Αριθμός 1778/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Ν. Τ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1) Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Α. Μ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Μιχαλακάκου - Λαμπάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 384/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της υπ' αριθ. 384/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-3-2021 αίτησή του και των υπ' αριθ.: 384/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης και 56/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-2-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία [άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ], το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, συζητήθηκαν α] η από 16-2-2021 αίτηση αναίρεσης του Ν. Μ. και του Α. Μ. κατά του Ν. Τ. και β] η από 2-3-2021 αίτηση αναίρεσης του Ν. Τ. κατά του Ν. Μ. και του Α. Μ.. Οι αιτήσεις αυτές, με τις οποίες διώκεται η, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων σ' αυτές αιτιάσεων, αναίρεση της υπ' αριθμ. 384/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, πρέπει να συνεκδικαστούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Περαιτέρω, οι αιτήσεις αυτές έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτές [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ]. Εξάλλου, κατά το μέρος που η από 16-2-2021 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 56/2019 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, γιατί δεν προκύπτει από τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία ότι το αναιρετήριο κατατέθηκε και στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την απόφαση αυτή. Στην περίπτωση ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, η παροχή του οικοπεδούχου συνίσταται στην αναλαμβανόμενη με τη σύμβαση υποχρέωση προς μεταβίβαση στον εργολάβο ή σε τρίτο πρόσωπο που υποδεικνύεται από τον τελευταίο ορισμένων ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σε αυτά τα ποσοστά, η δε αντιπαροχή του εργολάβου συνίσταται στην εκτέλεση του έργου, επί του οποίου ο οικοπεδούχος διατηρεί την κυριότητα των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σε αυτά τα ποσοστά [ ΑΠ ...8/2011 ]. Η αμοιβή του εργολάβου συνίσταται στην ανωτέρω υποχρέωση του οικοπεδούχου εργοδότη να μεταβιβάσει σ' αυτόν ή σε τρίτο πρόσωπο που υποδεικνύεται από αυτόν τα συμφωνηθέντα ποσοστά του οικοπέδου με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ' αυτά. Πρόκειται για περίπτωση αμοιβής σε είδος, η οποία για να εξοφληθεί πρέπει να επακολουθήσει η μεταβίβαση κυριότητας από τον οικοπεδούχο είτε στον εργολάβο είτε σε τρίτα πρόσωπα, οπότε το τίμημα της πώλησης θα καταβληθεί στον εργολάβο, τούτο δε εφόσον εξετάζεται στα πλαίσια της έννομης σχέσης, που συνδέει τον οικοπεδούχο με τον εργολάβο, επέχει θέση εργολαβικού ανταλλάγματος (ΑΠ 1300/2019). Η παροχή συνεπώς του οικοπεδούχου - εργοδότη φέρει μικτό χαρακτήρα αφενός αμοιβής κατά τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ και αφετέρου μεταβίβασης εμπραγμάτου δικαιώματος, η οποία όταν γίνεται προς τον τρίτο, αιτία έχει την πώληση. Κατά τα λοιπά, παρά τον μικτό χαρακτήρα της παροχής του οικοπεδούχου - εργοδότη προς τον εργολάβο, η σχέση που συνδέει αυτούς δεν αποτελεί μικτή σύμβαση, αλλά πρόκειται για καθαρή σύμβαση έργου, στην οποία η παροχή του εργολάβου προς τον οικοπεδούχο δεν φέρει μικτό χαρακτήρα (ΑΠ ...8/2011). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης μίσθωσης έργου, που είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 694 ΑΚ του ίδιου Κώδικα, καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση εκάστου τμήματος. Ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, συνιστάμενης στην εκτέλεση και προσπόριση του έργου στον εργοδότη, στην περιέλευση δηλαδή τούτου στη σφαίρα εξουσίασης του τελευταίου, υπό την προϋπόθεση ότι το έργο είναι το προσήκον, ήτοι δεν είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος, διότι τότε ο εργολάβος δεν θεωρείται ότι προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται, κατ' άρθρο 694 ΑΚ, την συμφωνηθείσα αμοιβή του [ΑΠ 1019/2020, ΑΠ 1070/2017]. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 686 εδ. β' ΑΚ, προς εκείνες των διατάξεων των άρθρων 340, 383 έως 385, 387, 389, 390 και 904 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου, ο εργοδότης μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, αφού τάξει στον εργολάβο εύλογη προθεσμία εκπλήρωσης, συνοδευόμενη και από τη σαφή δήλωση ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας αποκρούει την παροχή και παρέλθει πράγματι άπρακτη η προθεσμία, εκτός αν από την όλη στάση του εργολάβου, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι θα ήταν άσκοπος ο ορισμός προθεσμίας ή αν ο εργοδότης εξαιτίας της υπερημερίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης [ΑΠ 135/2022]. Οι συνέπειες του άρθρου 686 εδ. β' ΑΚ δεν επέρχονται στην περίπτωση κατά την οποία η μη εκτέλεση του έργου οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ίδιου του εργοδότη. Ο συναφής ισχυρισμός του εργολάβου, ενόψει της ενδοσυμβατικής ευθύνης του και της τεκμαιρόμενης από τα άρθρα 330 και 342 ΑΚ υπαιτιότητάς του, συνιστά ένσταση (ΑΠ 135/2022, ΑΠ 791/2020) καταλύουσα το δικαίωμα του εργοδότη να απαιτήσει αποζημίωση για την μη εκτέλεση της σύμβασης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 351 ΑΚ, ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, και αν, μολονότι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προβαίνει στην απαιτούμενη πράξη ή σύμπραξη, χωρίς την οποία ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκπληρώσει την παροχή, συνέπεια δε της υπερημερίας αυτού [δανειστή] είναι, ότι ο οφειλέτης δικαιούται, κατά τη διάταξη του άρθρου 358 ΑΚ, να απαιτήσει από τον υπερήμερο δανειστή καθετί που χρειάστηκε να δαπανήσει επιπλέον για την ατελεσφόρητη προσφορά της παροχής, καθώς και για τη φύλαξη και τη συντήρησή της κατά τη διάρκεια της υπερημερίας. Για την ύπαρξη της υπερημερίας του δανειστή, σε αντίθεση με όσα ορίζονται με τη διάταξη του άρθρου 336 ΑΚ, δεν προσαπαιτείται συνδρομή πταίσματος αυτού, ήτοι ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, ανεξάρτητα από την υπαιτιότητά του. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και επί σύμβασης μίσθωσης έργου όπου δανειστής είναι ο εργοδότης, όσον αφορά τη υποχρέωση της πράξης ή της σύμπραξης του τελευταίου, της οποίας οι συνέπειες ρυθμίζονται αποκλειστικά από την παραπάνω διάταξη, ώστε δεν μπορεί με βάση αυτή να αξιωθεί άλλη αποζημίωση, όπως το αρνητικό της σύμβασης διαφέρον ή το διαφυγόν κέρδος του οφειλέτη [ΑΠ 464/2022, ΑΠ 710/2018, ΑΠ 1504/2005]. