ΑΡΙΘΜΟΣ 403/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Η. Λ. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 15328/ 2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1096/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ.1 Ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένες στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτή είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο ξεχωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφληση του έχει ρυθμιστεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία κατά της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Ακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 Ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών) που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαίως ως προς τον χρόνο διαπράξεως του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, εφάπαξ ή σε δόσεις, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος - οφειλέτης του Δημοσίου, στην περίπτωση αυτή οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Ν.Δ. 356/1974) ανακοπή, για να εξαλειφθεί το χρέος και, αν αυτό δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου (ΑΠ 278/2012, 1197/2011). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση που δεν ασκήθηκε προσφυγή, πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι, προκειμένου περί εγκλημάτων φοροδιαφυγής, που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικώς και μόνο στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατούμενων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και, τέλος, στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 του ως άνω νόμου), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των εγκλημάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές, στην περίπτωση που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της φορολογικής παραβάσεως, που διαπιστώθηκε, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, η έλλειψη δε της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως και καθιστά αυτή, σε περίπτωση ασκήσεως της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία ως εισάγουσα ρύθμιση ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του Ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς για τη δίωξη αυτών δεν απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλά ούτε, σε περιπτώσεις που ασκείται προσφυγή από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παράγραφος 4 του άρθρου 21 Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον Προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας εκθέσεως ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων, από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και την καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (ΑΠ 1240/ 2010, ΑΠ 197/2010, ΑΠ 1869/2009). Για τον ίδιο λόγο η τυχόν άσκηση προσφυγής και η συνεπεία αυτής αναστολή της καταβολής των χρεών δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στο αξιόποινο του ως άνω εγκλήματος, ούτε βεβαίως οδηγεί στην αθώωση του κατηγορουμένου, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται τέτοιος τρόπος άρσεως του αδίκου ή εξαλείψεως του αξιοποίνου του εν λόγω εγκλήματος. Άλλωστε θα ήταν εντελώς άτοπο σε κάθε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής εναντίον καταλογιστικής του χρέους πράξεως να οδηγείτο το δικαστήριο σε αθώωση του προσφεύγοντος κατηγορουμένου, αφού έτσι θα ετίθετο εκποδών ο σκοπός, για τον οποίο θεσπίσθηκε η διάταξη του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 (ΑΠ 1197/2011). Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 134 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.2 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Τέλος, λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 15328/2012 απόφασή του μετά από την εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, και συγκεκριμένα από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο τελευταίος τέλεσε πράγματι την πράξη η οποία του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 31-8-2004 έως 1-6-2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων σε Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, καθώς, ως διαχειριστής της Κοινοπραξίας "ΓΙΟΥΝΙΤΑΣΚΟ ΕΠΕ - SCRAPMOULD", με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή προς την Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών 1) χρέους ποσού 10.210,14 ευρώ προερχόμενου από φόρο εισοδήματος, 2) χρέους ποσού 10,59 ευρώ προερχόμενου από πρόσημο ΚΒΣ, 3) χρέους ποσού 2.156,38 ευρώ προερχόμενου από πρόστιμο ΚΒΣ, 4) χρέους 812,05 ευρώ προερχόμενου από πρόστιμο ΚΒΣ, 5) χρέους ποσού 8.51945 ευρώ προερχόμενου από φόρο εισοδήματος, 6) χρέους ποσού 1.064,10 ευρώ προερχόμενου από φόρο εισοδήματος, 7) χρέους ποσού 56.459,19 ευρώ προερχόμενου από ΦΠΑ, 8) χρέους ποσού 658.473,61 ευρώ προερχόμενου από έξοδα λοιπών περιπτώσεων υπέρ τρίτων, ήτοι συνολικού ποσού 77.705,21 ευρώ. Τα χρέη αυτά, πιο αναλυτικά, είναι τα κατωτέρω και περιλαμβάνονται στον πίνακα χρεών που ακολουθεί: ... Περί των ανωτέρω, πρέπει να σημειωθεί, σαφή και πειστικά κρίνονται όσα αναφέρονται στην αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 4912/24-2-2012 βεβαίωση του Προϊσταμένου της ΙΖ ΔΟΥ Κηφισίας, που προσκομίζεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 3 παρ.1 εδ.'Ν. 3943/2011 και με την οποία βεβαιώνεται, μεταξύ των άλλων, η ύπαρξη και σήμερα των επίμαχων οφειλών και η μη καταβολή έως τώρα οποιουδήποτε ποσού έναντι αυτών, ενώ στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν συνδυαστικά και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται (εκτός των άλλων) και η μηνυτήρια αναφορά και ο πιο πάνω πίνακας χρεών που αναγνώστηκαν. Με βάση τα παραπάνω ο κατηγορούμενος, που αβασίμως αρνείται την κατηγορία, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, παραλλήλως όμως ν' αναγνωριστεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρ. 84 παρ.2β' ΠΚ, η συνδρομή των οποίων ορθώς έγινε δεκτή και από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι, όπως προέκυψε, ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του αυτή όχι από τα ταπεινά αίτια αλλά κινούμενος και το γεγονός ότι ο ΟΔΔΥ είχε έναντι της Κοινοπραξίας τις οφειλές που κατά τα ανωτέρω, με τους ισχυρισμούς του, επικαλείται. Η μη αναγνώριση των ελαφρυντικών αυτών περιστάσεων, άλλωστε, στα πλαίσια της προκείμενης δευτεροβάθμιας κρίσης, θα οδηγούσε, σε κάθε περίπτωση, σε χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου (για τη χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου με τη μη αναγνώριση ελαφρυντικού που χορηγήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο". Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της μη καταβολής των οφειλομένων χρεών με το ακόλουθο διατακτικό: "Κηρύσσει αυτόν ένοχο με ελαφρυντικά άρθρ. 84§2β ΠΚ του ότι: Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 31-8-04 έως 1-6-05, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα τα οποία συνιστούν εξακολούθηση ενός και ιδίου εγκλήματος, ήτοι με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων σε δημόσια οικονομική υπηρεσία (ΔΟΥ) χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000 €) και ειδικότερα, ως διαχειριστής της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΓΙΟΥΝΙΤΑΣΚΟ ΕΠΕ - SCRAPMOULD", με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή προς την ΔΟΥ Κηφισιάς για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών 1) χρέους ποσού 10.210,14 € προερχόμενο από φόρο εισοδήματος, 2) χρέους ποσού 10,59 € προερχόμενο από πρόστιμο ΚΒΣ, 3) χρέους ποσού 2.156,38 € προερχόμενο από πρόστιμο ΚΒΣ, 4) χρέους ποσού 812,05 € προερχόμενο από πρόστιμο ΚΒΣ, 5) χρέους ποσού 8.519,15 € προερχόμενο από φόρο εισοδήματος, 6) χρέους ποσού 1.064,10 € προερχόμενο από φόρο εισοδήματος, 7) χρέους ποσού 56.459,19 € προερχόμενο από ΦΠΑ, 8) χρέους ποσού 658.473,61 € προερχόμενο από έξοδα λοιπών περιπτώσεων υπέρ τρίτων, ήτοι συνολικού ποσού 737.705,21 ευρώ". Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης μέχρις εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης του πολιτικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής. Το αίτημα τούτο απορρίφθηκε με την ακόλουθη αιτιολογία: "Το παραπάνω αίτημα περί αναβολής της δίκης πρέπει ν' απορριφθεί, διότι η έκβαση της προκείμενης δίκης, που αφορά στο αδίκημα της του άρθρ.25 παρ.1 περ.γ' - 3 ν. 1882/1990 [όπως αντικ. με το άρθρ.31 παρ.1 περ.γ' ν. 3220/2004], δεν εξαρτάται από την έκβαση της δίκης επί της προσφυγής, που επικαλείται ο κατηγορούμενος, δεν προκύπτει δε ότι η άνω απόφαση του πολιτικού Δικαστηρίου, η οποία αναμένεται, θα προσθέσει στοιχεία κρίσιμα και απαραίτητα για την κρίση περί της συνδρομής των στοιχείων της υπόστασης του εν λόγω αδικήματος". Στη συνέχεια ο συνήγορος του κατηγορουμένου ανέπτυξε προφορικά και υπέβαλε γραπτά τους ακόλουθους ισχυρισμούς: "ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ Α' ΑΥΤ. ΤΡ/ΛΟΥΣ ΠΛΗΜ/ΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ - ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ Η. Λ. του Λ., κατοίκου ... . Σε σχέση με την έφεση που εκδικάζεται ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου κατά της με αριθμό 69077/30-5-2011 απόφασης του Ζ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκα σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, εκθέτω τα ακόλουθα: 1. Απαράδεκτο της ποινικής δίωξης: (α) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 του ν. 2523/1997, που εφαρμόζεται σε όλα τα ποινικά αδικήματα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο "Η ποινική δίωξη δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ...". Στην προκειμένη περίπτωση κατόπιν ασκήσεων ανακοπής και προσθέτων επ' αυτής λόγων (λόγω του ότι η διαφορά κρίθηκε από τα αρμόδια δικαστήρια ως ιδιωτική λόγω των καταλογισμών του ΟΔΔΥ) εκδόθηκε η με αριθμό 145/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με βάση την οποία ακυρώθηκε εν μέρει η από 29-4-2004 και με αριθμό 3438/2004 ταμειακή βεβαίωση του ΟΔΔΥ ποσού ΕΥΡΩ 587.922.67 (αριθμός 8 στον πίνακα χρεών), ως προς το ποσό των ΕΥΡΩ 233.808,32 (86.403,31+147.405,01). Κατά της ανωτέρω αποφάσεως άσκησα έφεση. Επιπλέον, άσκησα και αίτηση αναστολής (ενόψει της ασκηθείσας εφέσεως), επί της οποίας έγινε δεκτό αίτημα προσωρινής διαταγής αναστολής της είσπραξης. