Αριθμός 1194/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ελληνικής εταιρίας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ "Η ΕΘΝΙΚΗ"", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεόντιο Σφαιρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Π. του Π., 2) Α. Π. του Α., κατοίκων ... και 3) Μ. Π. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζαχαρία Σαλούστρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2014 αγωγή των 1ης και 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 24-3-2015 αγωγή της 3ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 932/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5131/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 2-10-2020 (αρ. κατ. 7438/891/2020) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5131/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681 Α', 666-667, 670 - 676 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι, προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικώς, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020). Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό- τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Περαιτέρω, στα άρθρα 12 παρ. 1, 16 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 26 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες, προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα με πεζούς και οχήματα. Ειδικότερα, στη μεν παράγραφο 1 του άρθρου 12 ορίζεται ότι αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, που είναι ενδεχόμενο, μεταξύ άλλων, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα και ότι οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους, ενώ στο άρθρο 16 παρ. 1 ότι στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας και ότι ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του ίδιου Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο. Επίσης, στο άρθρο 19 ορίζεται ότι ο οδηγός επιβάλλεται α) να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς (παρ. 1), β) να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν και γ) να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, πλησίον των σχολείων, των ισόπεδων οδικών κόμβων... και σε κάθε άλλη περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (παρ. 3), ενώ στην παρ. 1 του άρθρου 26 ορίζεται ότι ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα. Κατά το άρθρο δε 20 παρ. 1, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 38 παρ. 4 περ. α' και ε', οι πεζοί, προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται, αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, αν δε δεν υπάρχουν, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε, να διασχίζουν αυτό κάθετα προς τον άξονά του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Η παραβίαση, δηλαδή, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Ο από τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 1220/2021, Α.Π. 816/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 909/2020). Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 140/2021, Α.Π. 780/2020). Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 140/2021, 1250/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 1003/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 466/2019). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και, για το λόγο αυτό, γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 5131/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος και του τραυματισθέντος θανάσιμα κατά το ένδικο ατύχημα συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στις 9.10.2013 και ώρα 13.15" στην οδό Θηβών του Δήμου Αιγάλεω, που είναι διπλής κατεύθυνσης, με υπερυψωμένη διαχωριστική των οδοστρωμάτων αντίθετης κατεύθυνσης νησίδα πλάτους 3,20 μ., με πλάτος του οδοστρώματος στην κατεύθυνση προς Περιστέρι και ειδικότερα πριν από τον ισόπεδο οδικό κόμβο, σχήματος του γράμματος Τ, που αποτελείται από την ίδια οδό Θηβών και από την τέμνουσα αυτήν, ευρισκόμενη δεξιά της άνω κατεύθυνσης, οδό μονής κατεύθυνσης Αθανασίου Διάκου, ανερχόμενο σε επτά (7) μέτρα, που δικαιολογεί την ύπαρξη δύο λωρίδων κυκλοφορίας στην άνω κατεύθυνση, όπως αναφέρεται στην από 9.10.2013 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, χωρίς ωστόσο να υπάρχει διαχωριστική διαγράμμιση ή άλλο διαχωριστικό μέσο, όπως προκύπτει από το συνοδεύον την ανωτέρω έκθεση από 9.10.2013 πρόχειρο σχεδιάγραμμα, επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν κανονική, η ορατότητα των οδηγών δεν περιοριζόταν, όπως αναφέρεται στην άνω έκθεση και προκύπτει από το άνω πρόχειρο σχεδιάγραμμα, δεδομένου ότι τα δένδρα που βρίσκονται στην άνω νησίδα στο ανωτέρω σημείο απέχουν πολύ το ένα από το άλλο, υπήρχε φως ημέρας, δεν υπήρχαν σηματοδότες ή διαβάσεις πεζών, το ασφάλτινο οδόστρωμα ήταν ξηρό, ευθύ και οριζόντιο. Στο ίδιο σημείο, αλλά δεξιά του οδοστρώματος της οδού Θηβών με κατεύθυνση προς Πειραιά, βρίσκονταν εγκαταστάσεις και κτίρια γυμνασίου και δημοτικού σχολείου. Η πλησιέστερη στο παραπάνω σημείο διάβαση πεζών, ρυθμιζόμενη με φωτεινούς σηματοδότες, βρισκόταν σε απόσταση τουλάχιστον 200 μ. πριν από την ανωτέρω οδό Αθ. Διάκου, ήτοι στη συμβολή της οδού Θηβών με την οδό Θεσσαλονίκης (βλ. την από 7.12.2013 ένορκη εξέταση του Ε. Μ.). Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο επί της οδού Θηβών και με κατεύθυνση προς Περιστέρι, κινούνταν ο Ε. Μ., οδηγώντας την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εργοστασίου κατασκευής ΗΟNDΑ, με κινητήρα αυτόματο, κυλινδρισμού 400 cc, ασφαλισμένη με έγκυρη και ισχυρή σύμβαση ασφάλισης από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, για τις προκαλούμενες από την κυκλοφορία της ζημίες σε τρίτους, πλησιάζοντας την ανωτέρω συμβολή της οδού αυτής με την οδό Αθ. Διάκου, προερχόμενος από θέση διακοπής της πορείας του στην προηγούμενη συμβολή της ίδιας οδού (Θηβών) με την οδό Θεσσαλονίκης, επειδή ο φωτεινός σηματοδότης που υπήρχε εκεί έδειχνε ερυθρό φως (βλ. την προαναφερόμενη κατάθεση του ανωτέρω οδηγού). Κατά την κίνησή του αυτή ο ανωτέρω οδηγός είχε καταλάβει κατά μήκος το άκρο αριστερό τμήμα του οδοστρώματος της κατεύθυνσης που ακολουθούσε, αν και δεν προκύπτει ότι διενεργούσε προσπέραση άλλου προπορευόμενου οχήματος ή ότι στην πορεία και εκ δεξιών αυτού, υπήρχαν άλλα σταθμευμένα οχήματα, που παρεμπόδιζαν την (επιβαλλόμενη από το άρθρο 16 του ΚΟΚ) κίνηση του οχήματός του στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, και είχε αναπτύξει ταχύτητα τουλάχιστον 80 χ/ω, αν και το ανώτατο όριο οριζόταν στα 50 χ/ω, λόγω κατοικημένης περιοχής. Τη στιγμή, που το ανωτέρω όχημα βρισκόταν σε απόσταση περίπου 5 μ. πριν από την έναρξη της συμβολής της οδού Θηβών με την οδό Αθ. Διάκου (η οποία επέτρεπε αποκλειστικά την είσοδο των κινουμένων επ' αυτής οχημάτων