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 396 ΑΚ, που ορίζει "αν στη σύμβαση οι συμβαλλόμενοι από τις δύο πλευρές είναι περισσότεροι, το δικαίωμα της υπαναχώρησης απαιτείται να ασκηθεί από όλους κατά όλων. Αν το δικαίωμα αποσβεσθεί για έναν, αποσβήνεται για όλους", θεσπίζεται το αδιαίρετο του δικαιώματος υπαναχώρησης, το οποίο δεν μπορεί να επιφέρει την κατάργηση εν μέρει, αλλά μόνο εν όλω της σύμβασης. Έτσι, καθιερώνεται ο κανόνας ότι, στην περίπτωση πολυπρόσωπης ενοχής, όταν δηλαδή στην μία ή στην άλλη πλευρά της σύμβασης μετέχουν περισσότεροι, το δικαίωμα της υπαναχώρησης πρέπει να ασκηθεί από όλους τους δικαιούμενους προς τούτο συμβαλλομένους κατά όλων των αντισυμβαλλομένων τους οφειλετών, χωρίς να απαιτείται κοινή και ταυτόχρονη δήλωση, αλλά η υπαναχώρηση συντελείται από τη δήλωση του τελευταίου δανειστή ή τη γνωστοποίησή της και προς τον τελευταίο οφειλέτη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [ολΑΠ 7/2006]. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμο βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν [ολΑΠ 27/1998]. Σε περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται [ολΑΠ 7/2006]. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). Οι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την απόφαση, γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή για έλλειψη νόμιμης βάσης, αλλά στην πραγματικότητα [ υπό το πρόσχημα είτε ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε ότι περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ] να πλήττουν αυτή κατά την εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ [ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 1350/2018 ]. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθ. ... πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, δικαιώματος δομήσεως διαιρετών χώρων μέλλουσας να ανεγερθεί οικοδομής και εργολαβικής σύμβασης, του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Απόστολου Ευφραιμίδη, που κατήρτισαν οι ενάγοντες και η Θ. Γ., σύζ. Κ., το γένος Μ., με τον εναγόμενο, ο τελευταίος ανέλαβε την ανέγερση με το σύστημα της αντιπαροχής πολυώροφης οικοδομής, που θα διέπονταν από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας των εναγόντων κατά ποσοστό 2/5 εξ αδιαιρέτου καθώς και της Θ. Γ. κατά ποσοστό 3/5. Ειδικότερα, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση ανέγερσης οικοδομής επί οικοπέδου συνολικού εμβαδού 939,51 τ.μ., μετά δε τη ρυμοτόμησή του για τη διάνοιξη των οδών ... και ..., απέμεινε έκταση 826,62 τ.μ., κείμενο στην Αλεξανδρούπολη, επί της διασταύρωσης των οδών ... και ..., στο υπ' αριθμ. ... οικοδομικό τετράγωνο και το οποίο προέρχεται από ευρύτερη έκταση 4.915 τ.μ., που αποτελούσε τμήμα του υπ' αριθμ. ... αυτοτελούς και ακέραιου κληροτεμαχίου, το οποίο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης Αλεξανδρούπολης και ρυμοτομήθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1-4548/12-10-1989 απόφασης του Νομάρχη Έβρου που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 674 Δ730-10.1989. Το ανωτέρω οικόπεδο, το οποίο κατά το έτος 2015 οπότε και αναρτήθηκαν οι κτηματολογικοί πίνακες, έλαβε ΚΑΕΚ ..., περιήλθε στους οικοπεδούχους ως εξής:.... Με την υπ' αριθμ. ... πράξη του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Απόστολου Ευφραιμίδη, τροποποιήθηκε η ανωτέρω σύμβαση ως προς τα εμβαδά των ημιυπαίθριων χώρων της οικοδομής που επρόκειτο να ανεγερθεί. Περαιτέρω, με την ως άνω υπ' αριθμ. ... σύμβαση, συμφωνήθηκε να παρακρατήσουν οι οικοπεδούχοι ως αντιπαροχή ποσοστό 327/1000 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω οικοπέδου, ενώ ο εναγόμενος θα ελάμβανε ποσοστό 673/1000 εξ αδιαιρέτου, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, τα δε ποσοστά αυτά θα αντιστοιχούσαν σε αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες. Έτσι, οι ενάγοντες θα ελάμβαναν κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία δύο αυτοτελείς και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες και δη το με εσωτερική αρίθμηση ... διαμέρισμα του ισογείου, καθαρού εμβαδού 29,01 τ.μ., μικτού 39,08 τ.μ., αποτελούμενο από καθιστικό, κουζίνα, WC και ένα ημιυπαίθριο χώρο εμβαδού 8,37 τ.μ., ο οποίος σύμφωνα με την με αριθμό ... πράξη, τροποποιήθηκε σε 9,79 τ.μ. καθώς και το με εσωτερική αρίθμηση ... διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, καθαρού εμβαδού 65,60 τ.μ., μικτού 88,37 τ.μ., αποτελούμενο από σαλόνι, κουζίνα, δύο υπνοδωμάτια και ένα ημιυπαίθριο χώρο εμβαδού 13,49 τ.μ., ο οποίος σύμφωνα με την με αριθμό ... πράξη, τροποποιήθηκε σε 13,07 τ.μ. Οι ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες, μετά την ανάρτηση των κτηματολογικών πινάκων, έλαβαν ΚΑΕΚ ... και ... αντίστοιχα. Τις υπόλοιπες διαιρεμένες ιδιοκτησίες θα ελάμβαναν η συγκυρία του οικοπέδου, Θ. Γ., καθώς και ο εναγόμενος ως εξής: τα με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... διαμερίσματα θα ελάμβανε ο εναγόμενος ως εργολαβικό αντάλλαγμα, ενώ τα με αριθμούς ... και ... διαμερίσματα η Θ. Γ.. Με τον υπό στοιχείο 5 όρο της ανωτέρω σύμβασης, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει με δικές του δαπάνες το σύνολο της οικοδομής, με τον υπό στοιχείο 9 όρο ανέλαβε την υποχρέωση να καλύψει το σύνολο των δαπανών ανέγερσης, όπως εκσκαφής, σύνταξης μελετών, κ.λπ. καθώς και την δαπάνη για την έκδοση κάθε απαιτούμενης άδειας για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών μέχρι την αποπεράτωση αυτών. Ως προς τον Φ.Π.Α. που αναλογεί στα διαμερίσματα που θα ελάμβαναν οι οικοπεδούχοι, με τον υπό στοιχείο 8 όρο συμφωνήθηκε ότι βαρύνει αποκλειστικά τους τελευταίους, τον οποίο και οφείλουν να προκαταβάλουν στον εναγόμενο προκειμένου να αποδοθεί, πριν την παράδοση σε αυτούς των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους. Πέραν της κάλυψης των εξόδων για την έκδοση κάθε απαιτούμενης άδειας, ο εναγόμενος με τον υπό στοιχείο 26 όρο ανέλαβε την υποχρέωση μέσα σε τρεις μήνες από την υπογραφή της εν λόγω σύμβασης να καταθέσει στην αρμόδια Πολεοδομία πλήρη φάκελο για την έκδοση της πολεοδομικής άδειας, ενώ συμφωνήθηκε με τον αυτό όρο ότι ο εναγόμενος μέσα σε είκοσι τέσσερις μήνες από την έκδοση της οικοδομικής άδειας οφείλει να αποπερατώσει και να παραδώσει τις ιδιοκτησίες των οικοπεδούχων, έτοιμες για χρήση και οίκηση. Τέλος, με τον υπό στοιχείο 28 όρο συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που ο εναγόμενος δεν παρέδιδε στους οικοπεδούχους τις ιδιοκτησίες τους ή τους κοινόχρηστους χώρους, έργα και εγκαταστάσεις εμπρόθεσμα, θα είναι υποχρεωμένος να καταβάλει την εκεί προβλεπόμενη ποινική ρήτρα. Παρά την υποχρέωση του εναγομένου για την κατάθεση αίτησης στην αρμόδια Πολεοδομία προς έκδοση οικοδομικής άδειας εντός τριών μηνών από την υπογραφή της με αριθμ ... εργολαβικής σύμβασης, ήτοι μέχρι την 3-5-2009, αυτός την κατέθεσε την 8-7-2009, ως προκύπτει από την με ίδια ημερομηνία αίτησή του προς το Τμήμα Έκδοσης Πολεοδομικών Αδειών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Αλεξανδρούπολης, ο εναγόμενος υπέβαλε καθυστερημένα την αίτηση, κατά παράβαση συμβατικού όρου. Λόγω ελλείψεων του φακέλου η άδεια εκδόθηκε την 27-10-2010 (βλ. σχ. υπ' αριθ. ... άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος Έβρου), μετά την παρέλευση 15 μηνών από την κατάθεση της αίτησης. Η καθυστέρηση της έκδοσης οφείλεται, κατά την κρίση και του παρόντος Δικαστηρίου, σε ελλείψεις του κατατεθέντος