Αριθμός 1576/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ. θυγ. Α. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Χαμπά. Της αναιρεσιβλήτου: Β. Α. της Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Φιλιππόπουλου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4908/1995, 80/2003 μη οριστικές, 6685/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2403/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 17-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η αναιρεσείουσα με την από 12-12-1994 αγωγή της και υπό την ιδιότητά της ως θετής μητέρας της ήδη αναιρεσειούσης εζήτησε τη λύση της μεταξύ των υιοθεσίας, η οποία είχε συντελεσθεί με την υπ' αριθμ. 4751/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για το λόγο ότι η εναγομένη υπέπεσε έναντι αυτής σε βαριά παραπτώματα που δικαιολογούν την αποκλήρωση και συνιστούν λόγους αχαριστίας. Επί της ως άνω αγωγής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 6685/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από την ενάγουσα έφεση, η οποία απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται με την ένδικη αίτηση και για τους λόγους που εκτίθενται ειδικότερα κατωτέρω. Επειδή, κατά το άρθρο 1587 ΑΚ, όπως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή του με το ν. 2447/1996, το οποίο έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, "η υιοθεσία λύεται με δικαστική απόφαση ύστερα από αγωγή του θετού γονέα ή του θετού τέκνου, αν αποδεικνύεται παράπτωμα που δικαιολογεί την αποκλήρωση ή που συνιστά λόγο αχαριστίας του θετού τέκνου απέναντι σ` αυτόν που το υιοθέτησε κατά τους όρους του άρθρου 505 του Α.Κ." Εξάλλου κατά το άρθρο 1840 περ. 5 του Α.Κ.: "Ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον κατιόντα αν..... ζει βίο άτιμο ή ανήθικο, παρά τη θέληση του διαθέτη. Η αποκλήρωση για το λόγο αυτό είναι άκυρη, αν ο κατιών κατά το θάνατο του διαθέτη είχε οριστικά εγκαταλείψει τον άτιμο ή ανήθικο βίο". Άτιμη ή ανήθικη διαβίωση, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, υπάρχει όταν, λόγω του επαγγέλματος, του εν γένει βίου ή της εξακολουθητικής συμπεριφοράς του κατιόντος προσβάλλεται η οικογενειακή τάξη ή η αξιοπρέπεια. Το αν ο κατιών διάγει βίο άτιμο ή ανήθικο κρίνεται με βάση τις κρατούσες ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις, οι οποίες όμως συνάγονται από τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και όχι από τις αντίστοιχες αντιλήψεις του διαθέτου, η δε περί αυτού κρίση αφορά σε νομική έννοια και η υπαγωγή σ` αυτή των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, ελέγχεται αναιρετικώς (Α.Π. 1142/2009, 1411/1998, 470/1997, 1653/1983, 1221/1980). Επίσης κατά το άρθρο 505 του Α.Κ. "ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε, με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει τον δωρητή". Ως αχαριστία, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, δικαιολογούσα την ανάκληση της δωρεάς και συνακολούθως τη λύση της υιοθεσίας, νοείται η εκ μέρους του δωρεοδόχου εκδήλωση αγνωμοσύνης προς τον δωρητή, και δη με βαρεία, υπαίτιο και δυναμένη να καταλογισθεί αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου προς τον δωρητή ή τον σύζυγο ή στενό συγγενή του, αντιβαίνουσα σε κανόνες δικαίου ή σε κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρεπείας. Βαρύ παράπτωμα και συνεπώς αχαριστία κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων αποτελούν, εκτός από την απόπειρα θανατώσεως, τη συκοφαντική δυσφήμηση, την κλοπή, την εξύβριση, και άλλα μικροτέρας σημασίας περιστατικά, όπως είναι και η προσβλητική συμπεριφορά και καταφρονητική διαγωγή του θετού τέκνου προς τον θετό γονέα, καθώς και η άρνηση παροχής στοιχειώδους βοηθείας προς αυτόν. Το ζήτημα αν η δηλωτική της αχαριστίας συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα τούτου, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος, για την μόρφωση της κρίσεώς του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητος του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητού ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία. Η αντικοινωνική συμπεριφορά μπορεί να είναι και συνδυασμός περισσοτέρων πράξεων ή παραλείψεων, έστω και αν καθεμία χωριστά δεν συνιστά βαρύ παράπτωμα Η ως άνω κρίση του δικαστού της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς όχι ως προς την παραδοχή του αν έλαβαν χώρα τα φερόμενα ως συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλ` ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα εν λόγω περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ως αποδειχθέντα, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικώς την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ, περαιτέρω δε και για έλλειψη νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εμφιλοχωρούν ασάφειες ή αντιφάσεις ή ανεπάρκειες (Α.Π. 781/2012, 941/2012, 656/2011, 439/1998, 974/1979). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του (Ολ. Α.Π. 27 και 28/1998, 17/2001, 7/2006 και 4/2005, Α.Π.282/2010, 1756/2011). Επίσης, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως , που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002, Ολ.Α.Π. 3/1997). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό , ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π.282/2012, 163/2012). Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα, καθηγήτρια οικοκυρικών σε σχολείο μέσης εκπαίδευσης, χωρίς αυτή να έχει δημιουργήσει δική της οικογένεια, αποφάσισε το έτος 1984 να θέσει υπό την προστασία της την ηλικίας τότε 13 ετών ανήλικη εναγομένη, φυσικό τέκνο του Α. και της Θ. Μ., την οποία είχαν εγκαταλείψει οι φυσικοί της γονείς, διέμενε δε αυτή σε διάφορα ιδρύματα με τελευταίο, το ίδρυμα "..." συγχρόνως δε τελούσε υπό την κηδεμονία της θείας της Μ. Σ. Η συγκατοίκηση των διαδίκων στην ιδιόκτητη οικία της ενάγουσας ήταν αρμονική, με την βοήθεια δε της τελευταίας η εναγομένη φοίτησε στο Γυμνάσιο - Λύκειο και μάλιστα με καλές επιδόσεις στα μαθήματά της, ενώ παρακολουθούσε μαθήματα αγγλικής γλώσσας. Ενόψει, όμως, των εισαγωγικών εξετάσεων για το πανεπιστήμιο και επιθυμώντας τόσο η ενάγουσα, όσο και η εναγομένη να δώσει εξετάσεις η τελευταία με το επώνυμο της ενάγουσας, το έτος 1989 η ενάγουσα αποφάσισε να υιοθετήσει την ενήλικη, πλέον εναγομένη, όπως και έγινε δυνάμει της υπ' αριθμ. 4751/1989 αποφάσεως του Πολ/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών. Η εναγομένη εισήλθε στη σχολή νηπιαγωγών Πάτρας, κατόπιν όμως προσπαθειών της ενάγουσας μετεγράφη στην ίδια σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, συγχρόνως δε η εναγομένη φρόντιζε να παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά σχολικής ηλικίας, προκειμένου να ενισχύει το εισόδημά της. Η συμβίωση των διαδίκων ήταν αρμονική, τα διάφορα δε λεκτικά μικροεπεισόδια που ελάμβαναν χώρα μεταξύ τους κατά