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα καθίσταται αυτονόητο ότι δικάζομαι χωρίς την ύπαρξη τελεσίδικης κρίσης του Δικαστηρίου, ήτοι με απαράδεκτη ποινική δίωξη. Περαιτέρω, η με αριθμό 1501/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκρινε επί αιτήσεως αναστολής ανέστειλε την εκτέλεση των ταμειακών βεβαιώσεων μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί των ανακοπών που έχουν ασκηθεί. (β) Με βάση το άρθρο 21 παρ.2 του ν. 2523/1997, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2θ, του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, "Η ποινική δίωξη δεν αρχίζει ... αν αυτός κατά του οποίου πρόκειται να ασκηθεί, αποδεικνύει ότι έχει έναντι του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) απαίτηση βέβαιη και εκκαθαρισμένη, ποσού ίσου ή μεγαλύτερου του ποσού των φόρων, τελών και εισφορών, για τα οποία πρόκειται να ασκηθεί η ποινική δίωξη". Με βάση τη με αριθμό 4502/2006 απόφαση του Εφετείου υποχρεώθηκε ο ΟΔΔΥ να καταβάλει κοινοπραξία "UNITASCO ΕΠΕ-SCRAMPOULD LTD" που εκπροσωπώ, το ποσό των ΕΥΡΩ 29.347 νομιμοτόκως (6% ετησίως) και αναγνωρίστηκε επιπλέον ότι ο ΟΔΔΥ οφείλει στην ίδια κοινοπραξία ποσό ΕΥΡΩ 238.914 νομιμοτόκως (6% ετησίως). Υπολογίζοντας το σύνολο των ανωτέρω οφειλών του ΟΔΔΥ, με τους τόκους, διαπιστώνουμε ότι ανέρχονται στο ποσό των ΕΥΡΩ 529.443,59, (= κεφάλαιο 29.347,00 + 238.914,00 + τόκοι 28.572,64 + 232.609,95). Σημειώνω ότι ο ΟΔΔΥ ανήκει πλέον στο στενό δημόσιο τομέα (σύμφωνα με τη με αριθμό οικ. 2/84797/0025/24-11-2011 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών - ΦΕΚ τ. Β' 2742/2011) και ως εκ τούτου οι μεταξύ μας αντίθετες αξιώσεις είναι συμψηφιστέες. Κατά συνέπεια αν από το σύνολο των ποσών της ποινικής δίωξης ύψους 737.705.21, αφαιρέσω το ποσό των ΕΥΡΩ 233.808,32 (για το οποίο έγινε δεκτή η ανακοπή μου, ως ανωτέρω), καθώς και το ποσό του συμψηφισμού ύψους ΕΥΡΩ 529.443,59, καθίσταται προφανές ότι οφειλέτης στην υπό κρίση υπόθεση είναι το Ελληνικό Δημόσιο και όχι εγώ ο εκκαλών κατηγορούμενος. 2. Έλλειψη αντικειμενικής υπόστασης. Για την συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος του άρθρου 25 του Ν. 1882/90 απαραίτητο στοιχείο αυτής, σύμφωνα με το γράμμα της ανωτέρα διάταξης, είναι, η φερόμενη ως οφειλή προς το Δημόσιο, να είναι ληξιπρόθεσμη. Το ληξιπρόθεσμο της οφειλής προσδιορίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις των παρ. 1 έως 8ι 5 του άρθρου 5 του ΚΕΔΕ, οι οποίες είναι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, μη επιδεχόμενες διασταλτική ή αναλογική ερμηνεία, σύμφωνα δε με τις διατάξεις αυτές το πότε τα βεβαιωμένα χρέη καθίστανται ληξιπρόθεσμα, ορίζεται αποκλειστικά και περιοριστικά από αυτές. Από το γράμμα των διατάξεων αυτών προκύπτει ευθέως και σαφώς, ότι, η ρύθμιση της οφειλής, η οποία μεταβάλλει με πράξη του αρμοδίου οργάνου, την ημέρα κατά την οποία αυτή καθίσταται ληξιπρόθεσμη, καθώς και η δικαστική αναστολή, κατ' άρθρα 200, 206 και 228 του ΚΠΔ, ή κατ' άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, η οποία αίρει το ληξιπρόθεσμο, καθιστώντας την ταμειακή βεβαίωση αδρανή, μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της προσφυγής, έφεσης ή ανακοπής αντίστοιχα, αίρουν και το αξιόποινο της μη καταβολής (Δ.Πρ.Πειρ. 735/2001, ΕΔΚΑ 2001, σελ.943, Δ.Εφ. Λαρίσης 131/2000, Γνωμ. Ολ. ΝΣΚ 426/2000 κ.α.). Και αν μεν η ρύθμιση ή η δικαστική αναστολή είχε προηγηθεί της ποινικής δίωξης, τότε η τελευταία θεωρείται ως μη νομίμως ασκηθείσα, αν όμως ακολούθησε την άσκηση της ποινικής δίωξης, τότε αυτή θα πρέπει να αναστέλλεται, κατ' ανάλογη εφαρμογή της παρ. 5 ταυ άρθρου 25 Ν. 1882/90, διότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή, παροχή διευκόλυνσης, δηλαδή η διοικητική αναστολή, που αναστέλλει την ποινική δίωξη, είναι ήσσονος σημασίας, σε σχέση με τη δικαστική αναστολή. Δεν μπορεί λοιπόν η δικαστική αναστολή να θεωρείται υποδεέστερη της