φακέλου και όχι στην καθυστέρηση διάνοιξης της οδού ..., απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού των εκκαλούντων εναγομένων, τον οποίον επανέλαβαν με την κρισιολογούμενη έφεσή τους, και τούτο αποδεικνύεται ιδίως τόσο από το με αριθμό ... φύλλο παρατηρήσεων της Πολεοδομίας, όσο και από το με αριθ. ρωτ. ... έγγραφο του Τμήματος της Υπηρεσίας Δόμησης και Ελέγχου Κατασκευών της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δόμησης του Δήμου Αλεξανδρούπολης, όπου αναφέρεται ρητά ότι από τον έλεγχο του ανωτέρω φύλλου παρατηρήσεων δεν προέκυψε ότι η καθυστέρηση έκδοσης της άδειας οφείλεται στην καθυστέρηση διάνοιξης των οδών που περικλείουν το οικόπεδο συνιδιοκτησίας των εναγόντων. Μετά την έκδοση της ανωτέρω άδειας, και ενώ ήταν πλέον δυνατή η έναρξη των εργασιών ανοικοδόμησης, με κοινή απόφαση των οικοπεδούχων και του εναγομένου μετατέθηκε o χρόνος έναρξής τους, χωρίς να τροποποιηθεί o συμβατικός χρόνος αποπεράτωσης του έργου, o οποίος σύμφωνα με τον υπό στοιχείο 26 όρο της ένδικης σύμβασης είχε οριστεί για την 27-10-2012, ήτοι μετά την πάροδο διετίας από την έκδοση της άδειας.... Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το ότι, το έτος 2010, που εκδόθηκε η άδεια, η οικονομία είχε αρχίσει να καταρρέει, προβλήματα εμφανίστηκαν σε όλους τους τομείς, όπως και στον κλάδο της αγοράς ακινήτων, ενώ, ως αναφέρουν και στην ένδικη αγωγή τους οι ενάγοντες, σκοπός των οικοπεδούχων εξαρχής ήταν η πώληση των διαμερισμάτων που θα ελάμβαναν και όχι η ιδιοκατοίκηση, o δε εναγόμενος έκρινε συμφέρουσα την αναβολή της ανοικοδόμησης, αφού ως εργολαβικό αντάλλαγμα θα ελάμβανε επτά διαμερίσματα, τα οποία στη συνέχεια θα του ήταν ιδιαιτέρως δυσχερές να μεταβιβάσει σε τρίτους, προκειμένου να καρπωθεί το τίμημα από την πώλησή τους, με κίνδυνο "να του μείνουν τα διαμερίσματα, αφού κανένας δεν αγοράζει".... Επομένως, ορθά έκρινε η προσβαλλόμενη ότι, ο χρόνος έναρξης των εργασιών ανοικοδόμησης μετατέθηκε με κοινή συναίνεση των διαδίκων, παρά τα όσα υποστήριξαν οι εκκαλούντες, τα οποία κρίνονται απορριπτέα. Περαιτέρω,... εφόσον η σύμβαση έργου συνάπτεται καταρχήν ατύπως και μόνο κατ' εξαίρεση απαιτείται η τήρηση τύπου, ως εν προκειμένω στην περίπτωση της σύμβασης ανέγερσης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, η σύμβαση που συνδέει τους αντισυμβαλλόμενους είναι κατεξοχήν η σύμβαση έργου, η οποία συνάπτεται και τροποποιείται ατύπως, ώστε οι διάδικοι τροποποίησαν με κοινή τους συμφωνία όρο που άπτεται αποκλειστικά της σύμβασης έργου, επομένως δεν ήταν απαραίτητο να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ως ορθά έκρινε η πρωτόδικη. Αποδείχθηκε, ακόμη... ότι, περί τα τέλη του έτους 2011, υπήρξε νεότερη συμφωνία των οικοπεδούχων με τον εναγόμενο προς έναρξη των εργασιών ανοικοδόμησης. Ειδικότερα προέκυψε ότι, περί τις αρχές του έτους 2012 ο εναγόμενος εργολάβος είχε συμφωνήσει με τους οικοπεδούχους για την έναρξη των εργασιών την άνοιξη του αυτού έτους, με τη διαβεβαίωση για την αποπεράτωση του έργου εντός έξι μηνών. Ωστόσο, δεν υπήρξε συνεπής ως προς την νέα αυτή συμφωνία και ζήτησε εκ νέου αναβολή έναρξης των εργασιών ανοικοδόμησης για την άνοιξη του επόμενου έτους,... Την πρόταση αυτή του εναγόμενου εργολάβου, αποδέχτηκαν οι οικοπεδούχοι, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του έτους 2013, οπότε και ο εναγόμενος υπέβαλε νέα πρόταση στους ενάγοντες αρχικά περί αγοράς από τον ίδιο ως τρίτο και των δύο διαμερισμάτων που θα ελάμβαναν και μεταγενέστερα ενός μόνο. Εάν από τα τέλη του έτους 2011 υπήρχε προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών για οριστική ματαίωση του έργου δεν θα εξέφραζαν την επιθυμία τους οι οικοπεδούχοι για την πρόοδο των εργασιών, ούτε ο εργολάβος θα υπέβαλε πρόταση για αγορά των διαμερισμάτων των εναγόντων από τον ίδιο.... αφού τότε θα θεωρούσε τη σύμβαση λυθείσα και ως εκ τούτου μη δεσμευόμενος από αυτήν, πολύ περισσότερο αφού ο εναγόμενος πρότεινε στους ενάγοντες να προβεί σε μεταβίβαση σε αυτούς αντίστοιχων διαμερισμάτων ιδιοκτησίας του, σε αντικατάσταση αυτών που θα ελάμβαναν αν ολοκληρωνόταν η ανέγερση της οικοδομής, μάλιστα έτσι εξηγείται και το πώς βρέθηκαν στα χέρια των εναγόντων φύλλα υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας ακινήτων ιδιοκτησίας του εναγομένου, τα οποία προσκόμισαν αυτοί μετ' επικλήσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο εναγόμενος απέστειλε το από 22-4-2013 εξώδικό του προς το σύνολο των οικοπεδούχων, όπου αναφέρει ότι με προφορική συμφωνία όλων των μερών περί τα τέλη του 2011 είχε ληφθεί απόφαση για την οριστική ματαίωση του έργου, ότι σε κάθε περίπτωση η επί μακρόν μη σύμπραξη των οικοπεδούχων με την μη παραχώρηση της χρήσης του οικοπέδου σε αυτόν για να ξεκινήσει τις εργασίες τους κατέστησε υπερήμερους δανειστές, ότι η μη σύμπραξη των οικοπεδούχων σε συνδυασμό με την μη καταβολή του αναλογούντος Φ.Π.Α. από αυτούς, αλλά και η παρατεταμένη αδράνεια και μη διαμαρτυρία τους, αποτελεί σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης, την οποία και θεωρεί λυμένη ήδη από τα τέλη του 2011. Αλυσιτελώς προβάλλεται ο εν λόγω ισχυρισμός περί μη σύμπραξης των οικοπεδούχων με την μη παραχώρηση της χρήσης του οικοπέδου, αφού αυτή δεν θα οδηγούσε σε λύση της σύμβασης, απλά θα καθιστούσε τους οικοπεδούχους υπερήμερους δανειστές, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να δικαιούται μόνο περιορισμένη αποζημίωση, ομοίως η μη καταβολή του Φ.Π.Α. θα συνιστούσε περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης, η οποία, γεννά αξίωση αποζημίωσης του δανειστή και όχι δικαίωμά του για μη εκπλήρωση της δικής του κύριας παροχής, που, εν προκειμένω, είναι η αποπεράτωση του έργου, πολλώ δε μάλλον κι εφόσον παρότι οι οικοπεδούχοι με τον υπό στοιχείο 8 όρο της ένδικης σύμβασης είχαν υποχρέωση προκαταβολής του αναλογούντος Φ.Π.Α., η υποχρέωση αυτή είναι παρεπόμενη της κύριας παροχής, που είναι η παραχώρηση της χρήσης του οικοπέδου, ενώ δε νοείται υποχρέωση καταβολής του Φ.Π.Α. πριν την έναρξη των εργασιών ανοικοδόμησης, ως εν προκειμένω. Πέραν τούτων, αλυσιτελώς προβάλλεται και o Ισχυρισμός περί μη διαμαρτυρίας των οικοπεδούχων για τη μη έναρξη των εργασιών, καθόσον o εναγόμενος εργολάβος υποχρεούται σε προεκπλήρωση (κατ' άρθρο 694 ΑΚ), ενώ οι οικοπεδούχοι δεν υποχρεούνται να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, πέραν της παραχώρησης της χρήσης του οικοπέδου. Αποδείχθηκε ακόμη, ότι, o εργολάβος με την από 22-4-2013 εξώδικη δήλωσή του, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να μην εκτελέσει τη σύμβαση, με αποτέλεσμα να καταστεί υπερήμερος ως προς την έναρξη εκτέλεσης του έργου, η υπερημερία του συνίσταται στο ότι είχαν παρέλθει οι ορισθέντες στη συνέχεια και κατόπιν προφορικής συμφωνίας των μερών χρόνοι έναρξης των εργασιών, οι οποίοι κατά τα προαναφερθέντα, μετά τη λήψη απόφασης για εκτέλεση του έργου περί τα τέλη του 2011, μετατέθηκαν διαδοχικά για την άνοιξη του 2012 και εντέλει του έτους 2013, κατά συνέπεια, οι οικοπεδούχοι μπορούσαν να κάνουν χρήση και των δικαιωμάτων του άρθρου 383 ΑΚ - ως