Αριθμός 1451/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «U. R. A. Ο. Β. «Ε., που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Πουλοπούλου, η oποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Τ. Σ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάπο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1284/2015 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών λόγω αρμοδιότητας, 479/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 4144/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 10-6-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 10.6.2022 και με αριθ. καταθ. 4771/528/17.6.2022 αίτηση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας για αναίρεση της 4144/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχτηκε κατ' ουσίαν την από 31.5.2018 έφεσή της (εναγομένης), εξαφάνισε την 479/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχτηκε εν μέρει την από 26.4.2015 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.562,42 ευρώ, που αφορά το επίδομα επικινδυνότητας συνθηκών για το χρονικό διάστημα από 1.5.2012 έως 1.5.2015, το ποσό των 3.377,64 ευρώ για επίδομα γάμου και τέκνου για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα και αναγνώρισε ότι οφείλει η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.629,64 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.2.2015 έως και 12.10.2015, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 26.4.2015 αγωγή του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και με την 1284/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών παραπέμφθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθετε ότι προσελήφθη στις 17.11.2008, από την αρχική εργοδότρια «Α. «Κ., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγός. Ότι, στις 31.12.2009, κατόπιν διαδοχής εργοδοτών, στη θέση της αρχικής εργοδότριας εισήλθε η εναγομένη εταιρεία, με τη δέσμευση καταβολής μισθού 1.272,44 ευρώ και ότι ασκούσε τα ίδια καθήκοντα οδηγού με τους όρους που αναφέρει στην αγωγή και με αναγνώριση προϋπηρεσίας. Ότι στις 5.3.2010 υπογράφηκε νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου (τροποποιητική) ως οδηγός επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών, με μισθό 1.215,03 ευρώ, χωρίς όμως να συμπεριληφθούν τα οφειλόμενα κατά τους όρους της οικείας σ.σ.ε επιδόματα γάμου, τέκνου, ρυμολκούμενου και επικίνδυνης εργασίας. Ότι η εναγομένη τον απέλυσε στις 31.1.2015, πλην όμως δεν του κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση απόλυσης που δικαιούταν, καθώς δεν υπολογίστηκε σε αυτήν ούτε ο συνολικός χρόνος προϋπηρεσίας του, ούτε τα αιτούμενα επιδόματα που έπρεπε να συμπεριληφθούν στο μισθό του, αλλά ούτε και οι οφειλόμενες αποδοχές από υπερωρίες και ως εκ τούτου η απόλυσή του είναι άκυρη. Ότι η απόλυσή του είναι καταχρηστική λόγω παράλληλης πρόσληψης ετέρου εργαζόμενου και επειδή έγινε εκδικητικά απέναντι του, καθότι αυτός διαμαρτυρόταν για τη μη τήρηση των υποχρεώσεων της εναγομένης προς αυτόν. Ότι δικαιούται το ποσό των 61,01 ευρώ μηνιαίως για επίδομα επικινδυνότητας συνθηκών για το διάστημα από 1.5.2012 έως 1.5.2015, το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2.562,42 ευρώ. Ότι δικαιούται το επίδομα γάμου και τέκνου 10% επί του βασικού μισθού από 17.11.2008, το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 7.237,80 ευρώ. Ότι δικαιούται επίσης για υπερωρίες το συνολικό ποσό των 9.698,40 ευρώ, ενώ σε άλλο σημείο της αγωγής αναφέρει για την ίδια αιτία το ποσό των 7.311,60 ευρώ. Ότι δικαιούται για μισθούς υπερημερίας λόγω παράνομης απόλυσής του το ποσό των 1.215,093 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από 31.1.2015 έως και 12.10.2015 (χρόνος πρώτης συζήτησης της αγωγής του). Ότι ο ενάγων εκδιώχθηκε και αποβλήθηκε δια πομπώδους και εκδικητικού τρόπου και η απόλυση του προκάλεσε ηθική βλάβη αποτιμώμενη στο ποσό των 5.000 ευρώ. Με το ιστορικό αυτό ζητούσε την ακύρωση της απόλυσής του και την καταδίκη της εναγομένης στην καταβολή