Αριθμός 700/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ: Της αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Α. Δ. (Ε..Α..Δ..) Α. Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δ. Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Πέρρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1214/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1394/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 30-7-2020 και 24-6-2020 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (12-12-2022) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: α) η από 24/6/2020 αίτηση αναίρεσης του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) με την επωνυμία "Δ. Α." κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." και β) η από 30/7//2020 αίτηση αναίρεσης της τελευταίας κατά του πρώτου. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθ. 1394/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε τόσο την έφεση της ΕΤΑΔ ΑΕ, όσο και την αντέφεση του Δ. Α. και επικύρωσε την υπ' αριθ. 1214/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 14/6/2010 αγωγή του Δ. Α. κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε.", πρώην "Ελληνικά Ακίνητα Α.Ε." και ήδη "....". Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε νόμιμα στην ΕΤΑΔ ΑΕ, με επιμέλεια του Δ. Α., στις 12/3/2020 και οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν αντιστοίχως στις 26/6/2020 και στις 30/7/2020, δεδομένου ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 του Ν.4690/2020, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13/3//2020 - 31/5/2020), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού κόβιντ 19, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, ειδικότερα δε οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 40/2022) και επομένως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η προθεσμία των 30 ημερών για την άσκηση της αναίρεσης έληγε στις 30/7/2020, ενώ προσκομίζεται και η προβλεπόμενη από το άρθρο 72 παρ. 1ι' Ν.3852/2010 υπ' αρ. 914/13-7-2020 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δ. Α., με την οποία εγκρίθηκε η άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης αυτού, δεδομένου ότι η απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής μπορεί, νομίμως, να επακολουθήσει της διαδικαστικής πράξης της άσκησης της αγωγής ή του ενδίκου μέσου, η δε έγκριση αυτή, κατά το άρθρο 238 του ΑΚ ενεργεί αναδρομικά από την άσκησή τους (ΑΠ 142/2022). Συνεπώς οι αιτήσεις αναίρεσης είναι παραδεκτές και πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). α) Επί της αίτησης αναίρεσης της ΕΤΑΔ Α.Ε. Στο άρθρο 35 του προϊσχύσαντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (Π.Δ. 410/1995), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 ν. 2738/1999 και ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: "1. Για τη μελέτη και εκτέλεση έργων και προγραμμάτων ανάπτυξης μίας περιοχής και για την παροχή υπηρεσιών κάθε είδους, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και τα Νομαρχιακά Διαμερίσματα των Ενιαίων Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, οι σύνδεσμοι Δήμων και Κοινοτήτων, οι Τ.Ε.Δ.Κ., η Ε.Ν.Α.Ε, η Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. , τα Ν.Π.Δ.Δ., τα οποία συνιστούν ή στα οποία συμμετέχουν οι προαναφερόμενοι Οργανισμοί και φορείς, οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, τα δημοτικά ή κοινοτικά ιδρύματα μπορούν να συνάπτουν προγραμματικές συμβάσεις με το Δημόσιο, μεταξύ τους ή με φορείς του Δημοσίου τομέα της παρ. 6 του άρθρου 1 Ν. 1256/1982, μεμονωμένα ή από κοινού. Στις προγραμματικές συμβάσεις, που μετέχει το Δημόσιο, αυτό μπορεί να εκπροσωπείται και από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, στην οποία υλοποιείται η προγραμματική σύμβαση. Στις προγραμματικές συμβάσεις επιτρέπεται και η συμμετοχή επιχειρήσεων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, των Περιφερειακών Ταμείων των επιμελητηρίων και των επιστημονικών φορέων δημοσίου δικαίου, των συνεταιρισμών και των ενώσεων συνεταιρισμών και των εργοδοτικών και εργατοϋπαλληλικών ενώσεων... 2. Στις Προγραμματικές συμβάσεις απαραίτητα ορίζονται το αντικείμενο της σύμβασης, ο σκοπός και το περιεχόμενο των μελετών, των έργων, των προγραμμάτων ή των υπηρεσιών, που αυτή αφορά, ο προϋπολογισμός τους, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης της σύμβασης, οι πόροι από τους οποίους θα καλυφθούν οι αναλαμβανόμενες οικονομικές υποχρεώσεις και η διάρκεια της σύμβασης. Επίσης ορίζεται το όργανο παρακολούθησης της εφαρμογής της και οι αρμοδιότητές του, καθώς και ρήτρες σε βάρος του συμβαλλόμενου που παραβαίνει τους όρους της προγραμματικής σύμβασης. Με την προγραμματική σύμβαση επίσης ορίζεται ο συμβαλλόμενος ή ο τρίτος στον οποίο μπορεί να ανατεθεί η Διαχείριση, εκμετάλλευση και συντήρηση των έργων του προγράμματος μετά την ολοκλήρωσή του, εφόσον προβλέπεται στάδιο Διαχείρισης, εκμετάλλευσης και συντήρησής τους... 4. Για την υλοποίηση των προγραμματικών συμβάσεων και στα πλαίσια των συμφωνούμενων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων οργανισμών και φορέων, επιτρέπεται η απασχόληση προσωπικού του ενός συμβαλλομένου στον άλλον, καθώς και η παραχώρηση της χρήσης ακινήτων, εγκαταστάσεων, μηχανημάτων και μέσων". Με τις ανωτέρω διατάξεις, υπό τους προβλεπόμενους σε αυτές όρους και προϋποθέσεις, προβλέφθηκε η προγραμματική σύμβαση ως μέθοδος συνεργασίας των δημοσίων νομικών προσώπων, που αναφέρονται σε αυτές, για την επίτευξη αναπτυξιακών κυρίως στόχων (ΣτΕ 1025/2012), μεταξύ δε των νομικών προσώπων αυτών περιλαμβάνετο, κατά το άρθρο 1 παρ. 6 Ν. 1256/1982, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, και η συσταθείσα με το άρθρο 12 Ν. 2636/1998 ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Ε. Α. Π. Ε..