και έπραξαν τω όντι - και παρόλο που δεν είχαν κατά νόμο υποχρέωση να τάξουν προθεσμία, δεδομένης της ανωτέρω εξώδικης δήλωσής του, του έταξαν πενθήμερη προθεσμία για έναρξη των εργασιών ανοικοδόμησης με το από 7-8-2013 εξώδικο, η οποία παρήλθε άπρακτη, ενώ στην από 9-8-2013 εξώδικη δήλωση του εναγομένου προς αυτούς επαναλήφθηκε η πρόθεσή του περί αθέτησης της συμβατικής του υποχρέωσης. Άλλωστε, αλυσιτελώς προβάλλεται και ο ισχυρισμός ότι με την υπ' αριθμ. ... μονομερή δήλωση και πληρεξουσιότητα της έτερης συγκυρίας του οικοπέδου, Θ. Γ., για κατάργηση της με αριθμό ... εργολαβικής σύμβασης, αίρεται η υπερημερία του εργολάβου, με το σκεπτικό ότι, εφεξής καθίστατο αδύνατη η ανοικοδόμηση του οικοπέδου, συνακόλουθα δεν καθίσταται υπερήμερος ο εργολάβος, και τούτο διότι,..., η απόφαση της ανοικοδόμησης ενός οικοπέδου είναι απαραίτητο να λαμβάνεται με τη σύμφωνη γνώμη όλων των συγκυρίων, ενώ κατ' άρθρο 396 ΑΚ, η υπαναχώρηση σε (ενν: περίπτωση) που υπάρχουν περισσότεροι συμβαλλόμενοι από τη μία πλευρά οφείλει να ασκείται από όλους, ώστε η προαναφερθείσα δήλωση της Θ. Γ., από μόνη της δεν ασκεί έννομη επιρροή, η σύμβαση παραμένει ενεργή, ακριβώς επειδή θα έπρεπε να ασκηθεί από όλους τους συγκυρίους του οικοπέδου, προκειμένου να θεωρήσει ο εναγόμενος ότι δεν οφείλει να εκπληρώσει την παροχή Του. Περαιτέρω, η ζημία των εναγόντων έγκειται στην εμπορική αξία των δύο διαμερισμάτων που αυτοί θα ελάμβαναν όταν θα ολοκληρωνόταν η ανέγερση της οικοδομής, με κρίσιμο χρόνο για τον υπολογισμό της αξίας τους,... στον χρόνο άσκησης της αγωγής, ο δε ισχυρισμός των εκκαλούντων εναγόντων περί υπολογισμού της εμπορικής αξίας των διαμερισμάτων κατά τον ορισθέντα στην ένδικη σύμβαση χρόνο αποπεράτωσης της οικοδομής, ήτοι την 27-10-2012, κρίνεται απορριπτέος, ομοίως και ο ισχυρισμός τους περί ορισμού του κρίσιμου χρόνου 8 μήνες πριν την 27-10-2012, ήτοι την 1-3-2012, λόγω της υπαίτιας καθυστέρησης του εναγομένου ως προς την υποβολή της αίτησης στην Πολεοδομία και την συμπλήρωση των ελλείψεων του φακέλου, κατά τα προαναφερόμενα. Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι προέκυψε καθυστερημένη υποβολή της αίτησης από τον εναγόμενο στην Πολεοδομία και καθυστέρησή του στην συμπλήρωση των ελλείψεων του φακέλου, ωστόσο, τούτο μόνο δεν αρκεί να καταλήξει με ασφάλεια το δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι εάν ο εναγόμενος είχε υποβάλει πλήρη φάκελο εξαρχής, η άδεια θα είχε εκδοθεί ένα εξάμηνο νωρίτερα, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, στο βαθμό που η έκδοση οικοδομικής άδειας εξαρτάται και από παράγοντες εκτός του πεδίου ευθύνης του εναγομένου, ως ορθά έκρινε η προσβαλλόμενη, πολλώ δε μάλλον κι εφόσον ουδόλως προέκυψε αυτό από τις αποδείξεις. Όσον αφορά στην εμπορική αξία των διαμερισμάτων, για τον καθορισμό της θα πρέπει να ληφθούν υπόψη συγκεκριμένα ειδικότερα στοιχεία, ήτοι οι διαστάσεις τους, η τοποθεσία του οικοπέδου, θέση τους στην οικοδομή, το γεγονός ότι θα επρόκειτο για καινούργιες κατασκευές, οι προοπτικές αξιοποίησής τους, η αγορά ακινήτων κατά το κρίσιμο χρόνο κλπ. Ειδικότερα, αναφορικά με την περιοχή, προέκυψε από τις καταθέσεις αμφότερων των μαρτύρων ότι, πρόκειται για μια καινούρια περιοχή, με αρκετά νεόδμητα ακίνητα, που προτιμάται κυρίως από οικογένειες, σύμφωνα με την εκτίμηση του μεσίτη Γ. Ο., πρόκειται για περιοχή σε μικρή σχετικά απόσταση από το κέντρο της πόλης της Αλεξανδρούπολης, με δημοτικά σχολεία και νηπιαγωγεία, σούπερ μάρκετ, χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων και χώρους δημιουργικής απασχόλησης παιδιών, ενώ από τις προαναφερθείσες καταθέσεις αποδείχθηκε ότι, η περιοχή βρίσκεται κοντά σε υποβαθμισμένη έτερη περιοχή, και πλησίον χώρου κοιμητηρίων. Περαιτέρω, αναφορικά με τις αντικειμενικές αξίες των εν λόγω ακινήτων, σύμφωνα με τα από 18-7-2013 φύλλα υπολογισμού αξίας ακινήτου, συνταχθέντα από την συμβολαιογράφο Αλεξανδρούπολης, Ε. Καρυωτάκη, η αντικειμενική αξία του με υπ' αριθ. ... διαμερίσματος ανερχόταν στο ποσό των 32.999,40 ευρώ, ενώ του υπ' αριθ. ... διαμερίσματος στο ποσό των 78.060,31 ευρώ. Επίσης, σύμφωνα με τα από ίδια ημερομηνία φύλλα υπολογισμού της ίδιας συμβολαιογράφου, η αντικειμενική αξία των ανωτέρω διαμερισμάτων θα προσαυξανόταν κατά το ποσό των 8.326,40 ευρώ για το ... διαμέρισμα και κατά το ποσό των 12.968,71 ευρώ για το ... διαμέρισμα, μετά τη δόμηση των ημιυπαιθρίων χώρων τους. Ως προς την εμπορική αξία των εν λόγω διαμερισμάτων, κατά το κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, σύμφωνα τόσο με την από 22-7-2013 εκτίμηση του μεσίτη Γ. Ο. όσο και με την από 2-8-2013 εκτίμηση των Κ. Α. και Ι. Σ., αυτή ανερχόταν στο ποσό των 50.000 ευρώ για το ... διαμέρισμα και στο ποσό των 120.000 ευρώ για το ... διαμέρισμα. Ενόψει των ανωτέρω, προέκυψε ότι, η εμπορική αξία κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα άσκησης της επίδικης αγωγής ανερχόταν στο ποσό των 100.000 ευρώ για το ... διαμέρισμα και στο ποσό των 40.000 ευρώ για το ... διαμέρισμα, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου. Από το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί τόσο η εμπορική αξία του οικοπέδου κατά τα 2/5 αυτής, το οποίο παραμένει στην κυριότητα των εναγόντων, όσο και η αξία του Φ.Π.Α. που αναλογούσε σε αυτούς, που υποχρεούνταν με βάση τον υπό στοιχείο (8) όρο της ένδικης σύμβασης να προκαταβάλουν στον εναγόμενο. Όσον αφορά στην εμπορική αξία του οικοπέδου, από το από 18-7-2013 φύλλο υπολογισμού της προαναφερθείσας συμβολαιογράφου, προέκυψε ότι η αντικειμενική αξία αυτού ανερχόταν στο ποσό των 231.958,15 ευρώ, ενώ σύμφωνα με την από 22-7-2013 εκτίμηση του μεσίτη Γ. Ο., η εμπορική του αξία διαμορφωνόταν σε ποσό μικρότερο της αντικειμενικής κατά 10%. Με βάση τα όσα πιο πάνω λήφθηκαν υπόψη για τον υπολογισμό της εμπορικής αξίας των ανωτέρω διαμερισμάτων, προκύπτει ότι η εμπορική αξία του οικοπέδου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανερχόταν στο ποσό των 150.000 ευρώ περίπου, ώστε, λαμβανομένου υπόψη του ποσοστού συγκυριότητας των εναγόντων που ανέρχεται στα 2/5, η αξία του οικοπέδου που πρέπει να αφαιρεθεί από την εμπορική αξία των διαμερισμάτων ανέρχεται στο ποσό των 60.000 ευρώ. Όσον αφορά δε στον αναλογούντα στους ενάγοντες Φ.Π.Α., με βάση τον προσαρτημένο στην υπ' αριθ. ... οικοδομική άδεια υπολογισμό ελάχιστου κόστους κατασκευής οικοδομής, αυτός ανερχόταν σε ποσοστό 23% επ' αυτού. Δεδομένου ότι το ελάχιστο κόστος ανερχόταν στο ποσό των 341.564,48 ευρώ και το ποσοστό συγκυριότητας των εναγόντων ήταν 2/5, ο Φ.Π.Α. που τους αναλογούσε ανερχόταν στο ποσό των 10.000 ευρώ περίπου, ώστε η ζημία των εναγόντων να ανέρχεται στο ποσό των 70.000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην εμπορική αξία των διαμερισμάτων, μετά την αφαίρεση του ποσού της αξίας του οικοπέδου και του αναλογούντος Φ.Π.