στην οδό Θηβών με κατεύθυνση προς Περιστέρι), ο Α. Π. του Ι., ηλικίας 66 ετών, χωρίς να έχει κινητικά προβλήματα, σύντροφος της ενάγουσας Χ. Π. από το έτος 1986 και μνηστήρας αυτής από το έτος 1989, μετά της οποίας συνοικούσε έκτοτε συνεχώς, έχοντας αποκτήσει από τη σχέση του αυτή ένα τέκνο, ήτοι τον ενάγοντα Α.. Π.. του Α., που αναγνώρισε εκουσίως ως γνήσιο τέκνο αυτού, ηλικίας σήμερα 26 ετών, (γενν. το έτος 1992) και έχοντας δημιουργήσει οικογένεια μετά της άνω μνηστής του, κατά την έννοια που αναφέρθηκε στην ανωτέρω οικεία νομική σκέψη, και αδελφός της ενάγουσας Μ. Π. του Ι., έχοντας καταναλώσει προηγουμένως μεγάλη ποσότητα αλκοολούχων - οινοπευματωδών ποτών (η περιεκτικότητα του αίματός του ανά λίτρο σε οινόπνευμα βρέθηκε να ανέρχεται σε 1,03/οο, βλ. με αριθμό πρωτοκόλλου 3022/10/1437Ύ18-10-2013 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Δνσης Εγκλημ/κών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας) και ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, με μείωση των πνευματικών ικανοτήτων του, σε σύγχυση και σε αδυναμία συγχρονισμού των κινήσεων του, προερχόμενος από το πεζοδρόμιο που βρίσκεται δεξιά του οδοστρώματος κυκλοφορίας της οδού Θηβών με κατεύθυνση προς Πειραιά και έχοντας προηγουμένως διασχίσει κάθετα το ανωτέρω ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς να τραυματιστεί από τα οχήματα που κινούνταν προς Πειραιά, αν και η κυκλοφορία αυτών ήταν πυκνότερη εκείνων του ρεύματος κυκλοφορίας προς Περιστέρι (βλ. την περιεχόμενη στην υπ' αριθ. 12352/2017 έκθεση πρακτικών και απόφαση του Τριμελούς Πλημμελ/κείου Αθηνών κατάθεση του Δ.. Μ., με τη σημείωση ότι η κήρυξη του άνω οδηγού για την πράξη της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας του άνω παθόντος πεζού ως αθώου από το ανωτέρω ποινικό δικαστήριο, δεν είναι δεσμευτική για το παρόν δικαστήριο ...), κατέβηκε στο οδόστρωμα από τη διαχωριστική νησίδα στην οποία βρισκόταν, χωρίς να ελέγξει, ως μη δυνάμενος λόγω της μέθης του, την απόσταση και την ταχύτητα της ανωτέρω μοτοσικλέτας, που τον είχε πλησιάσει σε απόσταση 2 περίπου μέτρων, επιχειρώντας να διασχίσει κάθετα και το ρεύμα πορείας προς Περιστέρι. Αποτέλεσμα της ενέργειας του αυτής ήταν η παραπάνω μοτοσικλέτα να καταπέσει με σφοδρότητα και με το εμπρόσθιο τμήμα της στο σώμα του, το οποίο εκτινάχθηκε - εκτοξεύθηκε ψηλά και στη συνέχεια κατέπεσε στο οδόστρωμα (βλ. την από 9.10.2013 ένορκη κατάθεση της αυτόπτη μάρτυρα - ως προς το αποτέλεσμα της πρόσκρουσης και όχι ως προς το σημείο που έγινε και ως προς τα αίτια αυτού - Ε. Τ., η οποία (κατάθεση) θεωρείται, λόγω του χρόνου που δόθηκε, ήτοι αμέσως μετά την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και ως εκ τούτου του ειλικρινούς και άδολου χαρακτήρα αυτής, περισσότερο αξιόπιστη από εκείνη που ακολούθησε στη διαδικασία ενώπιον του ανωτέρω ποινικού δικαστηρίου και κατά την οποία -πρώτη κατάθεση - "Περίπου στο ύψος της συμβολής της οδού με την οδό Αθ. Διάκου ακούγοντας το θόρυβο είδα ένα πεζό κύριο να πετάγεται στον αέρα και στη συνέχεια να πέφτει στο οδόστρωμα"). Συγκεκριμένα κατέπεσε εντός του αριστερού άκρου του ρεύματος πορείας της οδού Θηβών με κατεύθυνση προς Περιστέρι και σε απόσταση 40 εκ.μ. από την έναρξη της συμβολής της οδού Θηβών με την οδό Αθ. Διάκου, στο σημείο δε αυτό κατάληξης του σώματος του άνω παθόντος βρέθηκε κηλίδα του αίματος αυτού μήκους 30 εκ.μ. Λόγω της παραπάνω σφοδρής πρόσκρουσης, ο οδηγός της μοτοσικλέτας έχασε τον έλεγχο αυτής, η οποία εξετράπη της πορείας της, κινήθηκε προς τα δεξιά, ανατράπηκε στο οδόστρωμα μαζί με τον αναβάτη της όταν προσέκρουσε αρχικά στο πεζοδρόμιο και στην επ' αυτού ευρισκόμενη διαφημιστική πινακίδα καταστήματος που βρίσκεται επί της οδού Θηβών στον Ο.Α. 324, και στη συνέχεια προσέκρουσε στην πίσω αριστερή πλευρά του σταθμευμένου δεξιά ΙΧΕ αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας ..., που ανήκε στην ιδιοκτησία του Δ.. Φ., όπου και κατέληξε, ενώ ο ανωτέρω οδηγός της ακολουθώντας αυτή, παραλλήλως και εξ αριστερών της, πεσμένος στο οδόστρωμα, σύρθηκε επ' αυτού και βρέθηκε στην αριστερή πλευρά της ανατραπείσας μοτοσικλέτας (βλ. το από 9.10.2013 δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας Αιγάλεω σε συνδυασμό προς το πρόχειρο σχεδιάγραμμα). Μάλιστα στο σημείο της πρόσκρουσης της μοτοσικλέτας και επί του δεξιού άκρου του οδοστρώματος βρέθηκε ίχνος αίματος του ανωτέρω οδηγού μήκους 0,70 εκ. μ. (βλ. έκθεση αυτοψίας και πρόχειρο σχεδιάγραμμα). Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία περιλαμβάνεται και η ομολογία της εναγομένης για την κατά το χρόνο πρόκλησης του ατυχήματος κίνηση της μοτοσικλέτας στο αριστερό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού Θηβών με κατεύθυνση προς Περιστέρι ..., το Δικαστήριο κρίνει ότι για το ένδικο ατύχημα, εξ αιτίας του οποίου τραυματίστηκε βαρύτατα ο ανωτέρω πεζός, ο οποίος, αφού μεταφέρθηκε αμέσως στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείου ΑΤΤΙΚΟΝ, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί πολλαπλές βαριές κακώσεις και συγκεκριμένα κρανιοεγκεφαλική κάκωση με θλάσεις, υπεραχνοειδή αιμορραγία, θλάση θώρακος, κάταγμα στέρνου, καρδιακή θλάση με επιπωματισμό, κάταγμα λεκάνης, συντριπτικό κάταγμα κνήμης περόνης δεξιά, εκτεταμένο εγκεφαλικό οίδημα, νοσηλεύθηκε συνεχώς έως τις 22.3.2013, οπότε απεβίωσε από σηπτική καταπληξία, οφειλόμενη στην ανωτέρω πολυτραυματική του βλάβη, που υπέστη συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, ευθύνεται τόσο ο παθών πεζός όσο και ο ανωτέρω οδηγός της μοτοσικλέτας, διότι εξ αιτίας της αμέλειας τους, οφειλόμενης στην έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, όπως θα κατέβαλε κάθε άλλος μέσος πεζός και οδηγός μοτοσικλέτας αντιστοίχως, σε παρόμοιες προς τις ανωτέρω οδικές συνθήκες, παραβίασαν με την ανωτέρω συμπεριφορά τους τις προαναφερόμενες στην ανωτέρω οικεία νομική σκέψη διατάξεις του ΚΟΚ. Ειδικότερα, η αμέλεια του πεζού συνίσταται στο ότι χρησιμοποίησε το οδόστρωμα της οδού Θηβών με κατεύθυνση προς Περιστέρι, επιχειρώντας να διασχίσει τούτο κάθετα σε σημείο που αυτό δεν επιτρεπόταν, αφού δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, ούτε ο ίδιος ανήκε στα πρόσωπα στα οποία επιτρέπεται να το χρησιμοποιούν, λαμβάνοντας τις αναγκαίες προφυλάξεις, χωρίς να λάβει υπόψη του την απόσταση και την ταχύτητα της μοτοσικλέτας, η οποία τον πλησίαζε. Στην παράνομη κατά τα ανωτέρω συμπεριφορά του είχε συμμετοχή σε μεγάλο βαθμό η προηγούμενη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών, που τον περιήγαγε σε κατάσταση μέθης, με αποτέλεσμα τη μείωση των πνευματικών του λειτουργιών και την αδυναμία του να επιχειρήσει τη διέλευση του οδοστρώματος από την προαναφερόμενη διάβαση πεζών που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Θεσσαλονίκης και Θηβών, αφού δεν εμποδιζόταν