Αριθμός 165/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λουκά Αποστολίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τζώρτζη Ρούσσο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1733/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 11976/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-1-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β' και 321 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή, απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (ΟλΑΠ 17/2013), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ορίζει (Ολ.ΑΠ 18/2001). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι, όταν η δικαζόμενη υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον εξέτασε την ουσία και απέρριψε την έφεση, όχι δε και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 40/1996). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 του ΚΠολΔικ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Τούτο δε γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους. Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ), στην οποία ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που, με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ ΑΠ 16/90, ΑΠ 82/2021, ΑΠ 1289/2018, ΑΠ 557/2018, ΑΠ 1824/2017, ΑΠ 543/2014). Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 του ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η κατά το άρθρο 503 αριθμ. 1 του ίδιου Κώδικα δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νόμιμα από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματός του προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 82/2021 ΑΠ 1824/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 28-1-2020 με αριθμό κατάθεσης 1079/20/3-2-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 11976/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η από 11-2-2015 με αριθμό κατάθεσης 21707/493/24-2-2015 έφεσή του κατά της με αριθμό 1733/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 17-4-2013 με αριθμό κατάθεσης 616/2013 αγωγή της τότε ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία υποχρεώθηκε το εναγόμενο να της καταβάλλει για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας το συνολικό ποσό των 16.333.52 ευρώ νομιμοτόκως και απορρίφθηκε η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που πρόβαλε το εναγόμενο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού, κατά τον χρόνο άσκησης αυτής, με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 3-2-2020, το αναιρεσείον είχε ήδη παραιτηθεί από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας με την από 24-1-2020 και με αριθμό κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών 7796/65/28-1-2020, δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 31-1-2020, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 7451Ε/31-1-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Σ. Χ.. Μετά την παραπάνω παραίτηση η ερήμην απόφαση του εφετείου κατέστη τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση. Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 2, 566 § 1, 577 § 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 560 αρ. 1 και 6), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσης ή ανταίτησης). Διότι, η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης. Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΑΠ 856/2020, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 259/2019). Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τους πρώτο και δεύτερο, εκ των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, αντίστοιχα, προσάπτει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στην οποία, όπως προεκτέθηκε, έχει ενσωματωθεί, η πρωτοβάθμια απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, τις αναιρετικές πλημμέλειες, ότι με το να κρίνει ότι "η εν λόγω επίσχεση της καλούσας-ενάγουσας είναι νόμιμη και ουδόλως υπερβαίνει την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του οικείου δικαιώματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το καθού η έφεση-εναγόμενο" παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, και τούτο διότι, ενώ αυτό (αναιρεσείον) είχε προβάλει παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είχε ασκήσει καταχρηστικά το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας της, λόγω της οικονομικής δυσπραγίας αυτού κατά την ένδικη περίοδο 2012-2013, με συνέπεια να μην έχει καταστεί υπερήμερο και να μην οφείλει μισθούς υπερημερίας, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε, ότι η ενάγουσα άσκησε νόμιμα το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας της, απορρίπτοντας ως κατ'ουσία αβάσιμη την ένσταση αυτού περί καταχρηστικής άσκησης του ως άνω δικαιώματός της, παραβιάζοντας με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και ότι παράλληλα χωρίς αιτιολογία απέρριψε την ένσταση αυτή ως κατ'ουσία αβάσιμη, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για το αν εφαρμόστηκε ορθά ή όχι η ως άνω διάταξη (281 ΑΚ). Αμφότεροι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, καθότι διαλαμβάνεται στο οικείο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, επιλεκτικά και αποσπασματικά, κατ'επιλογή του αναιρεσείοντος, η επί μέρους, μόνο, παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης "η εν λόγω επίσχεση της καλούσας - ενάγουσας είναι νόμιμη και ουδόλως υπερβαίνει την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του οικείου δικαιώματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το καθού η έφεση-εναγόμενο" και δεν διαλαμβάνονται σ'αυτή (αίτηση), όλες οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές αυτής επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο ουσίας ως θεμελιωτικά του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, ότι, δηλαδή, το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ και έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογιών κατά την εφαρμογή της . Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-1-2020 και με αριθμό κατάθεσης 10079/20/3-2-2020 αναίρεση κατά της με αριθμό 11976/2018 ερήμην του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2022 . Και, ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