των ανωτέρω ποσών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 479/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμο το αίτημα για ακύρωση της απόλυσης και καταβολή μισθών υπερημερίας, απορρίφθηκε ως αόριστο το αίτημα για την καταβολή αποζημίωσης υπερωριών, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμο το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης και κατά τα λοιπά έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα α) το ποσό των 2.562,42 ευρώ που αφορά το επίδομα επικινδυνότητας συνθηκών για χρονικό διάστημα από 1.5.2012 έως 1.5.2015 και β) το ποσό των 7.237,80 ευρώ για το επίδομα γάμου και τέκνου για το χρονικό διάστημα από 17.11.2008 έως 1.5.2015. Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης, η εναγομένη άσκησε την από 31.5.2018 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 4144/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε κατ1 ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την 479/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχτηκε εν μέρει την από 26.4.2015 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.562,42 ευρώ που αφορά το επίδομα επικινδυνότητας συνθηκών για το χρονικό διάστημα από 1.5.2012 έως 1.5.2015, το ποσό των 3.377,64 ευρώ για επίδομα γάμου και τέκνου για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα και αναγνώρισε ότι οφείλει η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.629,64 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.2.2015 έως και 12.10.2015. Από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που καθιερώνει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν.2112/1920, 5 παρ.1 του Ν.3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "Περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το Ν.3248/1955, με τις οποίες καθορίζεται η έννοια του μισθού, σαφώς προκύπτει ότι είναι καθ' όλα επιτρεπτή νέα συμφωνία μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη, τροποποιητική της αρχικής, που προβλέπει μείωση του καταβαλλόμενου μισθού, υπό τον όρο ότι η συμφωνία αυτή δεν θα προσκρούει σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και ειδικότερα δεν θα προβλέπει την καταβολή μισθού κατώτερου εκείνου που καθορίζεται από ενεργό και σε ισχύ συλλογική ρύθμιση (συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση). Διαφορετικά, η τροποποιητική αυτή ατομική συμφωνία είναι άκυρη (άρθ. 174, 180 ΑΚ) κατά το μέρος που προβλέπει αποδοχές μικρότερες των κατωτάτων ορίων της συλλογικής αυτής ρύθμισης, καθότι οι κανονιστικοί όροι της τελευταίας ως προς το ύφος των αποδοχών περιέχουν τα κατώτατα όρια υποχρεωτικής προστασίας του εργαζομένου, με συνέπεια να απαγορεύεται η επί το δυσμενέστερο ρύθμιση του ύφους του συμφωνουμένου μισθού με την ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Αυτονόητη όμως προϋπόθεση του όρου αυτού είναι η από το νόμο υπαγωγή των μερών στη συγκεκριμένη συλλογική ρύθμιση. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της τροποποιητικής ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που έχει ως αντικείμενο της τη μείωση των αποδοχών του εργαζομένου σε όρια χαμηλότερα εκείνων που προβλέπονται από κανονιστικές διατάξεις σε ισχύ κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, όταν η τελευταία δεν δεσμεύει τους ως άνω συμβληθέντες, για το λόγο ότι αυτοί δεν τυγχάνουν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συνήψαν αυτή (ή, με βάση το πριν το Ν.4024/2011 νομοθετικό καθεστώς, για το λόγο ότι αυτή δεν είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική με απόφαση του Υπουργού Εργασίας). Ούτε μπορεί στην περίπτωση αυτή να γίνει λόγος για άκυρη παραίτηση του εργαζομένου από τις μισθολογικές αξιώσεις του, κατά τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου συναγομένη από τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν.551/1915, 8 του Ν.2112/1920, 5 παρ.1 του Ν.3198/1955, 8 παρ. 4 του Ν.