Ο..Τ..", η οποία ορίστηκε ότι λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, με σκοπό την διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση της περιουσία του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ), διεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 2190/1920, όπως αυτός κάθε φορά ισχύει, και η οποία με την παρ. 4 του άρθρου 9 Ν. 2837/2000, μετονομάσθηκε σε "Ε. Τ. Α. Α. Ε.", ορίσθηκε δε ότι το σύνολο των μετοχών της περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο ατελώς και χωρίς αντάλλαγμα και ότι η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στην εταιρία, φέρουσα ήδη την επωνυμία "....", δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι κατώτερη από το 51% του μετοχικού κεφαλαίου,. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 862/2020). Τέλος σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 92583/1092/16-3-2001 ΚΥΑ Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης Αποκέντρωσης-Οικονομικών και Γεωργίας παραχωρήθηκε, δωρεάν, από το Ελληνικό Δημόσιο στο Δήμο Αθηναίων (ήδη αναιρεσείοντα- αναιρεσίβλητο) και του μεταβιβάσθηκε, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή: α) το Άλσος (δασύλλιο) του Λόφου Λυκαβηττού, εμβαδού 369 στρεμμάτων (εξαιρουμένης από την παραχώρηση έκτασης 37.600 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται το θέατρο του Λυκαβηττού, η διοίκηση και διαχείριση της οποίας είχε παραδοθεί στον EOT με την υπ' αριθμ. 887555/24-10-1970 ΚΥΑ και είχε χαρακτηρισθεί με το υπ' αριθμ. 604/12-9-1970 ΒΔ, ως τουριστικό δημόσιο κτήμα) και β) τρία (3) μικρά τμήματα, τα οποία διαχωρίζονται από το όλο δασύλλιο από την περιφερειακή οδό του Λυκαβηττού, επιφάνειας το πρώτο 4.465 στρεμμάτων, περικλειόμενο από τις οδούς ...το δεύτερο, επιφάνειας 3.750 στρεμμάτων, περικλειόμενο από τις οδούς ...και το τρίτο, επιφάνειας 0,822 στεμμάτων, περικλειόμενο από τις οδούς... Οι παραχωρούμενες εκτάσεις εμφαίνονται στο από 28-4-1971 τοπογραφικό διάγραμμα του Δασαρχείου Αθηνών και στο από 10-6-2003 τοπογραφικό διάγραμμα της Διεύθυνσης Δασών. Η παράδοση των εκτάσεων αυτών, μαζί με όλες τις εγκαταστάσεις τους, δηλαδή, το αντλιοστάσιο, το ηλεκτροτεχνείο, τη δεξαμενή, το δασικό φυλάκιο, ένα παλαιό παράπηγμα, τις εκκλησίες του ..., το τουριστικό περίπτερο, το τελεφερίκ και τις τυχόν άλλες εγκαταστάσεις, έγινε με το από 10-6-2003 πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής, συνοδευόμενο από τα ανωτέρω τοπογραφικά. Η προαναφερομένη ΚΥΑ, το πρωτόκολλο και τα συνοδεύοντα αυτό τοπογραφικά μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο 4462 και με αριθμό 478. Προκειμένου να προβεί ο ενάγων Δ. Α. στην ανάπλαση του λόφου του Λυκαβηττού και στην αναβάθμιση των παρεχομένων στους πολίτες εγκαταστάσεων και υπηρεσιών, υπεγράφη μεταξύ αυτού και της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤ.Α.Δ.) Ανώνυμη Εταιρία" (ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης), η από 31-12-2003 προγραμματική σύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 35 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (π.δ. 410/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 ν. 2738/1999), που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης. Επισημαίνεται ότι, η εναγομένη πληρούσε τις προϋποθέσεις, προκειμένου να συμβληθεί στην εν λόγω προγραμματική σύμβαση, καθόσον υπαγόταν στις περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 6 ν. 1256/1982, ως ανώνυμη εταιρία, της οποίας το σύνολο των μετοχών ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Εξάλλου, λόγω του σκοπού της, είχε, ήδη τη διοίκηση και διαχείριση της όμορης έκτασης, που, κατά τα ανωτέρω, είχε εξαιρεθεί της μεταβίβασης από το Ελληνικό Δημόσιο προς το Δήμο Αθηναίων, δηλαδή, της έκτασης των 37.600 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται, όπως προεκτέθηκε και το θέατρο Λυκαβηττού, ως τουριστικό δημόσιο κτήμα, διαχείρισης του EOT. Με την προγραμματική αυτή σύμβαση, σκοπός της οποίας ήταν η εποικοδομητική συνεργασία των συμβαλλομένων για την ανάπλαση των προαναφερομένων εκτάσεων του Λόφου Λυκαβηττού προς όφελος των κατοίκων, του περιβάλλοντος και της συνολικής εικόνας της πρωτεύουσας, συμφωνήθηκε να εκπονηθεί μελέτη, η οποία θα έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί έως τις 22-12-2003. Τα έργα, που έπρεπε να εκτελεσθούν, ήταν τα ακόλουθα: α) αντικατάσταση και επέκταση ηλεκτροφωτισμού, αξίας 600.000 ευρώ, β) 1. συντήρηση υφιστάμενου ασφαλτοτάπητα οδικού δικτύου, 2. διευθέτηση όμβριων υδάτων και έργα αποστράγγισης, 3. υπογειοποίηση καλωδίων, απόκρυψη αγωγών, μεταφορά κεραιών, 4. διόρθωση κλίσεων και επένδυση της σκάλας από σκυρόδεμα προς τον Άγιο Γεώργιο, 5. ανακατασκευή του υφισταμένου αναψυκτηρίου "Η Πράσινη Τέντα" και του εγκαταλελειμμένου αναψυκτηρίου "Το Πέτρινο", 6. τοποθέτηση wc, 7. συμπλήρωση νέων οργάνων στην παιδική χαρά, 8. συμπληρωματική σήμανση, 9. χρηματοοικονομική μελέτη υφισταμένων και μελλοντικών εκμεταλλεύσεων, συνολικής αξίας 600.000 ευρώ, γ) έργα συμπλήρωσης και βελτίωσης πρασίνου, αξίας 700.000 ευρώ και δ) έργο βελτίωσης και επέκτασης πυροπροστασίας, αξίας 300.000 ευρώ. Τα ανωτέρω έργα θα περιλαμβάνοντο στη μελέτη, που θα εκπονείτο, πλην του πρώτου, δηλαδή, της αντικατάστασης και επέκτασης ηλεκτροφωτισμού, για το οποίο είχε, ήδη, συνταχθεί μελέτη από τη ... του ΥΠΕΧΩΔΕ, ενόψει του ότι τα ανωτέρω έργα θα ήταν συγχρηματοδοτούμενα από αυτήν. Η δαπάνη της μελέτης προϋπολογίσθηκε στο ποσό των 200.000 ευρώ, ενώ η συνολική δαπάνη της κατασκευής, σύμφωνα με τα ανωτέρω, στο ποσό των 2.400.000 ευρώ. Η διάρκεια της σύμβασης συμφωνήθηκε εικοσιπενταετής. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη θα είχε το αποκλειστικό δικαίωμα της διοίκησης και διαχείρισης τόσο των υφισταμένων, κατά την υπογραφή της συμβασης εκμεταλλεύσεων, εντός του λόφου, όσο και αυτών, που επρόκειτο να κατασκευασθούν, κατ' εφαρμογή της μελέτης. Εξάλλου, οι προϋφιστάμενες της σύμβασης εκμεταλλεύσεις, οι οποίες δεν περιλαμβάνοντο στις εκτάσεις, που αποτελούσαν το αντικείμενο της προγραμματικής σύμβασης, αλλά στην όμορη έκταση, που. κατά τα ανωτέρω είχε εξαιρεθεί, δηλαδή ο σιδηρόδρομος Λυκαβηττού, το εστιατόριο αναψυκτήριο "Ορίζοντες" και το περίπτερο αναψυκτήριο, ήταν, ήδη, εκμισθωμένες στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...." για 25 έτη, ενώ, μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της προγραμματικής σύμβασης, δηλαδή, μετά την πάροδο εικοσιπενταετίας από την υπογραφή της, θα περιέρχοντο στον ενάγοντα, χωρίς η εναγομένη να έχει δικαίωμα αποζημίωσης για τα ανεγερθέντα κτίρια ή τον εξοπλισμό του τελεφερίκ. Ο ενάγων, δε, διατηρούσε, ως εκμεταλλεύσεις εντός των εκτάσεων της σύμβασης τα δύο (2) αναψυκτήρια, δηλαδή "Το Πέτρινο" και "Την Πράσινη Τέντα", από τα οποία το πρώτο ήταν εγκαταλελειμμένο και το δεύτερο ήταν μισθωμένο σε μισθωτή, σε βάρος του οποίου εκκρεμούσε αγωγή έξωσης, ασκηθείσα από τον ενάγοντα. Οι δύο, δε, αυτές εγκαταστάσεις, η ανακατασκευή των οποίων αποτελούσε αντικείμενο της προγραμματικής σύμβασης, συμφωνήθηκε, ότι θα λειτουργήσουν, μόνον, εφόσον δοθούν οι σχετικές εγκρίσεις από το Υπουργείο Γεωργίας και τις λοιπές αρμόδιες αρχές. Η υποχρέωση της εναγομένης συνίστατο, αφενός μεν στην κάλυψη της δαπάνης εκπόνησης της μελέτης έως το ποσό των 200.000 ευρώ, κατά τους όρους της σύμβασης, που θα κατήρτιζε με το μελετητή, για την οποία αποφασίσθηκε ότι θα διενεργούσε τις διαδικασίες ανάθεσής της, κατόπιν προηγούμενης έγκρισης του Δήμου, αφετέρου δε στην κάλυψη της δαπάνης εκτέλεσης των έργων έως το ποσό των 2.100.000 ευρώ, καταβλητέο με την πρόοδο εκτέλεσης των έργων και την ταυτόχρονη χορήγηση βεβαίωσης του ενάγοντος προς την εναγομένη περί προσήκουσας εκτέλεσης των επιμέρους εργασιών. Επιπλέον, συμφωνήθηκε, ότι η εναγομένη θα βαρύνεται και με τη δαπάνη συντήρησης, καθαριότητας και φύλαξης των εκτελεσθέντων έργων, έως το ποσό των 280.000 ευρώ ετησίως, αναπροσαρμοζομένου του ποσού αυτού, βάσει του μέσου ετήσιου δείκτη πληθωρισμού 3%, όπως αυτός διαμορφώνεται στο τέλος κάθε έτους. Ο ενάγων συμφωνήθηκε ότι θα φέρει την ευθύνη και την επίβλεψη των έργων, τα οποία και θα δημοπρατήσει, την επίβλεψη της συντήρησης, καθαριότητας και φύλαξης, καθώς και τη διάθεση του απαιτουμένου προσωπικού και των τεχνικών μέσων, επιπλέον, δε, ότι θα καλύψει οποιοδήποτε ποσό θα απαιτηθεί για την εκτέλεση των έργων της ανάπλασης και τις εργασίες συντήρησης πέραν των ποσών, που εισφέρει η εναγομένη. Το χρονοδιάγραμμα για την εκτέλεση των έργων θα ολοκληρωνόταν έως την 20-7-2004, οι εργασίες, δε, συντήρησης του λόφου 0α ξεκινούσαν μετά την ολοκλήρωση των έργων και θα διενεργούντο σε ετήσια βάση, ενώ, σε περίπτωση υπέρβασης εκ μέρους του ενάγοντος του χρονοδιαγράμματος εκτέλεσης, η υποχρέωση της εναγομένης για κάλυψη των ετησίων δαπανών συντήρησης, καθαριότητας και φύλαξης θα ξεκινούσε από το χρόνο ολοκλήρωσης των έργων. Σε περίπτωση, εξάλλου, που τα ετήσια έσοδα της εναγομένης από τις πάσης φύσης εκμεταλλεύσεις της θα υπολείποντο του ποσού των 280.000 ευρώ, η διαφορά έως το συμφωνηθέν ποσό θα καταβαλλόταν στο τέλος κάθε έτους. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο προϋπολογισμός του έργου για τη μελέτη και εκτέλεση υπολογίσθηκε στο ποσό των 2.400.000 ευρώ και για την εικοσιπενταετή συντήρηση στο ποσό των 25.521.485 ευρώ, δηλαδή, συνολικά στο ποσό των 27.921.485 ευρώ (λαμβάνοντας υπόψη ότι το ετήσιο κόστος για αμοιβή προσωπικού και εξοπλισμό θα ανέρχεται σε 420.000 ευρώ), από το οποίο η εναγομένη θα κατέβαλε 2.300.000 ευρώ για μελέτη και εκτέλεση και 10.208.594 ευρώ για συντήρηση, καθόλο το συμβατικό χρόνο, ο δε ενάγων θα κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό θα απαιτείτο για τη μελέτη και εκτέλεση, πέραν του ποσού των 2.300.000 ευρώ και για ετήσιο κόστος το υπερβάλλον των 10.208.594 ευρώ ποσό, το οποίο κατ' εκτίμηση θα ανερχόταν στο ποσό των 15.312.891 ευρώ. Τέλος, συμφωνήθηκε ότι οι πόροι, από τους οποίους θα καλύπτοντο οι αναλαμβανόμενες από τους συμβαλλομένους υποχρεώσεις θα προήρχοντο απ' τους προϋπολογισμούς τους, ότι οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συστήσουν όργανο παρακολούθησης της σύμβασης, όπου κάθε μέρος θα συμμετέχει ισότιμα, ότι μπορούν να εξειδικεύουν κάθε φορά, με ειδικότερες συμφωνίες, διάφορα θέματα της σύμβασης, μεταξύ αυτών και την παράταση του συμβατικού χρόνου, καθώς, επίσης και ότι, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, ο ενάγων θα υποκαθίσταται αυτοδικαίως στα δικαιώματα της εναγόμενης, ως εκμισθώτριας σε κάθε είδους υφιστάμενες, κατά το χρόνο της καταγγελίας, εκμεταλλεύσεις. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ένδικη σύμβαση έφερε όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 35 π.