διοικητικής, ως προς το ανασταλτικό της ποινικής δίωξης αποτέλεσμα. Το ληξιπρόθεσμο της οφειλής αποτελεί στοιχείο του αξιοποίνου, άνευ του οποίου δεν συγκροτείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 25 Ν. 1882/90. Η έννοια του "ληξιπροθέσμου" της οφειλής είναι μία και μοναδική, όπως την προσδιορίζει ο ΚΕΔΕ και δεν έχει διάφορη έννοια στην ποινική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/90, και τούτο λόγω της στενής, κατ' άρθρο 78 του Συντάγματος, ερμηνείας όλων των δημοσιονομικών διατάξεων, στις οποίες ανήκουν και οι διατάξεις του ΚΕΔΕ. Δεν είναι λοιπόν δυνατό, διοικητική πράξη ή δικαστική απόφαση που αίρει το ληξιπρόθεσμο της οφειλής, να θεωρηθεί ότι αφήνει ανέπαφο το ληξιπρόθεσμο, ως προς την εφαρμογή του άρθρου 25 του Ν. 1882/90, διότι έτσι υιοθετείται διττή έννοια του ληξιπροθέσμου, πράγμα ανεπίτρεπτο. Πρόσφατα μάλιστα κρίθηκε ότι εννοιολογικό στοιχείο του "ληξιπροθέσμου", το οποίο αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη θεμελίωση του άρθρου 25 του Ν. 1882/90 είναι ο ακριβής χρόνος καταβολής (Α.Π. 630/2006, ΝΟΜΟΣ, Αρμ. 2006, σελ. 910, Α.Π. 426/2006, ΝΟΜΟΣ), ο οποίος ελλείπει όταν το χρέος τελεί σε διοικητική ή δικαστική αναστολή. Η φερόμενη ως οφειλή των 587.922,87 €, προς τον ΟΔΔΥ, για την οποία διώκομαι, αποτελεί παράνομη ταμειακή βεβαίωση κατά της οποίας έχει ασκηθεί ανακοπή του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ, η οποία με την προσκομιζόμενη αριθ. 145/11 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει γίνει κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτής δεκτή, κατά δε το υπόλοιπο, έχει ασκηθεί η προσκομιζόμενη από 15.4.11 έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Μετά την κατάθεση της ως άνω ανακοπής ασκήθηκε αίτηση αναστολής, κατά της ως άνω ταμειακής βεβαίωσης, επί της οποίας είχε χορηγηθεί προσωρινή διαταγή, στη συνέχεια όμως εκδόθηκε η προσκομιζόμενη με αριθμό 1501/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκανε δεκτή την αίτηση αναστολής μου κατά της ως άνω ταμειακής βεβαίωσης και ανέστειλε την εκτέλεση της μέχρις εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως επί της ανακοπής μου. Ήδη λοιπόν η φερόμενη με το κατηγορητήριο ως ληξιπρόθεσμη οφειλή μου προς τον ΟΔΔΥ των 587.922,87 €, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 και 73 του ΚΕΔΕ από την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν ήταν ληξιπρόθεσμη, διότι τελούσε σε αναστολή, η δε γενόμενη σχετική ταμειακή βεβαίωση του πίνακα χρεών, μετά την ως άνω απόφαση κατέστη ανενεργός. Με τα ανωτέρω δεδομένα, σύμφωνα και με την αριθ. 426/23/6/2000 Γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η έκδοση δικαστικής απόφασης που διατάσσει την αναστολή, έχει ως αποτέλεσμα, αν μεν δεν έχει εκδοθεί ταμειακή βεβαίωση, να κωλύεται η έκδοσή της, αν δε έχει εκδοθεί, αυτή να καθίσταται ανενεργός και να αναστέλλεται αυτοδικαίως, γεγονός που αφενός μεν αίρει το ληξιπρόθεσμο της σχετικής οφειλής και συνακόλουθα το ουσιώδες στοιχείο, χωρίς την συνδρομή του οποίου δεν συγκροτείται η αντικειμενική υπόσταση του ποινικού αδικήματος της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, αφετέρου απαγορεύει κάθε πράξη εκτέλεσης, με βάση ταμειακές βεβαιώσεις που έχουν απενεργοποιηθεί, μεταξύ αυτών δε και την αίτηση ποινικής δίωξης. Ήδη δε η αναστολή που διατάχθηκε, τελεί σε ισχύ και σήμερα, καθότι εκκρεμεί η έφεσή μου κατά της αριθ. 145/11 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εφόσον η αναστολή καθιστά την ταμειακή βεβαίωση ανενεργό, κωλύεται κάθε πράξη εκτέλεσης και κάθε