Αριθμός 441/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα και Χρήστο Κατσιάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Σ., 2) Ε. Μ. του Φ., 3) Σ. Μ. του Γ., 4) Α. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κλεάνθη Βουλκίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ LTD" και το διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στην Κύπρο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Φερφέλη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/9/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11286/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 250/2017 μη οριστική και 1210/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/11/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1210/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 11-3-2015 και με αριθμό κατάθεσης 1050/19-3-2015 έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της με αριθμό 11286/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε απορρίψει ως απαράδεκτη, για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας, την από 28-9-2012 και με αριθμό κατάθεσης 28870/2012 αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη Τράπεζα να τους καταβάλει, νομιμοτόκως, το συνολικό ποσό των 281.725 ευρώ, ως αποζημίωσή τους, ευθυνόμενη από αδικοπραξία, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ, εκτός από τις αναφερόμενες στην παρ.2 αυτού εξαιρέσεις, περί των οποίων δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση, στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι καθιερώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την ελληνική πολιτεία με κάποιο στοιχείο, που θεμελιώνει δωσιδικία και δη αρμοδιότητα κάποιου Ελληνικού Δικαστηρίου (ΑΠ 462/2021, ΑΠ 1108/2019, ΑΠ 8/2015). Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 42, 43 και 44 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να αποκλειστεί η διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων επί υφισταμένων και σε περίπτωση που η συμφωνία γίνει εγγράφως, και επί διαφορών που θα προκύψουν στο μέλλον, από ορισμένη έννομη σχέση, εφόσον τούτο καθορίζεται κατά τρόπο σαφή. Στην περίπτωση αυτή, με βάση τη γενική αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, οι συμβαλλόμενοι, με τη συμφωνία τους εκφράζουν τη βούληση τους και έτσι προβαίνουν στον καθορισμό του συγκεκριμένου κατά τόπο αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, η δε συμφωνία τους είναι έγκυρη, εκτός αν συντρέχουν άλλοι λόγοι νόμιμης προσβολής της (Ολ. ΑΠ 4/1992, ΑΠ 246/2016, ΑΠ 1542/2014, ΑΠ 706/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 της σύμβασης για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 27-09-1968 και στην οποία προσχώρησε και η Ελλάδα με σύμβαση που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 25-10-1982 και κυρώθηκε με το ν. 1814/1988 (ΦΕΚ 249 Α'/ 11.11.1988), έκτοτε δε αποτελεί, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, εσωτερικό κανόνα δικαίου με υπερνομοθετική ισχύ (Ολ. ΑΠ 2/1999), αν τα μέρη, από τα οποία το ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του (ή την έδρα του επί νομικών προσώπων) στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους, συμφώνησαν, είτε γραπτά είτε προφορικά αλλά με γραπτή επιβεβαίωση, ότι τα δικαστήρια συμβαλλόμενου κράτους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή θα προκύψουν στο μέλλον από συγκεκριμένη έννομη σχέση, τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία (ΑΠ 8/2015, ΑΠ 822/2001). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου "για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις" (που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο πριν αντικατασταθεί (αναδιατυπωθεί) με το Νέο Κανονισμό 1215/2012), η οποία αντικατέστησε την από 27-09-1968 Σύμβαση των Βρυξελλών "για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", που έχουν εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 66 αυτού, επί των αγωγών που ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή από 01-03-2002 και ο οποίος κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου, συνάγεται ότι καθιερώνεται ως θεμελιώδης βάση διεθνούς δικαιοδοσίας η κατοικία του εναγόμενου και επί νομικών προσώπων η έδρα τους. Όμως η ρύθμιση αυτή δεν μπορεί με βάση τη γενική αρχή της αυτονομίας της βούλησης να κατισχύσει της βούλησης των μερών. Ειδικότερα, στο άρθρο 23 του άνω Κανονισμού ορίζεται ότι "αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάσουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους μέλους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτιστεί: α) είτε γραπτά, είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση ... Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, σκοπός του οποίου είναι η αναγνώριση της αρχής της αυτονομίας της βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών εντός του συστήματος του Κανονισμού 44/2001, προκύπτει ότι η συμφωνία αυτή, που επιτρέπει στα μέρη να παρεκκλίνουν από τις περί διεθνούς δικαιοδοσίας διατάξεις του Κανονισμού και να υποβάλλουν τις διαφορές τους στο δικαστήριο που αυτά θα συμφωνήσουν, αποσκοπεί στον καθορισμό, με σαφή και ακριβή τρόπο, ενός δικαστηρίου συμβαλλόμενου κράτους, σύμφωνα με τη σύμπτωση βούλησής τους, εκφραζόμενη κατά τις οριζόμενες στην άνω διάταξη αυστηρές τυπικές προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή ιδρύεται αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου ή των δικαστηρίων του κράτους που επιλέχθηκαν, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν διαφορετικά. Η ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας έχει αποκλειστικά δικονομικές επενέργειες, που συνίστανται στον αποκλεισμό ή στη θεμελίωση της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου και το κύρος και η ισχύς της θα κριθεί από το δίκαιο της χώρας του δικαστή που δικάζει την υπόθεση, δηλαδή τη lex fori (ΑΠ 423/2018, ΑΠ 948/2015, ΑΠ 8/2015, ΑΠ 1542/2014). Πάντως, για την τήρηση της συμφωνίας αρκεί ένα από τα μέρη να έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους και, συνεπώς, η σχετική συμφωνία δεν μπορεί να αποκλειστεί από το γεγονός ότι αυτή υποβάλλει ορισμένη διαφορά στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων που είναι ήδη εκ του νόμου αρμόδια να επιληφθούν αυτής, αφού από τις παραπάνω διατάξεις του Κανονισμού προκύπτει ότι δίνεται σαφής προτεραιότητα στο ορισθέν δικαστήριο βάσει της αποκλειστικής συμφωνίας παρέκτασης και μάλιστα η σχετική ρήτρα υπερισχύει, σε περίπτωση σύγκρουσης, της δωσιδικίας της συνάφειας ή της προσεπικλήσεως (άρθρο 6 παρ. 1 και 2 του κανονισμού). Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η σχετική έρευνα προηγείται κατά νόμο της έρευνας της πληρότητας της αγωγής ως εισαγωγικού δικογράφου, αλλά και της έρευνας ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο αυτής. Οι σχετικές δε με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων διατάξεις τόσο του Κ.Πολ.Δ. όσο και της Σύμβασης των Βρυξελλών, καθώς και του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της 22-12-2000, έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά θεσπίζουν γενική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής (ΑΠ 462/2021, ΑΠ 8/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του Ν.2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 2 Ν. 3587/2007, "όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους". Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών" όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (Ολ. ΑΠ 15/2007), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά τη σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019). Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω όρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ, θεωρουμένων κατ' αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 1463/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνο του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 828/2018). Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους. Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών (ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των παραγράφων 1 και 6 του άρθρου 2 Ν. 2251/1994, σαφώς προκύπτει ότι η καταχρηστικότητα γενικού όρου συναλλαγών, που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις, δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, αφού προϋποθέτει ανυπαίτια άγνοια του καταναλωτή, ιδίως όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή του ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου του. Επίσης ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου στη σύμβαση, κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη, εκτός των άλλων και το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Έτσι, η ανυπαίτια άγνοια του καταναλωτή, καθώς και οι ειδικές συνθήκες κατά τη σύναψη της σύμβασης, ανάγονται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία ο καταναλωτής βαρύνεται να επικαλεσθεί, κατά τρόπο δικονομικά παραδεκτό και να αποδείξει. Κατόπιν τούτων, απορριπτέο είναι το αίτημα των αναιρεσειόντων, να ανασταλεί η διαδικασία και να απευθυνθεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, σχετικά με την υποχρέωση ή μη του δικαστηρίου να προβαίνει σε αυτεπάγγελτο έλεγχο της ιδιότητας του καταναλωτή και του χαρακτήρα της σύμβασης ως καταναλωτικής. ΙΙΙ. Περαιτέρω, αν το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση, που κατά το νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Αντίθετα, αν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας, με συνέπεια να απορρίψει έτσι κατά το άρθρο 4 Κ.