προς τούτο με κινητικά προβλήματα. Η αμέλεια δε του οδηγού συνίσταται στο ότι οδηγούσε χωρίς να έχει συνεχώς τεταμένη την προσοχή του, στο ότι κινούνταν χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους και ενδεδειγμένους αποφευκτικούς ελιγμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες οδικές συνθήκες, αλλά αντίθετα κινούνταν με υπερβολική για τις επικρατούσες οδικές συνθήκες ταχύτητα των 80 χ/ω, εκτίμηση που δικαιολογείται από τη σφοδρότητα της πρόσκρουσης της μοτοσικλέτας στο σώμα του πεζού, που ανυψώθηκε και εκτινάχθηκε πριν καταλήξει στο οδόστρωμα, και από την εν συνεχεία εκτροπή της μοτοσικλέτας και την ανέλεγκτη κίνηση αυτής σε απόσταση 27,2 μ. τουλάχιστον από το σημείο της πρόσκρουσης (βλ. την έκθεση αυτοψίας, σε συνδυασμό προς το πρόχειρο σχεδιάγραμμα και το δελτίο τροχαίου ατυχήματος), το θανάσιμο τραυματισμό του πεζού αλλά και το βαρύ τραυματισμό του ίδιου οδηγού [...], την οποία (ταχύτητα) δεν ανέκοψε ούτε μείωσε παρά την ύπαρξη σχολείων και ισόπεδων οδικών κόμβων, ακόμη και όταν, όπως αναφέρεται από το μάρτυρα Δ.. Μ. (βλ. την από 16.12.2013 ένορκη κατάθεση του), λίγο πριν από την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος ακούστηκαν ήχοι από φρένα οχημάτων που κινούνταν στην αντίθετη κατεύθυνση (προς Πειραιά) και απέφυγαν με τον τρόπο αυτόν την πρόσκρουση τους στον άνω παθόντα, όταν ο τελευταίος διέσχισε κάθετα και ανέλεγκτα επίσης και το ανωτέρω ρεύμα κυκλοφορίας, πριν επιχειρήσει να διασχίσει και το οδόστρωμα στο οποίο κινούνταν η μοτοσικλέτα. Με βάση το βαθμό και την ένταση της αμελούς, κατά τα ανωτέρω, οδικής συμπεριφοράς τους, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και των συνεπειών αυτού, το Δικαστήριο κρίνει ότι η υπαιτιότητα του πεζού για την πρόκληση του ατυχήματος και τα δυσμενή εξ αιτίας αυτού για τον ίδιο και την οικογένεια του αποτελέσματα ανέρχεται σε ποσοστό 70% ενώ η υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη οχήματος ανέρχεται στο υπόλοιπο ποσοστό 30% ...". Δηλαδή, το Εφετείο δέχτηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται 1) κατά ποσοστό 30%, σε υπαιτιότητα του Ε. Μ., οδηγού της ασφαλισμένης στην ήδη αναιρεσείουσα μοτοσυκλέτας, ο οποίος, κινούμενος στο άκρο αριστερό τμήμα του οδοστρώματος της κατεύθυνσης που ακολουθούσε, αν και δεν προκύπτει ότι διενεργούσε προσπέραση άλλου προπορευόμενου οχήματος ή ότι στην πορεία και εκ δεξιών αυτού, υπήρχαν άλλα σταθμευμένα οχήματα, που παρεμπόδιζαν την (επιβαλλόμενη από το άρθρο 16 του Κ.Ο.Κ.) κίνηση στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, από αμέλειά του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους και ενδεδειγμένους αποφευκτικούς ελιγμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες οδικές συνθήκες, αλλά, αντίθετα, εκινείτο με την υπερβολική για τις επικρατούσες οδικές συνθήκες ταχύτητα των 80 χ/ω, αντί της ανώτατης επιτρεπόμενης στο σημείο εκείνο, των 50 χ/ω, την οποία (ταχύτητα) δεν ανέκοψε, ούτε μείωσε, παρά την ύπαρξη σχολείων και ισόπεδων οδικών κόμβων, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως την κίνηση του πεζού Α. Π. επί του οδοστρώματος και να μην ενεργήσει αμέσως τους αναγκαίους αποφευκτικούς ελιγμούς, αλλά να επιπέσει επ' αυτού και να τον τραυματίσει θανάσιμα, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων άρθρων 12 παρ. 1 , 19 παρ. 1, 2 και 3 Ν. 2696/1999 και 2) κατά ποσοστό 70% σε υπαιτιότητα του πεζού Α. Π., ο οποίος, ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, λόγω προηγούμενης κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών, που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των πνευματικών του λειτουργιών, επιχείρησε να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα, από σημείο στο οποίο δεν υφίσταται διάβαση πεζών, ούτε φωτεινός σηματοδότης για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων, παρότι σε μικρή σχετικά απόσταση (περίπου 200 μ.) από το συγκεκριμένο σημείο υφίσταται διάβαση πεζών, χωρίς να ελέγξει επαρκώς την κίνηση των οχημάτων επί της ως άνω οδού και δη χωρίς να λάβει υπόψη την απόσταση και την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας που πλησίαζε, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 4 περ. α' και ε' Ν. 2696/1999. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε την έφεση των εναγόντων τυπικά και κατ' ουσίαν και, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως -που είχε απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τον κατ' αυτό θανάσιμο τραυματισμό του ήταν ο ίδιος ο πεζός συγγενής των εναγόντων- δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ., 12 § 1, 19 §§ 1, 2 και 3 και 38 του Κ.Ο.Κ., καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των εννοιών της υπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσυκλέττας (κατά ποσοστό 30%) και της συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος πεζού (κατά ποσοστό 70%) και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού της ήδη αναιρεσείουσας, για αποκλειστική υπαιτιότητα του πεζού. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τμήμα του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και πρέπει ν' απορριφθούν. Επίσης, το Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, τόσο του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, όσο και του πεζού, και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος (του θανάσιμου τραυματισμού του τελευταίου), καθώς και ως προς την συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άνω άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.β' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι ουδόλως αναφέρονται σ' αυτόν ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, καθώς και για την ανεύρεση της αληθινής εννοίας ποιου κανόνα δικαίου έπρεπε αυτά να χρησιμοποιηθούν και εσφαλμένα δεν χρησιμοποίησε το δικαστήριο της ουσίας. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο: 1) παρότι δέχτηκε ότι τα κτίρια γυμνασίου και δημοτικού σχολείου βρίσκονταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, και όχι στο ρεύμα στο οποίο εκινείτο ο οδηγός της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας, καταλόγισε σ' αυτόν, αντιφατικά, παράβαση από το άρθρο 19 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ., για το λόγο ότι δεν ανέκοψε, ούτε μείωσε την ταχύτητά του, παρά την ύπαρξη των σχολείων, 2) ενώ δέχτηκε ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας εκινείτο στο αριστερό άκρο του οδοστρώματος, παρότι δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα, που παρεμπόδιζαν την (επιβαλλόμενη από το άρθρο 16 του Κ.Ο.