Α., ως ορθά έκρινε το πρωτόδικό, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου έφεσης. Περαιτέρω, όσον αφορά στη μισθωτική αξία των ανωτέρω διαμερισμάτων, αυτή κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανερχόταν στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως για το ... διαμέρισμα και στο ποσό των 370 ευρώ μηνιαίως για το ... διαμέρισμα. Τα ανωτέρω ποσά προέκυψαν αφενός από τις από 2-8-2013 και 22-7-2013 προαναφερθείσες εκτιμήσεις αλλά και την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, αφετέρου αφού λήφθηκαν υπόψη όλες οι παράμετροι για τον υπολογισμό της εμπορικής αξίας των διαμερισμάτων. Ως προς τον χρόνο έναρξης υπολογισμού των απολεσθέντων μισθωμάτων, αυτός ορίζεται στην 1-5-2013 και όχι την 1-3-2012, αφού ως προεκτέθηκε, ο εργολάβος κατέστη υπερήμερος μετά την αποστολή του σχετικού από 22-4-2013 εξωδίκου προς τους οικοπεδούχους ενάγοντες, δεδομένου και του μετά από κοινή συμφωνία των μερών ορισμού ως χρόνου έναρξης των εργασιών ανοικοδόμησης πλέον την άνοιξη του έτους 2013, ώστε, τα απωλεσθέντα μισθώματα μέχρι το χρόνο άσκησης της κρισιολογούμενης αγωγής ανέρχονται στο ποσό των 1.200 ευρώ για το ... διαμέρισμα (300 Χ 4 μήνες = 1.200 ευρώ) και στο ποσό των 1.480 ευρώ για το ... διαμέρισμα (370 X 4 μήνες = 1.480 ευρώ), ήτοι στο συνολικό ποσό των 2.680 ευρώ και όχι ως εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο, υπολογίζοντας τα προαναφερόμενα ποσά για χρονικό διάστημα έξι μηνών, στο ποσό 4.020 ευρώ, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος εργολάβου. Περαιτέρω, προέκυψε ότι, η συμπεριφορά των εναγόντων συντέλεσε μερικώς στην επέλευση της ανωτέρω ζημίας, αφού η αναβολή της έναρξης των εργασιών ανοικοδόμησης κατά το χρονικό διάστημα αμέσως μετά την έκδοση της άδειας έλαβε χώρα κατόπιν κοινής απόφασης των μερών και όχι μετά από απαίτηση του εναγομένου μόνο. Εξάλλου, αφού πρόθεση των οικοπεδούχων εναγόντων εξαρχής ήταν η πώληση και η εκμίσθωση των διαμερισμάτων που θα ελάμβαναν, ως παραπάνω ήδη αναφέρθηκε, το γεγονός ότι περί τα τέλη του 2010 η αγορά των ακινήτων είχε παρουσιάσει σημαντική καθίζηση, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που δοκίμασε η χώρα, δικαιολογεί αυτή τους την απόφαση, η δε συνεχής αναβολή της έναρξης των εργασιών, και με τη δική τους συναίνεση, οδήγησε στον συμβατικό προσδιορισμό του χρόνου έναρξης την άνοιξη του 2013, δηλαδή τέσσερα έτη μετά την υπογραφή της ένδικης σύμβασης και πλέον των δύο ετών μετά την έκδοση της σχετικής άδειας, πολλώ δε μάλλον κι εφόσον οι υποβληθείσες από τον εναγόμενο εργολάβο προτάσεις περί αγοράς των διαμερισμάτων από τον ίδιο ως τρίτο και η ανταλλαγή τους με άλλα ιδιοκτησίας του στην πόλη της Αλεξανδρούπολης δεν απορρίφθηκαν άνευ ετέρου από αυτούς, αλλά ως συνομολογούν και οι ίδιοι ήταν διατεθειμένοι να τις αποδεχτούν στο βαθμό που κρίνονταν συμφέρουσες για τους ίδιους. Κατόπιν όλων αυτών, αποδείχθηκε συνυπαιτιότητα των εναγόντων στην επέλευση της ζημίας τους, η οποία αποτιμάται από το παρόν Δικαστήριο σε ποσοστό 40%, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης των εναγόντων εκκαλούντων. Κατά συνέπεια, η ζημία τους καταρχήν συνίσταται στο ποσό των 70.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην εμπορική αξία των ... και ... διαμερισμάτων, επιπλέον δε, η ζημία τους περιλαμβάνει και το ποσό των 2.680 ευρώ, που αντιστοιχεί στα απολεσθέντα μισθώματα, ήτοι συνολικό ποσό 72.680 ευρώ. Λαμβανομένου δε υπόψιν του ποσοστού συνυπαιτιότητας αυτών, που ανέρχεται σε 40%, το ποσό της αποζημίωσης των εναγόντων θα πρέπει να καθορισθεί καταρχήν στο ποσό των 43.608 ευρώ, σημειωτέον δε του ότι, το ποσό των 2.680 ευρώ που αντιστοιχεί στα απολεσθέντα μισθώματα, μετά το νομότυπο περιορισμό του σχετικού κονδυλίου από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό πρέπει να επιδικαστεί αναγνωριστικά." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τις εφέσεις των διαδίκων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, αφού δέχθηκε την ένσταση του εναγομένου περί συμψηφισμού της απαίτησης των εναγόντων με ανταπαίτησή του προερχόμενη από έξοδα που διενήργησε για την εκτέλεση της σύμβασης, δέχθηκε αυτή κατά ένα μέρος, υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 1.519,655 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 1340 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 686 εδ. β', 341, 383 - 385 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) ο αναιρεσείων εναγόμενος καθυστέρησε να προβεί στην έναρξη των εργασιών εκτέλεσης του ανατεθέντος σε αυτόν έργου, η οποία, μετά την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας στις 27-10-2010, μετατέθηκε διαδοχικά, κατόπιν προφορικής συμφωνίας των μερών, για την άνοιξη του 2012 και, στη συνέχεια, για τις αρχές της άνοιξης του έτους 2013, ακολούθως δε, με την από 22-4-2013 εξώδικη δήλωσή του προς τους οικοπεδούχους, ανακοίνωσε σε αυτούς την πρόθεσή του να μην εκτελέσει τη σύμβαση, και έτσι κατέστη από υπαιτιότητά του υπερήμερος ως προς την έναρξη εκτέλεσης του έργου, και β) οι οικοπεδούχοι, καίτοι, ενόψει της ως άνω δήλωσης του αναιρεσείοντος, δεν είχαν κατά νόμο σχετική υποχρέωση, έταξαν στον καταστάντα υπερήμερο εναγόμενο - αναιρεσείοντα πενθήμερη προθεσμία για έναρξη των εργασιών, η οποία όμως παρήλθε άπρακτη, ο δε αναιρεσείων, με την από 9-8-2013 εξώδικη απάντησή του επανέλαβε την πρόθεσή του για τη μη εκτέλεση του έργου, με συνέπεια, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, να δικαιούνται οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες να ζητήσουν αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν και να δικαιολογείται έτσι η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής τους. Επίσης, το Εφετείο, δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 342, 351, 396 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, και ειδικότερα, ορθά δεν εφάρμοσε: α] το άρθρο 351 ΑΚ, καθόσον, με βάση τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά τη νοηματική εκτίμηση αυτών, δεν υπήρξε σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους των εναγόντων, που να δικαιολογεί την πιο πάνω ρητή από 22-4-2013 δήλωση του εναγομένου ότι δεν πρόκειται να εκτελέσει τη σύμβαση, μόνη δε η επικαλούμενη μη σύμπραξη των εναγόντων οικοπεδούχων στην παραχώρηση του οικοπέδου για την υλοποίηση του συμφωνηθέντος έργου ανοικοδόμησης δεν οδηγούσε σε λύση της σύμβασης, αλλά σε υπερημερία των δανειστών εναγόντων και στην άσκηση των προβλεπόμενων δικαιωμάτων του εναγομένου εργολάβου, β] το άρθρο 396 ΑΚ, καθόσον η μονομερής δήλωση υπαναχώρησης από τη σύμβαση ανοικοδόμησης εκ μέρους της συγκυρίας του οικοπέδου δεν αρκεί για να απαλλάξει τον εναγόμενο εργολάβο από τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει με τη σύμβαση έργου. Εξάλλου, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση για τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπωμένο πιο πάνω αποδεικτικό της πόρισμα. Ειδικότερα, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, διαλαμβάνονται όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη α] η εργολαβική σύμβαση ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής, με το σύστημα της αντιπαροχής, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας των εναγόντων και της Θ. Γ., με βάση πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, β] η