δ. 410/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 ν. 2738/1999 στοιχεία, δηλαδή, το σκοπό, το περιεχόμενο των μελετών και των έργων, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, τον αναλυτικό προϋπολογισμό των επιμέρους εργασιών, έστω και κατά προσέγγιση, έτσι ώστε από το άθροισμα των επιμέρους προϋπολογισμών να προκύπτει και να δικαιολογείται ο συνολικός προϋπολογισμός της προγραμματικής σύμβασης, το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης αυτής, τους πόρους από τους οποίους θα καλύπτοντο οι αναλαμβανόμενες υποχρεώσεις, τη διάρκεια της σύμβασης, που διαφοροποιείται από το χρονοδιάγραμμα και την πρόβλεψη σύστασης οργάνου παρακολούθησης της πορείας της σύμβασης, με τις αρμοδιότητές του. Σε εκτέλεση της σύμβασης και αφού εκπονήθηκε η σχετική μελέτη από την εναγομένη, ο ενάγων προκήρυξε δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό, κατ' άρθρο 7 ν. 1418/1984, ο οποίος διενεργήθηκε στις 14-4-2004 και στον οποίο αναδείχθηκε ανάδοχος ο τελευταίος μειοδότης, δηλαδή η εταιρία με την επωνυμία "...", με την οποία υπεγράφη το υπ' αριθ. πρωτ. ... εργολαβικό συμφωνητικό εκτέλεσης του έργου, ποσού 3.212.416,41 ευρώ. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. ... πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου του ενάγοντος εγκρίθηκε η σύσταση της κατασκευαστικής Κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής αναδόχου εταιρίας και κατέστη εφεξής ανάδοχος του έργου. Η τελευταία εγκαταστάθηκε στο έργο και προχώρησε στην εκτέλεση των εργασιών. Στις 8-4-2005, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, αποδεχόμενο σχετική εισήγηση του διευθύνοντος συμβούλου αυτής, αποφάσισε την απεμπλοκή της από την, ως άνω, προγραμματική σύμβαση, με συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, με το σκεπτικό ότι η υπογραφή αυτής οδηγούσε σε ζημία της εναγομένης, καθόσον υπήρχε δυσαναλογία του ποσοστού συμμετοχής των δύο συμβαλλομένων στις δαπάνες μελέτης, εκτέλεσης και ετήσιας συντήρησης, ενώ. επιπλέον, τα έσοδα της εναγομένης στις υφιστάμενες εκμεταλλεύσεις, ύψους 315.684 ευρώ, υπολείποντο, μετά και την αφαίρεση των φόρων, των ετησίων δαπανών συντήρησης, ύψους 280.000 ευρώ, που βάρυναν την ίδια, δεν μπορούσαν, δε, να προσδιορισθούν με ασφάλεια τα έσοδα, που θα μπορούσαν να προκύψουν από την εκμετάλλευση των δύο αναψυκτηρίων , της "Πράσινης Τέντας" και του "Πέτρινου". Εξάλλου, η ανωτέρω εισήγηση έθετε και την παράμετρο της απώλειας εσόδων για την εναγομένη, από την αυτοδίκαιη υποκατάσταση του ενάγοντος, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης στα δικαιώματά της ως εκμισθώτριας στις εκμεταλλεύσεις του λόφου, οι οποίες ήταν μισθωμένες από την εταιρία με την επωνυμία "....". Η ανωτέρω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης κοινοποιήθηκε στις 21-4-2005 στον ενάγοντα Δήμο, ο οποίος, όμως, διά των αρμοδίων οργάνων του, δεν αποδέχθηκε την πρόταση για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, ενόψει του ότι η ένδικη προγραμματική σύμβαση είχε υπογραφεί κατόπιν μακρών διαπραγματεύσεων και είχε κριθεί, ως νόμιμη από το Ελεγκτικό Συνέδριο (υπ' αριθ. 231/2003 πράξη Ζ' Κλιμακίου), ενώ περαιτέρω είχε ληφθεί πρόνοια, ώστε οι υποχρεώσεις των μερών να είναι ισοσκελισμένες. Κατόπιν των ανωτέρω, ο ενάγων, στις 27-6-2005 κοινοποίησε στην εναγομένη το δεύτερο λογαριασμό του έργου (δεδομένου ότι ο πρώτος λογαριασμός αφορούσε εργασίες, που καλύπτοντο από τη ..., αφού το έργο ήταν συγχρηματοδοτούμενο), με τις περιεχόμενες σ' αυτόν εκτελεσθείσες εργασίες της προγραμματικής σύμβασης, που αφορούσαν τις υποχρεώσεις της εναγομένης, η οποία, όπως προεκτέθηκε, υποχρεούτο να καταβάλλει το κόστος του έργου, με την πρόοδο των εργασιών και τη χορήγηση βεβαίωσης του ενάγοντος Δήμου περί προσήκουσας εκτέλεσης των επιμέρους έργων. Ειδικότερα, οι αναφερόμενες στο δεύτερο λογαριασμό εργασίες ήταν οι ακόλουθες: α) ανακατασκευή του υφιστάμενου ασφαλτοτάπητα του οδικού δικτύου, ποσού 71.468,35 ευρώ, β) διευθέτηση όμβριων και έργα αποστράγγισης, ποσού 3.270,96 ευρώ, γ) υπογειοποίηση καλωδίων και απόκρυψη αγωγών, ποσού 6.396,78 ευρώ, δ) αντικατάσταση και επέκταση ηλεκτροφωτισμού, ποσού 79.263,01 ευρώ, 3) βελτίωση και επέκταση πυροπροστασίας, ποσού 39.637,46 ευρώ, στ) συμπλήρωση και βελτίωση πρασίνου, ποσού 723.222,52 ευρώ. Έτσι, το σύνολο των εκτελεσθεισών εργασιών, που πιστοποιούντο με το δεύτερο λογαριασμό, ανήρχοντο στο ποσό των 923.259,10 ευρώ, πλέον του αναλογούντος (19%) Φ.Π.Α., ποσού 175.419,23 ευρώ), δηλαδή συνολικά στο ποσό των 1.098.678,33 ευρώ. Ακολούθως, η εναγομένη, σε αντίθεση με την προηγηθείσα πρότασή της περί αποδέσμευσής της από την προγραμματική σύμβαση, ενέκρινε, ανταποκρινόμενη στις συμβατικές της υποχρεώσεις, την πληρωμή του ανωτέρω συνολικού ποσού, για το μέχρι, τότε, εκτελεσθέν έργο και συμφώνησε στην προτεινόμενη από τον ενάγοντα παράταση του χρονοδιαγράμματος για την εκτέλεση των εργασιών. Κατέβαλε, δε, η εναγομένη στον ενάγοντα το ποσό των 932.259,10 ευρώ, το οποίο εισέπραξε ο τελευταίος με το υπ' αριθμ. 3800/2-9-2005 γραμμάτιο, απομένοντος υπολοίπου, από το λογαριασμό αυτό, ποσού 166.419,23 ευρώ, συνολικού, δε, υπολοίπου, βάσει των συμβατικών της υποχρεώσεων, ποσού 1.167.740,90 (2.100.000-932.259,10 ευρώ), το οποίο θα καταβαλλόταν στο μέλλον, με την πρόοδο των εργασιών. Ακολούθως, ο ενάγων, στις 20-12-2005, κοινοποίησε στην εναγομένη τον τέταρτο λογαριασμό του έργου (δεδομένου ότι ο τρίτος λογαριασμός αφορούσε, όπως και ο πρώτος, εργασίες, που καλύπτοντο από τη ...), σχετικά με τις εκτελεσθείσες εργασίες, δηλαδή: α) αντικατάσταση-επέκταση ηλεκτροφωτισμού και βελτίωση-επέκταση πυροπροστασίας, ποσού 269.692,70 ευρώ, β) συντήρηση ασφαλτοτάπητα οδικού δικτύου και χώρου πάρκινγκ, ποσού 177.411,60 ευρώ, γ) αποχέτευση όμβριων, ποσού 2.772 ευρώ, δ) επέμβαση απόκρυψης καλωδίων και αγωγών, ποσού 5.421 ευρώ, ε) βελτίωση κλίσεων πίστας τζόκινγκ, ποσού 40.950 ευρώ, στ) συμπλήρωση- βελτίωση πρασίνου-φύτευσης, ποσού 392.730 ευρώ, ζ) πρωτεύον δίκτυο άρδευσης, ποσού 73.305,45 ευρώ, η) δευτερεύον και τριτεύον δίκτυο άρδευσης, ποσού 185.258,93 ευρώ, δηλαδή συνολικού ποσού 1.147.541,68 ευρώ πλέον εργολαβικού οφέλους 18%, δηλαδή, συνολικού ποσού 1.354.099,18 ευρώ), πλέον του αναλογούντος (19%) Φ.