Πολ.Δ. την αγωγή, μολονότι είχε δικαιοδοσία, δεν υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια, αλλά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή της κήρυξης απαραδέκτου παρά το νόμο (Ολ. ΑΠ 293/1981, ΑΠ 462/2021, ΑΠ 576/2013, ΑΠ 1179/2012, ΑΠ 1647/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Ακόμη, όμως και για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, για να ιδρύσει αναιρετικό λόγο στην εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν να έχουν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση της υποβολής τους στο αναιρετήριο (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 386/2017). Κατά δε το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης (παρ. 1) και λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης (παρ. 3). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα των αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), προκύπτουν τα εξής: Στο δικόγραφο της από 28-09-2012 αγωγής τους οι αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι ο πρώτος τούτων, ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό των λοιπών, απηύθυνε στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα Κύπρου, δια του υποκαταστήματος αυτής στη Θεσσαλονίκη, την με αριθμό .../16-5-2011 αίτησή του, για συμμετοχή στην έκδοση μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου (Μ.Α.Ε.Κ) ποσού 375.000 ευρώ, που ήταν κατατεθειμένο σε κοινό λογαριασμό των αναιρεσειόντων. Ότι η αίτησή τους αυτή έγινε δεκτή, πλην όμως η αναιρεσίβλητη ψευδώς τους διαβεβαίωσε ότι η επένδυσή τους ήταν ασφαλής και συμφέρουσα, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν κατά το ποσό των 281.725 ευρώ, από την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης - αναιρεσείουσας, κατά τα ιστορούμενα, αναλυτικά, στην αγωγή, την καταβολή του οποίου ποσού ζήτησαν, νομιμοτόκως, ως αποζημίωσή τους. Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, με τις έγγραφες προτάσεις της του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πρότεινε τη ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας, ισχυριζόμενη ότι με βάση το Ενημερωτικό Δελτίο της 5-4-2011, που αποτέλεσε ενιαίο και αναπόσπαστο μέρος της από 12-5-2011 αίτησης του πρώτου ενάγοντος, άρα και αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης που συνήψε με την εναγομένη Τράπεζα για την αγορά των ΜΑΕΚ, αποκλειστικά αρμόδια για την επίλυση κάθε διαφοράς από την έκδοση των συγκεκριμένων προϊόντων είναι τα δικαστήρια της Κύπρου και εφαρμοστέο το κυπριακό δίκαιο. Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, που παραστάθηκαν πρωτοδίκως, δεν προέβαλαν αντένσταση κατά της παραπάνω ένστασης της εναγομένης, αφού δεν κατέθεσαν προσθήκη - αντίκρουση στις από 11-4-2013 έγγραφες προτάσεις τους, οι οποίες δεν περιέχουν ούτε καθ' υποφορά τέτοια αντένσταση, η οποία άλλωστε, ούτε στα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης διατυπώνεται. Με τους τρεις (3) λόγους της από 11-3-2015 έφεσής τους, οι ηττηθέντες πρωτοδίκως αναιρεσείοντες - ενάγοντες παραπονέθηκαν κατά της εκκαλουμένης, με αριθμό 11286/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την από 28-5-2012 αγωγή τους ως απαράδεκτη, για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας, προβάλλοντας και τον ισχυρισμό ότι είχαν την ιδιότητα του καταναλωτή, κατά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης και είναι καταχρηστικοί οι προδιατυπωμένοι γενικοί όροι Συναλλαγών. Το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την παραπάνω έφεση, διαλαμβάνοντας τις εξής παραδοχές: "..Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης ή μη διεθνούς δικαιοδοσίας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι: Με την από 16-5-11 και με αριθμό ... αίτηση του πρώτου ενάγοντος, την οποία απηύθυνε στην εναγομένη τραπεζική εταιρία, ενεργώντας για λογαριασμό του ατομικά αλλά και για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων, ζήτησε από την εναγόμενη και η τελευταία έκανε δεκτό το αίτημά του, για συμμετοχή στην έκδοση μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου, ποσού 375.000 ευρώ. Με αφορμή την συμβατική αυτή σχέση, οι ενάγοντες επικαλούμενοι αδικοπραξία σε βάρος τους εκ μέρους της εναγομένης, συνιστάμενη στην ψευδή διαβεβαίωση ότι η επένδυση αυτή ήταν ασφαλής και συμφέρουσα, ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία να τους καταβάλλει το ποσό των 281.725 ευρώ, για την ζημία που υπέστησαν. Η εναγομένη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις έγγραφες προτάσεις της, πρότεινε την ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας, επικαλούμενη, όπως επικαλείται άλλωστε και με τις, κατά την παρούσα δίκη, νομότυπα κατατεθειμένες έγγραφες προτάσεις της, την ύπαρξη ρητής συμφωνίας των μερών (εναγόντων / εναγομένης), που περιλαμβάνεται στο με ημερομηνία 5-4-2011 ενημερωτικό δελτίο, και σύμφωνα με την οποία, τα δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας έχουν "την μοναδική εξουσιοδότηση να δικάσουν οποιεσδήποτε διαφορές που μπορεί να προέλθουν ή έχουν σχέση με τα μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου". Σημειώνεται ότι, ούτε οι εκκαλούντες, ούτε η εφεσίβλητη, αν και την επικαλούνται με τις έγγραφες προτάσεις τους, δεν προσκομίζουν την συγκεκριμένη έγγραφη συμφωνία περί παρέκτασης αρμοδιότητας για μελλοντικές διαφορές, πλην όμως, την ύπαρξη της συμφωνίας αυτής, ουδόλως αμφισβητούν οι εκκαλούντες με την έφεσή τους, παραπονούμενοι μόνο ότι: α) Παρά την ύπαρξή της, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία για την υπό κρίση διαφορά, επειδή η προθεσμιακή κατάθεση, που διατηρούσαν στην εναγομένη και από την οποία προέρχονται τα χρήματά τους, που επενδύθηκαν σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου, ανοίχτηκε σε υποκατάστημα που διατηρεί η εναγομένη τράπεζα στην Θεσσαλονίκη. β) Ότι η προθεσμιακή κατάθεση είναι σύμβαση προσχώρησης, με προδιατυπωμένους όρους της Τράπεζας, ότι οι πελάτες της τελευταίας είναι καταναλωτές κατά την έννοια του νόμου και καταχρηστικοί είναι οι όροι που διαταράσσουν υπέρμετρα τα δικαιώματα του καταναλωτή. Ότι στην 7η παράγραφο του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 περιλαμβάνεται ενδεικτικός κατάλογος per se καταχρηστικών όρων, ενώ ακόμη και αν τούτο δεν συμβαίνει, μπορεί ΓΟΣ να υπαχθεί στην παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, και γ) ότι οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες κατήρτισαν με την εναγομένη σύμβαση, επένδυσης του κεφαλαίου τους σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου, ξένη προς την επαγγελματική τους δραστηριότητα, εκ του λόγου δε τούτου είναι καταναλωτές κατά την έννοια του άρθρου 15 του Κανονισμού, με αποτέλεσμα η αγωγή τους να μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας τους. Ότι για τους παραπάνω λόγους η εκκαλουμένη έσφαλε, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την αγωγή τους. Όμως, από την προαναφερόμενη έγγραφη συμφωνία, προκύπτει η ρητή συνομολόγηση δικονομικής ρήτρας μεταξύ των μερών, ότι για τις διαφορές τους από την μεταξύ τους σύμβαση αρμόδια θα είναι τα δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς κάποια επιφύλαξη ή εξαίρεση. Η ανωτέρω σύμβαση παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας είναι νόμιμη και έγκυρη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εφαρμοζομένου του πιο πάνω Κανονισμού (ΕΚ) με αριθμό …/2001. Επίσης η ρήτρα αυτή, με την οποία αποκλείστηκε η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων είναι απόλυτα σαφής και δεν επιδέχεται αντίθετη ερμηνεία κατά τη lex fori συντρέχουσας αρμοδιότητας των ελληνικών δικαστηρίων. Η παραπάνω ρήτρα που έγινε εγγράφως και αφορά διαφορά, που έχει περιουσιακό αντικείμενο, καταρτίστηκε παραδεκτά, σύμφωνα με τα άρθρα 42, 43 και 44 ΚΠολΔ, και καθιδρύει αποκλειστική αρμοδιότητα των Δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από το περιεχόμενό της, όπως διατυπώθηκε, προκύπτει ότι στα Δικαστήρια που προαναφέρθηκαν, υπάγεται κάθε διαφορά, χωρίς διάκριση, που έχει ως αφετηρία και ιστορικό υπόβαθρο την συγκεκριμένη επένδυση των χρημάτων των εναγόντων σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου, ακόμη και στηριζόμενη σε οποιαδήποτε αδικοπρακτική συμπεριφορά των συμβαλλομένων (ΑΠ 1542/2014 ο.