υποχρέωση του εναγομένου να ανεγείρει την ως άνω οικοδομή μέσα σε είκοσι τέσσερις μήνες από την έκδοση της οικοδομικής άδειας και να παραδώσει τις ιδιοκτησίες των οικοπεδούχων έτοιμες για χρήση και για οίκηση στο ίδιο διάστημα, γ] η υποχρέωση του εναγομένου για την κατάθεση αίτησης στην αρμόδια πολεοδομία για την έκδοση της οικοδομικής άδειας μέχρι την 3-5-2009 και εν τέλει η κατάθεση της αίτησης αυτής την 8-7-2009, δ] η έκδοση της άδειας την 27-10-2010, λόγω ελλείψεων του κατατεθέντος φακέλου και όχι λόγω της καθυστέρησης διάνοιξης της οδού ..., όπως ισχυριζόταν ο εναγόμενος, ε] η μετάθεση του συμβατικού χρόνου εκτέλεσης του έργου, με κοινή απόφαση των διαδίκων και η νεότερη συμφωνία στα τέλη του 2011 για έναρξη των εργασιών και περάτωση του έργου εντός έξι μηνών, στ] η πρόταση του εναγομένου για νέα παράταση της έναρξης των εργασιών ανοικοδόμησης για την άνοιξη του επομένου έτους και η αποδοχή της από τους ενάγοντες μέχρι τις αρχές του 2013, οπότε ο εναγόμενος υπέβαλε νέα πρόταση στους ενάγοντες για αγορά από τον ίδιο ως τρίτο, αρχικά, και των δύο διαμερισμάτων που θα ελάμβαναν οι ενάγοντες και αργότερα μόνο του ενός, χωρίς να προβεί σε έναρξη των εργασιών, ζ] η αποστολή από τον εναγόμενο στους ενάγοντες του από 22-4-2013 εξώδικου, σύμφωνα με το οποίο με κοινή συμφωνία όλων των εμπλεκομένων στα τέλη του 2011 είχε ματαιωθεί οριστικά το έργο και ότι, σε κάθε περίπτωση, η επί μακρόν μη σύμπραξη των οικοπεδούχων, η μη καταβολή του ΦΠΑ από αυτούς και η παρατεταμένη αδράνεια και μη διαμαρτυρία τους, αποτελεί σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης που τη θεωρεί λυμένη, η] η αβασιμότητα των αμέσως ανωτέρω προβληθέντων από τον εναγόμενο, με την από 22-4-2013 εξώδικη δήλωσή του, ισχυρισμών καθώς και η αλυσιτελής προβολή του ισχυρισμού ότι η συγκυρία του οικοπέδου συμφώνησε να μην εκτελεστεί το έργο και θ] η πραγματική πρόθεση του εναγομένου να μην εκτελέσει την σύμβαση, με συνέπεια να καταστεί υπερήμερος ως προς την έναρξη των εργασιών, καθώς και η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων να κάνουν χρήση του άρθρου 383 ΑΚ, οι οποίοι, παρόλο που δεν είχαν σχετική υποχρέωση να τάξουν προθεσμία, δεδομένης της ανωτέρω δήλωσης του εναγομένου, του έταξαν, με την από 7-8-2013 εξώδικη δήλωση, πενθήμερη προθεσμία για την έναρξη των εργασιών ανοικοδόμησης, η οποία παρήλθε άπρακτη, ενώ ο εναγόμενος με την από 9-8-2013 εξώδικη δήλωσή του επανέλαβε την πρόθεσή του να αθετήσει την συμβατική του υποχρέωση. Επομένως, οι τρεις πρώτοι λόγοι της από 2-3-2021 αίτησης αναίρεσης του εναγομένου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους, ότι δηλαδή υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπάρκειας των αιτιολογιών, αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια ως άνω κρίσιμα ζητήματα, καθώς και στα επιχειρήματα του εναγομένου, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι αιτιάσεις δε αυτές πλήττουν την ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου [ολΑΠ 8/2018, ΑΠ 747/2022]. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος - αναιρεσείων εργολάβος, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσής του αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε αν και συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της. Ειδικότερα, ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, ήτοι: αα] η παράταση του χρόνου έναρξης ανοικοδόμησης του επίδικου οικοπέδου με κοινή συμφωνία των διαδίκων, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης της χώρας, ββ] η μη αντίδραση των εναγόντων όταν τους γνωστοποίησε την άνοιξη του 2013 ότι θεωρεί λυθείσα την μεταξύ τους σύμβαση και γγ] η υπογραφή της λύσης της σύμβασης από την πλειοψηφούσα συγκοινωνό του οικοπέδου και δδ] η μεταβολή της στάσης των εναγόντων, όταν έμαθαν τη λύση της σύμβασης από την συγκοινωνό του οικοπέδου και η άρνησή τους να υπογράψουν και αυτοί τη λύση της σύμβασης έργου, εκμεταλλευόμενοι την δυσχερή θέση στην οποία περιήλθε από την αδράνεια των εναγόντων, που καλόπιστα τον οδήγησε στην πεποίθηση το ότι δεν θα εκτελεστεί το έργο, με συνέπεια να προκαλούνται δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες σε βάρος του, καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων, για την καταβολή αποζημίωσης από την επίδικη σύμβαση έργου μεταξύ των διαδίκων, προφανώς αντίθετη προς την καλή πίστη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο απέρριψε την ένσταση αυτή του εναγομένου εργολάβου ως μη νόμιμη, "διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αν υποτεθούν αληθινά, δεν καθιστούν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, την άσκηση του ένδικου δικαιώματος των εναγόντων, αφού ουδεμία των προεκτεθεισών προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου αυτού συντρέχει εν προκειμένω ώστε η άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος να υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με την μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, αφού τα ως άνω επικαλούμενα για τη θεμελίωσή της περιστατικά δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων, για την καταβολή αποζημίωσης από την επίδικη σύμβαση έργου μεταξύ των διαδίκων, προφανώς αντίθετη προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος. Επομένως, ο ως άνω πέμπτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Επιδίκαση, κατά την έννοια του προαναφερόμενου αναιρετικού λόγου, που συνιστά έκφανση της αρχής της διάθεσης, σημαίνει ότι το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε σε αίτημα με διάταξή του ή αιτιολογία που έχει προσόντα διατακτικού, χωρίς όμως να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα [ΑΠ 1406/2021], δηλαδή αποφάσισε για αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή για περισσότερο από αυτό που ζητήθηκε (ΑΠ 635/2017, ΑΠ 734/ 2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της από 2-3-2021 αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της επιδίκασης πλέον του αιτηθέντος, καθότι προσδιόρισε την καθαρή αξία των διαμερισμάτων που κατά το εργολαβικό θα περιέρχονταν στους αναιρεσίβλητους στο συνολικό ποσό των 70.000 ευρώ, αντί του ποσού των 60.000 ευρώ που ζητούσαν με την αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι. Πράγματι, από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, προκύπτει ότι οι ενάγοντες είχαν περιορίσει την αξίωσή τους περί καταβολής της καθαρής αξίας των δύο διαμερισμάτων που θα περιέρχονταν σ' αυτούς στο συνολικό ποσό των 60.000 ευρώ. Συνεπώς, η συνολική ζημία των εναγόντων έπρεπε να υπολογιστεί με βάση το ποσό των 60.000 ευρώ και όχι των 70.000 ευρώ, που καθόρισε η προσβαλλόμενη απόφαση και ακολούθως, αφού δέχθηκε, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, τις ενστάσεις συνυπαιτιότητας και συμψηφισμού του αναιρεσίβλητου κατέληξε στο επιδικασθέν ποσό. Έτσι όμως το Εφετείο επιδίκασε για την προαναφερόμενη αιτία χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από αυτό που ζητήθηκε και, επομένως, ο έκτος λόγος της από 2-3-2021 αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατά το άρθρο 300 ΑΚ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα του παθόντος στην πρόκληση της ζημίας του, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1161/2022, ΑΠ 601/2021, ΑΠ 1591/2014). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό, την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1161/2022, ΑΠ 601/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων, κατά ποσοστό 40%, στην ζημία τους, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Περαιτέρω, προέκυψε ότι, η συμπεριφορά των εναγόντων συντέλεσε μερικώς στην επέλευση της ανωτέρω ζημίας, αφού η αναβολή της έναρξης των εργασιών ανοικοδόμησης κατά το χρονικό διάστημα αμέσως μετά την έκδοση της άδειας έλαβε χώρα κατόπιν κοινής απόφασης των μερών και όχι μετά από απαίτηση του εναγομένου μόνο. Εξάλλου, αφού πρόθεση των οικοπεδούχων εναγόντων εξαρχής ήταν η πώληση και η εκμίσθωση των διαμερισμάτων που θα ελάμβαναν, ως παραπάνω ήδη αναφέρθηκε, το γεγονός ότι περί τα τέλη του 2010 η αγορά των ακινήτων είχε παρουσιάσει σημαντική καθίζηση, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που δοκίμασε η χώρα, δικαιολογεί αυτή τους την απόφαση, η δε συνεχής αναβολή της έναρξης των εργασιών, και με τη δική τους συναίνεση, οδήγησε στον συμβατικό προσδιορισμό του χρόνου έναρξης την άνοιξη του 2013, δηλαδή τέσσερα έτη μετά την υπογραφή της ένδικης σύμβασης και πλέον των δύο ετών μετά την έκδοση της σχετικής άδειας, πολλώ δε μάλλον κι εφόσον οι υποβληθείσες από τον εναγόμενο εργολάβο προτάσεις περί αγοράς των διαμερισμάτων από τον ίδιο ως τρίτο και η ανταλλαγή τους με άλλα ιδιοκτησίας του στην πόλη της Αλεξανδρούπολης δεν απορρίφθηκαν άνευ ετέρου από αυτούς, αλλά ως συνομολογούν και οι ίδιοι ήταν διατεθειμένοι να τις αποδεχτούν στο βαθμό που κρίνονταν συμφέρουσες για τους ίδιους. Κατόπιν όλων αυτών, αποδείχθηκε συνυπαιτιότητα των εναγόντων στην επέλευση της ζημίας τους, η οποία αποτιμάται από το παρόν Δικαστήριο σε ποσοστό 40%, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης των εναγόντων εκκαλούντων". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300 και 330 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, καθόσον, ειδικότερα, τα ως άνω δεκτά γενόμενα από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων θεμελίωσε συνυπαιτιότητα των εναγόντων, αντικειμενικώς ελεγχόμενα, δεν στοιχειοθετούν αμελή συμπεριφορά αυτών, που να επέδρασε αιτιωδώς στην επέλευση ή την επέκταση της ζημίας τους, σε τρόπον ώστε, να μην πληρούται το πραγματικό της άνω διατάξεως, αφού είναι προγενέστερα της υπαναχώρησης των εναγόντων εξαιτίας της υπερημερίας του εναγομένου εργολάβου. Επομένως ο πρώτος λόγος της από 16-2-2021 αίτησης αναίρεσης των εναγόντων, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης του εναγομένου κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για μεγαλύτερο ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων, ήτοι 95% αντί του 40% που αναγνώρισε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, αφού αφενός μεν αναφέρεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αφετέρου δε ως αλυσιτελής μετά την παραδοχή ως βασίμου του ανωτέρω σχετικού λόγου της αίτησης αναίρεσης των εναγόντων. Τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ, που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο ότι ''Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες'', το δε δεύτερο ότι ''Συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν''. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτησή του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται [ΑΠ 84/2019]. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 794 ΑΚ κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού". Από τη διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 788, 789, 790, 730, 904 επ. και 1101-1107 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο κοινωνός, που καταβάλει έξοδα πέραν τη αναλογίας του, δικαιούται να απαιτήσει τα επί πλέον καταβληθέντα, παρά των λοιπών κοινωνών, κατ' αναλογία των μερίδων τους, απ' ευθείας με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 794 Α.Κ., εφόσον πρόκειται για έξοδα που έγιναν υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 788-790 Α.Κ., δηλαδή κατόπιν αποφάσεως όλων των κοινωνών ή της πλειοψηφίας αυτών ή του δικαστηρίου ή αφορούν μέτρα που λήφθηκαν για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου του πράγματος. Εάν δεν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, ο συγκύριος που πλήρωσε τα έξοδα του κοινού πράγματος, δικαιούται να αξιώσει αυτά κατά τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλότριων ή για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (Α.Π. 1188/2010). Εξάλλου, οι υποχρεώσεις των κοινωνών έναντι τρίτων και οι αντίστοιχες αξιώσεις των τελευταίων κατ' αυτών απορρέουν από την εκάστοτε ενοχική σχέση που συνδέει τους κοινωνούς με τους τρίτους, βάσει των οποίων κρίνεται το περιεχόμενο των εν λόγω αξιώσεων και υποχρεώσεων, καθώς και το μέτρο ευθύνης έναντι των τρίτων. Επομένως, επί συμβάσεως ανέγερσης οικοδομής με αντιπαροχή οι απαιτούμενες προς τούτο δαπάνες βαρύνουν, εκτός αντίθετης συμφωνίας, τους οικοπεδούχους - συγκυρίους του ακινήτου κατά την αναλογία του ποσοστού συγκυριότητάς τους και, συνεπώς, αντίστοιχη είναι και η ευθύνη αυτών έναντι του εργολάβου προς απόδοση τέτοιων δαπανών. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφαση, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτουν τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, ο εναγόμενος, με την υπό κρίση έφεσή του, άσκησε το διαπλαστικό δικαίωμα συμψηφισμού των επίδικων απαιτήσεων των εναγόντων με την απαίτησή του ποσού 37.888,69 ευρώ που διατηρεί εναντίον τους κατά τα ανωτέρω, και ειδικότερα: α) ποσού 15.836,94 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, το οποίο κατέβαλε την 08.07.2009 ως μέρος της ελάχιστης αμοιβής για την εκπόνηση μελέτης κατασκευής της οικοδομής των εναγόντων οικοπεδούχων στον πολιτικό μηχανικό Π. Π., με κατάθεση στο λογαριασμό του τελευταίου στην Εθνική Τράπεζα, για την οποία και εκδόθηκε η με αριθμό ... σχετική απόδειξη είσπραξης, β) ποσού 7.244,16 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, το οποίο κατέβαλε την 31.07.2009 ως μέρος της ελάχιστης αμοιβής για την εκπόνηση μελέτης κατασκευής της οικοδομής των εναγόντων οικοπεδούχων στον πολιτικό μηχανικό Π. Π., με κατάθεση στο λογαριασμό του τελευταίου στην Εθνική Τράπεζα, για την οποία και εκδόθηκε η με αριθμό ... σχετική απόδειξη είσπραξης, γ) ποσού 621,94 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, το οποίο κατέβαλε την 22.10.2010 ως μέρος της ελάχιστης αμοιβής για την εκπόνηση μελέτης κατασκευής της οικοδομής των εναγόντων οικοπεδούχων στον πολιτικό μηχανικό Π. Π., με κατάθεση στο λογαριασμό του τελευταίου στην Εθνική Τράπεζα, δ) ποσού 611,39 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, το οποίο κατέβαλε την 22.10.2010 ως μέρος της ελάχιστης αμοιβής για την εκπόνηση μελέτης κατασκευής της οικοδομής των εναγόντων οικοπεδούχων στον πολιτικό μηχανικό