της ερευνωμένης διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 76/2013). Κατά συνέπεια, πρέπει ν' απορριφθούν όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αποτελούντες, κατ' εκτίμηση αυτών, έναν ενιαίο λόγο από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και η ένδικη αίτηση στο σύνολό της ως αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-6-2011 αίτηση των Β. Σ. κ.λπ. για αναίρεση της 2839/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