Αριθμός 751/2023 Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Π., 2) Η. Κ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Συγγούρη και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Κ. Β. του Δ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: Λ. χήρας Μ. Β., το γένος Ν. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο, που ανακάλεσε την από 2/3/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 3 αναιρεσείουσα Κ. Β. του Δ., απεβίωσε την 2/6/2021, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ' αριθ. …./2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου ….. και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής α) Δ. Κ. του Δ., β) Ά. Κ. του Δ., οι οποίες, ως ανήλικες εκπροσωπούνται νόμιμα από τους συνασκούντες την γονική μέριμνα αυτών Δ. Κ. του Π. και Δ. Ε. του Κ., συζύγου Δ. Κ., γ) Ε. Κ. του Η., ο οποίος, ως ανήλικος εκπροσωπείται νόμιμα από τους συνασκούντες την γονική μέριμνα αυτού Η. Κ. του Π. και Κ. Μ. του Ε., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/9/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287 παρ. 1, 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στη δίκη για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ιδίου κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει, ότι αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση του λόγου διακοπής, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 287 παρ. 1, από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν την δίκη, όπως είναι και ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, ο οποίος μπορεί να επαναλάβει εκουσίως τη δίκη με δήλωσή του, που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, με την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, λόγω μη αμφισβήτησης, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντoς τη δίκη ως κληρονόμου, η οποία, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου ( 5.12.2022), μετ' αναβολή από το οικείο πινάκιο από την αρχική δικάσιμο της 10.1.2022, δεν εμφανίστηκε η τρίτη των αναιρεσειόντων Κ. Β., η οποία απεβίωσε στις 2.6.2021. Αντ' αυτής όμως εμφανίστηκαν, ως εξ μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, οι ανήλικοι εγγονοί της και συγκεκριμένα, η Δ. και η Ά. Κ. εκπροσωπούμενες από τους ασκούντες την επ' αυτών γονική μέριμνα γονείς τους, Δ. Κ. (πρώτο των αναιρεσειόντων) και Δ. Ε., συζ. Δ.. Κ., και Ε. Κ., εκπροσωπούμενος από τους ασκούντες την επ' αυτού γονική μέριμνα, Η. Κ. (δεύτερο των αναιρεσειόντων) και Κ. Μ., συζ. Η. Κ.. Οι παραπάνω ανήλικοι εκλήθησαν στη κληρονομία της άνω αποβιώσασας μετά την εμπρόθεσμη αποποίηση αυτής, από τους αρχικούς κληρονόμους υιούς της, Δημήτριο και Η. Κ., τούτο δε δήλωσε και ενώπιον του ακροατηρίου τούτου ο εκπροσωπήσας τους αναιρεσείοντες πληρεξούσιος δικηγόρος τους, Παναγιώτης Συγγούρης, και συγκεκριμένα, ότι η παραπάνω απολιπόμενη, απεβίωσε μετά την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης, που έγινε στις 30.9.2020, καθώς και ότι οι παραπάνω ανήλικοι έγγονοί της, νομίμως εκπροσωπούμενοι, συνεχίζουν ως εκ διαθήκης μοναδικοί κληρονόμοι την βιαίως διακοπείσα δίκη. Τα παραπάνω η παρασταθείσα διά του πληρεξουσίου Δικηγόρου της αναιρεσίβλητη, Λ. χήρα Μ. Β. , ούτε κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της προσθήκης εγγράφως με την κατάθεση σημειώματος, ούτε στο ακροατήριο με δήλωση του πληρεξουσίου της, αμφισβήτησε, και δη την ιδιότητα των άνω ανηλίκων νομίμως εκπροσωπουμένων, ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας τρίτης των αναιρεσειόντων ( ΟλΑΠ 22/2000, AΠ 122/2022, ΑΠ 399/2018, ΑΠ 1978/2008, ΑΠ 1860/2007) και συνεπώς, νομίμως οι παραπάνω συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Με την κρινόμενη από 30.9.