Π. Π., με κατάθεση στο λογαριασμό του τελευταίου στην Εθνική Τράπεζα, για την οποία και εκδόθηκε σχετική απόδειξη είσπραξης, ε) ποσού 1.961,69 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, το οποίο κατέβαλε την 22.10.2010 ως μέρος της αμοιβής για την εκπόνηση μελέτης κατασκευής της οικοδομής των εναγόντων οικοπεδούχων στον πολιτικό μηχανικό Π. Π., για την οποία και εκδόθηκε το με αριθμό 23426/22.10.2010 διπλότυπο είσπραξης ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης, στ) ποσού 8.555.93 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, το οποίο κατέβαλε την 31.08.2009 ως μέρος της αμοιβής για την εκπόνηση μελέτης μηχανολόγου (για θέματα ηλεκτρομηχανολογικά, ύδρευσης, θέρμανσης, πυροπροστασίας κλπ της οικοδομής των εναγόντων) στο μηχανολόγο Γ. Γ., με κατάθεση στο λογαριασμό του τελευταίου στην Εθνική Τράπεζα, για την οποία και εκδόθηκε η με αριθμό ... σχετική απόδειξη είσπραξης, ζ) ποσού 157,64 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, το οποίο κατέβαλε την 22.10.2010 ως μέρος της αμοιβής του στο μηχανολόγο Γ. Γ., με κατάθεση σε λογαριασμό του τελευταίου στην Εθνική Τράπεζα, για την οποία και εκδόθηκε η με αριθμό ... σχετική απόδειξη είσπραξης, η) ποσού 224,82 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, το οποίο κατέβαλε την 22.10.2010 ως μέρος της αμοιβής του στο μηχανολόγο Γ. Γ., με κατάθεση σε λογαριασμό του τελευταίου στην Εθνική Τράπεζα, για την οποία και εκδόθηκε η με αριθμό 0650668 σχετική απόδειξη είσπραξης, θ) ποσού 62,90 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, το οποίο κατέβαλε την 22.10.2010 ως μέρος της αμοιβής του στο μηχανολόγο Γ. Γ., με κατάθεση σε λογαριασμό του τελευταίου στην Εθνική Τράπεζα, για την οποία και εκδόθηκε η με αριθμό 0650669 σχετική απόδειξη είσπραξης, ι) ποσού 731,80 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, το οποίο κατέβαλε την 22.10.2010 ως προκαταβλητέο φόρο της αμοιβής του στο μηχανολόγο Γ. Γ., και εκδόθηκε το με αριθμό ... διπλότυπο είσπραξης ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης, ια) ποσού 314,62 ευρώ, το οποίο κατέβαλε την 22.10.2010 στη ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης, ως δαπάνη για την έκδοση οικοδομικής άδειας οποία και εκδόθηκε το με αριθμό ... διπλότυπο είσπραξης ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης, ιβ) ποσού 750,77 ευρώ, το οποίο κατέβαλε την 21.10.2010 στο ΙΚΑ, ως δαπάνη για την έκδοση οικοδομικής άδειας, για την απογραφή του έργου στο ΙΚΑ, και ιγ) ποσού 813,39 ευρώ, το οποίο κατέβαλε την 25.10.2010 στο Δήμο Αλεξανδρούπολης, και συνεπώς επήλθε απόσβεση των αμοιβαίων ομοειδών και ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων τους αναδρομικά, δηλαδή από τότε που συνυπήρξαν. Τα όσα δε οι ενάγοντες εφεσίβλητοι διατείνονται σχετικά περί καταβολής των ανωτέρω ποσών από τον εκκαλούντα εργολάβο, πλην για έτερο οικοδομικό έργο με το οποίο απασχολούνταν την αυτή περίοδο δεν ευσταθούν, πολύ περισσότερο αφού στη με αρ. ... οικοδομική άδεια που εκδόθηκε για την οικοδομή τους αναγράφονται επακριβώς τα ποσά, η αιτία καταβολής ενός εκάστου εξ αυτών, ο λήπτης, η ημερομηνία καταβολής τους, και τα αντίστοιχα διπλότυπα. Ως εκ των άνω, μετά την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως και κατ' ουσία βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία από την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 44.412 ευρώ, αξίωση η οποία αποσβέστηκε εν μέρει λόγω συμψηφισμού της με την ομοειδή και ληξιπρόθεσμη αξίωση που διατηρούσε ο τελευταίος εναντίον τους ποσού 37.888,69 ευρώ, να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στους ενάγοντες το εναπομείναν, μετά τη μερική απόσβεση λόγω συμψηφισμού των επίδικων αξιώσεων τους, συνολικά το ποσό των 5.719,31 ευρώ (43.608 μείον 37.888,69), ήτοι 2.859,655 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, κατόπιν σύμμετρου καταλογισμού του συμψηφιζομένου ποσού στις επίδικες αξιώσεις τους, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος εναγομένου εργολάβου, σημειωτέον δε του ότι, το ποσό των 2.680 ευρώ (1.340 ευρώ σε έκαστο ενάγοντα) που αντιστοιχεί στα απολεσθέντα μισθώματα, μετά το νομότυπο περιορισμό του σχετικού κονδυλίου από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό πρέπει να τους επιδικαστεί αναγνωριστικά, ως παραπάνω ήδη αναφέρθηκε, και εν τέλει, να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει 1.519,655 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να καταβάλει το ποσό των 1.340 ευρώ σε καθέναν από τους δύο ενάγοντες." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση συμψηφισμού του εναγόμενου και συμψήφισε την ανταπαίτησή του αυτή με την ένδικη απαίτηση των εναγόντων, κατά το μέρος που καλύπτονταν. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε εσφαλμένα, αφού συμψήφισε ολόκληρο το ποσό της ανταπαίτησης του εναγομένου με την απαίτηση των εναγόντων, οι οποίοι όμως ήταν συγκύριοι του επίδικου οικοπέδου κατά τα 2/5 εξ αδιαιρέτου και συνεπώς ευθύνονταν ανάλογα με το ποσοστό συγκυριότητάς τους. Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της από 16-2-2021 αίτησης αναίρεσης των εναγόντων, κατά το οικείο μέρος του, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών, που κρίθηκαν βάσιμοι, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπολοίπων λόγων της από 16-2-2021 αίτησης αναίρεσης των εναγόντων και ειδικότερα του δεύτερου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 300 ΑΚ, περί συνυπαιτιότητας), του τρίτου λόγου από τον αριθμό 17 του ίδιου ως άνω άρθρου (ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων στην απόφαση) και του τέταρτου λόγου, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 8 του ίδιου ως άνω άρθρου (μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" και ειδικότερα της συνυπαιτιότητας του εναγομένου εργολάβου κατά τον συμψηφισμό των αναφερομένων επίδικων απαιτήσεων). Μετά από αυτά πρέπει: α] να γίνει δεκτή η από 16-2-2021 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Ν. Μ. και Α. Μ., να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 384/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, ως προς τις ενστάσεις συντρέχοντος πταίσματος και συμψηφισμού και β] να γίνει δεκτή η από 2-3-2021 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ν. Τ., να αναιρεθεί η ίδια ως άνω απόφαση, ως προς το ύψος της επιδικασθείσας αποζημίωσης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο που κατατέθηκε για κάθε αίτηση [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, για κάθε αίτηση αναίρεσης [ άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 16-2-2021 και 2-3-2021 αιτήσεις αναίρεσης. Δέχεται την από 16-2-2021 αίτηση αναίρεσης των Ν. Μ. και Α. Μ. και την από 2-3-2021 αίτηση αναίρεσης του Ν. Τ.. Αναιρεί την υπ' αριθμ. 384/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες κάθε αίτησης αναίρεσης. Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων και ορίζει αυτά στο ποσό των τριών χιλιάδων [3000] ευρώ για κάθε αίτηση αναίρεσης αντίστοιχα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