καιρούς ήσαν ασήμαντα και μέσα στα πλαίσια της συμβιώσεώς τους. Η εναγομένη συντρόφευε και ακολουθούσε την ενάγουσα και την αδελφή της τελευταίας σε διάφορες επισκέψεις προς φιλικές οικογένειες, όταν δε εξερχόταν για διασκέδαση με παρέες συνομηλίκων της, επέστρεφε αυτή, άλλοτε μέσα στα χρονικά πλαίσια που της καθόριζε η ενάγουσα και άλλοτε καθυστερούσε, με αποτέλεσμα, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η μεν ενάγουσα ήταν αυστηρή σε θέματα ωραρίου, η δε εναγομένη πείσμων, την δημιουργία μικρών επεισοδίων. Όμως, το έτος 1993 η εναγομένη σε φιλική οικογένεια της ενάγουσας γνώρισε τον επίσης νεαρό Κ. Π. με τον οποίο συνήψε ερωτικό δεσμό. Μάλιστα αυτός, επισκέφθηκε την ενάγουσα, όμως, η τελευταία δεν ενέκρινε τον δεσμό αυτόν, καθόσον ως νεαρός εστερείτο ακόμη πτυχίου και έχοντας προφανώς η ενάγουσα κατά νου άλλα σχέδια για την εναγομένη ως προς την προσωπική της αποκατάσταση, αντέδρασε αρνητικά για την συνέχιση αυτής της σχέσεως. Πλην όμως η εναγομένη επέμεινε στη συνέχιση αυτής της συναισθηματικής σχέσεως με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κατά καιρούς μεταξύ τους επεισόδια κατά τα οποία η μεν ενάγουσα την παρατηρούσε για την αργοπορία της ή και για την απουσία της μερικές φορές από το σπίτι, η δε εναγομένη, λόγω και του κλειστού χαρακτήρα της απαντούσε "δεν με νοιάζει τι θα πει ο κόσμος" ή "άφησε με ήσυχη" και περιοριζόταν στο δωμάτιό της ή αρνιόταν πλέον να ακολουθήσει την ενάγουσα. Έτσι είχε η κατάσταση, οπότε κατά μήνα Μάρτιο του 1994 σε φραστικό επεισόδιο, που είχαν μεταξύ τους, μετά από παρέμβαση τρίτων ψυχραιμοτέρων και προκειμένου να ηρεμήσει η κατάσταση, η μεν ενάγουσα αναχώρησε για την εξοχική της κατοικία, η δε εναγομένη εγκαταστάθηκε στην οικία της θείας της Μ. Σ., χωρίς όμως στη συνέχεια να προσπαθήσουν να προσεγγίσουν η μία την άλλη και έτσι η εναγομένη, αφού παρέλαβε τα πράγματά της από την οικία της ενάγουσας, εγκαταστάθηκε στην οικία των γονέων του φίλου της Κ. Π.. Η εναγομένη στη συνέχεια, αφού περάτωσε τις σπουδές της, ήλθε σε γάμο με τον Κ. Π. που εν τω μεταξύ τελείωσε και αυτός τη σχολή Λιμενικού, ενώ μετά πάροδο ολίγων ετών ελύθη ο γάμος τους συναινετικά, ήδη δε η εναγομένη υπηρετεί ως νηπιαγωγός στο νηπιαγωγείο …Ν. . Από όλα όσα εκτέθηκαν προέκυψε ότι η μόνη σοβαρή διαφωνία που υπήρξε καταλυτική για τη σχέση των διαδίκων αποτέλεσε ο συναισθηματικός δεσμός της ήδη ενήλικης τότε εναγομένης με τον Κ. Π. και η άρνηση αυτής να διακόψει τον δεσμό της για τον οποίο η ενάγουσα ήταν παντελώς αρνητική επικαλούμενη τις αυστηρές αρχές της. Έτσι η εναγομένη με την ως άνω στάση και επιμονή της απέναντι στην ανελαστικότητα της ενάγουσας ως προς τη διακοπή του συναισθηματικού δεσμού της -όπως συμβαίνει κατά κανόνα με όλους τους συνομηλίκους της - ναι μεν είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση των ως άνω επεισοδίων, όπως εκτέθηκαν, πλην όμως αυτή (εναγομένη) δεν έδειξε αχαριστία με βαρύ παράπτωμα απέναντι στην ενάγουσα, ούτε με τη διαγωγή της παρέβη κανόνα δικαίου ούτε, τέλος, προσέβαλε τις αρχές της ηθικής και της ευπρέπειας, οι οποίες κρατούν στην κοινωνία. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε τα ίδια και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή δεν έσφαλε...". Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο, δεν έσφαλε, με βάση τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1587, 505 και 1840 περ. 5 του Α.