Κ.) κίνησή του στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, εν συνεχεία, αντιφατικά, δέχεται ότι μετά την πρόσκρουσή του επί του πεζού έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του, η οποία εξετράπη της πορείας της, κινήθηκε προς τα δεξιά, ανατράπηκε στο οδόστρωμα, προσέκρουσε αρχικά στο πεζοδρόμιο και την επ' αυτού ευρισκόμενη διαφημιστική πινακίδα, στη συνέχεια δε στην πίσω αριστερή πλευρά σταθμευμένου οχήματος, 3) χωρίς επαρκή αιτιολογία καθορίζει την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας σε 80 χ/ω και 4) δεν αιτιολογεί επαρκώς α) από πόση απόσταση ο οδηγός της μοτοσυκλέτας αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί την κίνηση του πεζού επί του οδοστρώματος, ώστε να κριθεί αν ήταν σε θέση να τον αποφύγει με τροχοπέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό και β) από πόση απόσταση ο πεζός αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί την κίνηση μοτοσυκλέτας, πριν κατέλθει στο οδόστρωμα. Οι ανωτέρω, υπό τους αριθμούς 1 και 2, αιτιάσεις, είναι αβάσιμες και, συνεπώς, απορριπτέες, η μεν πρώτη, ενόψει του ότι η υποχρέωση του οδηγού να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του πλησίον των σχολείων, υφίσταται καθ' όλη τη διάρκεια της διέλευσης των πεζών, δηλαδή και για τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, μέχρι να φθάσουν με ασφάλεια στο απέναντι πεζοδρόμιο, η δε δεύτερη, ενόψει του ότι δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ της παραδοχής, ότι στην αρχική πορεία της μοτοσυκλέτας, πριν από το σημείο του ατυχήματος, δεν υπήρχαν οχήματα, σταθμευμένα στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, και της παραδοχής ότι, σε άλλο σημείο της οδού και δη, μετά την εκτροπή της μοτοσυκλέτας και την ανέλεγκτη κίνησή της, σε απόσταση 27,2 μέτρων τουλάχιστον από το σημείο της ατυχήματος (βλ. 10ο φύλλο, οπίσθια όψη προσβαλλομένης), υπήρχε σταθμευμένο όχημα, επί του οποίου επέπεσε η ζημιογόνος μοτοσυκλέτα. Τέλος, οι παραπάνω, υπό τους αριθμούς 3 και 4, αιτιάσεις, δεν συνιστούν ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως, αλλά ανάγονται σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής, περί των συνθηκών του ατυχήματος, που δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό και, συνακόλουθα, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με αυτές, υπό το πρόσχημα της προβαλλομένης πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά τα άνω σκέλη του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ως απαράδεκτος, κατά τις προεκτεθείσες διακρίσεις. Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως... . 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Το ως άνω άρθρο της Ε.Σ.Δ.Α., σε ενωσιακό επίπεδο, ισχύει, βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών". Ταυτόσημη διατύπωση, με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο". Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 του Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο", ως συνέπεια της ενσωματώσεως, με το νόμο 4596/2019, της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας". Με τις ως άνω, αυξημένης τυπικής ισχύος, διατάξεις, κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 του Συντάγματος και 14 του Π.Κ.). Συνιστά, ταυτόχρονα, έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου, να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του. Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό, για τις ανάγκες της δίκης, ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει, παράλληλα, το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή, πολύ περισσότερο, η αθώωση του κατηγορουμένου, αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό. Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής". Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες, αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 του Συντάγματος, αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγομένων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται, ακολούθως, στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ. Κ.Πολ.Δ., 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό, μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας. Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως. Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων, της προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δ., θα καθίστατο κενό γράμμα. Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη, το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού. Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα, όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και να μην αυτοενοχοποιείται (άρθρο 104 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων (άρθρο 104 παρ. 3 Κ.Π.Δ.), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει το βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα, είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ.). Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο, ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της, αγωγής κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δ., σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πο.λΔ., και να τη δεχθεί κατ' ουσίαν. Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Επίσης, απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο, σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι, στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ' εφαρμογήν της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το, ταυτιζόμενο με το ποινικό, αστικό αδίκημα, ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση. Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου, που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα, σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι, διαφορετικά, δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δεσμεύσεως", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών. Ωστόσο, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη, δεν συνεπάγεται, αυτόματα, την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται. Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου). Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι: α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά. Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη. Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται, όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη. Προσέτι δε, λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο. Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ.Α.Π. 4/2020, Α.Π. 1459/2022, Α.Π. 165/2022, Α.Π. 1350/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την κρίση του ότι συνυπαίτιος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο πεζός Α. Π., ήταν ο Ε. Μ., οδηγός της ασφαλισμένης σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) μοτοσυκλέτας, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε, παραβιάζοντας το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας, που πηγάζει από την υπ' αριθμ. 