Π.Α., ποσού 257.278. ευρώ, δηλαδή, συνολικού ποσού 1.611.376,02 ευρώ, από το οποίο, όπως προεκτέθηκε, η εναγομένη είχε υποχρέωση καταβολής ποσού 1.167.740,90 ευρώ, το οποίο δεν κατέβαλε. Ο ενάγων, ωστόσο, αναγκάσθηκε να καταβάλει το ανωτέρω ποσό στην ανάδοχο εταιρία, εκδίδοντας τα σχετικά εντάλματα πληρωμής. Η εναγόμενη προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι δεν υφίσταται υποχρέωσή της για καταβολή του εν λόγω ποσού, διότι η επίδικη προγραμματική σύμβαση, στην κατάρτιση της οποίας προέβη, χωρίς να ληφθούν υπόψη αμιγώς οικονομικά και επιχειρηματικά κριτήρια και χωρίς προηγούμενη οικονομοτεχνική μελέτη, από την οποία να προκύπτουν τα οφέλη αυτής, καθώς και οι υποχρεώσεις και οι κίνδυνοι, που αναλαμβάνει, έχει καταρτισθεί σε βάρος των συμφερόντων της και είναι, στην ουσία ετεροβαρής, διότι υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ της παροχής και της αντιπαροχής, που συνομολογήθηκαν. Από το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης, με την οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση δημοσίου σκοπού, δηλαδή η ανάπλαση του λόφου του Λυκαβηττού, που αποτελεί παραδοσιακό χώρο υπαίθριας αναψυχής για τους κατοίκους των Αθηνών προς όφελος αυτών, αλλά και της συνολικής εικόνας της πρωτεύουσας, δεν προκύπτει ότι υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ της παροχής και της αντιπαροχής, που συνομολογήθηκαν, ούτε ότι ο ενάγων βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση έναντι της αντισυμβαλλομένης του εναγομένης. Αντίθετα, από το σύνολο των όρων της σύμβασης, συνάγεται ότι η κατάρτιση και η λειτουργία της βασίσθηκε στην ελεύθερη συμφωνία και στην ισότιμη θέση των συμβαλλομένων. Ειδικότερα, κατά τους όρους της σύμβασης, η ανανέωση αυτής επιτρέπεται, κατόπιν συμφωνίας των μερών, αμφότερα τα μέρη βαρύνονται με οικονομικές υποχρεώσεις, στην περίπτωση, δε, συντήρησης του έργου, ο ενάγων έχει μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση από την εναγομένη, η οποία, εξάλλου, έχει αποκλειστικά τη διαχείριση του έργου. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι η παράβαση κάποιου από τους συμβατικούς όρους, που συμφωνήθηκαν όλοι ουσιώδεις, παρέχει το δικαίωμα στο μη υπαίτιο μέρος να προβεί σε βάρος του υπαιτίου μέρους σε καταγγελία της σύμβασης, το δικαίωμα, δε, αυτό συμφωνήθηκε ότι παρέχεται και σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου αντικειμενικά δεν καθίσταται πλέον δυνατή η πραγμάτωση του σκοπού της. Αναγνωρίσθηκε, επομένως, σε αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη το δικαίωμα καταγγελίας και λύσης της σύμβασης, σε περίπτωση παράβασης κάποιου όρου αυτής, χωρίς να έχουν επιφυλαχθεί περισσότερα δικαιώματα ή εξουσιαστικές ρήτρες υπέρ του ενάγοντος, που να αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και να θέτουν αυτόν σε υπερέχουσα θέση έναντι της αντισυμβαλλομένης του. Εξάλλου, η εναγομένη συνέπραξε στην κατάρτιση της προγραμματικής σύμβασης προς το σκοπό ανάπλασης της ευρύτερης περιοχής, στην οποία βρίσκονται οι ανωτέρω εκμεταλλεύσεις της και το θέατρο του Λυκαβηττού, το οποίο ανήκει στον EOT, έτσι ώστε αυτές να γίνουν πιο ελκυστικές στο κοινό και να της αποφέρουν περισσότερα κέρδη. Τα υπόλοιπα, δε, επικαλούμενα από την αυτήν, ότι δηλαδή τα έσοδα από τις εκμεταλλεύσεις της υπολείπονται των παγίων εξόδων συντήρησης, με τα οποία βαρύνεται κατά τη σύμβαση, καθώς και ότι είναι αβέβαιο και απροσδιόριστο το ύψος των εσόδων, που θα μπορούσε να της αποφέρει η εκμετάλλευση των προαναφερομένων δύο αναψυκτηρίων, είναι στοιχεία, που ανάγονται στον επιχειρηματικό κίνδυνο, που αναλαμβάνει οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος σε αμφοτεροβαρή σύμβαση και δεν υποδηλώνουν δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής. Επισημαίνεται ότι τον ανωτέρω ισχυρισμό της είχε προβάλει η εναγομένη στον ενάγοντα, όπως προεκτέθηκε, τον Απρίλιο του έτους 2005, με πρόταση συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς. Μετά, δε, την απόρριψη της πρότασής της από τον ενάγοντα, η εναγομένη, παρά τη σχετική σκέψη, που είχε διατυπωθεί με την εισήγηση του διευθύνοντος συμβούλου της, δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ενέμεινε σ' αυτήν και ενέκρινε τις εκτελεσθείσες εργασίες, καταβάλλοντας το ποσό των 932.259,10 ευρώ. Τούτο, δε, διότι η λύση της σύμβασης θα είχε ως συνέπεια να εγκαταλείψει η εναγομένη και να αποδώσει στον ενάγοντα τις προϋφιστάμενες αυτής (σύμβασης) εκμεταλλεύσεις της, δηλαδή το σιδηρόδρομο και τα ακίνητα, που εκμίσθωνε στην εταιρία "....", κατ' επέκταση, δε, να απωλέσει τα έσοδα των εκμεταλλεύσεων αυτών. Ενόψει των ανωτέρω, ο εν λόγω ισχυρισμός της εναγομένης είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος...Περαιτέρω, η εναγομένη προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου με το δεύτερο λόγο έφεσης, ότι δεν υφίσταται υποχρέωσή της για καταβολή του ανωτέρω ποσού, των 1.167.740,90 ευρώ, διότι ο ενάγων δεν εκπλήρωσε όλες τις συμβατικές του υποχρεώσεις, αφού το έργο της ανακατασκευής των δύο αναψυκτηρίων, "Πέτρινο" και Πράσινη Τέντα" δεν έχει, ακόμη, εκτελεσθεί και παραδοθεί με τι νόμιμες άδειες λειτουργίας, η εκμετάλλευση, δε, των δύο αυτών αναψυκτηρίων αποτέλεσε το δικαιοπρακτικό θεμέλιο για την κατάρτιση της επίδικης προγραμματικής σύμβασης. Από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, το, μεν, αναψυκτήριο "Πέτρινο" κατασκευάσθηκε, αλλά δεν παρελήφθη από την εναγομένη, αν και προσκλήθηκε προς τούτο, τον Ιούνιο του έτους 2007, διότι δεν είχαν εκδοθεί, με επιμέλεια του ενάγοντος, οι απαιτούμενες άδειες, με αποτέλεσμα να μην είναι λειτουργικό, στο δε αναψυκτήριο "Πράσινη Τέντα" δεν έγιναν εργασίες ανακατασκευής. Ωστόσο αποδείχθηκε ότι, με την επίδικη προγραμματική σύμβαση, οι διάδικοι απέβλεψαν στην εκτέλεση, αντί της προϋπολογισθείσας δαπάνης, ποσού 2.400.000 ευρώ, του συνολικού έργου, που περιγράφηκε ανωτέρω, μικρό τμήμα του οποίου αποτελεί το έργο της ανακατασκευής των εν λόγω δύο αναψυκτηρίων. Η επιμέρους, δε, δαπάνη εκτέλεσης αυτού αντιστοιχεί στο ποσό των 150.000 ευρώ, κατά τον ισχυρισμό του ενάγοντος και στο ποσό των 140.000 ευρώ, κατά την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με επιμέλεια της εναγομένης. Ειδικότερα, η εναγομένη, με την κατάρτιση της σύμβασης απέβλεπε στη συνολική ανάπλαση του λόφου του Λυκαβηττού, που θα αναβάθμιζε και τις υπηρεσίες των, ήδη, υφισταμένων εκμεταλλεύσεών της, δηλαδή του σιδηροδρόμου, του εστιατορίου "Ορίζοντες" και του θεάτρου του Λυκαβηττού, με αποτέλεσμα την αποκόμιση κερδών, λαμβανομένης υπόψη και της διάρκειας των εκμεταλλεύσεων επί εικοσιπενταετία και όχι αποκλειστικά στην εκμετάλλευση των δύο αυτών αναψυκτηρίων, ώστε να θεωρηθεί ότι η ανακατασκευή και η εκμετάλλευσή τους αποτέλεσε το δικαιολογητικό λόγο για τη σύμπραξή της στη σύμβαση. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι, με το άρθρο 5α.6 της σύμβασης ρητά συμφωνήθηκε ότι τα εν λόγω αναψυκτήρια θα λειτουργήσουν, μόνον, εάν δοθούν οι σχετικές εγκρίσεις από το Υπουργείο Γεωργίας ή άλλες αρμόδιες αρχές, γεγονός, που καταδεικνύει ότι η θέση τους σε λειτουργία, τουλάχιστον κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, δεν ήταν βέβαιη, ώστε η εκμετάλλευσή τους από την εναγομένη να αποτελεί το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύμβασης. Εξάλλου, εάν η εναγόμενη είχε αποβλέψει αποκλειστικά στην εκμετάλλευση των δύο αναψυκτηρίων για την κατάρτιση της σύμβασης, θα είχε ασκήσει τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις περί υπερημερίας ή αδυναμίας παροχής δικαιώματά της, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος της για υπαναχώρηση από τη συνολική σύμβαση, εφόσον έκρινε ότι η καθυστέρηση ή η αδυναμία εκτέλεσης της επιμέρους υποχρέωσης του ενάγοντος για ανακατασκευή των αναψυκτηρίων ήταν τόσο ουσιώδης, ώστε δεν είχε πλέον συμφέρον ούτε για το υπόλοιπο μέρος της σύμβασης. Κατ' επέκταση των ανωτέρω, ο εν λόγω ισχυρισμός της εναγομένης είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος. Επομένως, υφίσταται υποχρέωσή της για καταβολή στον ενάγοντα του ανωτέρω ποσού, των 1.167.740,90 ευρώ, μετ' αφαίρεση, δε, του ποσού των 150.000 ευρώ, που αποτελεί τη δαπάνη για την εκτέλεση του, ως άνω, μη εκτελεσθέντος τμήματος του έργου, υφίσταται υποχρέωσή της για καταβολή της προκύπτουσας διαφοράς, ποσού 1.017.740,90 ευρώ (1.167.740,90-150.000)". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ΕΤΑΔ Α.Ε. και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του Δ. Α. και την είχε υποχρεώσει να του καταβάλει το ανωτέρω συνολικό ποσό των 1.017.740,90 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις διακρίσεις της απόφασης αυτής. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 (και όχι τον αρ. 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και διαπίστωσε την ύπαρξη κενού στο άρθρο 5α. 6 της από 3/12/2003 προγραμματικής σύμβασης, που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, ως προς την υποχρέωση ή μη του Δ. Α. να λάβει τις σχετικές εγκρίσεις από το Υπουργείο Γεωργίας ή άλλες αρμόδιες αρχές για τα αναψυκτήρια "ΠΡΑΣΙΝΗ ΤΕΝΤΑ" και "ΠΕΤΡΙΝΟ" πριν τα παραδώσει στην αναιρεσείουσα, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. και έτσι έκρινε εσφαλμένως ότι, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, τα αναψυκτήρια αυτά θα λειτουργήσουν και θα παραδοθούν, σύμφωνα με την προγραμματική σύμβαση, στην αναιρεσείουσα μόνον εάν δοθούν οι εγκρίσεις αυτές, απορρίπτοντας τον προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης στο Εφετείο αποσβεστικό της απαίτησης του Δ. Α. ισχυρισμό της, ότι η παράδοση από τον Δήμο των δύο αυτών αναψυκτηρίων, μαζί με τις νόμιμες άδειες και εγκρίσεις για τη λειτουργία τους, αποτελούσε όρο της σύμβασης και το δικαιοπρακτικό θεμέλιο βάσει του οποίου σύναψε την προγραμματική σύμβαση, την οποία δεν θα είχε συνάψει, αν η παράδοση των αναψυκτηρίων αυτών ήταν εξαρτημένη από την προηγούμενη έκδοση των σχετικών εγκρίσεων από τις ανωτέρω αρχές. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας με τη σαφή και επαρκή παραδοχή ότι αυτή "με την κατάρτιση της σύμβασης απέβλεπε στη συνολική ανάπλαση του λόφου του Λυκαβηττού, που θα αναβάθμιζε και τις υπηρεσίες των ήδη υφισταμένων εκμεταλλεύσεών της ... με αποτέλεσμα την αποκόμιση κερδών", χωρίς να βασισθεί για την κρίση του αυτή αποκλειστικά στο άρθρο 5α. 6 της σύμβασης, το οποίο αναφέρει μόνο ως επιχείρημα για να αιτιολογήσει την ανωτέρω παραδοχή του, στην οποία κατέληξε μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στην περιεχόμενη στον παραπάνω όρο δικαιοπρακτική δήλωση των διαδίκων, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ούτε και προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών, αλλά αντίθετα εκτιμώντας το περιεχόμενο του όρου, δέχθηκε ανελέγκτως ότι τα ανωτέρω αναψυκτήρια θα λειτουργήσουν από την αναιρεσείουσα, μόνον αν δοθούν οι σχετικές εγκρίσεις. Περαιτέρω αβάσιμος είναι και ο συναφής δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προβαίνοντας σε επιλεκτική και αποσπασματική έρευνα, δεν έλαβε υπόψη τον ίδιο ανωτέρω πραγματικό ισχυρισμό της, αφού για την εξέτασή του ερεύνησε μόνο το ανωτέρω άρθρο 5α. 6 της σύμβασης και όχι και το άρθρο 6.2 αυτής, που ορίζει ότι ο Δ. Α. θα μεριμνήσει για τη διεξαγωγή όλων των απαραίτητων ενεργειών προκειμένου η μελέτη να λάβει όλες τις απαραίτητες εγκρίσεις και άδειες, ώστε να αρχίσει η υλοποίηση των έργων, καθόσον τον εν λόγω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή η παράδοση από τον Δήμο στην ίδια των ανωτέρω αναψυκτηρίων με τις νόμιμες άδειες και εγκρίσεις αποτελούσε δικαιοπρακτικό θεμέλιο για τη σύναψη της προγραμματικής σύμβασης, το Εφετείο τον ερεύνησε και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, όπως προαναφέρθηκε, είναι δε απαράδεκτη η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη το άρθρο 6.2. της προγραμματικής σύμβασης, (το οποίο και κατά τον λόγο αναίρεσης δεν αφορά τα ανωτέρω δύο επίδικα αναψυκτήρια, αλλά τη μελέτη κατασκευής του όλου έργου), γιατί με αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι ο Δ. Α. δεν είχε υποχρέωση, κατά τη σύμβαση, να παραδώσει τα δύο αναψυκτήρια μαζί με τις νόμιμες εγκρίσεις και άδειες λειτουργίας τους. Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι αυτή περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες για το ύψος των ποσών που επιδικάζει στον Δήμο Αθηναίων, γιατί, ενώ δέχεται ότι οφείλει να του καταβάλει τα ποσά που αναφέρονται στη σύμβαση για συγκεκριμένες αιτίες, τελικά του επιδικάζει άλλα υπέρτερα ποσά, ώστε να μη γίνεται αντιληπτό τι τελικά δέχεται το Εφετείο. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη, που ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, γιατί με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες το Εφετείο προσδιορίζει το ύψος των οφειλομένων στον Δήμο χρημάτων με βάση τους δεύτερο και τέταρτο λογαριασμούς του έργου και μετ' αφαίρεση του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα ποσού των 932.259,10 ευρώ στο ποσό των 1.167.740,90 ευρώ και τελικά, μετά από αφαίρεση και του ποσού των 150.000 ευρώ, για το μη εκτελεσθέν έργο, που αφορά στα αναψυκτήρια "Πράσινη Τέντα" και "Πέτρινο", στο επιδικασθέν ποσό των 1.017.740,90 ευρώ, δεν υπάρχει δε η επικαλούμενη αντιφατική αιτιολογία, γιατί τα αναφερόμενα στην αρχή της απόφασης ποσά αφορούν στον προϋπολογισμό του έργου σύμφωνα με τη μελέτη, ενώ τα αναφερόμενα στη συνέχεια της απόφασης ποσά αφορούν στη δαπάνη του πράγματι εκτελεσθέντος έργου, σύμφωνα με την υπ' αρ. ... σύμβαση έργου, που κατάρτισε ο Δ. Α. με την ανάδοχο ανώνυμη εταιρεία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά την διάταξη του άρθρου 281 παρ.2 Ν.3463/2006 " Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως αναφέρεται στο διατακτικό. β) Επί της αίτησης αναίρεσης του Δ. Α.. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις, ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 12/2000). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η άσκηση της αντέφεσης, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να αφορά τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση ή τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, δηλαδή η άσκησή της πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα από την έφεση όρια. Ως κεφάλαιο, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε και κατά την ταυτόσημη έννοια του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε σχέση με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης, είναι κάθε οριστική διάταξη της πρωτόδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά, είτε ως προς το αίτημα, είτε ως προς την ιστορική βάση (ΑΠ 1409/2022, ΑΠ 906/2021). Αντίθετα, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα, όσο και ως προς την ιστορική βάση. Εξάλλου, αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που εφεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν ως προς τα πρώτα στενή συνάφεια, είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας με αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος αντίθετων ή απλώς ασύμβατων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα εκκληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1409/2022, ΑΠ 906/2021).Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων Δ. Α. στην επίδικη αγωγή του, πλην του αιτήματος καταβολής του ανωτέρω ποσού των 1.167.740,90 ευρώ, το οποίο έγινε τελεσίδικα δεκτό για το ποσό των 1.017.740,90 ευρώ, όπως προαναφέρθηκε, υπέβαλε και τα αιτήματα καταβολής α) του ποσού των 286.256,68 ευρώ και β) του ποσού των 237.155,30 ευρώ, τα οποία αποτελούν τους τόκους υπερημερίας, τα έξοδα αντιγράφου της επιταγής εκτέλεσης, τα τέλη απογράφου και τη δαπάνη σύνταξης και επίδοσης της επιταγής εκτέλεσης των υπ' αρ. 1270/2009 και 529/2009 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών αντιστοίχως, που εκδόθηκαν λόγω της οικονομικής αδυναμίας του να ανταπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις έναντι της αναδόχου του επίδικου έργου κοινοπραξίας "..., μετά από τις υπ' αρ. 12/8-1-2008 και 13/8-1-2008 αντίστοιχες εναντίον του αγωγές της Κοινοπραξίας και οι οποίες αποφάσεις τον υποχρέωσαν να καταβάλει τα ποσά των 733.935,92 + 11.187,77 ευρώ για τον τέταρτο και τον πέμπτο λογαριασμό του έργου και των 970.425,47 ευρώ για τον έκτο, τον έβδομο και τον όγδοο λογαριασμό του έργου αντιστοίχως. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αρ. 1214/2016 οριστική απόφασή του απέρριψε τα αιτήματα αυτά ως μη νόμιμα δεχόμενο ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή "δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος, δηλαδή της υπερημερίας της εναγομένης και της αντίστοιχης ζημίας του ενάγοντος". Κατά της εκδοθείσας κατ' αντιμωλία των διαδίκων απόφασης αυτής η εναγομένη ΕΤΑΔ ΑΕ άσκησε την από 1/9/2016 έφεσή της με την οποία παραπονείται μόνο για την παραδοχή κατά ένα μέρος του αιτήματος καταβολής του ποσού των 1.167.740,90 ευρώ, ενώ δεν πλήττει με λόγο έφεσης την πρωτόδικη απόφαση για την απόρριψη των δύο ανωτέρω αιτημάτων καταβολής των ποσών των 286.256,68 και των 237.155,30 ευρώ, ως προς τα οποία ήταν η νικήσας διάδικος. Ακολούθως με το από 1/8/2017 δικόγραφό του, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών στις 2-8-2017 και επιδόθηκε νόμιμα στην εκκαλούσα ΕΤΑΔ Α.Ε. στις 3/8/2017, δηλαδή περισσότερες από 30 ημέρες πριν τη συζήτηση της έφεσης στις 26/10/2017, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος Δήμος άσκησε αντέφεση κατά της ανωτέρω απόφασης και για τον αναφερόμενο στην αντέφεση λόγο και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο που απέρριψε τα ανωτέρω αιτήματα της αγωγής του ποσών 286.256,68 και των 237.155,30 ευρώ, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του και ως προς αυτά, επικαλούμενος ότι με την έφεσή της η ΕΤΑΔ Α.Ε. προσβάλλει και το κεφάλαιο απόρριψης των αιτημάτων αυτών. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αντέφεση ως απαράδεκτη με την ακόλουθη αιτιολογία: "...Με το μοναδικό λόγο αντέφεσης, ο αντεκκαλών ισχυρίζεται, ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της αγωγής του περί επιδίκασης του ποσού των 286.256,68 ευρώ και του ποσού των 237.155,30 ευρώ, που, όπως προεκτέθηκε, αφορούν σε τόκους υπερημερίας και δικαστικά έξοδα και τέλη, με τα οποία επιβαρύνθηκε ο αντεκκαλών, λόγω της καθυστέρησης καταβολής της εργολαβικής αμοιβής στην ανάδοχο εταιρία. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, η αντέφεση δεν είναι παραδεκτή, καθόσον με αυτήν πλήττεται κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης, που δεν έχει εκκληθεί με την έφεση ούτε συνέχεται αναγκαίως με τα κεφάλαια που έχουν εκκληθεί με αυτήν. Επισημαίνεται ότι, στην υπό κρίση έφεση αναφέρεται "...έχει κακώς διαλάθει της προσοχής της εκδούντος την εκκαλουμένη, πως δεν αποδεικνύονται οι ουσιαστικοί ισχυρισμοί του Δ. Α. ότι δήθεν εξετέλεσε το έργο που είχε αναλάβει βάσει της από 3-12-2003 προγραμματικής συμβάσεως και ότι εξαιτίας μη δικής μας συνεισφοράς αναγκάσθηκε να καταβάλει ποσά κατόπιν επίδοσης απογράφων δικαστικών αποφάσεων από την ανάδοχο εταιρία". Αναφέροντας τα ανωτέρω η εκκαλούσα, δεν πλήττει με την υπό κρίση έφεσή της την εκκαλουμένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο απερρίφθη το αυτοτελές αγωγικό αίτημα περί επιδίκασης στον ενάγοντα των προαναφερομένων ποσών, ούτε ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά το κεφάλαιο αυτό, που την ωφελεί. Εξάλλου, το εν λόγω κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης, που πλήττεται με την αντέφεση, δεν είναι, κατά την προκτεθείσα έννοια, αναγκαίως συνεχόμενο με τα, ως άνω, εκκληθέντα με την έφεση κεφάλαια, αφού είναι αυτοτελές και δεν αποτελεί προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, δεν αφορά σε παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της προσβαλλόμενης με την έφεση απαίτησης, ούτε διαμορφώνει ή προσδιορίζει το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, από εκείνη του πρωτοβαθμίου, να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων. Κατόπιν των ανωτέρω, η αντέφεση πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αντέφεση του αναιρεσείοντος, καθόσον τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που προσβλήθηκαν με αυτήν, δηλαδή τα αιτήματα καταβολής των ποσών των 286.256,68 και 237.155,30 ευρώ, δεν αποτελούν κεφάλαια της απόφασης, που προσβλήθηκαν με την έφεση, με την οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση αυτής, προσβλήθηκε μόνο το κεφάλαιο που αφορά στο αίτημα της αγωγής για καταβολή του υπολοίπου του οφειλομένου στον ενάγοντα Δήμο από την από 3/12/2003 προγραμματική σύμβαση ποσού των 1.167.740,90 ευρώ, που είχε γίνει εν μέρει δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε αποτελούν κεφάλαια που συνέχονται αναγκαστικά με το προσβληθέν με την έφεση αυτό κεφάλαιο, αφού είναι αυτοτελή κεφάλαια, τα οποία δεν αποτελούν προκριματικό ζήτημα για την παραδοχή του και επίσης δεν αφορούν σε παρεπόμενα ή παρακολουθήματα αυτού, ούτε διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο του, έτσι ώστε τυχόν διάφορη κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, από εκείνη του πρωτοβαθμίου, να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την αντέφεση κεφαλαίων. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αρ. 14 (και όχι και από τον αρ. 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ως εκ τούτου, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά την διάταξη του άρθρου 281 παρ.2 Ν.3463/2006 " Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως αναφέρεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24/6/2020 αίτηση του Δ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1394/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια(600) ευρώ. Απορρίπτει την από 30/7/2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρεία με την επωνυμία " ...." για αναίρεση της ιδίας υπ' αριθ. 1394/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, τα οποία ορίζει σε εξακόσια(600) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 13 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 4 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