Δ/τος 4020/1959, 7 παρ.1 και 2 του Ν. 1876/1990 και 679 του ΑΚ, διότι η απαγόρευση παραίτησης αφορά το νόμιμο μισθό και δεν ισχύει για το συμβατικό μισθό που υπερβαίνει τα κατώτατα όρια των νόμιμων αποδοχών (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1569/2017, ΑΠ 1089/2006, ΑΠ 843/2002). Τοιαύτη είναι και η περίπτωση τροποποιητικής συμφωνίας των μερών που καταργεί προηγούμενη συμφωνία των μερών περί παραπομπής σε κανονιστικούς όρους συγκεκριμένης συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, στην οποία, ελλείψει της συμφωνίας αυτής, δεν θα υπάγονταν τα συμβαλλόμενα μέρη και που επάγεται, ως εκ του περιεχομένου της συμφωνηθείσας τροποποίησης, μείωση αποδοχών. Στις περιπτώσεις δε που τα μέρη δεν θα μπορούσαν να υπαχθούν στις ρυθμίσεις κάποιας ενεργού κλαδικής (ή ομοιοεπαγγελματικής) συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αρχική ή τροποποιητική της αρχικής, δεν επιτρέπεται να προβλέπει μισθό κατώτερο μόνο από τα γενικά κατώτατα όρια που καθορίζονταν για τους εργαζομένους όλης της χώρας μέχρι πρόσφατα (1.4.2013) από τις σχετικές κανονιστικές διατάξεις ενεργών εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας και έκτοτε από το νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό με βάση το προβλεπόμενο από την Υποπαρ. ΙΑ. 11 του Ν.4093/2012 (ΦΕΚ Α 222) διοικητικό σύστημα καθορισμού κατωτάτου μισθού για τους εργαζομένους του ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας (ΑΠ 194/2020). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν.4046/2012 Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014) ορίζεται ότι: "ΟΙ κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή τη καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν.4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εντωμεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης". Με τη διάταξη της παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά την πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου από τη λήξη ή την καταγγελία των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή από την ισχύ του Ν.4046/2012 (14 Φεβρουαρίου 2012), οι κανονιστικοί όροι συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων που αφορούν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω τέσσερα επιδόματα (εφόσον βεβαίως αυτά ή κάποια από αυτά προβλέπονταν από τη συλλογική σύμβαση εργασίας ή τη διαιτητική απόφαση που έληξε) εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι οιονεί ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 318/2017, ΑΠ 453/2010), ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις που προβλέπουν την καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος. Η ως άνω προσαρμογή των ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας με τη διατήρηση του βασικού μισθού και των πιο πάνω επιδομάτων και συνακόλουθα με την κατάργηση των λοιπών είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 876/2018). Ειδικά δε για τα επιδόματα ωρίμανσης (τριετίας, πολυετίας, κλπ) επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι με τη διάταξη του άρθρου 4 της ως άνω με αριθ. 6/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, από 14 Φεβρουαρίου 2012 και μέχρις ότου το ποσοστό ανεργίας μειωθεί κάτω του 10% ανεστάλη η ισχύς διατάξεων νόμων, κανονιστικών πράξεων, συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, με τις οποίες προβλεπόταν - για τον εφεξής χρόνο - η καταβολή πρόσθετων παροχών (επιδομάτων) σχετιζομένων με την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας μετά τη χρονολογία αυτή (ωριμάνσεις), ως επιβράβευση του εργαζομένου και ως ανταμοιβή του για την κτηθείσα εργασιακή εμπειρία (ΑΠ 773/2017, ΑΠ 876/2018). Οι διατηρούμενοι όμως κατά τη διάρκεια της μετενέργειας ως άνω οιονεί ενοχικοί όροι, οι οποίοι δεν έχουν πλέον κανονιστικό χαρακτήρα (λόγω λήξης της ισχύος της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή της διαιτητικής απόφασης), ούτε είναι γνήσιοι ενοχικοί όροι (αφού δεν είναι καρπός ατομικής συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, αλλά η