12352/2017 ποινική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο προαναφερθείς οδηγός κηρύχτηκε αθώος του αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με παθόντα τον θανασίμως τραυματισθέντα κατά το ένδικο ατύχημα συγγενή των ήδη αναιρεσιβλήτων, Α. Π.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, διότι, από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών αυτής και των πραγματικών περιστατικών που αυτή δέχθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Και τούτο διότι, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του. Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί, σε καμία περίπτωση, με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση, ενόψει και του ότι, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, ειδικότερα, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ως άνω αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του τότε κατηγορουμένου, οδηγού της ασφαλισμένης στην αναιρεσείουσα μοτοσυκλέτας, και χωρίς να αποφανθεί, άμεσα ή έμμεσα, για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας αυτού για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε. Το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζει ότι: "Παν πρόσωπο δικαιούται εις το σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του". Η σύμβαση της Ε.Σ.Δ.Α. εγγυάται την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε κάθε άτομο, που υπάγεται στην δικαιοδοσία των κρατών - μελών. Από την ερμηνεία της έννοιας της "οικογενειακής ζωής" και της οικογένειας, όπως αυτή διατυπώνεται στη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α., αντλούνται τα καθοριστικά κριτήρια για τον προσδιορισμό των ανωτέρω, κρισίμων, για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, εννοιών, όπως τα κριτήρια αυτά διαμορφώθηκαν από σειρά αποφάσεων, που εκδόθηκαν σε προσφυγές πολιτών της Ε.Ε. για παραβάσεις του εν λόγω άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α., το οποίο θεσπίζει το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή. Σύμφωνα με το Ε.Δ.Δ.Α. το καθοριστικό κριτήριο για το αν υφίσταται οικογένεια και "οικογενειακή ζωή" αποτελεί η πραγματική ύπαρξη στενών προσωπικών δεσμών. Ειδικότερα, το Ε.Δ.Δ.Α. έχει δεχθεί επανειλημμένα ότι το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α. δεν διακρίνει μεταξύ "νόμιμης" και "φυσικής" οικογένειας και ότι η έννοια της προστατευόμενης, κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού, οικογενειακής ζωής, δεν περιορίζεται στις οικογένειες που βασίζονται στο γάμο, αλλά επεκτείνεται και σε άλλες, de facto. σχέσεις συμβίωσης και φροντίδας, οι οποίες δημιουργούν επίσης, κατά την κρίση του, οικογενειακούς δεσμούς. Την ύπαρξη οικογένειας ή οικογενειακών σχέσεων εξετάζει το Δικαστήριο κατά περίπτωση, ως πραγματικό ζήτημα, λαμβάνοντας υπόψη σειρά παραγόντων, όπως η συμβίωση και η αμοιβαία υποστήριξη, συναισθηματική ή/και υλική, των μερών, η διάρκεια και η σταθερότητα της σχέσεως και η με οποιονδήποτε τρόπο έκφραση της δέσμευσης των μερών, όπως με την απόκτηση, από κοινού ή με άλλο τρόπο, παιδιών και την ανάληψη της κοινής ευθύνης της ανατροφής τους, καθώς επίσης οι σχέσεις μακράς και συνεπούς φροντίδας. Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο (Ε.Δ.Δ.Α.) ερευνά τους de facto οικογενειακούς δεσμούς, όπως το αν τα άτομα συμβιώνουν, αν τους δένει βαθιά σταθερή αγάπη και αφοσίωση, στην περίπτωση που ελλείπει νόμιμη αναγνώριση των δεσμών αυτών, ή, σε άλλη περίπτωση, το μεγάλο χρόνο συμβίωσης και σχέσης, ή, σε περιπτώσεις ζευγαριών που δεν έχουν παντρευτεί νόμιμα, αν έχουν αποκτήσει παιδιά μαζί, γεγονός που αποδεικνύει την αμοιβαία αφοσίωσή τους, και την πρόθεσή τους να δημιουργήσουν, εν τοις πράγμασι, οικογένεια. Η ύπαρξη, λοιπόν, ή μη, της οικογένειας, εξαρτάται από την ύπαρξη, ή μη, μεταξύ ατόμων που συμβιώνουν, πραγματικών στενών προσωπικών δεσμών, με αισθήματα αγάπης, σταθερής και έμπρακτης έκφρασης αφοσίωσης, στοργής, ενδιαφέροντος, φροντίδας, δηλαδή όλων εκείνων των εκδηλώσεων συναισθημάτων και πράξεων, που αποτελούν τη γενεσιουργό αιτία της οικογένειας, αλλά και το σκοπό αυτής. Συνεπώς, σύμφωνα με το Ε.Δ.Δ.Α, η έννοια της οικογένειας περιλαμβάνει και τις περιπτώσεις που δύο άτομα συμβιώνουν, χωρίς να έχουν τελέσει νόμιμο γάμο ή συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, αν η συμβίωσή τους αυτή είναι το αποτέλεσμα αγάπης, αφοσίωσης και σοβαρής και σταθερής πρόθεσης για συντροφικότητα και συμπόρευση. Έτσι, το Ε.Δ.Δ.Α, μέσα στα πλαίσια αυτά και υπό τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων, υπάγει στο προστατευτικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α. και την εξώγαμη συμβίωση. Σε κάθε περίπτωση, το Ε.Δ.Δ.Α έχει αποφανθεί ότι γάμοι ή περιπτώσεις συμβίωσης, ακόμα και αν δεν αναγνωρίζονται από την έννομη τάξη του Κράτους-Μέλους, συνιστούν οικογένεια, εάν πληρούν τα προαναφερόμενα κριτήρια της ύπαρξης πραγματικών οικογενειακών δεσμών, όπως αυτοί προσδιορίστηκαν παραπάνω (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α: Μ. κατά Βελγίου της 13-6-1979, Χ. κατά Ελβετίας της 14-12-1979, J. & L. κατά Βελγίου της 14-5-1986, J. κ.ά. κατά Ιρλανδίας της 18-12-1986, O. κατά Σουηδίας της 24-3-1988, K. κατά Ολλανδίας της 27-10-1994, B. κατά Γαλλίας της 24-4-1996, X., Y. & Z. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 22-4-1997, S. G. κατά Ισπανίας της 26-01-1999, S. κατά Γερμανίας της 11-10-2001, B. κατά Η.Β. της 8-1-2008, S. και K. κατά Αυστρίας 22-11-2010, S. κατά Γερμανίας της 15-09-2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει, στη συνέχεια, το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 768/2020, Α.Π. 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 525/2021, Α.Π. 1210/2020, Α.Π. 170/2020). Στη διάταξη αυτή, δεν προσδιορίζεται η έννοια του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του υφίσταται, κατ' ανάγκη, επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, οι οποίοι δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλειά του και στην ανακούφιση του ψυχικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη, αδιαφόρως αν συζούσαν μεταξύ τους ή διέμεναν χωριστά (Ολ. ΑΠ 21/2000, ΑΠ 870/2020, ΑΠ 370/2018, ΑΠ 442/2017, ΑΠ 382/2013). Υπό την έννοια αυτή, στην οικογένεια του θύματος, γίνεται δεκτό ότι περιλαμβάνονται οι γονείς, τα τέκνα, οι αδελφοί (αμφιθαλείς και ετεροθαλείς), οι θετοί γονείς και τέκνα, ο/η σύζυγος, οι ανιόντες (παππούς - γιαγιά), οι κατιόντες και οι απώτεροι κατιόντες (εγγόνια, δισέγγονα), οι αγχιστείς συγγενείς πρώτου βαθμού, όπως είναι ο πεθερός, η πεθερά, ο γαμβρός από κόρη, η νύφη από υιό, καθώς και τα τέκνα του ενός συζύγου, που γεννήθηκαν από άλλο γάμο, τα οποία, σε περίπτωση θανάτωσης του συζύγου του δευτερόγαμου γονέα τους (δηλαδή του πατριού ή της μητριάς), δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης (Ολ. ΑΠ 21/2000, ΑΠ 51/2018, ΑΠ 442/2017, ΑΠ 407/2015). Στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνεται και ο μνηστήρας ή η μνηστή αυτού, ήτοι εκείνος/η που συνδέεται με το θύμα με σύμβαση για μελλοντικό γάμο, δηλαδή μνηστεία, η οποία καταρτίζεται με αμοιβαία υπόσχεση των μελλονύμφων για την τέλεση γάμου (ΑΠ 43/2012, ΑΠ 995/2009, ΑΠ 1141/2007). Η επιδίκαση δε χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, εκτιμώμενο από το Δικαστήριο της ουσίας, της ύπαρξης μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν αυτός ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων, από την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης (Ολ. ΑΠ 21/2000). Αναφορικά με την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 932 εδ. 3 του Α.