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 20/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία έκανε δεκτή την έφεση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε τη με αριθμό 16/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, διακράτησε την υπόθεση και έκανε δεκτή την από 12.12.2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ως προς την κύρια βάση αυτής, ως νόμιμη και εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, με την οποία (αγωγή) η ενάγουσα, επικαλούμενη εναντίον των χρηστών ηθών και ανήθικη συμπεριφορά, από κοινού, των εναγομένων (μητέρας και υιών αυτής) και επικουρικώς, περιστατικά απάτης και πλάνης, ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της δικαιοπραξίας της διαλαμβανόμενης στο με αριθμό …./27.12.2014 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αράχωβας Λεμονιάς Γεωργάκα, νομίμως καταχωρημένου στο Κτηματολογικό Γραφείο 'Αμφισσας, με το οποίο η ενάγουσα μεταβίβασε στην τρίτη των εναγομένων (ήδη αποβιώσασα) Κ. Β., το περιγραφόμενο ακίνητο ιδιοκτησίας της (οικόπεδο μετά της επ' αυτού οικίας και βοηθητικών κτισμάτων εντός του σχεδίου πόλεως της Αμφισσας) όπως επίσης ζήτησε, μετά περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματός της με την τροπή αυτού σε εν όλω αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί, ότι έκαστος των εναγομένων οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω της επικαλούμενης ηθικής βλάβης που υπέστη από τη συμπεριφορά των εναγομένων. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 178 του ΑΚ "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά τη γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε προς τα χρηστά ήθη που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνοδεύουν. Κατά δε, το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, που αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγουμένου άρθρου 178 ΑΚ, "άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτον, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, προκύπτει ότι για να θεωρηθεί μια δικαιοπραξία, ενοχική ή εμπράγματη, ως αισχροκερδής (ή καταπλεονεκτική) και, ως τέτοια, άκυρη, πρέπει να συντρέχουν, αθροιστικώς, οι εξής προϋποθέσεις: 1) η ύπαρξη φανερής, υπό την έννοια της προφανούς, του αρχικού κειμένου (προ της μεταγλωττίσεως) του άρθρου 179, δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που αναφέρεται στην αντικειμενικώς εκτιμώμενη οικονομική τους αξία κατά τον χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, 2) η συνδρομή ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου και 3) η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μίας ή περισσοτέρων από τις ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου, που ήταν γνωστές σ` αυτόν, η οποία συντρέχει όταν επωφελείται κάποιος της κατάστασης αυτής και με τον κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός από αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ως ανάγκη νοείται, εκτός άλλων και η οικονομική, η οποία έχει χαρακτήρα επιτακτικό και άμεσο, ήτοι ανεπίδεκτο αναβολής, ανεξαρτήτως αν είναι φύσεως παροδικής ή μόνιμης. Φανερή (προφανής) δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία δε των παροχών κρίνεται με βάση τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ` αυτόν ως, άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου (ΑΠ 27/2022, ΑΠ 269/2022, ΑΠ 748/2021, ΑΠ 904/2019, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 1186/2011, ΑΠ 1118/2011, ΑΠ 890/2011). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Με τους δύο λόγους της αίτησης αναίρεσής τους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι: (α) εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 179 του ΑΚ, για το λόγο ότι η παραπάνω διάταξη αφορά, και συνεπώς εφαρμόζεται, στη περίπτωση ακυρότητας λόγω αντίθεσής τους στα χρηστά ήθη, των επαχθών μόνον δικαιοπραξιών και όχι αυτών στις οποίες η περιουσιακή επίδοση γίνεται άνευ ανταλλάγματος, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά την οποία δεν καταβλήθηκε τίμημα για την ιστορούμενη πώληση, με συνέπεια να μην νοείται δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής, καθώς και για το λόγο ότι, παρόλο που σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν συνέτρεχε περίπτωση ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας στο πρόσωπο της πωλήτριας αναιρεσίβλητης, εν τούτοις εφαρμόστηκε η παραπάνω διάταξη (β) ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλομένης, ως προς την σωρευτική συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσει η παραπάνω διάταξη προκειμένου να απαγγελλόταν η ακυρότητα της υπόψη δικαιοπραξίας. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της παραπάνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που πλήττεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, και δη, τις ενδιαφέρουσες εν προκειμένω παραδοχές αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: ".... Η ενάγουσα έχει γεννηθεί στις ../…/1933 στο Μ…… του Νομού Φωκίδος και κατά το χρόνο άσκησης της από 12.12.2016 ένδικης αγωγής διήγε το 83ο έτος της ηλικίας της. Αυτή περί το έτος 1960 παντρεύτηκε τον Μ. Β., από το γάμο τους δε αυτό, δεν απέκτησαν τέκνα. Η ενάγουσα δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου ... με αριθμό ……/1960 συμβολαίου παραχώρησης ... απέκτησε από την Α. Γ., οικόπεδο εμβαδού 300,16 τετ.μέτρων.. μετά της επ' αυτού οικίας και αποθήκης... αντικειμενικής αξίας 112.688,20 ευρώ. Στις 27.6.1981 η ενάγουσα μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον σύζυγό της... ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του άνω ακινήτου.... Επί πλέον αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε συντάξει τη με αριθμό ……../4.6.2013 δημόσια διαθήκη της ενώπιον της συμβολαιογράφου 'Αμφισσας Χρυσάνθης Αβραμίκου-Κουτρολίκου με την οποία εγκαθιστούσε κληρονόμους της τον σύζυγό της Μ. Β. του Π. (καταλείποντάς του το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας) και τους ανηψιούς της.... (καταλείποντας τους το δικαίωμα της ψιλής κυριότητος) επί της οικίας της στην Άμφισσα...Στο κείμενο της ως άνω δημόσιας διαθήκης, .... ρητά μνημονεύεται ότι η ενάγουσα δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 1719 του ΑΚ, ούτε στερείται καμίας αισθήσεώς της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το 2013 επιβαρύνθηκε η υγεία του συζύγου της ενάγουσας ο οποίος τελικά απεβίωσε στις 22.3.2014 αφήνοντας την ίδια μοναδική πλησιέστερη συγγενή του, ενώ δυνάμει της από 16.1.1998 μυστικής διαθήκης του ... ο άνω αποβιώσας είχε εγκαταστήσει την ενάγουσα μοναδική κληρονόμο του επί του ανήκοντος σε αυτόν ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου οικοπέδου επί του οποίου υφίσταντο τα ανωτέρω αναφερόμενα κτίσματα. Το τελευταίο διάστημα πριν το θάνατο του συζύγου της, ήτοι το 2013 η ενάγουσα προσέλαβε την 3η εναγομένη προκειμένου να τον περιποιείται και να τον φροντίζει επειδή ήταν κατάκοιτος ... Επειδή η ενάγουσα έμεινε ευχαριστημένη από τις υπηρεσίες της 3ης εναγομένης, η οποία φρόντιζε παράλληλα και την ίδια, έχοντας ήδη αναπτύξει με αυτή σχέσεις εμπιστοσύνης, διακατεχόμενη από ανασφάλεια για το μέλλον, συμφώνησαν να συνεχίσει η τελευταία να φροντίζει και να περιποιείται την ίδια και το σύζυγό της μέχρι το χρόνο του θανάτου τους, με αντάλλαγμα να της αφήσει το σπίτι με διαθήκη. Η ανασφάλεια αυτή της ενάγουσας δικαιολογείται εκ του λόγου ότι ήταν άτεκνη, οι δε αδελφοί της ζούσαν μακριά και διατηρούσαν με αυτή μόνο τηλεφωνική επικοινωνία. Λόγω δε, των ως άνω καταστάσεων σε συνδυασμό και με το προκεχωρημένο της ηλικίας της, η ενάγουσα σαφώς και βίωνε αισθήματα μοναξιάς και διακατεχόταν από υπαρξιακή αγωνία ως προς το μέλλον της (ιδίως ως προς το ποιό ή ποιά πρόσωπα θα την συνέδραμαν και θα την φρόντιζαν σε σχέση με τις καθημερινές της προσωπικές και ιατρικές ανάγκες μέχρι και το τέλος της ζωής της. Η συμφωνία αυτή ήταν μεταξύ ενάγουσας και 3ης εναγομένης και όχι και μεταξύ και του συζύγου της ενάγουσας, ενδεικτικό της σχέσης εξάρτησης της ενάγουσας από την 3η εναγομένη που είχε ήδη δημιουργηθεί. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα συνέταξε τη με αριθμό …../4.2.2014 δημόσια διαθήκη της ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου 'Αμφισσας... με την οποία εγκαθιστούσε κληρονόμους της στο ιδανικό της μερίδιο επί του ως άνω ακινήτου, τον σύζυγό της Μ. Β. (καταλείποντάς του το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας) και την 3η εναγομένη (καταλείποντάς της το δικαίωμα της ψιλής κυριότητος) μεθ' όλων των αντικειμένων, επίπλων , σκευών, ρουχισμού κλπ. μνημονεύοντας ρητά ότι η 3η εναγομένη θα γηροκομήσει μέχρι και το θάνατό τους αμφοτέρους (ήτοι την ίδια και τον ευρισκόμενο εν ζωή τότε σύζυγό της) δίχως μάλιστα να προκύπτει ότι η τελευταία αυτή διαθήκη έχει ανακληθεί με κάποιο τρόπο. Συνεπώς, εξαρχής ο λόγος της περιουσιακής αυτής διάθεσης ήταν η υπόσχεση της 3ης εναγομένης προς την ενάγουσα να την γηροκομήσει ( όπως και τον σύζυγό της) μέχρι το τέλος της ζωής της. Στο κείμενο και αυτής της (δημόσιας) διαθήκης, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Άμφισσας ... ρητά μνημονεύεται ότι η ενάγουσα δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 1719 ΑΚ ούτε και στερείται καμίας αισθήσεώς της. Μετά τον θάνατο του συζύγου της (22.3.2014) η ενάγουσα διαβίωνε πλέον μόνη της , γι' αυτό πρότεινε στην 3η εναγομένη, με την οποία, όπως αναφέρθηκε, είχε αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις να μετοικήσει μαζί της προκειμένου αυτή (3η εναγομένη) να την διατρέφει, να την φροντίζει (την ενάγουσα) να επιμελείται για την αγορά και χορήγηση των αναγκαίων φαρμάκων σε αυτή και γενικώς να τη συντροφεύει και να τη συνδράμει στην καθημερινότητά της με την συμφωνία ότι άπαντα τα ανωτέρω θα τα έπραττε η 3η εναγομένη, υπό την προϋπόθεση ότι η ενάγουσα θα την εγκαθιστούσε κληρονόμο της και στο μερίδιο του συζύγου της επί της ως άνω οικίας της ... αλλά και θα της εκχωρούσε το ποσό που εισέπραττε ως σύνταξη χηρείας για να καλύπτει τις ανάγκες από τη συγκατοίκηση... γεγονός το οποίο η ενάγουσα δεν αμφισβητεί. ... Κατά την αρχή αλλά και στη διάρκεια αυτής της συγκατοίκησης, τα πράγματα εξελίσσονταν αρμονικά μεταξύ των δύο γυναικών, η δε 3η εναγομένη επεδείκνυε ενδιαφέρον για την ενάγουσα, φροντίζοντας μάλιστα να διαμορφώνει ευχάριστα την καθημερινότητα της τελευταίας. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η ενάγουσα, όπως είχε συμφωνηθεί, κατέστησε την 3η εναγομένη συνδικαιούχο στον τηρούμενο από την ενάγουσα στην τράπεζα... λογαριασμό με αριθμό... γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι η 3η εναγομένη αποτελούσε πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης της ενάγουσας. Επειδή η ενάγουσα είχε παραχωρήσει με διαθήκη μόνον το 50% του ακινήτου της στην 3η εναγομένη, η τελευταία μετά το θάνατο του συζύγου της ενάγουσας, την πίεζε να της παραχωρήσει και το υπόλοιπο 50% που είχε κληρονομήσει από τον σύζυγό της. Γι ' αυτό μετά από απαίτηση της 3ης εναγομένης, το καλοκαίρι του 2014 επισκέφθηκαν την ως άνω συμβολαιογράφο Άμφισσσας ... προκειμένου να προχωρήσουν στη μεταβίβαση του παραπάνω ποσοστού με δημόσια διαθήκη, πάντα και υπό τον όρο της γηροκομήσεως. Την ενάγουσα συνόδευε τότε ο αδελφός της Ν. Σ., ο οποίος, όπως και οι λοιποί συγγενείς της ενάγουσας, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις, συμφώνησαν τελικά στη σύνταξη διαθήκης με κληρονόμο την 3η εναγομένη υπό τον όρο της γηροκομήσεως... Όμως η 3η εναγομένη, εκμεταλλευόμενη την μεγάλη ηλικία της ενάγουσας, την υπαρξιακή αγωνία της για το υπόλοιπο της ζωής της, την εύθραυστη συναισθηματική της κατάσταση, την