Αριθμός 1347/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1) Α. Ζ. του Κ. και Β., 2) Σ. Ζ. του Κ. και Β., 3) Ι. Ζ. του Κ. και Ι., χήρας Ι. Π., 4) Β. Ζ. του Α. και Θ., συζ. Α. Κ., 5) Π. Ζ. του Α. και Θ., 6) Κ. Ζ. του Σ. και Α., 7) Δ. Ζ. του Σ. και Α., κατοίκων ..., Β. 1α) Α. Π. του Ι. και Δ., β) Ε. Π. του Ι. και Δ., γ) Δ. Π. του Α. και Γ., δ) Μ.-Ε. Π. του Α. και Γ., κατοίκων ..., κληρονόμων της αποβιώσασας στις 25-5-2015 Α. χήρας Δ. Π., θυγ. Ι. και Α. Ζ., το γένος Α. Γ. Ζ., κατοίκου εν ζωή ..., 2) Θ. Ρ. του Κ. και Μ., κατοίκου Αθηνών, κληρονόμου της αποβιώσασας στις ... Μ. Μ. Ζ. χήρας Κ. Ρ. θυγ. Ι. και Α. Ζ., το γένος Α. Γ. Ζ., κατοίκου εν ζωή Αθηνών. Η υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητη Ι. Ζ. του Κ., δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαπέτρου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 499/2007 μη οριστική, ... του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 30-12-2011 αίτησή του. Εκδόθηκε η 2202/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η ... απόφαση του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-11-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 27.11.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων (πλην της τρίτης αναιρεσίβλητης για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω) και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., το οποίο έκανε δεκτή τύποις και κατ' ουσίαν την από 25.10.2005 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσης επί της από 10.07.2003 αγωγής υπ' αριθμ. 118/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, διακρατήθηκε προς εκδίκαση η ως άνω αγωγή των αναιρεσιβλήτων, εκδικάσθηκε και έγινε δεκτή εν μέρει κατά την επικουρική αυτής νομική βάση. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς, πλην της τρίτης αναιρεσίβλητης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ., 12§1 της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.67924/23.10.2020 - Φ.Ε.Κ. Β' 4709/23.10.2020 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Αναπτύξεως και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενεργείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μεταναστεύσεως και Ασύλου, Υποδομών και Μεταφορών και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, η οποία τροποποιήθηκε με τη με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.69239/29.10.2020 - Φ.Ε.Κ. Β'4777/29.10.2020 και 14§1 της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 71342/06.11.2020 - Φ.Ε.Κ. Β' 4899/06.11.2020) Κ.Υ.Α.. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553§1 στοιχ. β', 577, 309 εδάφ. α', 321, 495 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά τον χρόνο ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή, κατά τον χρόνο καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως. Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου, δηλαδή, η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ. Α.Π. 15/2001, Α.Π. 45/2020, Α.Π. 1470/2003, Α.Π. 162/1997), υπόκειται σε αναίρεση, μόνον, αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503§1 του Κ.Πολ.Δ. δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι, έκτοτε, αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553§1 στοιχ. β' του Κ.Πολ.Δ.. Και αυτό γιατί η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, αν, παρόλα αυτά, ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577§1 του ιδίου Κώδικα), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513§1 εδάφ. β' περίπτ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι, κατά των ερήμην αποφάσεων, επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση αποφάσεως γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας από τον διάδικο κατά της αποφάσεως, που εκδόθηκε ερήμην του, όπως και οι προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνονται, μόνον, από το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο αποφαίνεται και για τη βασιμότητα των λόγων αυτής και όχι παρεμπιπτόντως από τον Άρειο Πάγο, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ. Α.Π. 15/2001, Α.Π. 46/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση από 27.11.2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία (και, συνεπώς, δυνάμενη να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας), ερήμην της νομίμως κλητευθείσης τρίτης αναιρεσίβλητης, υπ' αριθμ. ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., με την οποία έγινε δεκτή τύποις και κατ' ουσίαν δεκτή η από 25.10.2005 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσης επί της από 10.07.2003 αγωγής υπ' αριθμ. 118/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, διακρατήθηκε προς εκδίκαση η ως άνω αγωγή των αναιρεσιβλήτων, εκδικάσθηκε και έγινε δεκτή εν μέρει κατά την επικουρική αυτής νομική βάση. Ωστόσο, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... επιδόθηκε στην ερήμην δικασθείσα ως εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη), ώστε να αρχίσει η, κατ' άρθρο 503§1 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 144 του ιδίου Κώδικα, δεκαπενθήμερη προθεσμία ασκήσεως της ανακοπής ερημοδικίας ούτε γίνεται επίκληση τέτοιας επιδόσεως ή βεβαιώσεως του αρμοδίου γραμματέα περί ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου κατά της αναιρεσιβαλλομένης, αλλά και δεν προκύπτει ότι χώρησε παραίτηση της αναιρεσίβλητης από το δικαίωμά της να ασκήσει το ως άνω ένδικο μέσο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, με απούσα την τρίτη αναιρεσίβλητη, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Μετά την παραχώρηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, οι διατάξεις του Οθωμανικού "Νόμου περί των Γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους Εγίρας)/1856 (καθ' ημάς) "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών) καταργήθηκαν και ορίσθηκε ότι "Η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει αναγνωρίσει εν ταις παραχωρουμέναις χώραις το της ιδιοκτησίας δικαίωμα επί των αγροκηπίων, βοσκών, λειμώνων, νομών (γρασιδοτόπων-Kechlak), δασών και παντός είδους γαιών, ή ακινήτων κατεχομένων υπό ιδιωτών ή κοινοτήτων, δυνάμει φιρμανίων, χοδζετίων, ταπίων και άλλων τίτλων, ή δυνάμει των Οθωμανικών νόμων? επίσης θέλουσιν αναγνωρισθή οι τίτλοι ιδιοκτησίας των κτημάτων, άτινα καλούνται βακούφια, και χρησιμεύουσιν εις συντήρησιν τζαμίων, εκπαιδευτηρίων σχολείων και άλλων ευαγών ή αγαθοεργών ιδρυμάτων." βάσει του άρθρου 4 της από 20.06/02.07.1881 συμβάσεως μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με τον ν. ΠΛΖ'/11.03.1882 (Φ.Ε.Κ. Α' 14 της 13.03.1882) "Περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας συμβάσεως της 20 Ιουνίου (2 Ιουλίου) 1881, αφορώσης εις τα νέα όρια μεταξύ των δύο Κρατών". Αναγνωρίσθηκαν δηλαδή και μετατράπηκαν σε πλήρη κυριότητα των δικαιούχων τα δικαιώματα αυτών και οι προκύπτουσες σχέσεις υπήχθησαν έκτοτε στο κοινό δίκαιο. Υιοθετήθηκε δηλαδή η λύση του "νομικού μεταβολισμού" της μετατροπής δηλαδή των περιορισμένων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων (δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως - τεσσαρούφ), που ήσαν νομιμοποιημένα, σύμφωνα με το προϊσχύον οθωμανικό δίκαιο, σε δικαιώματα πλήρους ιδιοκτησίας, κατά τους τότε ισχύοντες κανόνες του Ελληνικού (βζρδ) δικαίου, άποψη που παγιώθηκε και στη νομολογία του Αρείου Πάγου (Α.Π. 625/2014, Α.Π. 2202/2013, Α.Π. 299/2004, Α.Π. 418/1971, Α.Π. 206/1939 Θ/Ν'.634, Α.Π. 325/1910 Θ/ΚΑ'.335, Α.Π. 560/1903 Θ/ΙΕ'.262) ή, κατ' άλλη ορολογία, της "νομικής συγχύσεως" του δικαιώματος κυριότητας του βζρδ με τη φύση των δημόσιων Οθωμανικών γαιών, που οδήγησε στην "αφομοίωση" δύο μη ισοδυνάμων δικαιωμάτων. Συνεπώς, από την παραχώρησή της στην Ελλάδα, εισήχθη στη Θεσσαλία η ημεδαπή νομοθεσία, η οποία ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις που εφεξής δημιουργούνται, με τη διάκριση, ότι, ως προς το παρελθόν, αυτές ρυθμίζονται κατά τον προϊσχύσαντα Οθωμανικό Νόμο περί των Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους Εγίρας)/1856 (καθ' ημάς) "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών), θεωρούμενο ως νόμο όχι αλλοδαπό, αλλά εσωτερικό. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 του οθΝπΓαιών, οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α. Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία ("mulk", "arazi-i memluke") (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β. τις δημόσιες γαίες ("arazi-i empiriye") (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως ("tassaruf"), γ. τις αφιερωμένες γαίες ("arazi-i mevkufe"), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ. τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες ("arazi-i metruke") (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κτλ), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο, και ε. τις νεκρές γαίες ("arazi-i mevat") (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο μετά δε την παραχώρηση της Θεσσαλίας, διαδέχθηκε αυτό (Οθωμανικό Δημόσιο) το Ελληνικό Δημόσιο, εκτός αν, με βάση τα προεκτεθέντα, είχε αποκτηθεί νομίμως δικαίωμα από τρίτο. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 9, 19, 30, 68 και 71 του ιδίου οθΝπΓαιών, επί των δημοσίων γαιών, μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ("τεσσαρούφ", "tassaruf") μπορούσαν να αποκτήσουν οι ιδιώτες, με την έκδοση εγγράφου τίτλου, ονομαζομένου ταπίο ("tapu"), που φέρει το εμβληματοποιημένο σουλτανικό συμπλεγμένο μονόγραμμα ("τουρά", "τουγράς", "tugra), έναντι της καταβολής της καθοριζομένης αποζημιώσεως χρήσεως ("μοατζελέ"), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (Α.Π. 4/2023, Α.Π. 625/2014, Α.Π. 385/2012). Όπως δε προκύπτει από τα άρθρα 36 και 37 του ιδίου, ως άνω, οθΝπΓαιών, το πιο πάνω δικαίωμα μπορούσε να μεταβιβασθεί εν ζωή ή αιτία θανάτου ή και να γίνει ανταλλαγή γαιών μόνο κατόπιν αδείας της αρχής. Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπίο) αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ιδίου οθΝπΓαιών, σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς αμφισβήτηση, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος. Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, του άρθρου μόνου της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28ης Σεφέρ 1304 "Περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως επί των δασών", του άρθρου 13 του νόμου "Περί ταπίων" της 8ης Δζεμάζηλ - αχίρ 1275, του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων (περί ταπίων) της 15ης Σαμπάν 1276, αλλά και του συνόλου των διατάξεων του οθΝπΓαιών (ειδικότερα δε των διατάξεων των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργησίμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα, ούτε επί των λοιπών δημόσιων γαιών [λειμώνων, δασών, χειμερινών και θερινών (δηλαδή βοσκοτόπων) και παρομοίων τόπων], οι οποίες εξουσιάζονταν μόνο με έκδοση εγγράφου τίτλου (ταπίου) κατ' εφαρμογήν και των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1923 "Περί εξελέγξεως τίτλων δασών" (Ολ.Α.Π. 609/1963, Α.Π. 24/2020, Α.Π. 1204/2014, Α.Π. 1122/2008) ενώ τυχόν εγκατάλειψη της δημοσίας γης επί τριετία, χωρίς να υπάρχει δικαιολογημένο κώλυμα για την καλλιέργεια, είχε ως αποτέλεσμα την έκπτωση του δικαιούχου από το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 68, 69 έως 71 και 75 του άνω νόμου, η οποία είχε ως συνέπεια την αυτοδίκαιη επαναφορά του πιο πάνω δικαιώματος στο Οθωμανικό Δημόσιο. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1248 και 1660 του Οθωμανικού Α.Κ., στην πρώτη από τις οποίες προβλέπονται οι τρόποι κτήσεως κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία, και στη δεύτερη που προβλέπει τη δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει, ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου, με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) από εκείνον που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία, κατά το άρθρο 78 του οθΝπΓαιών (Α.Π. 1291/2021, Α.Π. 120/2018, Α.Π. 1817/2011). Αναφορικά με τα δάση, αυτά σύμφωνα με τον Οθωμανικό νόμο της 11ης Σεβάλ 1286/(καθ' ημάς 1870) "Περί δασών" (οθΝπΔασών), που ίσχυε παράλληλα με τον οθΝπΓαιών και αποτελούσε ένα περισσότερο εξειδικευμένο νομοθέτημα, αναφορικά με την κρατική δασική ιδιοκτησία, τα δάση στην Οθωμανική αυτοκρατορία διακρίνονταν σε: α. δημόσια, που ανήκαν απευθείας στο Οθωμανικό κράτος "απ' ευθείας ανηκόντων τη κυβερνήσει" ("μηρί ορμάν"), β. στα αφιερωμένα σε βακουφικά (δημόσια βακουφικά), γ. στα ανήκοντα σε χωριά και κωμοπόλεις ("μπαλταλίκια") και δ. στα αμιγώς ιδιωτικά δάση ("κορού", "koru"). Ωστόσο, στο άρθρο 1 του οθΝπΔασών διαλαμβάνεται ρητά ότι για τα δάση της τελευταίας κατηγορίας ειδικές διατάξεις περί του τρόπου κατοχής και χρήσεως ορίσθηκαν στον οθΝπΓαιών, ο δε οθΝπΔασών αποβλέπει μόνο στα δημόσια, στα βακουφικά και στα μπαλταλίκια. Συνέπεια της ανωτέρω κατηγοριοποιήσεως και της από 20.06/02.07.1881 συμβάσεως μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας ήταν τα μεν ιδιωτικά δάση ("κορού", "koru"), ήτοι αυτά στα οποία είχε παραχωρηθεί το τεσσαρούφ δυνάμει ταπίου, να περιέλθουν στην πλήρη κυριότητα αυτών που τα κατείχαν ενώ αναφορικά με τα δημόσια δάση ("μηρί ορμάν"), για τα οποία υπήρχε τεκμήριο κυριότητας του Τουρκικού Δημοσίου, αυτά να περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Τουρκικού. Μάλιστα καταρτίσθηκε και πίνακας με τις ιδιοκτησίες και ειδικότερα με τα συγκεκριμένα δάση του Οθωμανικού Κράτους, που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο (βλ. την υπ' αριθμ.98417/03.10.1883 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Α' 512 της 07.12.1883). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 8 παρ.1 κωδ. (7-39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50-4), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41-4), ν. 6 πρ.πανδ. (44-3), ν.76 παρ. 1 πανδ. (18-1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23-3) του βζρδ, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Α.Κ., κατ' άρθρο 51 Εισ.Ν.Α.Κ., μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου αδιαλείπτως, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού ο οποίος χρησιδέσποζε να συνυπολογίζει στον χρόνο της νομής του και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (Α.Π. 279/2019, Α.Π. 69/2018, Α.Π. 946/2017). Ως "καλή πίστη" δε νοείται, κατά τις διατάξεις των ν. 27 πανδ. (18.1), 15 παρ. 3, 48 πανδ. (41.3) 11 πανδ. (51.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16), η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας, άλλου επ' αυτού (Α.Π. 1789/2005). Επίσης, προκειμένου για έκτακτη χρησικτησία που άρχισε υπό το κράτος του προϊσχύσαντος βζρδ, είναι απαραίτητη η ύπαρξη καλής πίστεως, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη περιστατικών που καθιστούν εύλογη την πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος για το ανεπίληπτο της νομής του (Α.Π. 464/2004). Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση ή η δασικές εκτάσεις, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός μεν του ν. ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" (Ολ. Α.Π. 75/1987, ΑΠ 4/2023, ΑΠ 1296/2020, Α.Π. 78/2015). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 24/2015). Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, για να είναι αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 1667/2022, Α.Π. 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 194/2023, Α.Π. 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005). Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. Ωσαύτως, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 849/2007). Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για την εκφορά της κρλισεώς του δέχθηκε, κατ' αντιγραφήν του οικείου μέρους της αποφάσεώς τα ακόλουθα: "Το επίδικο δασόκτημα (δάσος) βρίσκεται στις νοτιοανατολικές πλαγιές του όρους ... και στα νότια της περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ... ... Ν. ..., από υψόμετρο 490 έως 1.270 μ. και στη θέση "...", συνολικής έκτασης 17.800 και κατά νεότερη εμβαδομέτρηση 18.130 στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει ανατολικα με το διακατεχόμενο δάσος ... και με απαλλοτριωθείσα έκταση του ιδίου κτήματος υπέρ του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., δυτικα με απαλλοτριωθείσα έκταση υπέρ κτηνοτρόφων και διακατεχόμενο δάσος ..., βορεια με το δημόσιο δάσος ... και το ιδιωτικό δάσος αδελφών ..., νοτια με δάσος ... (ή ...) και απαλλοτριωθείσα έκταση του ιδίου κτήματος υπέρ κτηνοτρόφων. Ειδικότερα, τα όρια του δάσους είναι σαφή (ακολουθούν ράχες, ρέματα, δασικούς δρόμους), η δε πορεία της οριογραμμής έχει ως εξής: Αρχίζει από το σημείο με το μικρότερο υψόμετρο, στη συμβολή των ρεμάτων "..." και "..." (υψ. 490 μ.). Από τη συμβολή των παραπάνω ρεμάτων, η οριογραμμή με βόρεια - βορειοδυτική κατεύθυνση, ακολουθεί προς τα ανάντη την κοίτη του ρέματος "..." μέχρι τη συμβολή του με το μικρόρεμα "...". Εκεί στρέφεται δυτικά, ακολουθώντας προς τα ανάντη την κοίτη του ρέματος "..." και φθάνει στην κορυφογραμμή όριο με το διακατεχόμενο δάσος ..., όπου και συναντά δασικό δρόμο. Έπειτα, με βόρεια σχεδόν κατεύθυνση, ακολουθεί το δασικό δρόμο μέχρι να συναντήσει το ρέμα "..." στη θέση "...", όπου εγκαταλείπει αριστερά το δασικό δρόμο και ακολουθεί μονοπάτι μέχρι την εκ νέου συνάντηση του δασικού δρόμου, πριν του υψοδείκτη 993 μ.. Από εκεί, στρεφόμενη αρχικά βορειανατολικά κα, στη συνέχεια, ανατολικά, ακολουθεί το δασικό δρόμο, όριο τόσο με το δημόσιο δάσος ..., όσο και το ιδιωτικό δάσος αδελφών ..., μέχρι που συναντά τη διακλάδωση του δρόμου αυτού με το δρόμο προς ... ... στη θέση "...". Στη συνέχεια, αφήνει το δρόμο μέσα στο δάσος "..." και ανέρχεται δια της ράχης στον υψοδείκτη 1.252 μ. . Από εκεί, ακολουθεί ανατολικά τη ράχη μέχρι τη θέση "..." και στον αυχένα, όπου και τα κοινά όρια των δασών "...", "Κοινοτικό ..." και ιδιωτικού δάσους "...", από όπου διέρχεται δασόδρομος. Εκεί η οριογραμμή στρέφεται σχεδόν νότια και, ακολουθώντας το δασικό δρόμο, φθάνει στη ράχη όριο με το διακατεχόμενο δάσος ... κοντά στη θέση "...". Στη συνέχεια, στρέφεται αρχικά νοτιοδυτικά και στη συνέχεια νότια, ακολουθώντας τη ράχη όριο με το δάσος ... και περνώντας από τις δασικές θέσεις "...", πέφτει στην κοίτη του ρέματος "...", την οποία ακολουθεί μέχρι τη συμβολή του με το ρέμα "...", όπου είναι και το τέλος της οριογραμμής. Σε εκτάρια, η έκταση του ως άνω δάσους "...", που περικλείεται στα παραπάνω όρια, ανέρχεται συνολικά σε 1.813 εκτάρια ή σε 18.130 στρέμματα, κατανέμεται δε σε τέσσερις μορφές εδαφοπονικής εκμετάλλευσης και ειδικότερα: α) 1.135 εκτάρια αποτελούν δασοσκεπή έκταση, δηλαδή ποσοστό 62,60%, β) 398 εκτάρια αποτελούν μερικώς δασοσκεπή έκταση, δηλαδή ποσοστό 21,90%, γ) 226 εκτάρια αποτελούν γυμνή έκταση, δηλαδή ποσοστό 12,50% και δ) 54 εκτάρια αποτελούν άγονη έκταση, δηλαδή ποσοστό 3,0%. Κατά το έτος 1826 το επίδικο δασόκτημα ανήκε, βάσει ταπίου, στη νομή, κατοχή και κυριότητα του Χ. Κ., όταν, βάσει τίτλου υπογεγραμμένου, πουλήθηκε στον Οθωμανό ..., ο οποίος κληρονομήθηκε από τους υιούς τους Ν. και Ν.. Ο Α. Γ. Ζ. αγόρασε το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου δασοκτήματος, από τον Ν. Ε., υιό του Α. Ε., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος τότε Ειρηνοδίκη ..., Ν. Α., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στις ..., στα βιβλία μεταγραφών της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου ..., στον τόμο 1 και με αύξοντα αριθμό μεταγραφών 49, λόγω όμως της καταστροφής του Υποθηκοφυλακείου ... κατά τη Γερμανική