Κ., διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές σκέψεις αιτιολογίες, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Τούτο δε διότι, κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του, η μόνη σοβαρή και καταλυτική των σχέσεων των διαδίκων διαφωνία αυτών εντοπίζεται στο συναισθηματικό δεσμό της ενήλικης τότε αναιρεσιβλήτου - εναγομένης με τον Κ. Π. και στην άρνησή της να διακόψει το δεσμό τούτο, στον οποίο ήταν εντελώς αντίθετη η αναιρείουσα - ενάγουσα, επικαλουμένη τις αυστηρές αρχές της. Η εμμονή δε της πρώτης στον ως άνω δεσμό της και η ανελαστικότητα της δευτέρας (θετής μητέρας της) είχε μεν ως αποτέλεσμα, κατά την προσβαλλομένη απόφαση την πρόκληση των αναφερομένων σ' αυτή επεισοδίων, πλην όμως η εναγομένη δεν έδειξε, σύμφωνα με την απόφαση, αχαριστία με βαρύ παράπτωμα απέναντι στην ενάγουσα, ούτε με τη διαγωγή της παρέβη κανόνα δικαίου ούτε προσέβαλε τις αρχές της ηθικής και της ευπρέπειας, οι οποίες κρατούν στην κοινωνία. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις προειρημένες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, κατά τα ανωτέρω, ως αποδειχθέντα, δεν πληρούν, σύμφωνα με τις κρατούσες ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις, το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και δη του ατίμου και ανηθίκου βίου, υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια ή της αχαριστίας, και κατά συνέπειαν δεν δικαιολογούν την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, υπό στοιχ. β' λόγος της κρινομένης αιτήσεως με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις, τυγχάνει αβάσιμος. Περαιτέρω η αναιρεσείουσα με τον υπό στοιχ. α' ίδιο ως άνω πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό της ότι η τέλεση του γάμου της αναιρεσιβλήτου με τον προειρημένο εραστή της Κ. Π., έλαβε χώρα μετά την προς αυτήν επίδοση της ενδίκου αγωγής και ως εκ τούτου δεν είχε ως αποτέλεσμα την άρση του εκ της συμβιώσεώς της μετ' αυτού ατίμου και ανηθίκου βίου της και δεν εξέλιπε εντεύθεν ο αντίστοιχος λόγος λύσεως της υιοθεσίας. Ο ισχυρισμός αυτός και λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου η συμπεριφορά της αναιρεσιβλήτου και συγκεκριμένα η συμβίωσή της μετά του εραστού της και εν συνεχεία συζύγου της Κ. Π., δεν εμπίπτει στην έννοια του ατίμου ή ανηθίκου βίου και συνεπώς ο επακολουθήσας γάμος της μετά του τελευταίου δεν συνιστούσε αναιρετικό τοιούτου βίου και συναφούς παραπτώματός της γεγονός . Επομένως το Εφετείο που αντιπαρήλθε σιγή τον συγκεκριμένο ισχυρισμό της αναιρεσειούσης δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ', συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη ή τουλάχιστον δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον ότι έλαβε υπ' όψη και εξετίμησε, καθ' όλον το περιεχόμενόν των, τις καταθέσεις των μαρτύρων αυτής που περιέχονται στην εισηγητική έκθεση και αναφέρουν συγκεκριμένα γεγονότα αποκαλυπτικά της αγνώμονος, ανευλαβούς και υβριστικής συμπεριφοράς της αναιρεσιβλήτου. Οι αιτιάσεις αυτές της αναιρεσειούσης δεν είναι βάσιμες, διότι όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά πρόταση αυτής. Τούτο πέραν από την ρητή σχετική αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη, οι καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην υπ' αριθμ. 