συναισθηματική της ανάγκη για ασφάλεια και συμπαράσταση, τα αισθήματα εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό της, αλλά και την αδυναμία της λόγω της (σωματικής) υγείας της να επιμεληθεί των υποθέσεών της και την έλλειψη ιδιαίτερης συναλλακτικής εμπειρίας, ενεργώντας σε συνεννόηση με τους ενηλίκους υιούς της 1ο και 2π των εναγομένων, πρότεινε στην ενάγουσα αντί για διαθήκη, να πωλήσει το ακίνητό της στους τελευταίους. Μάλιστα, για να την πείσει, της υποσχέθηκε ότι στο σπίτι θα έρθει να μείνει και η μητέρα της (της 3ης εναγομένης) ώστε να μένουν όλες μαζί μέχρι το τέλος της ζωής της ... Η ενάγουσα ευρισκόμενη στην παραπάνω ψυχολογική και συναισθηματική κατάσταση, πείστηκε στις υποσχέσεις της 3ης εναγομένης, και αφού πρώτα προέβη στην αποδοχή της επαχθείσας σε αυτή κατά τα ως άνω κληρονομίας του αποβιώσαντος συζύγου της, ήτοι του 50% του παραπάνω ακινήτου, συνταχθείσας της ....δήλωσης αποδοχής κληρονομίας... αποφάσισαν να μεταβούν στη συμβολαιογράφο Αράχωβας, Λεμονιά Γεωργάκα ( η οποία είχε επιμεληθεί και τη σύνταξη της δήλωσης αποδοχής της ενάγουσας) όπου και εκεί υπογράφηκε το με αριθμό …./27.12.2014 συμβόλαιο πώλησης αστικού ακινήτου οικοπέδου μετά κτισμάτων έναντι τιμήματος πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ (αντικειμενική αξία ΔΟΥ εκατόν δώδεκα χιλιάδες εξακόσια ογδόντα οκτώ ευρώ και είκοσι λεπτά του ευρώ [112.688,20]) δυνάμει του οποίου η ενάγουσα πώλησε και μεταβίβασε στους 1ο και 2ο των εναγομένων το ως άνω οικόπεδο με τα επ' αυτού κτίσματα. Από την επισκόπηση του προσβαλλομένου συμβολαίου προκύπτει, ότι το περιεχόμενό του αναγνώσθηκε από τη συντάξασα αυτό συμβολαιογράφο, η οποία επίσης, παρέσχε προς την ενάγουσα διευκρινήσεις για το περιεχόμενο της πώλησης, βεβαιώθηκε και υπογράφηκε από τους συμβαλλομένους (η συμβολαιογράφος στην κατάθεσή της ισχυρίζεται ότι προηγουμένως είχε επισκεφθεί κατ' επανάληψη την ενάγουσα στο σπίτι της προκειμένου να διαπιστώσει την κατάσταση της υγείας και να διαπιστώσει τις προθέσεις της για το ακίνητό της). Μάλιστα για την εν λόγω πώληση (ως αναγράφεται στο προσβαλλόμενο συμβόλαιο) η πωλήτρια-ενάγουσα είχε υποβάλλει στη ΔΟΥ Λειβαδιάς τη με αριθμό…../27.12.2014 δήλωση υπολογισμού φόρου υπεραξίας από μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας και απόδοσης φόρου που ήταν απαραίτητη για τη σύνταξη του πωλητηρίου συμβολαίου, η οποία επισυνάπτεται στο προσβαλλόμενο συμβόλαιο, την οποία σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε ομοίως να είχε υπογράψει η ίδια. Επομένως, η ενάγουσα γνώριζε ότι επρόκειτο για πώληση ακινήτου και όχι για σύνταξη διαθήκης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται στην αγωγή της. Επί πλέον, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα είχε προηγουμένως επισκεφθεί και άλλη συμβολαιογράφο και είχε ήδη συντάξει (α) τη με αριθμό ……/4.6.2013 δημόσια διαθήκη της και (β) τη μεταγενέστερη με αριθμό …../4.2.2014 δημόσια διαθήκη της και επομένως, είχε σχετική συναλλακτική πείρα. Όμως, παρότι, αν και προχωρημένης ηλικίας, βρισκόταν σε αρκετά καλή νοητική κατάσταση, γνώριζε ανάγνωση και γραφή, λάμβανε σύνταξη και ήταν οικονομικά αυτάρκης, στη λήψη των αποφάσεών της, όπως ήδη αναφέρθηκε, επιδρούσαν η υπαρξιακή αγωνία ως προς το μέλλον της, το άγχος και η ευάλωτη συναισθηματική και ψυχολογική της κατάσταση, λόγω των περιγραφόμενων καταστάσεων που βίωνε και επηρέαζαν την κρίση της ως ήδη ανωτέρω εκτέθηκε. Μάλιστα, τον Σεπτέμβριο του 2016 η ενάγουσα εξετάστηκε από την νευρολόγο ιατρό 'Αμφισσας, Κ. Β., η οποία γνωμάτευσε ότι η ενάγουσα " πάσχει από 2ετίας εκ γενικευμένης αγχώδους διαταραχής (επεισόδια παροξυσμικού άγχους) με διαταραχές διάθεσης, αϋπνία, ανορεξία, ετέθη σε αγωγή με καλή ανταπόκριση. Τα επεισόδια απότοκα πένθους (απώλεια συζύγου)...". Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα μετ' επικλήσεως από 13.3.2017 και 14.3.2017 ιατρικές γνωμοδοτήσεις του νευρολόγου Ν. Σ. και του νευρολόγου-ψυχιάτρου Γ. Δ., οι οποίες είναι μεν μεταγενέστερες χρονικά από το εξεταζόμενο περιστατικό ( η σύνταξη του επίδικου συμβολαίου έλαβε χώρα στις 27.12.2014) αλλά αναφέρεται σ' αυτές ότι η ενάγουσα παρουσιάζει αδύνατη ψυχολογική σκέψη και αστάθεια συναισθήματος από έλλειψη συντροφιάς. Συνεπώς, το πρόβλημα της ενάγουσας δεν ήταν νοητικό αλλά ψυχολογικό και συναισθηματικό. Εξ άλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο κείμενο των ως άνω (δημόσιων) διαθηκών, οι οποίες συντάχθηκαν ενώπιον άλλης συμβολαιογράφου, ρητά μάλιστα μηνυμονεύεται ότι η ενάγουσα δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 1719 του ΑΚ ούτε και στερείται καμίας αισθήσεώς της. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι στο επίδικο συμβόλαιο γίνεται μνεία ότι κατά ρητή δήλωση των εκεί συμβαλλομένων οι αγοραστές κατέβαλαν ολόκληρο το τίμημα στην πωλήτρια σε μετρητά χρήματα, τα οποία μετρήθηκαν και καταβλήθηκαν προ της υπογραφής του εν λόγω συμβολαίου και εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου καθώς επίσης και ότι η πωλήτρια εισέπραξε αυτό και δεν διατηρεί καμία απαίτηση ή οποιαδήποτε άλλη αξίωση από τους αγοραστές σχετικά με το τίμημα της αγοραπωλησίας αυτής. Ωστόσο όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται η καταβολή του εν λόγω ποσού στην ενάγουσα, διότι ουδεμία σχετική καταχώρηση/κατάθεση του εν λόγω ποσού στον τηρούμενο από την ενάγουσα τραπεζικό λογαριασμό υφίσταται ... ούτε όμως και οι εναγόμενοι προσκόμισαν σχετική απόδειξη περί καταβολής του εν λόγω ποσού προκειμένου μάλιστα να αποδείξουν ότι αυτοί από πλευράς τους εκτέλεσαν την επικαλούμενη συμβατική τους υποχρέωση (περί αποπληρωμής του τιμήματος). Αντίκειται δε στη λογική και στα κοινά συναλλακτικά ήθη η μη ύπαρξη απόδειξης (έστω και απλής χειρόγραφης) για την καταβολή ποσού τέτοιου ύψους, ευχερώς δε οι εναγόμενοι μπορούσαν να έχουν λάβει τέτοια απόδειξη από την εναγομένη. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το προσκομιζόμενο από τους εναγομένους από 21.3.2017 έγγραφο "τραπεζική ενημερότητα" από όπου προκύπτει ότι η 3η εναγομένη στις 19.12.2014, ήτοι λίγο πριν από τη μεταβίβαση του ακινήτου, έλαβε καταναλωτικό δάνειο ποσού 10.529,95 ευρώ, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήθηκε για άλλο σκοπό, αφού δεν αποδείχθηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι εισπράχθηκε από την ενάγουσα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, η οποία συμβίωνε από το 2016 στην οικία της με την, ηλικιωμένη επίσης, μητέρα της 3ης εναγομένης, εξέφρασε παράπονα, προς το τέλος του θέρους το 2016, σε συγγενείς της ότι η 3η εναγομένη "δεν τις προσέχει, λείπει τακτικά, δεν φροντίζει το νοικοκυριό, και άλλα παρεμφερή" ενώ σε επίσκεψη αυτών (συγγενών) στην οικία της διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα "ζούσε σε ένα άθλιο και βρώμικο περιβάλλον μαζί με πάρα πολλές γάτες". Για το λόγο αυτό, μετά από παρέμβαση των συγγενών της, η ενάγουσα από τον Οκτώβριο του 2016 και μέχρι σήμερα φιλοξενείται στην οικία των συγγενών της, Α. και Ν. Κ. στο Μ….. Φωκίδας... Επομένως, με βάση το 1. Ότι η ενάγουσα δεν είχε εκδηλώσει ποτέ την πρόθεσή της να πωλήσει το ακίνητο, το οποίο αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο και στο οποίο βρισκόταν η κατοικία της 2. Ότι η οποιαδήποτε μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου στην 3η εναγομένη θα γινόταν υπό τον όρο της ισόβιας γηροκομήσεώς της 3. Ότι οι συγγενείς της ενάγουσας δεν είχαν αντιρρήσεις να διατεθεί το ακίνητο στην 3η εναγομένη με τον παραπάνω όρο αλλά με διαθήκη 3α. Ότι το συμφωνηθέν τίμημα ήταν κατώτερο του ημίσεος της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, η οποία (αντικειμενική αξία) είναι συνήθως κατώτερη της πραγματικής-αγοραίας