εκτέλεσης και κάθε ενέργεια με βάση αυτές συμπεριλαμβανομένης και της αίτησης ποινικής δίωξης. Μη νόμιμα επομένως ασκήθηκε από την Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς η κρινόμενη αίτηση ποινικής δίωξης και ασκήθηκε, με βάση αυτήν, ποινική δίωξη σε βάρος μου. 3. Ένσταση έλλειψης δόλου. Όλως επικουρικώς, και αν ακόμα ήθελε κριθεί ότι παρά τη δικαστική αναστολή, συγκροτείται η αντικειμενική υπόσταση του ως άνω αδικήματος, εφόσον δεν προέβην σε καταβολή, δεν συντρέχει στο πρόσωπο μου το στοιχείο του δόλου, χωρίς το οποίο δεν δύναται να μου καταλογισθεί η τέλεση της πιο πάνω πράξης. Ειδικότερα: Με βάση τη με αριθμό 4502/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υποχρεώθηκε ο ΟΔΔΥ να καταβάλει κοινοπραξία "UNITASCO ΕΠΕ-SCRAMPOULD LTD" που εκπροσωπώ, το ποσό των ΕΥΡΩ 29.347 νομιμοτόκως (6% ετησίως) και αναγνωρίστηκε επιπλέον ότι ο ΟΔΔΥ οφείλει στην ίδια κοινοπραξία ποσό ΕΥΡΩ 238.914 νομιμοτόκως (6% ετησίως). Υπολογίζοντας το σύνολο των ανωτέρω οφειλών του ΟΔΔΥ, με τους τόκους, διαπιστώνουμε ότι ανέρχονται στο ποσό των ΕΥΡΩ 529.443,59, (= κεφάλαιο 29.347,00 + 238.914,00 + τόκοι 28.572,64 + 232.609,95). Σημειώνω ότι ο ΟΔΔΥ ανήκει πλέον στο στενό δημόσιο τομέα (σύμφωνα με τη με αριθμό οικ. 2/84797/0025/24-11-2011 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών - ΦΕΚ τ. Β' 2742/2011) και ως εκ τούτου οι μεταξύ μας αντίθετες αξιώσεις είναι συμψηφιστέες. Κατά συνέπεια αν από το σύνολο των ποσών της ποινικής δίωξης ύψους 737.705,21, αφαιρέσω το ποσό των ΕΥΡΩ 233.808,32 (για το οποίο έγινε δεκτή η ανακοπή μου, ως ανωτέρω), καθώς και το ποσό του συμψηφισμού ύψους ΕΥΡΩ 529.443,59, καθίσταται προφανές ότι οφειλέτης στην υπό κρίση υπόθεση είναι το Ελληνικό Δημόσιο και όχι εγώ ο εκκαλών κατηγορούμενος. Η ύπαρξη αξίωσής μου σε βάρος του αντιδίκου και μάλιστα αναγνωρισμένης με δικαστική απόφαση αποκλείει κάθε δόλο μου στη μη καταβολή των ποσών για τα οποία κατηγορούμαι". Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου απορρίφθηκαν με την ακόλουθη αιτιολογία: "Οι παραπάνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν ευσταθούν κατά νόμο και πρέπει από τούδε ν' απορριφθούν. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, στα πλαίσια αντίκρουσης της κατηγορίας, ισχυρίζεται ότι: α) Η ποινική δίωξη ασκείται απαραδέκτως, διότι δεν υφίσταται σχετικώς τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί ανακοπής που έχει ασκήσει Κοινοπραξίας "ΓΙΟΥΝΙΤΑΣΚΟ ΕΠΕ - SCRAMPOULD", σχετικώς. β) Η περιλαμβανόμενη στα χρέη οφειλή των 587.922,87 ευρώ, προς τον ΟΔΔΥ, παρανόμως βεβαιώθηκε ταμειακά, διότι ο ίδιος έχει ασκήσει σχετικώς ανακοπή, η οποία μάλιστα κατά ένα μέρος έγινε δεκτή με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά δε την άσκηση της ανακοπής αυτής ασκήθηκε αίτηση αναστολής, επί της οποίας εκδόθηκαν αρχικώς προσωρινή διαταγή και στη συνέχεια η υπ' αριθμ. 1501/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκαμε δεκτή την αίτηση αυτή αναστολής κατά της προαναφερόμενης ταμειακής βεβαίωσης και διέταξε την αναστολή εκτέλεσής της μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής. γ) Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή επικουρικώς, δεν είχε δόλο διάπραξης του αποδιδόμενου σ' αυτόν αδικήματος, διότι αν συμψηφιστούν τα ποσά που ο ΟΔΔΥ οφείλει στην Κοινοπραξία "ΓΙΟΥΝΙΤΑΣΚΟ ΕΠΕ - SCRAMPOULD", για κεφάλαιο και τόκους, με βάση όσα έγιναν δεκτά με την υπ' αριθμ. 