Κατοχή από τα Γερμανικά Στρατεύματα, έχει εκ νέου μεταγραφεί στις 06.11.1964, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 92 και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 10.873. Εν συνεχεία, απέκτησε μετά από πλειστηριασμό λόγω χρεών που διενεργήθηκε και το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου δασοκτήματος, από τον Ν. Ε., υιό του Α. Ε., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου, του τότε Συμβολαιογράφου ..., Θ. Σ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στις ..., στα βιβλία μεταγραφών της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου ..., στον τόμο 1 και με αύξοντα αριθμό μεταγραφών 48, λόγω όμως της καταστροφής του Υποθηκοφυλακείου ... κατά τη Γερμανική Κατοχή από τα Γερμανικά Στρατεύματα, έχει εκ νέου μεταγραφεί στις 06.11.1964 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 92, με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 10.872, στο οποίο (συμβόλαιο) γίνεται μνεία, ότι ο Α. Γ. Ζ. (αγοραστής) παρέλαβε τους Οθωμανικούς τίτλους (ταπία), οι οποίοι μεταφρασμένοι από την Οθωμανική στην Ελληνική γλώσσα, καταχωρήθηκαν στο παραπάνω συμβόλαιο. Σημειώνεται δε ότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται και δεν προσκομίζουν τους Οθωμανικούς τίτλους (ταπία), αλλά αναφέρονται διηγηματικά σ' αυτούς με βάση τα αναφερόμενα επ' αυτών στο ανωτέρω συμβόλαιο που επικαλούνται και προσκομίζουν ως έγγραφο συνταχθέν στην ελληνική γλώσσα. Το επίδικο δασόκτημα, σύμφωνα με τα ανωτέρω συμβόλαια, είχε συνολική έκταση 20.000 στρεμμάτων περίπου, ενώ κατά τη γενόμενη περί το έτος 1953, καταμέτρηση από τοπογραφικό συνεργείο του Υπουργείου Γεωργίας είχε έκταση 27.112,687 στρεμμάτων, όπως προκύπτει και από την υπ' αριθμ. 58/17.09.1963 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου ... και κατά τη με αριθμ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Σ. Γ., αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, που διορίστηκε με τη με αριθμ. 499/2007 μη οριστική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, έχει έκταση 18.078 στρέμματα. Οι πωλητές -Ν. Ε. και Ν. Ε., υιοί του Α. Ε., κατείχαν το επίδικο, όπως αναφέρεται στα προαναφερόμενα συμβόλαια και συνομολογείται στην υπό κρίση αγωγή, δυνάμει Οθωμανικών τίτλων (ταπίων), δια των οποίων είχε παραχωρηθεί σ' αυτούς μόνο το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) επί του επιδίκου (αντικείμενο του οποίου ήταν η "ορισμένη και ανεπίδεκτος μετατροπής" χρήση του εδάφους που αναφερόταν στον τίτλο), και δεν απέκτησαν δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου, η κυριότητα του οποίου εξακολουθούσε να ανήκει στο Οθωμανικό Δημόσιο. Επομένως, αυτοί, ως μη κύριοι του επιδίκου, δε δύναται να το μεταβιβάσουν νομίμως δια συμβολαίου σε έτερο πρόσωπο, και, εν προκειμένω, στον Α. Γ. Ζ.. Συνεπώς, ο τελευταίος, δεν κατέστη κύριος του επίδικου δασοκτήματος κατά παράγωγο τρόπο, παρά τη νομότυπη κατάρτιση και νόμιμη μεταγραφή των ανωτέρων συμβολαίων. Κατά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Κράτος το έτος 1881, ο Α. Γ. Ζ. είχε εγκατασταθεί στο 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου δασοκτήματος από τον χρόνο αγοράς αυτού (05.12.1881) και σε ολόκληρο το επίδικο δασόκτημα από τον χρόνο αγοράς και του έτερου 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου δασοκτήματος (14.06.1882) και ασκούσε επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στη φύση του, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την εγκατάστασή του αυτή δεν προσβάλλει δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού και δη του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε διατάξεις του βυζαντινορωμαικού δικαίου, δοθέντος ότι και στις προσαρτημένες χώρες είχε εισαχθεί ολόκληρη η νομοθεσία του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους δια του νόμου ΠΛΖ' της 11/13 Μαρτίου 1882, με τον οποίο κυρώθηκε η μεταξύ του Ελληνικού Βασιλείου και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προηγηθείσα Σύμβαση της 20 Ιουνίου (2 Ιουλίου) 1881, η οποία ρυθμίζει τις εφεξής δημιουργούμενες σχέσεις, ενώ οι προϋπάρχουσες ρυθμίζονται από τον Οθωμανικό νόμο. Ειδικότερα, ο Α. Γ. Ζ. πίστευε ότι ασκεί ίδιο δικαίωμα, συναγόμενης τούτης (ειλικρινής πεποίθησης) από τη σύνταξη των ανωτέρω συμβολαίων ενώπιον συμβολαιογράφου, τα οποία εν συνεχεία νομίμως μετεγράφηκαν στις ..., ήτοι μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο ..., με πωλητή Οθωμανό υπήκοο σε συνδυασμό με την καταβολή τιμήματος και μάλιστα απέκτησε το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου δασοκτήματος μετά από πλειστηριασμό. Περαιτέρω, η ειλικρινής πεποίθηση αυτού ότι δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού και δη του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, συνάγεται από τις διαταγές του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου διά του Υπουργείου Οικονομικών να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την αναγνώριση του δάσους "..." ως ιδιόκτητου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ/τος της 17-11/01.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών" με ισχύ νόμου και στην προσαρτημένη πλέον Θεσσαλία, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες, για την αναγνώριση των οποίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση. Συγκεκριμένα, με βάση τον ανωτέρω νόμο, κατά το έτος 1894, ο ίδιος προσκόμισε ενώπιον του Οικονομικού Εφόρου ..., τους επίσημους Οθωμανικούς τίτλους (ταπία) του δάσους "...", οι οποίοι υποβλήθηκαν με το από 630/03.09.1894 έγγραφο στο Υπουργείο Οικονομικών με αποτέλεσμα το επίδικο δασόκτημα να καταχωρηθεί στις 10 Οκτωβρίου 1895 στο βιβλίο ιδιωτικών δασών της Επαρχίας ..., στο φύλλο με αύξοντα αριθμό 20. Επίσης, στις 23 Νοεμβρίου 1900, σύμφωνα προς την υπ' αριθμ. 84132/20.09.1900 εγκύκλιο διαταγή του Υπουργείου Οικονομικών, επέδωσε, με τον τότε δικαστικό κλητήρα του Πρωτοδικείου ..., Ι. Π., στον Οικονομικό Έφορο ..., τους επίσημους Οθωμανικούς τίτλους, στο πρωτότυπο και σε επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, για να ελεγχθεί το έγκυρο και η γνησιότητα αυτών, από το Υπουργείο Οικονομικών. Παράλληλα, γνωστοποίησε εγγράφως την παράδοση των πρωτοτύπων αυτών Οθωμανικών τίτλων, και προς τον Δασάρχη ..., με τον τότε δικαστικό κλητήρα του Πρωτοδικείου ..., Ι. Π.. Ο τότε Οικονομικός Έφορος ..., με την υπ' αριθμ. 1805 /24.11.1900 αναφορά του, υπέβαλε τους τίτλους στο Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο επιλήφθηκε του ελέγχου της γνησιότητας αυτών και απέστειλε αυτούς δύο φορές στην Ελληνική Πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης για να ελεγχθούν λεπτομερώς, βάσει του Τουρκικού Κτηματολογίου, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 56.495/13.06.1901 έγγραφό του. Μετά τις παραπάνω ενέργειες του Α. Γ. Ζ. και τον έλεγχο των πρωτοτύπων Οθωμανικών Τίτλων από το Υπουργείο Οικονομικών, με την αποστολή τους στην Ελληνική Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη και την επιστροφή αυτών με τα με αριθμ. 2226 και 550 έγγραφά της, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 94682/19.09.1901 διαταγή του Υπουργείου Οικονομικών. Με την παραπάνω διαταγή, το Υπουργείο Οικονομικών επέστρεψε τους ελεγχθέντες τίτλους και διέταξε τον Οικονομικό Έφορο και τον Δασάρχη ... να εξετάσουν μαζί με τον ιδιοκτήτη του δάσους τούτου (Α. Γ. Ζ.) και με δημόσιο γεωμέτρη, τα πραγματικά όρια του δασοκτήματος και να προβούν σε διοικητικές ανακρίσεις ευπόληπτων προσώπων σχετικώς με αυτό και να υποβάλουν λεπτομερή έκθεση, πράγμα που έγινε, ώστε μέχρι και σήμερα δεν προέκυψε καμία αμφισβήτηση σχετικά με τα όρια του δασοκτήματος, όπως άλλωστε προκύπτει και από την από 17.11.2010 τεχνική έκθεση του Δ. Β., δασολόγου με βαθμό Α' "το εμβαδό του δάσους υπολογίσθηκε από τον πραγματογνώμονα σε 18.078 στρεμ. και η διαφορά των 52 στρ. οφείλεται στην ακριβέστερη αποτύπωση". Τα όσα δε αναφέρονται στο με αριθμ. πρωτοκ. 2441/Απριλίου 1978 έγγραφο του Δασαρχείου ... στη σελ. 3 περ. γ' περί ότι η ανωτέρω διαταγή δεν είναι αναγνωριστική διαταγή του δάσους σαν ιδιωτικού και κακώς αποτελούσε τη βάση για τη μέχρι σήμερα διαχείριση του είναι συμπέρασμα του ανωτέρω δασαρχείου και δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της ως άνω διαταγής. Τουναντίον, από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει ότι το δασόκτημα "..." αναγνωρίσθηκε ανεπιφύλακτα ως ιδιωτικό δάσος, με μόνη επιφύλαξη ως προς τα όρια αυτού. Η πεποίθηση λοιπόν τόσο του Α. Ζ. (μέχρι τον χρόνο θανάτου 1906) και των αμέσως κληρονόμων του (μέχρι το έτος 1915) όσο και του Δασαρχείου ... ήταν ότι επρόκειτο για ιδιωτικό δάσος αφού ελέγχθηκε η γνησιότητα των τίτλων δεδομένου ότι η επιφύλαξη του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ως προς την κυριότητα του ήταν σε περίπτωση μη γνησιότητας των τίτλων, η οποία και εν τέλει άρθηκε με την διαπίστωση της γνησιότητας αυτών. Τούτο δε επιρρωνύεται από την με αριθμ. 86231/25.09.1899 Διαταγή του Υπουργείου Οικονομικών, με την οποία εγκρίνεται πίνακας υλοτομίας, τη με αριθμ. 84132/20.09.1900 διαταγή του Υπουργείου Οικονομικών με την οποία εγκρίνεται πίνακας υλοτομίας ως σε ιδιόκτητο δάσος με κάθε επιφύλαξη των δικαιωμάτων του Δημοσίου ως προς την νομή, κατοχή και κυριότητα μέχρι την εξακρίβωση - γνησιότητα των τίτλων, τη με αριθμ. 82745/10-9-1901 Διαταγή του Υπουργείου Οικονομικών με την οποία εγκρίνεται πίνακας υλοτομίας ως επί ιδιόκτητου δάσους μέχρι την πραγματική εξακρίβωση των ορίων και της εκτάσεως του δάσους, τις με αριθμ. 76432/09.09.1903, 78789/16.09.1904, 76225/26.09.1905, 94717/28.09.1906, 74454/09.09.1907 διαταγές του Υπουργείου Οικονομικών με τις οποίες εγκρίνονται πίνακες υλοτομίας ως επί ιδιόκτητου δάσους και με τη με αριθμ. 