διατήρησή τους οφείλεται σε νομοθετική παρέμβαση), μπορούν να παραμερισθούν προς ευμενέστερη ή δυσμενέστερη κατεύθυνση είτε κατ' εφαρμογή νεότερης συλλογικής σύμβασης εργασίας (αρχή της τάξης), είτε με νεότερη ατομική συμφωνία μεταξύ των μερών (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 773/2017), όπως ρητά ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ.4 του άρθρου 2 της ως άνω της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (αντίστοιχα όριζε και η προηγούμενη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990 που καταργήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 5 της ως άνω Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου). Δεν υπάρχει συνεπώς έδαφος εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου στις περιπτώσεις κατάρτισης ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που παραπέμπει σε κανονιστικούς όρους συγκεκριμένης συλλογικής σύμβασης εργασίας, στην οποία, ελλείψει της συμφωνίας αυτής, δεν θα υπάγονταν τα συμβαλλόμενα μέρη, καθότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος περί διατήρησης σε ισχύ κατά το στάδιο της μετενέργειας των κανονιστικών όρων της λήξασας συλλογικής ρύθμισης ως οιονεί ενοχικών της ατομικής σύμβασης εργασίας, αφού οι όροι αυτοί με συμφωνία των μερών έχουν ήδη καταστεί συμβατικοί όροι της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα διατηρούνται μεν σε ισχύ ως συμβατικοί όροι, πλην όμως μπορούν οποτεδήποτε ελεύθερα να τροποποιηθούν ή καταργηθούν με νεότερη, ρητή ή σιωπηρά, συμφωνία μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη (άρθ. 361 ΑΚ). Τέλος, η προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας επενεργεί μεν και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, πλην όμως ειδικά στις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις, όπου υπάρχει συμβατικό θεμέλιο από το οποίο απορρέουν αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις, δεν έλκεται σε εφαρμογή η αρχή αυτή, αλλά η αναλογία των παροχών κρίνεται από τις κοινές διατάξεις του αστικού κώδικα και δη εκείνες των άρθρων 178, 179 ΑΚ, ως και εκείνης του άρθρου 281 ΑΚ κατά την άσκηση δικαιώματος απορρέοντος από τη σύμβαση (ΑΠ 946/2018, ΑΠ 769/2007). Άλλωστε η χρησιμοποίηση της μεθόδου της αναλογίας στην καταρτισθείσα μεταξύ των ιδιωτών σύμβαση, προϋποθέτει την ύπαρξη σ' αυτήν κενού, ήτοι σημείου της όλης δικαιοπρακτικής ρύθμισης που έμεινε αρρύθμιστο, είτε γιατί δεν μπορούσε να προβλεφθεί, είτε γιατί προβλέφθηκε αλλά για οποιοδήποτε λόγο δεν ρυθμίστηκε, καθώς και την ανάγκη πλήρωσης αυτού για να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση του σκοπού της δικαιοπραξίας (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 946/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ. 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002). Για να ιδρυθεί δηλαδή ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ. 2/2008, ΑΠ 1452/2022, ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 322/2011). Ειδικότερα, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 1588/2011, ΑΠ 1652/2009, ΑΠ 331/2004). Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικος του (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 161/2017, ΑΠ 1967/2009, ΑΠ 1212/2009, ΑΠ 774/1996, ΑΠ 710/1991). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 816/2022). Για το αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση αποδεικτικού μέσου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 516/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: "... Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), στις 17.11.2008 προσλήφθηκε και παρείχε τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος οδικής βοήθειας στην «Α. «Κ.. Την ως άνω αρχική εργοδότρια, στις 31.12.2009, διαδέχθηκε η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης, υπογράφοντας νέα ατομική σύμβαση εργασίας με τον ενάγοντα, αορίστου χρόνου. Με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε μηνιαίος μισθός 1.272,44 ευρώ και συμφωνήθηκε ακόμη ότι η σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις της σ.