Κ., στην περίπτωση προσώπου που συζεί σε ελεύθερη ένωση με το θανόντα, κατά την κρατούσα (και δη πριν το ν. 4356/2015) άποψη στη νομολογία, ούτε το γράμμα, ούτε ο σκοπός της Α.Κ. 932, επέτρεπαν ανάλογη εφαρμογή αυτής, ως προς τα πρόσωπα αυτά. H ανωτέρω κρατούσα άποψη, αφορά, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, την ελεύθερη συμβίωση χωρίς τέκνα, τούτο δε σηματοδοτεί ότι η ελεύθερη συμβίωση, από την οποία έχουν αποκτηθεί τέκνα, πρέπει να αντιμετωπίζεται διαφορετικά, ως προς την υπαγωγή της στην έννοια της οικογένειας και στο προστατευτικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 932 εδ. 3 του Α.Κ και του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α. Επί του θέματος αυτού, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 5 του Συντάγματος ορίζει ότι "1. Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2. Πολύτεκνες οικογένειες... έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Κράτος... 5. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής, καθώς και η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους". Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 21 του Συντάγματος, με τις οποίες ο γάμος και η οικογένεια έχουν αναχθεί σε συνταγματικώς προστατευόμενους θεσμούς, έχουν προεχόντως κατευθυντήριο χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι απευθύνουν στον νομοθέτη έντονη υπόδειξη προς λήψη θετικών μέτρων για την προστασία του γάμου και της οικογένειας, καθώς και της μητρότητας, της παιδικής ηλικίας και των πολυτέκνων. Η προστασία αυτή δεν έχει συγκεκριμένο πάντοτε περιεχόμενο, αλλά, οι ειδικότερες μορφές και η έκτασή της, καθορίζονται από τον κοινό νομοθέτη και, κατ' εξουσιοδότησή του, από την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, μέσα στα όρια που διαγράφουν οι λοιπές συνταγματικές διατάξεις και αρχές. Δεν είναι, πάντως, συνταγματικά ανεκτή η λήψη οποιουδήποτε νομοθετικού μέτρου εναντίον των εν λόγω θεσμών, υπό την έννοια, είτε της κατάργησης του θεσμού του γάμου, είτε της εισαγωγής ρυθμίσεων, που καθιστούν δυσμενέστερη τη θέση των εγγάμων ή/και των γονέων, λόγω των συγκεκριμένων αυτών ιδιοτήτων. Ο νομοθέτης δεν κωλύεται, όμως, από την ως άνω συνταγματική διάταξη, να τροποποιεί τις ρυθμίσεις περί των τρόπων σύστασης της οικογένειας, ή να αναγνωρίζει, στα πλαίσια των επίσης συνταγματικώς κατοχυρωμένων αρχών της ελευθερίας, ανάπτυξης της προσωπικότητας, της ισότητας και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής, άλλες, εναλλακτικές προς το γάμο, μορφές συμβίωσης και την, με αυτές, ίδρυση οικογενειακών δεσμών, καθόσον η συνταγματική προστασία της οικογένειας δεν αφορά αποκλειστικά στη δια του γάμου ιδρυόμενη, δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση ο θεσμός της οικογένειας, όπως γίνεται δεκτό, "από τη φύση του υφίσταται κατ' ανάγκην τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου" (ΑΠ 442/2017, ΑΠ 775/2011, ΑΠ 528/2011, ΑΠ 1541/2009, ΑΠ 1735/2006), υποκείμενος σε εξέλιξη και αναπροσδιορισμούς. Πράγματι, το οικογενειακό δίκαιο έχει υποστεί τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες τροποποιήσεις και αναμορφώσεις, που αντανακλούν τις μεταβολές των κοινωνικών αντιλήψεων, όπως η θέσπιση, με το ν. 1250/1982, του πολιτικού γάμου, η μεταρρύθμιση του ν. 1329/1983 (θέσπιση ισότητας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συζύγων, κατάργηση της προίκας, αντικατάσταση της πατρικής εξουσίας από τη γονική μέριμνα, ενίσχυση της θέσης των παιδιών που γεννώνται εκτός γάμου, θέσπιση του συναινετικού διαζυγίου κ.λπ.), η πρόβλεψη και ρύθμιση, με το ν. 3089/2002, της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, καθώς και η θέσπιση και ρύθμιση, αρχικώς με τον ν. 3719/2008, του συμφώνου συμβίωσης ετεροφύλων, στη συνέχεια δε, με το ν. 4356/2015, του συμφώνου συμβίωσης, ανεξαρτήτως φύλου των μερών. Με τις σημαντικές ρυθμίσεις του τελευταίου αυτού νόμου, οι οποίες κατατείνουν στην εναρμόνιση του εθνικού δικαίου με την προεκτιθέμενη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α., αναγνωρίζονται στα μέρη του συμφώνου συμβίωσης όλα τα δικαιώματα των συζύγων, που απορρέουν από διατάξεις εντασσόμενες σε διαφόρους κλάδους του δικαίου (ασφαλιστικό, συνταξιοδοτικό, φορολογικό, εργατικό, δημοσιοϋπαλληλικό κ.ά.), προκειμένου να καταστεί δυνατή η ρύθμιση ζητημάτων, τα οποία, κατά τα διαλαμβανόμενα στην οικεία αιτιολογική έκθεση, "αντιμετώπιζαν στην Ελλάδα όχι μόνο τα ομόφυλα, αλλά και τα ετερόφυλα ζευγάρια που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης κατά τις διατάξεις του ν. 3719/2008", τα οποία "...στερούνταν βασικών δικαιωμάτων σχετικών με την οικογενειακή ζωή..." (ΣτΕ 2003/2018). Κατόπιν της, με τον τελευταίο αυτό ν. 4356/2015, ενίσχυσης της σημασίας και των συνεπειών του συμφώνου συμβίωσης, δεν υφίσταται πλέον καμία αμφιβολία ότι τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί στη σύναψή του, εντάσσονται στην κατά το άρθρο 932 εδ. γ' Α.Κ. έννοια της "οικογένειας". Σύμφωνα με τα ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις σύγχρονες κοινωνικές αντιλήψεις, κατά τις οποίες, στα πλαίσια της ανεκτικότητας και του σεβασμού στις ελεύθερες επιλογές, η εξώγαμη συμβίωση αναγνωρίζεται πλέον ως διαφορετική, πιο χαλαρή μορφή κοινής ζωής, αλλά και τις προεκτιθέμενες σημαντικές τροποποιήσεις και αναμορφώσεις που έχει υποστεί τα τελευταία χρόνια το οικογενειακό δίκαιο, το οποίο έχει ενστερνιστεί και ρυθμίσει νομοθετικά τις ανωτέρω κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου, όσον αφορά στο θεσμό της οικογένειας, είναι καταφανές ότι ο εθνικός νομοθέτης, ακολουθώντας το σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών δικαιϊκών συστημάτων, απομακρύνεται πλέον από τη στενή παραδοσιακή παραδοχή, της διαμόρφωσης "οικογένειας" μόνο δια μέσου του, κατά τις διατάξεις του αστικού κώδικα, θρησκευτικού ή πολιτικού, γάμου και της έγγαμης συμβίωσης. Άλλωστε, ο νομοθέτης, εμμέσως, αναγνωρίζει τη δημιουργία οικογενειακών δεσμών μεταξύ των προσώπων που συμβιώνουν στο πλαίσιο ελεύθερης ένωσης, εντάσσοντας αρχικά, στο πλαίσιο προστασίας του ν. 3500/2006 περί ενδοοικογενειακής βίας, τη "μόνιμη σύντροφο", στη συνέχεια δε, με το άρθρο 3 § 1 του ν. 4531/2018, δυνάμει του οποίου προστέθηκε εδ. γ' στην § 2 του άρθρου 1 του ν. 3500/2006, παρέχοντας πλέον ρητώς προστασία στους μόνιμους συντρόφους, στους τέως μόνιμους συντρόφους και στα μέρη συμφώνου συμβίωσης, μετά από τη λύση του. Κατόπιν όλων των ανωτέρω και αναφορικά με τα πρόσωπα εκείνα, που δεν έχουν τελέσει γάμο, ούτε έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, αλλά συμβιώνουν σε ελεύθερη ένωση, από την οποία έχουν αποκτήσει τέκνα, (ζήτημα που αφορά στην κρινόμενη υπόθεση), πρέπει να γίνει δεκτό, [λαμβάνοντας υπόψη τον προαναφερόμενο ορισμό της έννοιας της "οικογένειας", όπως αυτός σαφώς, κατά τα άνω, καθορίζεται στις αποφάσεις του Ε.