81120/11.09.1908 διαταγή του Υπουργείου Οικονομικών με την οποία εγκρίνεται πίνακας υλοτομίας ως επί ιδιόκτητου δάσους με την προϋπόθεση πως πριν από κάθε ενέργεια θα εξακριβωνόταν αν η δασική θέση "Κανάλια" βρισκόταν μέσα στο αναγνωρισμένο ως ιδιόκτητο δάσος "...". Με βάση δε τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αφού βεβαιώθηκε για το γνήσιο των τίτλων του Α. Γ. Ζ., ήρε τις επιφυλάξεις που είχε μέχρι την εξακρίβωση -γνησιότητα των τίτλων ως προς τη νομή, κατοχή και κυριότητα επί του επίδικου δασοκτήματος και από το έτος 1899 μέχρι και το έτος 1908 ενέκρινε πίνακες υλοτομίας ως επί ιδιόκτητου δάσους με μόνη επιφύλαξη ως προς τα όρια αυτού (βλ. το με αριθμ. πρωτοκ. 2.441/Απριλίου 1978 έγγραφο με θέμα "Συνθήκες ιδιοκτησίας δάσους ... - ..." του Δασαρχείου ...). Έτσι, ο Α. Γ. Ζ. από την 05-12-1881 για το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου δασοκτήματος, ημερομηνία αγοράς, και από την 14.06.1882 για ολόκληρο το επίδικο δασόκτημα, ημερομηνία αγοράς του έτερου 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου δασοκτήματος, άλλως από την ..., ημερομηνία μεταγραφής των ανωτέρω συμβολαίων, έως και τον θάνατο του, στις 20.07.1906, ασκούσε όλες τις εμφανείς πράξεις νομής και κατοχής οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του δασοκτήματος και δη ξύλευση, υλοτομία, παραγωγή καυσόξυλων -ξυλανθράκων, συλλογή ρητίνης, εκμίσθωση αυτού δια βόσκηση των ποιμνίων της περιοχής, άσκηση εποπτείας και επιτήρηση αυτού με την πρόσληψη δασοφυλάκων, σύνταξη διαχειριστικών εκθέσεων και πινάκων υλοτομίας, οριοθέτηση του, μέριμνα για την προστασία αυτού προς αποτροπή καταλήψεως του από οποιονδήποτε τρίτο κ.λ.π., δηλωτικές της βούλησης του περί εξουσιάσεως του επιδίκου, με καλή πίστη ήτοι ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού και δη του εναγόμενου -Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου και διάνοια κυρίου, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί η επ' αυτού νομή και κατοχή του και χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν και δη το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Η καλή του πίστη δε ενισχύθηκε και από το γεγονός ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δια του Υπουργείου Οικονομικών ή δια του Δασαρχείου ... ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε δικαστική ενέργεια δια της διεξαγωγής δίκης εναντίον του δεικτική της διεκδικήσεως δικαιωμάτων νομής, κατοχής και κυριότητας. Επίσης το τελευταίο (εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο) δεν αποδείχθηκε ότι επέβλεπε το επίδικο δασόκτημα, ούτε ότι είχε συνάψει συμβάσεις μισθώσεις με τρίτους σχετικά με την εκμετάλλευσή του ή ότι απέβαλε ή ενόχλησε με οποιοδήποτε τρόπο τον Α. Γ. Ζ., παρά μόνο ότι είχε επιφυλαχθεί των δικαιωμάτων του ως προς την νομή, κατοχή και κυριότητα μέχρι την εξακρίβωση - γνησιότητα των τίτλων, και, μετά τον έλεγχο αυτών, ήρε αυτές, διατηρώντας αυτές μόνο ως προς τα όρια του επιδίκου. Αντίθετα εάν πίστευε ότι το ίδιο (εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο) απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ως διάδοχος του Οθωμανικού Κράτους δεν θα προέβαινε δια του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου σε μεταγραφή των ανωτέρω τίτλων στις ... και εν συνεχεία δεν θα ζητούνταν από τον Α. Γ. Ζ., κατά το έτος 1894, να προσκομίσει ενώπιον του Οικονομικού Εφόρου ..., τους επίσημους Οθωμανικούς τίτλους (ταπία) του δάσους "...", προκειμένου να τους υποβάλει με το από 630/03.09.1894 έγγραφο στο Υπουργείο Οικονομικών με την εν συνεχεία αποστολή αυτών στην Ελληνική Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη για τον έλεγχο της γνησιότητας αυτών, ούτε θα καταχωρούσε αυτό στις 10 Οκτωβρίου 1895 στο βιβλίο ιδιωτικών δασών της Επαρχίας ..., πλέον ότι θα επεδίωκε να ασκήσει διά τρίτων προσώπων πράξεις νομής και κατοχής οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του δασοκτήματος. Επιπρόσθετα, η καλή πίστη ήτοι η ειλικρινής πεποίθηση αυτού ότι δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού και δη του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επιρρωνύεται και από το ανωτέρω γεγονός - εγγραφή στο βιβλίο ιδιωτικών δασών (10.10.1895) οπότε και ο Α. Γ. Ζ. καθίσταται βέβαιος ότι δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού και δη του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου. Επιπλέον, μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 512/07.12.1883 έγγραφο "Περί των διατυπωθεισών υπό των Οθωμανών αντιπροσώπων αποζημιώσεων ως επιβαρυνουσών το Ελληνικό Κράτος", στο οποίο παρατίθεται πίνακας "των κτήσεων του Οθωμανικού Κράτους των κειμένων εν ταις Χώραις ταις παραχωρηθείσας τη Ελλάδι δια της Συμβάσεως της Κων/λεως 24 Μαΐου 1883", που υποβλήθηκε στην Ελληνοτουρκική επιτροπή από τους Οθωμανούς επιτρόπους, τον οποίον και δεν επικαλείται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως προς την αναφορά του επίδικου. Περί αυτών καταθέτει με βεβαιότητα και πειστικότητα και ο μάρτυρας απόδειξης, ως εξ ακοής μάρτυρας από τον παππού του, αφού ο ίδιος γεννήθηκε το έτος 1936, και δη καταθέτει "... το θυμάμαι από τον παππού μου που μου έλεγε ότι αυτό είναι του Ζουρνατζή. Και έλεγε ότι το έχει από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, όπως τα έχω εγώ από τον παππού μου και από τον πατέρα μου....ναι μου είχε πει ο παππούς μου ότι .......το αγόρασε από τους Τούρκους. Και από εκεί συνεχίζουν τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονά του... .". Συνεπώς, καθόλα το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο Α. Γ. Ζ. δικαιολογημένα πίστευε ότι νομίμως απέκτησε την νομή του επίδικου δασοκτήματος, συνταχθέντων των ανωτέρω συμβολαίων ενώπιον συμβολαιογράφου και δη προσώπου με νομικές γνώσεις, τις οποίες ο ίδιος δεν διέθετε, νομίμως μεταγεγραμμένων στα βιβλία μεταγραφών της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου ..., χωρίς οποιαδήποτε αντίρρηση περί της μεταγραφής αυτών καθώς και ότι δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού και δη του εναγόμενου -Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους, δεκτής γενομένης της μεταγραφής των συμβολαίων και εγκρίνοντας πίνακες υλοτομίας ως επί ιδιόκτητου δάσους, όταν μάλιστα και στο με αριθμ. πρωτοκ. 2.441/Απριλίου 1978 έγγραφο με θέμα "Συνθήκες ιδιοκτησίας δάσους ... ..." του Δασαρχείου ... αναφέρεται ότι το επίδικο ανήκε στην νομή, κατοχή και κυριότητα του Χ. Κ., ο οποίος και το πώλησε στον Οθωμανό .... Μόνη δε η επί της ουσίας επιφύλαξη του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ως προς εξακρίβωση - γνησιότητα των τίτλων (ταπίων) και μετά την εξακρίβωση ως προς τα όρια αυτού δεν αρκεί κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου να καταστήσει τον Α. Γ. Ζ. κακόπιστο νομέα ελλείψει άλλων περιστατικών δηλωτικών της προθέσεως του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου να αμφισβητήσει την νομή αυτού. Επομένως, ο Α. Γ. Ζ. ασκούσε πράξεις νομής επί του επίδικου δασοκτήματος με καλή πίστη και διάνοια κυρίου δια της άδολης και ειλικρινούς πεποιθήσεως του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού και δη του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, σε χρονικό διάστημα από τη 05.12.1881 για το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου δασοκτήματος, ημερομηνία αγοράς, και από τη 14.06.1882 για ολόκληρο το επίδικο δασόκτημα, ημερομηνία αγοράς του έτερου 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου δασοκτήματος, άλλως από την ..., ημερομηνία μεταγραφής των ανωτέρω συμβολαίων μέχρι τον χρόνο θανάτου του (20.07.1906). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 20.07.1906, απεβίωσε στα Τρίκαλα ο Α. Γ. Ζ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, οι οποίες έχουν εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 92 ΕισΝΑΚ), από τη νόμιμη σύζυγό του Μ. και τους κατιόντες του έξι (6) τέκνα του ήτοι τους Α., Σ., Ε., Α., Κ. και Α., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά του δια της σιωπηρής αποδοχής αυτής και αναμείχθηκαν σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου, καταβάλλοντας ο καθένας τους τον αναλογούντα σ' αυτόν φόρο κληρονομιάς. Οι τελευταίοι συνέχισαν, από τον θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, τουλάχιστον έως και την 11.09.1915 (που είναι ο κρίσιμος χρόνος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, οι από της 11.09.1915 και εφεξής πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος, δεν έχουν καμία αξία ως προς την δια έκτακτης χρησικτησίας κτήση κυριότητας, εφόσον, εάν δεν έχει επέλθει αυτή μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, δεν δύναται να συμπληρωθεί ο προς χρησικτησία χρόνος και να αποκτηθεί κυριότητα κατά τον μετέπειτα χρόνο ...), να ασκούν επί του επίδικου δασοκτήματος, όλες τις εμφανείς πράξεις νομής και κατοχής οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και δη ξύλευση, υλοτομία, παραγωγή καυσόξυλων - ξυλανθράκων, συλλογή ρητίνης, εκμίσθωση αυτού δια βόσκησης των ποιμνίων της περιοχής, άσκηση εποπτείας και επιτήρηση αυτού με την πρόσληψη δασοφυλάκων, σύνταξη διαχειριστικών εκθέσεων και πινάκων υλοτομίας, οριοθέτηση του, μέριμνα για την προστασία αυτού προς αποτροπή καταλήψεως του από οποιονδήποτε τρίτο κ.λ.