σ.ε οδηγών στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών. Ακόμη με την σύμβαση αυτή η εναγόμενη αναγνώρισε την προϋπηρεσία του ενάγοντος με την προηγούμενη εργοδότρια του «Α. «Κ., αναγνωρίζοντας ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες την σύμβαση που είχε υπογράψει ο ενάγων την 17.11.2008 και όλα τα δικαιώματα του ενάγοντος που προκύπτουν από την εργασιακή του σχέση με αυτήν, όπως είχαν αποτυπωθεί στην αρχική σύμβαση. Με τον τρόπο αυτό η εναγόμενη υπεισήλθε σε όλες τις υποχρεώσεις του προηγούμενου εργοδότη απέναντι στον ενάγοντα. Περαιτέρω με την σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε ότι στον μισθό συμπεριλαμβάνονται και όλα τα νόμιμα επιδόματα, όρος που τυγχάνει νόμιμος εφόσον ο μισθός είναι υπέρτερος του νομίμου και των συγκεκριμένων επιδομάτων που απορρέουν από την οικεία σ.σ.ε., ζήτημα που πρέπει να εξετασθεί. Στο σημείο αυτό τυγχάνει απορριπτέος ο ισχυρισμός της εναγόμενης που προβλήθηκε πρωτοδίκως αλλά και με το δικόγραφο της έφεσης, ότι η πρόσληψη του ενάγοντος έλαβε χώρα την 05.03.2010, αφού δεν προσκομίστηκε σύμβαση που φέρει αυτή την ημερομηνία, ενώ το έγγραφο γνωστοποίησης όρων ατομικής σύμβασης που προσκόμισε ο ενάγων, αναφέρεται ημερομηνία έναρξης της σύμβασης η 31.12.2009. Περαιτέρω δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι την 16.05.2012 υπεγράφη τροποποιητική σύμβαση εργασίας με τον ενάγοντα, αφού δεν προσκόμισε τέτοιο έγγραφο, ενώ ο ενάγων προσκόμισε έγγραφο γνωστοποίησης όρων ατομικής σύμβασης με την υπογραφή της εναγόμενης, το οποίο δεν φέρει την υπογραφή του, ενώ με τις προτάσεις του, αρνήθηκε ότι υπέγραψε αυτή την τροποποίηση. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η από 31.12.2009 ατομική σύμβαση εργασίας καθόριζε τους όρους εργασίας και τον μισθό του ενάγοντος καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, σε συνδυασμό με την οικεία σ.σ.ε. στην οποία προσχώρησαν τα δύο μέρη κατά την υπογραφή της ατομικής σύμβασης, της οποίας οι διατάξεις αποτελούσαν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου κατά την διάρκεια ισχύος της, ενώ αποτελούσαν διατάξεις ενδοτικού δικαίου μετά την λήξη της κατά τα προεκτεθέντα. Σύμφωνα δε με τη σύμβαση αυτή τα ελάχιστα όρια αμοιβής και εργασίας του ενάγοντος καθορίζονται από τη Διαιτητική απόφαση 11/2008 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών όλης της χώρας" (διετούς ισχύος), η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 6-6-2008 με την ΥΑ 51871/2440/11-7-2008 (ΦΕΚ 1448/τεύχος Β723-7-2008. κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι της από 12-4-2007 ΣΣΕ (Πράξη Καταθέσεως Υπ. Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας: 34/11-5-2007) και της ΔΑ 19/2007 (Πράξη Καταθέσεως Υπ. Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας 8/11-5-2007) και όλων των προηγούμενων όμοιων ρυθμίσεων κατά το μέρος που δεν τροποποιούνται με την παρούσα (ΔΕΝ - τόμος 64, τεύχος 1517, σελ. 773-775). Ο βασικός μισθός της ανωτέρω σύμβασης εργασίας σύμφωνα με τη ΔΑ 92/81 προσαυξάνεται εξ επιδόματος 5% δι' έκαστον και μέχρι των τριών τέκνων, των μεν αρρένων και μέχρι συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας τους, των δε θηλέων ανεξαρτήτως ηλικίας, εφόσον τυγχάνουν άγαμα. Εις περίπτωσην σπουδών των αρρένων η επιδότηση παρατείνεται τόσα έτη όσο είναι κατά νόμον απαιτούμενα κατά σχολήν προς περάτωση των σπουδών. Ενώ το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας χορηγείται στους οδηγούς αυτοκινήτων τους απασχολούμενους εις επιχειρήσεις τσιμεντοποιίας, χαλυβουργίας, υγραερίων, μεταλλείων, λατομείων, ασβεστοποιίας και μεταφοράς πολτού ασβέστου, ως και στους απασχολούμενους εις αυτοκίνητα ειδικής κατασκευής, εφ' ων υφίσταται και λειτουργεί αναδευτήρ ή μαλακτήρ σκυροδέματος, χορηγείται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 10% υπολογιζομένου επί του βασικού μηνιαίου μισθού (ΔΑ 