αξίας 4. Ότι δεν καταβλήθηκε τίμημα 5. Ότι η ενάγουσα είχε χορηγήσει στην 3η εναγομένη τη σύνταξη χηρείας της καθιστώντας της συνδικαιούχο του τραπεζικού της λογαριασμού και τέλος 6. Ότι η ενάγουσα λόγω της ηλικίας της, της μορφώσεώς της και της ελάχιστης συναλλακτικής της εμπειρίας, δεν μπορούσε να γνωρίζει τα αποτελέσματα της πωλήσεως, ότι δηλαδή δεν θα μπορούσε να την ανακαλέσει εάν δεν τηρούνταν οι όροι που είχε συμφωνήσει με την 3η εναγομένη, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εναγόμενοι από κοινού και δολίως ενεργώντας εκμεταλλεύθηκαν το γήρας και την υπαρξιακή αγωνία της για το υπόλοιπο της ζωής της, την κατάσταση της υγείας της, ήτοι την εύθραυστη ψυχική και συναισθηματική της κατάσταση, την συναλλακτική απειρία, την έλλειψη γνώσεων και μόρφωσής της, την συναισθηματική της ανάγκη για ασφάλεια και συμπαράσταση, τα αισθήματα εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο της 3ης εναγομένης, αλλά και την αδυναμία της λόγω της ηλικίας της να επιμεληθεί των υποθέσεών της, της παρέστησαν ψευδώς ότι με την πώληση σ'αυτούς του ακινήτου η 3η εναγομένη θα συνέχιζε να μένει με αυτήν και τη μητέρα της (της 3ης εναγομένης) στην οικία της μέχρι το χρόνο του θανάτου της, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να την διατρέφει, να την φροντίζει, να επιμελείται για την αγορά και χορήγηση των αναγκαίων φαρμάκων σε αυτή και γενικώς να την συντροφεύει και να τη συνδράμει στην καθημερινότητά της και την έπεισαν να μεταβεί μαζί με αυτούς στο συμβολαιογραφείο της ανωτέρω συμβολαιογράφου Αράχωβας που ήταν επιλογής τους, και να υπογράψει πώληση της οικίας της προς τους δύο πρώτους εναγομένους, αντικειμενικής αξίας 112.688,20 ευρώ, έναντι μάλιστα αναγραφομένου ψευδώς, δήθεν τιμήματος 50.000 ευρώ, η δε ανωτέρω απατηλή συμπεριφορά και οι ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις ήταν το μόνο και αποκλειστικό μέσο και αίτιο για την δήλωση της ανωτέρω βουλήσεώς της στο επίμαχο συμβόλαιο. Το σύνολο των ανωτέρω περιστάσεων που συνοδεύουν την επίμαχη αδικοπραξία, σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της και τα ελατήρια των δικαιοπρακτούντων, κατά τη γενική αντίληψη, λογικώς σκεπτομένου κοινωνικού ανθρώπου, καταδεικνύουν πλήρη περιφρόνηση προς τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών με την έλλειψη συναλλακτικής ευθύτητας και ειλικρίνειας. Επιπροσθέτως, υπήρξε φανερή δυσαναλογία παροχών, αφού επρόκειτο για επαχθή δικαιοπραξία, διότι η αντικειμενική αξία του επίμαχου ακινήτου ανερχόταν σε 112.688,20 ευρώ και φέρεται ότι πωλήθηκε αντί τιμήματος 50.000 ευρώ, το οποίο αναγράφεται και στο συμβόλαιο, οι δε εναγόμενοι εκμεταλλεύθηκαν το γεγονός ότι ήταν μεγάλης ηλικίας, ασθενής και με ευάλωτη ψυχική και συναισθηματική κατάσταση, άπειρη στις συναλλαγές, με υπαρξιακές ανάγκες για το υπόλοιπο του γήρατός της και την ανάγκη της για συντροφικότητα και ανθρώπινη επαφή και γνώριζαν την παραπάνω ευάλωτη κατάστασή της και παραπλανώντας αυτήν με κατάλληλο χειρισμό επωφελήθηκαν αποκτώντας ένα ακίνητο σε τίμημα κατά 55% μικρότερο της αντικειμενικής του αξίας, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της ενάγουσας. Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας των άρθρων 178,179 του ΑΚ αλλά και των άρθρων 914 και 919 του ΑΚ, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, από την οποία προκλήθηκε ζημία ηθελημένη στην ενάγουσα κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Συνακόλουθα, ενόψει του ότι συντρέχουν όλοι οι όροι των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ πρέπει να θεωρηθεί άκυρη η σύμβαση πώλησης, ως αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, αισχροκερδής και καταπλεονεκτική σε βάρος της ενάγουσας. Επιπρόσθετα αποδείχθηκε ότι εξ αιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη ένεκα της στενοχώριας και της ψυχικής ταλαιπωρίας που δοκίμασε. Το Δικαστήριο ενόψει των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας και δη το είδος , τη βαρύτητα, του βαθμού του πταίσματος των εναγομένων, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών, της ψυχικής ταλαιπωρίας και της στενοχώριας που δοκίμασε από τις ανωτέρω ενέργειες η ενάγουσα και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, κρίνει ως εύλογο (932 ΑΚ) δηλαδή, ανάλογο με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας .... για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης το ποσό των 3.000 ευρώ. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την κυρία της βάση, εν μέρει αναφορικά με το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών επικουρικών βάσεων..." . Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178,179 και 180 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, πληρούν το πραγματικό των τελευταίων, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ως προς το ζήτημα του καταπλεονεκτικού χαρακτήρα της εν λόγω δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, με βάση τα γενόμενα πραγματικά περιστατικά, η σύμβαση της οποίας αναγνωρίστηκε ο καταπλεονεκτικός χαρακτήρας ήταν σύμβαση πώλησης ακινήτου που καταρτίστηκε νομότυπα δυνάμει του με αριθμό …./27.12.2014 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αράχωβας Λεμονιάς Γεωργάκα, δηλαδή δικαιοπραξία αμφοτεροβαρής, υποσχετική και επ' ανταλλάγματι, δηλαδή επαχθής (ΑΠ 234/2017, ΑΠ 1290/2015, ΑΠ 1393/2014, ΑΠ 936/2007) με τίμημα πωλήσεως ορισθέν στο ποσό των 50.000 ευρώ, ήτοι κατά πολύ μικρότερο της αντικειμενικής αξίας του εν λόγω ακινήτου που ανερχόταν κατά το χρόνο της μεταβίβασης σε 112.688,20 ευρώ, υφισταμένης, συνεπώς, κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο, προφανούς δυσαναλογίας των εκατέρωθεν παροχών, χωρίς η αποδειχθείσα μη καταβολή του τιμήματος να αναιρούσε τον επαχθή χαρακτήρα της υπόψη δικαιοπραξίας, αφού ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης πώλησης είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων μερών για τη πληρωμή του τιμήματος, και όχι η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που τα μέρη αναλαμβάνουν από τη σύμβαση (ΑΠ 261/1985) ως εν προκειμένω, που για την εναγομένη ήταν η καταβολή του τιμήματος πώλησης του εν λόγω ακινήτου. Περαιτέρω, και σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης συνέτρεχε στο πρόσωπο της πωλήτριας -αναιρεσίβλητης, συναισθηματική και ψυχολογική ευαλωτότητα οφειλόμενη στην υπαρξιακή αγωνία της, συναφώς προς τη διαβίωσή της ως υπερήλικης και μοναχικής γυναίκας άνευ τέκνων και συγγενών, άμεση και αδίρρητη ανάγκη αυτής να εξυπηρετείται και να γηροκομηθεί από τρίτο πρόσωπο λόγω της μεγάλης ηλικίας της και των προβλημάτων υγείας της, έλλειψη της συναλλακτικής εμπειρίας και των γνώσεων εκείνων που θα της επέτρεπαν να αντιληφθεί ειδικώς τις έννομες συνέπειες της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, όλα δε, τα παραπάνω ήσαν στοιχεία γνωστά στους εναγομένους, οι οποίοι δολίως ενεργούντες τα εκμεταλλεύθηκαν και πέτυχαν να συνομολογήσουν υπέρ τους περιουσιακά ωφελήματα και δη, την απόκτηση αιτία πωλήσεως της μοναδικής κατοικίας ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης αντί τιμήματος τελούντος σε φανερή δυσαναλογία με την αντικειμενική του αξία, κατά τα ανωτέρω. Συνεπώς, υφισταμένης νομικής ακολουθίας μεταξύ των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλομένης, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, και η αίτηση αναίρεσης που δεν περιέχει άλλο λόγο στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν αυτοί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας τους (αρθ. 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30.9.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 20/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