Δ.Δ.Α., που ερμηνεύουν τη διάταξη του άρθρου 8 της υπερνομοθετικής ισχύος σύμβασης της Ε.Σ.Δ.Α., σύμφωνα με τον οποίο η έννοια της προστατευόμενης οικογενειακής ζωής δεν περιορίζεται στις οικογένειες, που βασίζονται μόνο στο γάμο ή σε σύμφωνο συμβίωσης, αλλά επεκτείνεται και στις de facto σχέσεις συμβίωσης, οι οποίες δημιουργούν επίσης οικογενειακούς δεσμούς και, συνεπώς, η έννοια της οικογένειας περιλαμβάνει και τις περιπτώσεις που δύο άτομα συμβιώνουν χωρίς να έχουν τελέσει νόμιμο γάμο ή συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, εφόσον συντρέχει το καθοριστικό κριτήριο, της πραγματικής ύπαρξης στενών προσωπικών δεσμών μεταξύ τους και η συμβίωσή τους αυτή είναι αποτέλεσμα αγάπης, αφοσίωσης και σοβαρής και σταθερής πρόθεσης για συντροφικότητα και συμπόρευση], ότι και τα πρόσωπα αυτά υπάγονται στην έννοια της "οικογένειας" και στο προστατευτικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 932 εδ. 3 του Α.Κ και του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α.. Επομένως, σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, εκείνος ή εκείνη που συμβιώνει, σε ελεύθερη ένωση, από την οποία έχουν αποκτηθεί τέκνα, με το θανόντα, εξαιτίας του ατυχήματος αυτού, νομιμοποιείται ενεργητικά και δικαιούται νομικά, σύμφωνα με τις αμέσως ανωτέρω νομικές διατάξεις, να ασκήσει αγωγή καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρο 932 εδ. 3 του Α.Κ. Επισημαίνεται ότι και στην περίπτωση αυτή, η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στα ως άνω δικαιούμενα πρόσωπα (ήτοι των συμβιούντων σε ελεύθερη ένωση, με απόκτηση τέκνων), τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, το οποίο εκτιμάται από το δικαστήριο της ουσίας, ότι πληρούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα πραγματικά κριτήρια της ύπαρξης των εν τοις πράγμασι οικογενειακών δεσμών, όπως ιδίως αυτά της διάρκειας και της σταθερότητας της συμβίωσης, της αγάπης, της αφοσίωσης, της φροντίδας, της αμοιβαίας υποστήριξης, της ανάληψης από κοινού της ευθύνης της ανατροφής των τέκνων, της σοβαρής και σταθερής πρόθεσης για συντροφικότητα και συμπόρευση, δηλαδή όλων εκείνων των εκδηλώσεων συναισθημάτων και πράξεων, που αποτελούν τη γενεσιουργό αιτία της οικογένειας, αλλά και το σκοπό αυτής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό των προσώπων αυτών από την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης (Α.Π. 1159/2022). Εξ άλλου, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. Ολομ., 10/2017, 9/2015, Α.Π. 858/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1303/2020). Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά το δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1003/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 934/2020, Α.Π. 642/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι: 1) με το να κάνει δεκτό ως νόμιμο το αγωγικό αίτημα της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, εξαιτίας του θανάσιμου τραυματισμού, κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, του Α. Π., συντρόφου της σε ελεύθερη ένωση και πατέρα του αναγνωρισθέντος εκουσίως κοινού τέκνου τους Α. Π., δευτέρου αναιρεσιβλήτου, παραβίασε ευθέως τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 932 εδ. 3 και 1346 του Α.Κ., τις οποίες, όπως ισχυρίζεται, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, 2) με το να μην εξειδικεύσει, για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των φυσικών προσώπων, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. και 3) κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 932 του Α.Κ., επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, τα οποία, όμως, είναι, κατ' αυτήν (αναιρεσείουσα), δυσαναλόγως μεγάλα, σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, επιπλέον των παραδοχών που αναφέρονται παραπάνω, ως προς τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, δέχθηκε ανέλεγκτα, κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του ποσού αυτής, τα ακόλουθα: "...Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι οι ενάγοντες εξ αιτίας του οφειλόμενου στο ένδικο ατύχημα θανάτου του Α. Π., ηλικίας 66 ετών, συντρόφου της πρώτης εξ αυτών Χ. Π., ηλικίας 54 ετών (γενν. το έτος 1959) κατά το χρόνο του θανάτου του (που είναι ανάπηρη σε ποσοστό 80% βλ. από 6.6.2011 γνωμάτευση Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ) αλλά και μνηστής και μέλους της οικογένειας του τελευταίου [...], πατέρα του Α. Π., με τον οποίο συνδεόταν με στενούς πατρικούς δεσμούς αλλά και δεσμούς στενής φροντίδας, λόγω της εκ γενετής πάθησης του τελευταίου (γεννήθηκε με λαγόχειλο και λυκόστομα, βλ. από 11.11.1997 ενημερωτικό ιατρικό σημείωμα του Νοσοκομείου Παίδων "Αγία Σοφία") και αδελφού της Μ. Π. του Ι., υπέστησαν ψυχική οδύνη, για τη μερική ανακούφιση και αποκατάσταση της οποίας η εναγομένη τους οφείλει χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, της συμμετοχής του θανόντος σ' αυτό, τη συνυπαιτιότητα του άνω οδηγού, την ένταση και το βαθμό της προαναφερόμενης αμέλειας αυτού, την ηλικία των εναγόντων και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση αυτών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή κατάσταση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, πρέπει να οριστεί στο ποσό των 18.015 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα της πρώτης αγωγής, στο ποσό των 22.015 ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα της ίδιας αγωγής και στο ποσό των 8.015 ευρώ για την ενάγουσα της δεύτερης αγωγής, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κρίνονται αντικειμενικά εύλογα και ανάλογα με τέτοιο τρόπο, ώστε να επέρχεται εξισορρόπηση των αντιτιθεμένων συμφερόντων των διαδίκων [...], τα ποσά αυτά εκτιμάται ότι βρίσκονται εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την κοινή συνείδηση για το δίκαιο...". Το Εφετείο, δηλαδή, επιδίκασε στην πρώτη αναιρεσίβλητη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, δεχθέν, ανελέγκτως, ότι είναι μνηστή του θανόντος και όχι σύντροφός του σε ελεύθερη ένωση. Συνεπώς, η ανωτέρω, υπό τον αριθμό 1, αιτίαση, κατά την οποία, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 932 εδ. 3 και 1346 του Α.