π., δηλωτικές της βούλησης τους περί εξουσιάσεως του επιδίκου, με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίου δια της άδολης και ειλικρινούς πεποιθήσεώς τους ότι με την κτήση της νομής του επιδίκου δεν προσβάλλουν κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού, εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, αφού ποτέ δεν αμφισβητήθηκε η επ' αυτού συννομή και συγκατοχή τους και ποτέ δεν ενοχλήθηκαν από κανέναν και δη του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου συνυπολογίζοντας στη δική τους νομή και τη, με τα ίδια προσόντα, νομή του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Α. Ζ. του Γεωργίου. Επομένως, αυτοί κατέστησαν την 12.09.1915, συγκύριοι του επιδίκου δασοκτήματος, κατά πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που έχουν εφαρμογή κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, νεμόμενοι το επίδικο, έκαστος με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίου, δια της άδολης και ειλικρινούς πεποιθήσεως του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλουν κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού και δη του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, όπως και ο δικαιοπάροχός τους Α. Ζ. του Γ., σε χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, συνυπολογίζοντας στον χρόνο νομής τους, η οποία άρχισε στις 20.07.1906 και αυτή του δικαιοπαρόχου τους, η οποία άρχισε στις 05.12.1881 για το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου και στις ... για ολόκληρο το επίδικο, ο καθένας κατά τα εξής ποσοστά εξ αδιαιρέτου 1) η μεν σύζυγος αυτού, Μ. χήρα Α. Ζ., κατά το 1/4 ή τα 6/24 εξ αδιαιρέτου και 2) έκαστος των: α) Α. Α. Ζ., β) Σ. Α. Ζ.., γ) Ε. το γένος Α. Ζ., συζύγου Γ. Ρ., δ) Α. Α. Ζ., ε) Κ. Α. Ζ. και στ) Α. το γένος Α. Ζ., συζύγου Ι. Ζ., τέκνων των ανωτέρω, κατά τα 3/24 εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω, στις 17.07.1928, απεβίωσε στα Τρίκαλα ο Α. Α.. Ζ., άγαμος, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο οποίος κληρονομήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες έχουν εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 92 ΕισΝΑΚ), από τη μητέρα του Μ. και τα αδέλφια του Σ., Ε., Α., Κ. και Α., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά του (τμήμα της οποίας και τα 3/24 εξ αδιαιρέτου του δασοκτήματος "...") δια της σιωπηρής αποδοχής αυτής και αναμείχθηκαν σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου, καταβάλλοντας ο καθένας τον αναλογούντα σ' αυτόν φόρο κληρονομιάς, συνεχίζοντας και αυτοί, από τον θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, έως και τον θάνατο τους, να ασκούν επί του δασοκτήματος όλα τα από συγκυριότητά τους απορρέοντα δικαιώματα. Έτσι, μετά τον θάνατο του Αντωνίου Α. Ζ., συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του δασοκτήματος "...", ήταν οι παραπάνω αναφερόμενοι, μητέρα και αδέλφια του αντίστοιχα, κατά τα παρακάτω ποσοστά εξ αδιαιρέτου: 1) Η Μ. χήρα Α. Ζ., κατά τα [6/24 + (3/24 :6) =] 13/48 και 2) έκαστος των αδελφών του α) Σ. Α. Ζ., β) Ε. το γένος Α. Ζ. σύζυγος Γ. Ρ., γ) Α. Α. Ζ., δ) Κ. Α. Ζ. και ε) Ά. το γένος Α. Ζ., σύζυγος Ι. Ζ., κατά τα [3/24+(3/24 : 6) =] 7/48. Στις 31.10.1931 απεβίωσε στα Τρίκαλα ο Σ. Α. Ζ., άγαμος, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο οποίος κληρονομήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες έχουν εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 92 ΕισΝΑΚ), από τη μητέρα του Μ. και τα αδέλφια του Ε., Α., Κ. και Α., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά του (τμήμα της οποίας και τα 7/48 εξ αδιαιρέτου του δασοκτήματος "...") δια της σιωπηρής αποδοχής αυτής και αναμείχθηκαν σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου, καταβάλλοντας ο καθένας τον αναλογούντα σ' αυτόν φόρο κληρονομιάς, συνεχίζοντας και αυτοί, από τον θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, έως και τον θάνατό τους, να ασκούν επί του δασοκτήματος όλα τα από συγκυριότητά τους απορρέοντα δικαιώματα. Έτσι, μετά τον θάνατο του Σ. Α. Ζ.., συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του δασοκτήματος "...", κατέστησαν οι παραπάνω αναφερόμενοι μητέρα και αδέλφια του, κατά τα παρακάτω ποσοστά εξ αδιαιρέτου: 1) η Μ. χήρα Α. Ζ. κατά τα [13/48 + (7/48 : 5) =] 36/120 και 2) καθένας από τα αδέλφια του, α) Ε. το γένος Α. Ζ., σύζυγος Γ. Ρ., β) Α. Α. Ζ., γ) Κ. Α. Ζ.ς και δ) Ά. το γένος Α. Ζ., σύζυγος Ι. Ζ., κατά τα [3/24 + (3/24:5) =] 21/120. Στις 03.03.1932, απεβίωσε στα Τρίκαλα η Ε. το γένος Α. Ζ., σύζυγος Γ. Ρ., η οποία κληρονομήθηκε από τη μητέρα της Μ. και τα αδέλφια της Α., Κ. και Α., δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης του τότε Συμβολαιογράφου ..., Γ. Χ., η οποία δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση του Πρωτοδικείου ..., στις 9 Μαρτίου 1932, όπως προκύπτει από τα με αριθμό ... πρακτικά συνεδριάσεως του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία (διαθήκη) η ως άνω αποβιώσασα Ε. Ζ., κατέλιπε κάθε κινητή ή ακίνητη περιουσία της κατ' ισομοιρία στη μητέρα της Μ. και τα αδέλφια της Α., Κ. και Α., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά της (τμήμα της οποίας και τα 21/120 εξ αδιαιρέτου του δασοκτήματος "...") και αναμείχθηκαν σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου, καταβάλλοντος τον αναλογούντα φόρο κληρονομιάς και συνεχίζοντας και αυτοί από τον θάνατο της δικαιοπαρόχου τους έως και τον θάνατο τους, να ασκούν επί του δασοκτήματος όλα τα από τη συννομή και συγκυριότητα τους απορρέοντα δικαιώματα. Έτσι, μετά τον θάνατο της Ε. Ζ., συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του επιδίκου, κατέστησαν οι παραπάνω αναφερόμενοι μητέρα και αδέλφια αυτής, κατά τα παρακάτω ποσοστά, εξ αδιαιρέτου: 1) η Μ., χήρα Α. Ζ., κατά τα [36/120+(21/120:4)=] 55/160 και 2) κάθε ένας από τα αδέλφια της α) Α. Ζ., β) Κ. Ζ. και γ) Ά. το γένος Α. Ζ., σύζυγος Ι. Ζ., κατά τα [21/288 + (49/120 :4) =] 35/160. Στις ..., απεβίωσε στα Τρίκαλα ο Α. Α. Ζ., άγαμος, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο οποίος κληρονομήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες έχουν εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 92 ΕισΝΑΚ), από τη μητέρα του Μ. και τα αδέλφια του Κ. και Α., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά του (τμήμα της οποίας και τα 35/160 εξ αδιαιρέτου του δασοκτήματος "...") δια της σιωπηρής αποδοχής αυτής και αναμείχθηκαν σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου, καταβάλλοντας ο καθένας τον αναλογούντα σ' αυτόν φόρο κληρονομιάς, συνεχίζοντας και αυτοί, από τον θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, έως και τον θάνατο τους, να ασκούν επί του δασοκτήματος όλα τα από συγκυριότητά τους απορρέοντα δικαιώματα. Έτσι, μετά τον θάνατο του Α. Α. Ζ., συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του επιδίκου, κατέστησαν οι παραπάνω αναφερόμενοι μητέρα και αδέλφια του, κατά τα παρακάτω ποσοστά εξ αδιαιρέτου: 1) Η Μ. χήρα Α. Ζ. κατά τα [55/160 + (35/160 : 3) =] 10/24 και 2) καθένας από τα αδέλφια του α) Κ. Α. Ζ. και β) Ά. το γένος Α. Ζ., σύζυγος Ι. Ζ., κατά τα [35/160 +(35/288 :3)=] 7/24. Στις 15.08.1947, απεβίωσε στα Τρίκαλα η Μ. χήρα Α. Ζ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, η οποία κληρονομήθηκε σύμφωνα με τις περί εξ αδιαθέτου διαδοχής διατάξεις του ΑΚ, από τα εναπομείναντα εν ζωή τέκνα της Κ. και Α., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά της (τμήμα της οποίας και τα 10/24 εξ αδιαιρέτου του δασοκτήματος "...") και αναμείχθηκαν σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκαν, δυνάμει της υπ' αριθμόν 6.414/27.01.1949 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του τότε Συμβολαιογράφου ... Α. Ν., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, στις 05.04.1949, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 1, με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 129, καταβάλλοντας τον αναλογούντα φόρο κληρονομιάς και συνεχίζοντας και αυτοί, από τον θάνατο της δικαιοπαρόχου τους έως και τον θάνατο τους, να ασκούν επί του δασοκτήματος όλα τα από τη συννομή και συγκυριότητά τους απορρέοντα δικαιώματα. Έτσι, μετά τον θάνατο της Μ. χήρας Α. Ζ., συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του επιδίκου, κατέστησαν τα παραπάνω αναφερόμενα τέκνα της 1) Κ. Α. Ζ. και 2) Ά. το γένος Α. Ζ., σύζυγος Ι. Ζ., έκαστος κατά τα 24/48. Στις 05.04.1968, απεβίωσε ο Κ. Α. Ζ., ο οποίος κληρονομήθηκε, σύμφωνα με τις περί εξ αδιαθέτου διαδοχής διατάξεις του ΑΚ, από τη σύζυγο του και μητέρα των υπό στοιχεία Α1 και Α2 των εναγόντων, Β. θυγατέρα Ν. Α., χήρα Κ. Ζ., και από τα τέκνα, υπό στοιχεία Α1, Α2 και A3 των εναγόντων: α) δυνάμει μυστικής διαθήκης, που κατατέθηκε στον τότε Συμβολαιογράφο ..., Η. Κ., συνταχθείσης της υπ' αριθμ. ... πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης, η οποία δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο ..., κατά τη συνεδρίασή του της 21.08.1968, συνταχθέντος του υπ' αριθμόν 161 Πρακτικού Συνεδριάσεως και β) δυνάμει των διατάξεων του Αστικού Κώδικα περί αναγκαστικής διαδοχής (νόμιμης μοίρας), όσον αφορά την υπό στοιχεία A3 των εναγόντων, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά του ανωτέρω διαθέτη (τμήμα της οποίας και τα 4/48 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου) την οποία και αποδέχθηκαν ως εξής: α) οι υπό στοιχεία Α1 και Α2 των εναγόντων, καθώς και η Β. χήρα Κ. Ζ., δυνάμει της υπ' αριθμόν ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου ... Δ. Α., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στις 11.01.1972, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 141, με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 15.793 και β) η υπό στοιχεία A3 των εναγόντων, δυνάμει της υπ' αριθμόν ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του τότε Συμβολαιογράφου ... Α. Κ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στις 17.03.1969, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 121, με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 13.757, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμ. 20.073/17.05.1969 πράξη του Συμβολαιογράφου ... Αλ. Κλείδωνα, περί εξοφλήσεως νομίμου μοίρας, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ..., στις 27.11.1970, στον τόμο 134, με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 15.033, καταβάλλοντας τον αναλογούντα φόρο κληρονομιάς και συνεχίζοντας και οι ανωτέρω, από τον θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, να ασκούν επί του επιδίκου δασοκτήματος, όλα τα από τη συννομή και συγκυριότητά τους απορρέοντα δικαιώματα. Έτσι, μετά τον θάνατο του Κ. Α. Ζ., συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του δασοκτήματος "..." κατέστησαν, εξ αδιαιρέτου: 1) η Β. θυγατέρα Ν. Α., χήρα Κ. Ζ., κατά τα 7/48 και 2) έκαστος των υπό στοιχεία Α1 και Α2 των εναγόντων, Αναστάσιος Κ. Ζ. και Σ. Κ. Ζ. αντίστοιχα, κατά τα 7/48, 3) η υπό στοιχείο A3 των εναγόντων, Ι. θυγατέρα Κ. Ζ., χήρα Γ. Π., κατά τα 3/48 και 4) η Ά. θυγατέρα Α. Ζ. χήρα Ι. Ζ., κατά τα 24/48. Στις 22.05.1968, απεβίωσε στο Βόλο η Ά. θυγατέρα Α. Ζ., χήρα Ι. Ζ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, η οποία, όπως προκύπτει από το με αριθμό 621/08.12.1972 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του Πρωτοδικείου ..., κληρονομήθηκε κατά τις διατάξεις περί εξ αδιαθέτου διαδοχής διατάξεις του ΑΚ, από τα τέκνα της, υπό στοιχεία Β1 και Β2 των εναγόντων, που υπεισήλθαν στην κληρονομιά της (τμήμα της οποίας και τα 24/48 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου), την οποία και αποδέχθηκαν, δυνάμει της υπ' αριθμ. 