π). Αν δε υπήρχε αντίθετη θέληση των συμβληθέντων (αναφορικά με τις διάφορες από συναφείς αδικοπρακτικές αξιώσεις), έστω και για συντρέχουσα αρμοδιότητα των ελληνικών Δικαστηρίων θα είχε περιληφθεί σχετικώς, όρος στην εν λόγω ρήτρα-συμφωνία. Το γεγονός δε ότι οι ενάγοντες αρχικά μετέφεραν τα χρήματά τους σε τράπεζα της Κύπρου και στην συνέχεια, όταν θεώρησαν πως το φορολογικό καθεστώς τους ευνοεί, τα "επαναπάτρισαν", καταθέτοντάς τα σε υποκατάστημα της εναγομένης Τράπεζας στην Θεσσαλονίκη, από τις καταθέσεις δε αυτές, προέκυψε η επένδυση σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου, δεν ασκεί εν προκειμένω καμία επιρροή αναφορικά με την ύπαρξη δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, κατά τον σχετικό λόγο έφεσης, απορριπτομένου ως αβάσιμου. Περαιτέρω, αναφορικά με τους λοιπούς δύο λόγους έφεσης, από την επισκόπηση των πρωτοδίκως κατατεθειμένων εγγράφων προτάσεων των εναγόντων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αυτοί δεν κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προσθήκη αντίκρουση στους προταθέντες ισχυρισμούς της ενάγουσας, και συγκεκριμένα, δεν απάντησαν καθόλου στην προβληθείσα ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας, λόγω ύπαρξης συμφωνίας παρέκτασης, ουδόλως δε, πρότειναν- αντενστάσεις, περί ακυρότητας της επίδικης συμφωνίας, λόγω αντίθεσής της στο Ν. 2251/1994, ή ύπαρξης στο πρόσωπό τους, της ιδιότητας του καταναλωτή, κατά την έννοια του άρθρου 15 του Κανονισμού, ώστε να μην εφαρμόζεται εν προκειμένω η συμφωνία παρέκτασης της διεθνούς δικαιοδοσίας, πρέπει αυτοί να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Τούτο διότι, για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσης επιχειρείται η προβολή των δύο αυτών αντενστάσεων, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η αντένσταση ακυρότητας της συμφωνία, ορισμένα προβάλλεται, χωρίς περαιτέρω, να συντρέχουν οι εξαιρέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ και ειδικότερα: Χωρίς να είναι οψιγενείς, να προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, να λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ή να μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, να μην προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, κάτι το οποίο ουδόλως αναφέρεται στην έφεση, ή τέλος, να αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία της εφεσίβλητης. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης της εναγομένης απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών Δικαστηρίων προς εκδίκαση της κρινόμενης υπόθεσης, ορθώς έκρινε. Επομένως, η έφεση με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμη και απορριπτέα....". Έτσι που έκρινε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με το να αρνηθεί την ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της ως άνω ένδικης αγωγής, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον, αφενός μεν ορθά εφάρμοσε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης, τις διατάξεις του άρθρου 4 του Κ.Πολ.Δ., καθώς και των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 23 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, η οποία αντικατέστησε την από 27-9-1968 Σύμβαση των Βρυξελλών, αφετέρου δε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τα διάδικα μέρη με έγγραφη συμφωνία παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, ίδρυσαν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Κύπρου, η οποία, όπως προαναφέθηκε, υπερισχύει οποιασδήποτε άλλης δωσιδικίας, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας των διαδίκων ή την ιδιότητα αυτών ως καταναλωτών, στα πλαίσια σύναψης σύμβασης, μη αυτεπαγγέλτως ερευνωμένης της καταχρηστικότητας του σχετικού όρου παρέκτασης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου της αγωγής (και όχι και από τον αριθ.1 του ίδιου άρθρου, που επίσης ενάριθμα παραθέτουν με τον ίδιο λόγο, αφού δεν πρόκειται για θετική υπέρβαση δικαιοδοσίας) και με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως την καταχρηστικότητα της συμφωνίας παρέκτασης, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 42, 43 και 44 του Κ.Πολ.Δ., 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 15, 16 και 23 του Κανονισμού 44/2001, καθώς και του άρθρου 1 παρ. 4α του Ν.2251/1994, που ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και σε συμβάσεις που περιέχουν γενικούς όρους συναλλαγών. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι στην επίδικη σύμβαση έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή, ότι ο όρος περί παρέκτασης της αρμοδιότητας ήταν προδιατυπωμένος και δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και ότι για τους λόγους αυτούς το Εφετείο έπρεπε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την καταχρηστικότητα του όρου αυτού, ως αντιθέτου στο άρθρο 2 του Ν. 2251/1994. Ακόμη ισχυρίζονται ότι μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης τράπεζας καταρτίστηκαν δύο συμβάσεις και συγκεκριμένα εκτός από την επενδυτική σύμβαση αγοραπωλησίας του επιδίκου επενδυτικού προϊόντος ΜΑΕΚ και σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, στην οποία βασίζεται η ένδικη αγωγή και στην οποία σύμβαση δεν υπάρχει όρος περί παρέκτασης της αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας των Ελληνικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός της αίτησης, επιχειρούμενος να θεμελιωθεί σε σφάλματα από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, διότι λόγος αναίρεσης από τον αριθ.1 ιδρύεται επί παραβιάσεων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1687/2013, ΑΠ 608/2008, ΑΠ 1140/2005) και, όπως προαναφέρθηκε, οι σχετικές με τη δικαιοδοσία διατάξεις τόσο του Κ.