4502/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και ανέρχονται σε 529.443,59 ευρώ, και το ποσό για το οποίο έγινε δεκτή η ανακοπή του και ανέρχεται 233.808,32 ευρώ, με το σύνολο της οφειλής στο οποίο αφορά η προκείμενη ποινική δίωξη, οφειλέτης τελικά είναι το Δημόσιο, στο οποίο ανήκει πλέον και ο ΟΔΔΥ, και όχι η Κοινοπραξία, συνακόλουθα και ο ίδιος ως διαχειριστής της. Οι παραπάνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου κρίνονται αβάσιμοι, καθώς: Αναφορικά με τον υπό στοιχ. α' ισχυρισμό, το ποινικό αδίκημα, για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι αυτό του αρθρ. 25 παρ.1 περ.γ' - 3 ν. 1882/1990 [όπως αντικ. με το αρθρ. 31 παρ.1 περ.γ' ν. 3220/2004], συνακόλουθα δε δεν απαιτείται η οριστικοποίηση της φορολογικής, εγγραφής, ούτε στα πλαίσια αυτά και σε αντίθεση με όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται, η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης του αρμοδίου διοικητικού ή πολιτικού δικαστηρίου επί ανακοπής ή προσφυγής που τυχόν έχει ασκηθεί. Σε σχέση με τον υπό στοιχ. β' ισχυρισμό, εξάλλου, τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο αδικήματος πληρούνται, ανεξαρτήτως της έκδοσης της υπ' αριθμ. 1501/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η αναστολή της εκτέλεσης μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής, καθόσον τα χρέη είναι σε κάθε περίπτωση ληξιπρόθεσμα δηλαδή ταμειακά βεβαιωμένα, δυνάμενα να εισπραχθούν (βλ. ΑΠ 432/2010). Τέλος, και δη σε σχέση με τον υπό στοιχ. γ' ισχυρισμό, ακόμη οι οφειλές του ΟΔΔΥ προς την Κοινοπραξία, το γεγονός αυτό δεν αίρει τον δόλο του κατηγορουμένου ως προς το αδίκημα που του αποδίδεται και, συνεπώς, δεν καταλύει την υπόσταση του εν λόγω αδικήματος". Με τις παραδοχές αυτές οι άνω αιτιολογίες είναι ειδικές και εμπεριστατωμένες καθόσον ο κατηγορούμενος δεν προέβαλε ότι η απόφαση 145/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε εν μέρει η με αριθ. 3438/ 2004 ταμιακή βεβαίωση του ΟΔΔΥ ως προς το ποσό των 233. 808, 32 ευρώ (αριθ. 8 του Πίνακα Χρεών), είναι τελεσίδικη, αλλά αντιθέτως προέβαλε ότι έχει ασκηθεί έφεση και ως προς το υπόλοιπο ποσό για το οποίο καταδικάστηκε. Συνεπώς, με την παραδοχή ότι δεν απαιτείτο η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου ορθώς εφήρμοσε τις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ενώ περαιτέρω με το να απορρίψει το αίτημα περί απαραδέκτου ασκήσεως της ποινικής δίωξης ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε, αφού κατά τα άνω εκτεθέντα η προϋπόθεση εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης επί των προσφυγών για να είναι παραδεκτή η άσκηση της ποινικής δίωξης δεν απαιτείται κατά το νόμο επί του εγκλήματος της μη καταβολής των χρεών προς το δημόσιο. Περαιτέρω, ορθώς απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός του ότι λόγω της χορηγηθείσης αναστολής το χρέος δεν κατέστη ληξιπρόθεσμο, αφού, κατά τα εκτεθέντα, η χορηγηθείσα αναστολή δεν επιδρά στο αξιόποινο εκ του εγκλήματος τούτου. Πρέπει να λεχθεί ότι σε περίπτωση τελεσίδικης ακύρωσης του χρέους του αναιρεσείοντος στα πλαίσια της άνω πολιτικής διαδικασίας δυνατόν να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας κατ' άρθρο 525 ΚΠΔ, αφού πλέον το χρέος για το οποίο καταδικάστηκε ήδη θα έχει εξαλειφθεί. Τέλος, με την αιτιολογία με την οποία απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος περί συμψηφισμού αξιώσεως αυτού κατά του ΟΔΔΥ έναντι εκείνης για την οποία καταδικάστηκε δεν παρεβίασε κάποια διάταξη νόμου. Όθεν οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-9-2012 αίτηση του Η. Λ. του Λ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 15328/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