Κ., κρίθηκε νόμιμο το αίτημα αυτής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, για το θανάσιμο τραυματισμό, κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, του συντρόφου της σε ελεύθερη ένωση Α. Π., είναι αβάσιμη, ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Σε κάθε όμως περίπτωση, η ως άνω αιτίαση είναι απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη, ενόψει του ότι, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εκείνη που συμβιώνει σε ελεύθερη ένωση, από την οποία έχουν αποκτηθεί τέκνα, με τον τραυματισθέντα θανάσιμα σε αυτοκινητικό ατύχημα, δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρο 932 εδ. 3 του Α.Κ., εφόσον πληρούνται, τα πραγματικά κριτήρια της ύπαρξης των εν τοις πράγμασι οικογενειακών δεσμών, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, με βάση τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης. Εξ άλλου, το Εφετείο, για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση των στοιχείων αυτών, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Συνεπώς, η ανωτέρω, υπό τον αριθμό 2, αιτίαση, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Τέλος, το Εφετείο, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Συνεπώς, η ανωτέρω, υπό τον αριθμό 3, αιτίαση, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, είτε θετικώς, με λανθασμένη ανάγνωση αυτού, είτε αρνητικώς, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου του, συνεπεία δε των παραδρομών αυτών προσέδωσε στο έγγραφο περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που αυτό πράγματι έχει, στη συνέχεια δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως σ' αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Πρέπει δε, την παραπάνω, επιζήμια για τον αναιρεσείοντα, κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του, σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην περίπτωση αυτή, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Α.Π. 432/2022, Α.Π. 728/2020, ΑΠ 272/2020, Α.Π. 240/2018). Έγγραφα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, όχι όμως και τα διαδικαστικά έγγραφα, καθώς και εκείνα, στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, κατά το μέρος αυτών που περιλαμβάνει τα από τους μάρτυρες ενόρκως βεβαιωθέντα (Α.Π. 1271/2021, Α.Π. 27/2020, Α.Π. 22/2018, Α.Π. 794/2017). Όταν, όμως, σε εκκρεμή δίκη, γίνεται επίκληση και προσκομιδή διαδικαστικού εγγράφου άλλης δίκης, που προσκομίζεται προς απόδειξη κρισίμου πραγματικού περιστατικού, που πρέπει να αποδειχθεί στην εκκρεμή, τότε το έγγραφο αυτό προσλαμβάνει τον χαρακτήρα αποδεικτού μέσου και η παραμόρφωσή του θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 218/2013, Α.Π. 1763/2012). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά αναγνώστηκε, συνάγει το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο, αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 438/2021, Α.Π. 1953/2017, Α.Π. 794/2017). Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση των ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη, μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει την εξουσία, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 του Κ.Πολ.Δ., να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτιμήσεώς του (Α.Π. 265/2017, 907/2006, Α.Π. 419/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση 1) την πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, από εσφαλμένη ανάγνωση της από 7-12-2013 ένορκης κατάθεσης του οδηγού της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας Ε. Μ., δέχτηκε ότι η μοτοσυκλέτα, που αυτός οδηγούσε "...βρισκόταν σε απόσταση τουλάχιστον 200 μ. πριν από την ανωτέρω οδό Αθ. Διάκου, ήτοι στη συμβολή της οδού Θηβών με την οδό Θεσσαλονίκης...", ενώ στην ως άνω κατάθεσή του δεν υπάρχει σχετική αναφορά και 2) την, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή της εκτιθεμένων, πλημμέλεια, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και όχι και από τον αρ. 20 αυτού, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την κρίση του ότι "...Αποτέλεσμα της ενέργειας του αυτής ήταν η παραπάνω μοτοσικλέτα να καταπέσει με σφοδρότητα και με το εμπρόσθιο τμήμα της στο σώμα του (ενν. πεζού), το οποίο εκτινάχθηκε - εκτοξεύθηκε ψηλά και στη συνέχεια κατέπεσε στο οδόστρωμα (βλ. την από 9.10.2013 ένορκη κατάθεση της αυτόπτη μάρτυρα -ως προς το αποτέλεσμα της πρόσκρουσης και όχι ως προς το σημείο που έγινε και ως προς τα αίτια αυτού- Ε. Τ., η οποία (κατάθεση) θεωρείται, λόγω του χρόνου που δόθηκε, ήτοι αμέσως μετά την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και ως εκ τούτου του ειλικρινούς και άδολου χαρακτήρα αυτής, περισσότερο αξιόπιστη από εκείνη που ακολούθησε στη διαδικασία ενώπιον του ανωτέρω ποινικού δικαστηρίου και κατά την οποία -πρώτη κατάθεση - "Περίπου στο ύψος της συμβολής της οδού με την οδό Αθ. Διάκου ακούγοντας το θόρυβο είδα ένα πεζό κύριο να πετάγεται στον αέρα και στη συνέχεια να πέφτει στο οδόστρωμα")...", παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, κρίνοντας ότι η από 9-10-2013 ένορκη κατάθεση της ως άνω μάρτυρα, είναι "περισσότερο αξιόπιστη", από την κατάθεση της ιδίας ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, προσδίδοντας, κατ' αυτό τον τρόπο, αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην πρώτη. Η πρώτη από τις ως άνω αιτιάσεις, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι από την, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι σ' αυτή δεν υπάρχει παραδοχή, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, αλλά ότι "...Η πλησιέστερη στο παραπάνω σημείο (ενν. του ατυχήματος) διάβαση πεζών, ρυθμιζόμενη με φωτεινούς σηματοδότες, βρισκόταν σε απόσταση τουλάχιστον 200 μ. πριν από την ανωτέρω οδό Αθ. Διάκου, ήτοι στη συμβολή της οδού Θηβών με την οδό Θεσσαλονίκης (βλ. την από 7-12-2013 ένορκη κατάθεση του Ε. Μ.)...". Πέραν τούτου, το Εφετείο, αφού συνεκτίμησε την ως άνω κατάθεση με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει τη σημασία αυτής, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα, επιζήμιο, όχι για την αναιρεσείουσα, αλλά για το θανόντα πεζό, στον οποίο καταλόγισε υπαιτιότητα, για το λόγο, μεταξύ άλλων, ότι επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών. Επίσης, η δεύτερη ως άνω αιτίαση, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους της γενομένης αξιολόγησης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-10-2020 (αρ. κατ. 7438/891/2020) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5131/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