859/1995 εισηγητική έκθεση καθώς και όλα τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα, προκύπτει σαφώς και αδιστάκτως και από το όλο περιεχόμενο της ιδίας αποφάσεως και ειδικότερα από τις σκέψεις και παραδοχές της που αφορούν τους θεμελιωτικούς της αγωγής ισχυρισμούς περί βαρέων παραπτωμάτων της αναιρεσιβλήτου, τους οποίους αξιολόγησε αρνητικώς, με βάση την συνολική και αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και τους απέρριψε με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες. Επομένως και ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Τέλος η αναιρεσείουσα με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προσάπτει (υπ' στοιχ α') στο Εφετείο την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζει ειδικότερα τα μεταξύ αυτής και της αναιρεσιβλήτου επεισόδια, τα οποία χαρακτηρίζει ως "λεκτικά μικροεπεισόδια", "ασήμαντα" και "φραστικό επεισόδιο", μετά από το οποίο και απεχώρησε από την οικία της , και συγκεκριμένα δεν περιγράφει τη συμπεριφορά της αναιρεσιβλήτου κατ' αυτά και δεν αναφέρει τις φράσεις και λέξεις που ειπώθηκαν απ' αυτήν για να κριθεί αν αυτές ήταν υβριστικές και καταφρονητικές για το πρόσωπο αυτής και να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν η συμπεριφορά της εμπίπτει ή όχι στις διατάξεις των άρθρων 1850 αριθ. 3 και 5 και 505 του Α.Κ., τις οποίες έτσι παρεβίασε εκ πλαγίου. Ενώ με το υπό στοιχ. β' σκέλος του ιδίου ως άνω λόγου μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία παραβίαση των ιδίων ουσιαστικών διατάξεων, εμπίπτουσα στην εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον εχαρακτήρισε ως "ασήμαντα φραστικά μικροεπεισόδια" αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά υβριστικής και εξόχως ανευλαβούς και περιφρονητικής συμπεριφοράς της αναιρεσιβλήτου όπως "η εξαποστολή της στο διάβολο", η έντονη απαξίωσή της εκ μέρους της ενώπιον τρίτων, με φράσεις "δεν ξέρεις τι σου γίνεται", "σε μισώ", "μισώ το σπίτι μας" και ότι δεν την εξέφραζε ως μητέρα, τα οποία συνιστούν διάπραξη σοβαρών πλημμελημάτων και βαρέων παραπτωμάτων αχαριστίας και ανευλαβούς συμπεριφοράς εκ μέρους της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, κατά το πρώτο μεν σκέλος του διότι, ως ήδη ελέχθη ανωτέρω, κατά την έρευνα του πρώτο λόγου αναιρέσεως, η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιασμούς ή λογικά κενά αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό της έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1587, 505 και 1840 περ. 5 του Α.Κ., ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και ειδικότερα η λεπτομερής περιγραφή των μεταξύ των διαδίκων μικροεπεισοδίων, εφόσον αυτά κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ήταν ασήμαντα και συνήθη στα πλαίσια της οικογενειακής συμβιώσεως και σε κάθε περίπτωση δεν συνιστούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει του χαρακτήρος των συγκεκριμένων διαδίκων, του τρόπου και των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβαν χώρα βαρύ παράπτωμα ή αχαριστία της αναιρεσιβλήτου. Επίσης ως προς το δεύτερο σκέλος του ο αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού λαμβάνει ως δεδομένα γεγονότα τα οποία κατά την προσβαλλομένη απόφαση δεν έχουν αποδειχθεί, αφού δεν περιλαμβάνονται στις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές αυτής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-6-2009 αίτηση της Χ. θυγ. Α. Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ.2403/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις....... . Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