Πολ.Δ., όσο και του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος. Εξάλλου, εάν εκτιμηθεί ότι με τον παρόντα αναιρετικό λόγο γίνεται επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή της παρά το νόμο κήρυξης απαράδεκτης της αγωγής, ως προς μεν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως την καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου παρέκτασης της αρμοδιότητας, είναι ωσαύτως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., διότι η καταχρηστικότητα των Γενικών Όρων Συναλλαγών δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως, όπως προαναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας απόφασης και οι αναιρεσείοντες δεν πρότειναν στον πρώτο βαθμό ισχυρισμό καταχρηστικότητας του όρου, τον οποίο να επανέφεραν παραδεκτά στο Εφετείο, αλλά τον πρότειναν για πρώτη φορά με λόγο έφεσης δηλαδή απαραδέκτως, χωρίς να συντρέχουν οι εξαιρέσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ., όπως ορθά έκρινε και το Εφετείο. Ως προς δε το σκέλος του περί χωριστής σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 28-9-2012 αγωγής, η επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης - εναγομένης δεν βασίζεται σε σύμβαση άλλη από αυτήν που καταρτίστηκε με την αποδοχή της από 16-5-2011 αίτησης του πρώτου αναιρεσείοντος, για τη συμμετοχή στην έκδοση των μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ), ποσού 375.000 ευρώ, δηλαδή, σε προηγηθείσα της επένδυσης αυτής διακριτή σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβούλων, κατά χρόνο σύναψης και περιεχόμενο. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., οι αναρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους, που προτάθηκαν με τους λόγους της έφεσής τους και συγκεκριμένα την καταχρηστικότητα της επίδικης ρήτρας παρέκτασης της αρμοδιότητας, ερευνωμένης και αυτεπαγγέλτως. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, για μη λήψη υπόψη, παρά το νόμο, πραγμάτων που προτάθηκαν και σημειουμένου ότι "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. είναι και οι λόγοι έφεσης (ΑΠ 1154/2015, ΑΠ 797/2013), είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές του, έλαβε υπόψη του, ερεύνησε και απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι η καταχρηστικότητα της συμφωνίας παρέκτασης προτάθηκε για πρώτη φορά απαραδέκτως με την έφεση, χωρίς να συντρέχουν οι εξαιρέσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 559 αριθ. 11 περ. β', κατ' ορθήν εκτίμηση, οι αναιρεσείοντες βάλουν κατά της απόφασης του Εφετείου, ισχυριζόμενοι ότι έλαβε υπόψη της έγγραφο που δεν προσκομίστηκε και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό έγγραφο, τη συμφωνία περί παρέκτασης της αρμοδιότητας, η οποία όμως δεν προσκομίστηκε. Όπως προκύπτει δε από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή διέλαβε ότι τη συγκεκριμένη έγγραφη συμφωνία περί παρέκτασης αρμοδιότητας για μελλοντικές διαφορές, αν και την επικαλούνται με τις προτάσεις τους τα διάδικα μέρη, δεν την προσκομίζουν, πλην όμως την ύπαρξη της συμφωνίας αυτής ουδόλως αμφισβητούν οι εκκαλούντες με την έφεσή τους. Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφο που δεν προσκομίστηκε, επισημαίνει την μη προσκόμισή του και εξήγαγε αποδεικτικό πόρισμα, περί της ύπαρξης συμφωνίας παρέκτασης της αρμοδιότητας, από τη μη αμφισβήτησή της από τους εκκαλούντες, δηλαδή συνήγαγε σιωπηρή ομολογία, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., έστω και χωρίς ρητή αναφορά στη διάταξη αυτή. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το αίτημα των αναιρεσειόντων, να ανασταλεί η διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και να απευθυνθεί προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Απορρίπτει την από 26-11-2018 αίτηση των 1) Γ. Μ., 2) Ε. Μ., 3) Σ. Μ. και 4) Α. Μ., για αναίρεση της με αριθμό 1210/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ. κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