9.315/17.11.1970 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του τότε Συμβολαιογράφου ... Α. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στις 27.11.1970, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 134, με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 15.032, και αναμείχθηκαν με πρόθεση κληρονόμου, συνεχίζοντας και αυτές, από τον θάνατο της δικαιοπάροχού τους, να ασκούν επί του επιδίκου δασοκτήματος, όλα τα από τη συννομή και συγκυριότητά τους απορρέοντα δικαιώματα. Έτσι, μετά τον θάνατο της Α. Α. Ζ., συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του δασοκτήματος "..." ήταν οι παρακάτω αναφερόμενοι κατά τα παρακάτω ποσοστά: 1) Η Β. θυγατέρα Ν. Α., χήρα Κ. Ζ., κατά τα 7/48, 2) έκαστος των υπό στοιχεία ΑΙ και Α2 των εναγόντων, Α. Κ. Ζ. και Σ. Κ. Ζ. ς αντίστοιχα, κατά τα 7/48, 3) η υπό στοιχείο A3 των εναγόντων, Ι. θυγατέρα Κ. Ζ., χήρα Γ. Π., κατά τα 3/48, 4) η υπό στοιχείο Β1 των εναγόντων, Α. θυγατέρα Ι. Ζ. χήρα Δ. Π., κατά τα 12/48 και 5) η υπό στοιχείο Β2 των εναγόντων, Μ. θυγατέρα Ι. Ζ.., χήρα Κ. Ρ., κατά τα 12/48. Στις 15.03.1991 απεβίωσε η Β. θυγατέρα Ν. Α., χήρα Κ. Ζ., η οποία κληρονομήθηκε κατά τις περί εξ αδιαθέτου διαδοχής διατάξεις του ΑΚ, από τους υπό στοιχεία Α4, Α5, Α6 και Α7 των εναγόντων, εγγονούς αυτής, μετά τη, δυνάμει των υπ' αριθμ. ... δηλώσεων αποποιήσεως κληρονομιάς, ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου ... αποποίηση της κληρονομιάς από τα τέκνα της, υπό στοιχεία Α1 και Α2 των εναγόντων. Οι υπό στοιχεία Α4, Α5, Α6 και Α7 των εναγόντων υπεισήλθαν στην κληρονομιά της ανωτέρου κληρονομουμένης (τμήμα της οποίας και τα 7/48 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου δασοκτήματος), την οποία κληρονομιά αποδέχθηκαν: α) οι υπό στοιχεία Α4 και Α5 των εναγόντων, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου ... Δ. Α., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στις 26.10.1999, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 540, με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 55.451, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. ... πράξη του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου ..., η οποία νόμιμα μεταγράφηκε στις 04.07.2002, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 602, με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 61.629 και β) οι υπό στοιχεία Α6 και A7 των εναγόντων, δυνάμει της υπ' αριθμ. 13.532/08.10.2002 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου ... Ε. Β. - Π., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στις 30.10.2002, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 610, με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 62.434, συνεχίζοντας και οι ανωτέρω, από τον θάνατο της δικαιοπαρόχου τους, να ασκούν επί του επιδίκου δασοκτήματος, όλα τα από τη συννομή και συγκυριότητά τους απορρέοντα δικαιώματα. Έτσι, μετά τον θάνατο Β. θυγατέρας Ν. Α., χήρας Κ. Ζ., συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του επιδίκου δασοκτήματος, είναι, εξ αδιαιρέτου, όλοι οι ενάγοντες, κατά τα παρακάτω ποσοστό εξ αδιαιρέτου: 1) Ο υπό στοιχείο AI των εναγόντων, Α. Κ. Ζ., κατά τα 7/48 ή 28/192, 2) ο υπό στοιχείο Α2 των εναγόντων, Σ. Κ. Ζ., κατά τα 7/48 ή 28/192, 3) η υπό στοιχείο A3 των εναγόντων, Ι. θυγατέρα Κ. Ζ., χήρα Γ. Π., κατά τα 3/48 ή 12/192, 4) η υπό στοιχείο Α4 των εναγόντων, Β. Α. Ζ., σύζυγος Α. Κ., κατά τα 1,7514% ή 7/192, 5) η υπό στοιχείο Α5 των εναγόντων, Π. Α. Ζ., κατά τα 1,75/48 ή 7/192, 6) ο υπό στοιχείο Α6 των εναγόντων, Κ. Σ. Ζ., κατά τα 1,75148 ή 7/192, 7) ο υπό στοιχείο Α7 των εναγόντων Δ. Σ. Ζ., κατά τα 1,75/48 ή 7/192, 8) η υπό στοιχείο Β1 των εναγόντων, Α. θυγ. Ι. Ζ., χήρα Δ. Π., κατά τα 12/48 ή 48/192, και 9) η υπό στοιχείο Β2 των εναγόντων, Μ. θυγατέρα Ι. Ζ.., χήρα Κ. Ρ., κατά τα 12/48 ή 48/192. Στις 26.05.2015 απεβίωσε στον Βόλο η Α. Ζ. του Ι. και της Α. χας Κ. Ρ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, η οποία, όπως προκύπτει από το με αριθμ. 64/12.01.2016 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου ..., κληρονομήθηκε κατά τις διατάξεις περί εξ αδιαθέτου διαδοχής διατάξεις του ΑΚ, από τα τέκνα της Ι. Π. και Α. Π. του Δ. και Α., που υπεισήλθαν στην κληρονομιά της, την οποία και αποποιήθηκαν δυνάμει της με αριθμ. 453/10.09.2015 τομ. 3 έκθεσης δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς στο Ειρηνοδικείο ... και μετά την αποποίηση αυτών στη θέση τους υπεισήλθαν τα τέκνα αυτών Α. Π. του Ι. και Δ. και Ε. Π. του Ι. και Δ. και Δ. Π. του Α. και της Γ. και Μ. - Ε. Π. του Α. και της Γ., τα οποία και αποδέχθηκαν δυνάμει της με αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ..., Κωνσταντίνου Πετρόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 872, αριθμ. 88504, συνεχίζοντας και οι ανωτέρω, από τον θάνατο της δικαιοπαρόχου τους, να ασκούν επί του επιδίκου δασοκτήματος, όλα τα από τη συννομή και συγκυριότητά τους απορρέοντα δικαιώματα. Στις 16.10.2018 απεβίωσε στην Αθήνα η Μ. Ζ. του Ι. και της Α. χας Κ. Ρ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, η οποία, όπως προκύπτει από το με αριθμ. 50068/27.12.2018 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου Αθηνών κληρονομήθηκε κατά τις διατάξεις περί εξ αδιαθέτου διαδοχής του ΑΚ, από τα τέκνα της Θ. Κ. το γένος Κ. και Μ. Ρ. και Ν. Ρ. του Κ. και Μ. Ρ. εκ των οποίων ο τελευταίος αποποιήθηκε την κληρονομία της μητέρας του, συνταχθείσας της με αριθμ. 12272/06.11.2018 έκθεσης δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, στη θέση του οποίου υπεισήλθε η αδελφή του, η οποία δυνάμει της με αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Π., αποδέχθηκε την κληρονομιά της μητέρας της, συνεχίζοντας και η ανωτέρω, από τον θάνατο της δικαιοπαρόχου της, να ασκεί επί του επιδίκου δασοκτήματος, όλα τα από τη συννομή και συγκυριότητά της απορρέοντα δικαιώματα. Έτσι, μετά τον θάνατο της Α. Ζ. του Ι. και της Α. χας Κ. Ρ. και της Μαρίας Ζαδέ του Ι. και της Α. χας Κ. Ρ. συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του επιδίκου δασοκτήματος, είναι, εξ αδιαιρέτου κατά τα παρακάτω ποσοστό: 1) Ο υπό στοιχείο A1 των εναγόντων, Α. Κ. Ζ., κατά τα 7/48 ή 28/192, 2) ο υπό στοιχείο Α2 των εναγόντων, Σ. Κ. Ζ.ς, κατά τα 7/48 ή 28/192, 3) η υπό στοιχείο A3 των εναγόντων, Ι. θυγατέρα Κ. Ζ., χήρα Γ. Π., κατά τα 3/48 ή 12/192, 4) η υπό στοιχείο Α4 των εναγόντων, Β. Α. Ζ., σύζυγος Α. Κ., κατά τα 1,7514% ή 7/192, 5) η υπό στοιχείο Α5 των εναγόντων, Π. Α. Ζ., κατά τα 1,75/48 ή 7/192, 6) ο υπό στοιχείο Α6 των εναγόντων, Κ. Σ. Ζ., κατά τα 1,75148% ή 7/192, 7) ο υπό στοιχείο Α7 των εναγόντων Δ. Σ. Ζ., κατά τα 1,75/48 ή 7/192, 8) οι Α. Π. του Ι. και της Δήμητρας, Ελένη Πασιά του Ι. και της Δήμητρας, Δημήτριος Πασιάς του Α. και της Γ. και Μ. - Ε. Π. του Α. και της Γ. κατά 3/48 ή 12/192 έκαστος εξ αυτών και 9) η Θ. Κ., το γένος Κ. και Μ. Ρ. κατά τα 12/48 ή 48/192. Ακολούθως αποδείχτηκε ότι, κατά το έτος 1952, όταν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του δασοκτήματος "..." ήταν οι Κ. και Ά. Α. Ζ., με την υπ' αριθμ. 177129/30.08.1952 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (Β 203/1952), κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο το δασόκτημα "...", προς αποκατάσταση ακτημόνων κτηνοτρόφων. Επί της αποφάσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 21/1959 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ..., με την οποία καθορίστηκε ότι από όλη την έκταση του επιδίκου (27.000 περίπου στρεμμάτων), πρέπει να εξαιρεθούν της απαλλοτριώσεως τα 15.175 περίπου στρέμματα και να απαλλοτριωθούν οι υπόλοιπες εκτάσεις 10.936 περίπου στρεμμάτων "ως επιδεικτικές κτηνοτροφικής εκμεταλλεύσεως". Εναντίον της αποφάσεως αυτής, οι ανωτέρω Κ. και Ά. Ζ., κατέθεσαν αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 992/1960 απόφαση του ΣτΕ, που ακύρωσε την ως άνω απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ..., ως "αναιτιολόγητη, σε σχέση προς τον δασικό ή μη χαρακτήρα των δια της αποφάσεως αυτής κριθέντων ως υποκείμενων στην απαλλοτρίωση τμημάτων του επιδίκου". Μετά την ακυρωτική αυτή απόφαση, η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων ..., επιλήφθηκε εκ νέου της υποθέσεως, εκδίδοντας την υπ' αριθμ. 73/1961 απόφαση της. Εναντίον της απόφασης αυτής οι Κ. και Ά. Ζ., κατέθεσαν αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1.458/1962 απόφαση του ΣτΕ, που ακύρωσε την ως άνω απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ..., λόγω παράνομης σύνθεσής της. Σημειώνεται δε ότι, τόσο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ..., όσο και ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι ανωτέρω αντιμετωπίστηκαν ως μόνοι συγκύριοι του δασοκτήματος "...", χωρίς να αμφισβητηθεί από κανέναν ότι αυτοί, ως συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι, είχαν το δικαίωμα και το έννομο συμφέρον στην κατάθεση υπομνημάτων ενώπιον της Επιτροπής και αιτήσεων ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Όσον αφορά δε στο Ελληνικό Δημόσιο, σε καμία φάση δεν παρενέβη εναντίον τους, διεκδικώντας ίδιο δικαίωμα επί του επιδίκου δάσους. Χαρακτηριστικά δε, ο Δασάρχης ..., στην από 11.11.1960 εισήγησή του προς την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων ... αναφέρει ότι "Το Δασόκτημα τούτο (εννοεί το ...) αναγνωρισθέν ως Ιδιωτικού δια της υπ' αριθμ. 94.682 της 10ης Σεπτεμβρίου 1901 Διαταγής του Υπουργείου Οικονομικών, υπόκειται έκτοτε ως προς την διαχείρισιν και εκμετάλλευσιν εις τας εκάστοτε διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας, εκμεταλλευόμενου κυρίως δασικώς προς παραγωγή καυσόξυλων, ξυλανθράκων και χρησίμου ξυλείας, παρεπόμενη δε και προς βοσκήν". Από τη συνολική έκταση των 27.122,687 στρεμμάτων, δυνάμει της υπ' αριθμ. 58/1963 αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων του Νομού ..., αφού αναγνωρίσθηκε ότι ανήκει κατά τον ως άνω χρόνο και σήμερον κοινώς και αδιαιρέτως κατά το 1/2 στον Κ. Ζ. και Α. συζ. Ι. Ζ., εξαιρέθηκε έκταση 16.882,678 στρεμμάτων ως δάση και δασικές εκτάσεις και έκταση 1.000 στρεμμάτων ως δασική υπέρ των συνιδιοκτητών Κ. Α. Ζ. και Α. θυγ. Α. Ζ.. Τέλος, με τις υπ' αριθμ. Ε/13.374/11.05.1964 και Ε/38.972/17.11.1964 αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, επιτράπηκε η πώληση από τους συνιδιοκτήτες του δασοκτήματος Κ. Α. Ζ. και Α. θυγ. Α. Ζ. προς τους ακτήμονες κτηνοτρόφους, έκτασης οκτώ χιλιάδων εξακοσίων τριάντα (8.630) στρεμμάτων, με την αναβλητική αίρεση της άρσης από τον Υπουργό Γεωργίας, της κατά τα ανωτέρω ήδη απαγγελθείσας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Δυνάμει της με αριθμό Ε/10217 αποφάσεως ΦΕΚ τεύχος Δ' αριθμ. Φύλλου 82/24.05.1965, που έχει μεταγραφεί την 01.06.1965 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 94, με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 11.187, ήρθη η υπ' αριθμ. 177129/1952 ως άνω απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο το δασόκτημα "...". Κατόπιν τούτου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Η. Σ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ..., στις 05.03.1965, στον τόμο 94, με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 11.055, καταρτίστηκε η κατά τα προαναφερθέντα πώληση τμήματος του επιδίκου συνολικής εκτάσεως 8.630 στρεμμάτων, η δε υπόλοιπη, σύμφωνα με τα παραπάνω, έκταση, του δασοκτήματος, παρέμεινε στην ιδιοκτησία των παραπάνω συνιδιοκτητών Κ. Α. Ζ. και Α. θυγ. Α. Ζ., οι οποίοι, έως τον θάνατό τους, εξακολούθησαν να ασκούν επ' αυτής, όλα τα από την συγκυριότητα, σύννομη και συγκατοχή τους απορρέοντα δικαιώματα. Επιπλέον, το Δασαρχείο ... με το με αριθμ. πρωτοκ. 5799 και 5930/04.01.52 έγγραφό του προς την Δασική Επιθεώρηση Θεσσαλίας υπέβαλε διαχειριστική έκθεση ιδιωτικού δάσους "...", η οποία και εγκρίθηκε με την με αριθμ. 12397, 14230/23.02.52 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Δασών με τις εκεί αναφερόμενες τροποποιήσεις - συμπληρώσεις. Επίσης υποβλήθηκαν διά τα διαχειριστικά έτη 1961 - 1965, 1962 - 1966, 1972 - 1976, 1977 - 1981, 1982 - 1986 διαχειριστικές εκθέσεις του ιδιωτικού δάσους "..." ..., οι οποίες και εγκρίθηκαν. Επιπρόσθετα, το Δασαρχείο ..., με το υπ' αριθμ. πρωτ. 1027/04.02.1978 έγγραφό του, ζήτησε από τους ενάγοντες να προσκομίσουν τα έγγραφα που έχουν σχέση με το επίδικο δασόκτημα "...". Ο Α. Κ. Ζ., ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό όλων των συγκυρίων, συννομέων και συγκατόχων, κατέθεσε στις 14.02.1978, το με αριθμό πρωτ. 1.438/14.02.1978 από 11.02.1978 υπόμνημα τους προς τον Δασάρχη ... αναφέροντας όλα τα στοιχεία που αποδείκνυαν ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός τους Α. Γ. Ζ., ήταν ο αρχικός νομέας και, κατ' αυτούς και κύριος, του δασοκτήματος "...". Με το υπ' αριθμ. πρωτ. 249407/1.427/16.12.1978 έγγραφο της Ζ' Διεύθυνσης της Γενικής Διεύθυνσης Δασών, του Υπουργείου Γεωργίας προς το Δασαρχείο ..., αμφισβητήθηκε το πρώτον, η συγκυριότητα, συννομή και συγκατοχή των δικαιοπαρόχων του Α. Γ. Ζ. επί του επιδίκου δασοκτήματος, δεδομένου ότι με το ως άνω έγγραφο, η αρμόδια υπηρεσία, δεν θεωρεί λυμένο το ιδιοκτησιακό ζήτημα του επιδίκου δασοκτήματος, και γι' αυτό καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το δάσος "..." δεν θα αντιμετωπίζεται ως ιδιωτικό, αλλά ως διακατεχόμενο. Με την από 08.02.1979 εξώδικο γνωστοποίηση ο Α. Ζ. ενεργώντας για εαυτόν και για λογαριασμό των Β. Κ. Ζ., Σ. Κ. Ζ., Ι. συζ. Γ. Π, Μ. συζ. Κ. Ρ. και Α. Π. προς τον Υφυπουργό Γεωργίας υπέβαλε παράκληση προς εξέταση του θέματος και ανάκλησης της διαταγής (βλ. τη με αριθμ. 9320/20.2.1979 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ..., Ελευθέριου Δήμου). Μετά ταύτα αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο απώτατος και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και των κληρονόμων αυτών (Β1 και 2) κατέστησαν την 12.09.1915, συγκύριοι του επιδίκου δασοκτήματος, κατά πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που έχουν εφαρμογή κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, νεμόμενοι το επίδικο, έκαστος με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίου, για χρονικό διάστημα άνω της τριακονταετίας, συνυπολογίζοντας στον χρόνο νομής τους, η οποία άρχισε στις 20.07.1906 και αυτή του δικαιοπαρόχου τους, η οποία άρχισε στις 05.12.1881 για το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου και στις ... για ολόκληρο το επίδικο, ο καθένας κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Συνεπώς, οι ενάγοντες κατέστησαν κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του επιδίκου αποκτώντες παρά κυρίων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος - τρίτο σκέλος της έφεσης με τον οποίον το καλόν - εκκαλόν υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να γίνει δεκτός εν μέρει ως προς την έκταση του επίδικου δασοκτήμονος, όπως αυτή προσδιορίσθηκε επακριβώς από τον ορισθέντα πραγματογνώμονα. Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει και ουσιαστικά δεκτή η έφεση του καλούντος - εκκαλούντος -εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 118/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., ως προς την επικουρική βάση της περί κτήσης κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο -έκτακτη χρησικτησία, που νομίμως φέρεται προς συζήτηση, κατ' άρθρ. 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, με την ένδικη από 04.09.2017 με αριθμό κατάθεσης 542/2017 κλήση του, μετά από αναίρεση της με αριθμό ... απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε επί της ανωτέρω αίτησης, με την με αριθμό 2202/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου (Γ' Πολιτικό Τμήμα). Ακολούθως να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η αγωγή ως προς την ανωτέρω βάση, να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή, να αναγνωρισθούν οι ενάγοντες και οι υπεισερχόμενοι στη θέση τους κληρονόμοι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι έκαστος εξ αυτών εξ αδιαιρέτου κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσοστά, επί δασόκτημα (δάσος) που βρίσκεται στις νοτιοανατολικές πλαγιές του όρους ... και στα νότια της περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ... ... Ν. ..., από υψόμετρο 490 μ. έως 1.270 μ. και στη θέση "...", συνολικής έκτασης κατά νεότερη εμβαδομέτρηση 18.078 στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει ανατολικά με το διακατεχόμενο δάσος ... και με απαλλοτριωθείσα έκταση του ιδίου κτήματος υπέρ του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., δυτικά με απαλλοτριωθείσα έκταση υπέρ κτηνοτρόφων και διακατεχόμενο δάσος ..., βόρεια με το δημόσιο δάσος ... και το ιδιωτικό δάσος αδελφών ..., νότια με δάσος ... (ή ...) και απαλλοτριωθείσα έκταση του ιδίου κτήματος υπέρ κτηνοτρόφων.". Με τις ως άνω παραδοχές και συγκεκριμένα ότι 1. ο Α. Ζ. του Γ., απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, αγόρασε από τον Ν. Ε. γιο του Α. Ε. το 1/2 του επιδίκου ακινήτου με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη ... Ν. Α., το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών της περιφερείας του Ειρηνοδικείου ..., στις ..., και, στη συνέχεια, απέκτησε, μετά από πλειστηριασμό, το έτερο 1/2 του αυτού επιδίκου, από τον Ν. Ε. γιό του Α. Ε., με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου ... Θ. Σ., το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών της περιφερείας του Ειρηνοδικείου ..., στις ..., εγκαταστάθηκε στη νομή αυτού (επιδίκου ακινήτου), έχοντας την απολύτως δικαιολογημένη πεποίθηση ότι με τον τρόπο αυτό δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής, έως και τον θάνατό του, στις 20.07.1906, 2. μετά τον θάνατό του οι κληρονόμοι του Μ. (σύζυγος), Α., Σ., Ε., Α., Κ. και Α. υπεισήλθαν στην κληρονομία του θανόντος, αφού κατέβαλαν τον αναλογούντα φόρο κληρονομίας, και συνέχισαν την άσκηση των αυτών πράξεων νομής έως και τις 11.09.1915, με αποτέλεσμα να καταστούν συγκύριοι αυτού και 3. ο Α. Ζ. του Γ., το έτος 1894, υπέβαλε, καίτοι δεν υπεχρεούτο, σύμφωνα με αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, αρμοδίως τους παραδοθέντες σ' αυτόν τίτλους (ταπία) των δικαιοπαρόχων του με αποτέλεσμα, μετά την τήρηση της διοικητικής διαδικασίας, το επίδικο να καταχωρηθεί, στις 10.10.1895, στο βιβλίο ιδιωτικών δασών, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 25.10.2005 έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 499/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., κράτησε προς εκδίκαση την από 10.07.2003 αγωγή ορισμένων από τους αναιρεσιβλήτους και των δικαιοπαρόχων των λοιπών, αναδίκασε αυτή (αγωγή), την έκανε δεκτή εν μέρει και αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους του περιγραφομένου στο διατακτικό της αποφάσεως του ακινήτου. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι δια της προσβαλλομένης αποφάσεώς του παραβίασε ευθέως, υποπέσαν στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 περίπτ. α' του Κ.Πολ.Δ., τις προπαρατεθείσες διατάξεις του βζρδ περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου πρωτοτύπως ήτοι με έκτακτη χρησικτησία με το να δεχθεί, κατά συνοπτική, αλλά πλήρη, εκτίμηση των διατυπουμένων επιμέρους αιτιάσεων, ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων καλοπίστως εγκαταστάθηκε στη νομή του επιδίκου ακινήτου, όπως επίσης και τις προπαρατεθείσες διατάξεις της Οθωμανικής νομοθεσίας και του Αστικού Κώδικα επιπλέον δε παραβίασε και εκ πλαγίου, υποπέσαν στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., τις αυτές διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου διαλαβόν μη πλήρεις και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά μεν προβλήθηκε είναι όμως αβάσιμος. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας όπως έκρινε δεν παραβίασε τις προμνησθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που εφήρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και άνευ αντιφάσεων αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται όλα τα στοιχεία για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τα προαναφερόμενα φυσικά πρόσωπα, ήτοι ακίνητο δεκτικό χρησικτησίας, πράξεις νομής προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου, υποκειμενική καλή πίστη του αρχικού δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και, κατόπιν, των κληρονόμων του, υπεισέλευση στην κληρονομία, προσαύξηση του χρόνου χρησικτησίας και συμπλήρωση του προβλεπομένου χρόνου. Επιπροσθέτως, πρέπει να επισημανθεί ότι η εγκατάσταση στη νομή του επιδίκου ακινήτου του αρχικού δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων έλαβε χώρα μετά την υπογραφή (αλλά πριν την κύρωση) της από 20.06/02.07.1881 συμβάσεως μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, με αποτέλεσμα να είναι γνωστές οι ρυθμίσεις της και ειδικά αυτή του άρθρου 4 όπως και το γεγονός ότι το επίδικο δεν περιέχεται στον κατάλογο των δασών, τα οποία ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Α' 512 της 07.12.1883. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (Α.Π. 1637/2022, Α.Π. 852/2021, Α.Π. 1592/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αναφορικά με τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του, προς απόδειξη των αμφισβητουμένων πραγματικών περιστατικών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διέλαβε στην απόφασή του τα ακόλουθα: "Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου παραπάνω Δικαστηρίου, την με αριθμ. ... έκθεση του πραγματογνώμονα Σ. Γ. αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού, που διορίστηκε με την με αριθμ. 499/2007 μη οριστική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, την από 17.11.2010 με αριθμ. εκθ. καταθ. 61/24.11.2010 Τεχνική Έκθεση του Δ. Β. - Δασολόγου Α' Βαθμού, από τα έγγραφα τα οποία και πάλι οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, καθώς και τα έγγραφα (από α έως και πγ) που προσκομίζονται μετ' επικλήσεως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου από τους καθού η κλήση - εφεσίβλητους καθόσον κρίνεται ότι η παράλειψη προσκομιδής τους δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρειά αμέλεια (αρθ. 529 Κ.Πολ.Δ.), είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως τεκμήρια, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία κατωτέρω, χωρίς από αυτό να συνάγεται πως δεν λήφθηκαν όλα τα προσκομιζόμενα, και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως (αρθ. 336.4 Κ.Πολ.Δ.), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ... .". Συνεπώς, εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περίπτ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφ. 1 στοιχ. β', 346 και 453§1 του Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή, ήτοι η γνωστοποίηση της βουλήσεως του διαδίκου προς το δικαστήριο να λάβει υπόψη του το αποδεικτικό περιεχόμενο του αποδεικτικού στοιχείου κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, να γίνει είτε με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά, δια των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγουμένης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δ. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (Ολ.Α.Π. 9/2000, Α.Π. 854/2021, Α.Π. 1093/2020, Α.Π. 14/2005). Είναι, συνεπώς, νόμιμη η επίκληση εγγράφων με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση στην οποία εκδόθηκε η απόφαση του εφετείου, όταν σε αυτές γίνεται μνεία αυτών, ως μέσων αποδείξεως ή ανταποδείξεως των αποδεικτέων γεγονότων και προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, προκύπτει δε σαφώς η βούληση του διαδίκου για την εκτίμηση των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να απαιτείται και η χρήση πανηγυρικών φράσεων ή λέξεων, όπως "επικαλούμαι" ή "γίνεται επίκληση" (Α.Π. 582/2012, Α.Π. 168/2006), ή μετά τη μνεία αυτή και η αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη των προσκομιζομένων πρωτοδίκων προτάσεων στις οποίες γίνεται επίκλησή τους. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 529§1 του Κ.Πολ.Δ., είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκόμιση για πρώτη φορά στο εφετείο αποδεικτικών μέσων και μάλιστα εγγράφων που δεν είχαν προσκομισθεί πρωτοδίκως, εκτός αν, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, αποκρουσθούν ως απαράδεκτα, διότι, κατά την ανέλεγκτη κρίση του εφετείου, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (Α.Π. 248/2023, Α.Π.1286/2022, Α.Π. 1909/2006). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περίπτ. β' του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα έγγραφα των οποίων δεν έλαβε χώρα νόμιμη επίκληση και προσκομιδή εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων. Συγκεκριμένα, διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφα για την απόδειξη ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων από τα οποία τα υπ' αυξ. αριθμ. 1 - 139 ήσαν τα έγγραφα της πρωτόδικης δίκης που επαναφέρθηκαν στην έκκλητη δίκη ενώ τα υπ' αυξ. αριθμ. α' - πγ' ήσαν έγγραφα που προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά στην έκκλητη δίκη, αν και το απαράδεκτο της προσκομιδής τους είχε επικαλεσθεί αυτό (αναιρεσείον) με την προσθήκη στις προτάσεις του τις οποίες κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Τον ως άνω ισχυρισμό, από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε με το ακόλουθο σκεπτικό: " ... . Στην προκειμένη περίπτωση το καλούν - εκκαλούν με την από 29.01.2020 προσθήκη - αντίκρουση ισχυρίζεται ότι από την επισκόπηση των από 24.01.2020 προτάσεων των καθών η κλήση - εφεσίβλητων προκύπτει ότι προσκομίζουν κατάλογο χωρίς ωστόσο να προκύπτει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται, ότι δεν προκύπτει νόμιμη επίκληση καθόσον δεν είναι ειδική και δεν προκύπτει η ταυτότητα και ότι δεν προκύπτει ειδική και συγκεκριμένη αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση εγγράφων. Ο ισχυρισμός αυτός περί καταλογοποίησης των εγγράφων χωρίς νόμιμη επίκληση μετά προσκομίσεως, πρέπει να απορριφθεί αφού από την επισκόπηση των από 24.01.2020 νομοτύπως κατατεθειμένων προτάσεων των καθών -εφεσίβλητων προκύπτει ότι επικαλούνται ειδικά και ορισμένα έκαστο εξ αυτών με την στο τέλος αυτών προσκομιδή τους. Ειδικότερα από την επισκόπηση όλων των σελίδων αυτών μετά από κάθε αναφορά νομικής διάταξης ή πραγματικού περιστατικού αναφέρουν εντός παρενθέσεως το έγγραφο που επικαλούνται και τον αριθμό αυτού και όπου εντός παρενθέσεως δεν εξειδικεύεται αυτό έχει προαναφερθεί με την εντός παρένθεση αναφορά του αριθμού του με την στο τέλος αυτών προσκομιδή τους, ανεξαρτήτως της καταλογοποίησης αυτών έξωθεν των προσκομιζομένων μετά επικλήσεων εντός φακέλων σχετικών τους προς εξυπηρέτηση πρακτικών και μόνο λόγων. Επομένως, ο ανωτέρω ισχυρισμός του καλούντος - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να απορριφθεί. ... .". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι παραδεκτός, αλλά κρίνεται αβάσιμος. Από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των από 24.01.2020 προτάσεων των αναιρεσιβλήτων προκύπτει με σαφήνεια ότι αυτοί (αναιρεσίβλητοι), αναφερόμενοι σε κάθε έγγραφο που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στην έκκλητη δίκη, παρέπεμψαν σε δύο καταλόγους (Α' και Β') στους οποίους περιλαμβανόταν κάθε ομάδα εγγράφων (έγγραφα υπ' αυξ. αριθμ. 1 - 139 και υπ' αυξ. αριθμ. α' - πγ'), οι κατάλογοι δε αυτοί λειτουργούσαν, τρόπον τινά, ως παραρτήματα των προτάσεων και της προσθήκης αυτών. Ειδικότερα, από τον τρόπο αυτό επικλήσεως και προσκομιδής των ως άνω εγγράφων, προκύπτει ότι ως προς αυτά (έγγραφα) δεν παρεμποδίσθηκε η ταυτοποίησή τους, αλλά και δεν παρέμεινε ανεκδήλωτη η βούληση των αναιρεσιβλήτων να ληφθούν αυτά υπόψη για την απόδειξη των ισχυρισμών τους και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για μη νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει, εφόσον και οι τρεις λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και αποβαίνουν απορριπτέοι, η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27.11.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου .... Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