92/1981). Το επίδομα επικίνδυνης εργασίας χορηγείται εκ ποσοστού 20% επί του ως άνω βασικού μισθού των εις τους οδηγούς αυτοκινήτων τους απασχολούμενους για την μεταφοράν πολεμοφοδίων, ραδιενεργών εξαρτημάτων ή εκρηκτικών μηχανισμών, βομβών, πυραύλων πόσης φύσεως και πυρομαχικών γενικών (ΔΑ 92/1981). Ο βασικός μισθός επίσης, των οδηγών προσαυξάνεται δι' επιδόματος συζύγου εκ ποσοστού 10% ανεξαρτήτως του αν αυτή ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα ή του εάν συνταξιοδοτείται (ΔΑ 92/ 19811. Ενώ το επίδομα ειδικών συνθηκών χορηγείται εις τους οδηγούς τους απασχολούμενους εις: α) βαρέα αυτοκίνητα ωφέλιμου φορτίου άνω των έξι (6) τόνων, β) βυτιοφόρα αυτοκίνητα εκκενώσεως βόθρων και αποκομιδής απορριμμάτων ανεξαρτήτως ωφέλιμου φορτίου και γ) αυτοκίνητα ειδικής κατασκευής, εφ' ων υφίσταται και λειτουργεί αναδευτήρ ή μαλακτήρ σκυροδέματος, χορηγείται επίδομα ειδικών συνθηκών εκ ποσοστού 17% επί του βασικού μηνιαίου μισθού, δ) εις τους οδηγούς βαρέων ρυμουλκών μετά ρυμουλκούμενων αυτοκινήτων χορηγείται επίδομα ειδικών συνθηκών εργασίας εκ ποσοστού 18% επί του ως άνω βασικού μηνιαίου μισθού. Ακόμα, ο βασικός μηνιαίος μισθός προσαυξάνεται δι' επιδόματος τριετιών εκ ποσοστού 5% δι' εκάστην τριετίαν και μέχρι συμπληρώσεως δέκα τριετιών. Από 1-10-1981 χορηγείται επιπλέον των ως άνω τριετιών ποσοστού 6% άμα τη συμπληρώσει ενός έτους υπηρεσίας. Δηλαδή, συνολική προσαύξηση προς 56%. Το ανωτέρω επίδομα προκειμένου περί προϋπηρεσίας διανυθείσας παρ' άλλοις εργοδόταις άρχεται από της υποβολής των σχετικών πιστοποιητικών εργασίας εις τον εις ον υπηρετεί ο μισθωτός εργοδότην (ΔΑ 92/1981). Σύμφωνα δε με τον πίνακα αποδοχών που προσαρτάται στην εν λόγω σύμβαση, ο βασικός μισθός με επίδομα γάμου και τέκνου για εργαζόμενους που έχουν 2-3 έτη προϋπηρεσίας διαμορφώνεται στα 1.189,68 ευρώ και το επίδομα ειδικών συνθηκών οδηγών ρυμουλκών στα 61,01 ευρώ και συνολικά οι τακτικές αποδοχές διαμορφώνονται στα 1.250,69 ευρώ, ενώ οι αποδοχές εργαζόμενου με 3-6 έτη στον ίδιο εργοδότη διαμορφώνονται αντίστοιχα στα 1.231,32 ευρώ για εργαζόμενο με επίδομα γάμου και τέκνου και μαζί με το επίδομα ειδικών συνθηκών διαμορφώνονται στα 1.292,32 ευρώ. Ο ενάγων κατά την πρόσληψη του από την εναγόμενη, με την αναγνώριση προϋπηρεσίας από τον προηγούμενο εργοδότη, δεν είχε ακόμη συμπληρώσει δύο έτη εργασίας, συνεπώς, οι αποδοχές των 1.272,44 ευρώ μηνιαίως που συμφωνήθηκαν τυγχάνουν ανώτερες από τον βασικό μισθό με τα αναλογούντα επιδόματα της κατηγορίας και της ειδικότητας του και συνεπώς τυγχάνει νόμιμος ο όρος της συμπερίληψης τους στον ανώτερο καταβαλλόμενο μισθό. Περαιτέρω το 2011 οι αποδοχές του ενάγοντας διαμορφώθηκαν στα 1.290,41 ευρώ και τον Νοέμβριο του 2011, όταν συμπλήρωσε τρία έτη προϋπηρεσίας, διαμορφώθηκαν στα 1.332,04 ευρώ, συνεπώς και πάλι ήταν υπέρτερες του νομίμου βασικού μισθού και των αιτούμενων επιδομάτων. Κατά συνέπεια των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα του ενάγοντος για τα συγκεκριμένα επιδόματα για το χρονικό διάστημα από την 17.11.2008 έως και την 16.05.2012, ενώ παρέλκει η εξέταση του ζητήματος της παραγραφής των σχετικών κονδυλίων. Ωστόσο, από την 16.05.2012 μέχρι και την 31.01.2015 που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος από την εναγόμενη, οι αποδοχές του ενάγοντος μειώθηκαν στο ποσό των 1.215, 03 ευρώ, ποσό που είναι μεν ανώτερο του βασικού μισθού που προβλέπει η οικεία σ.σ.ε για εργαζόμενο με 3-6 έτη συμπληρωμένα στον ίδιο εργοδότη, ωστόσο, υπολείπεται του ποσού των 1.292,32 που αντιστοιχεί στις αποδοχές εργαζόμενου που λαμβάνει τα ανωτέρω επιδόματα. Συνεπώς πρέπει να γίνουν δεκτά τα αγωγικά αιτήματα για το χρονικό διάστημα μετά την 16.05.2012. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων πραγματοποιούσε πράγματι εργασία πέραν του ωραρίου του, ωστόσο το σχετικό αίτημα της αγωγής τυγχάνει αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως. Συγκεκριμένα η αγωγή αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο για παράνομη υπερωριακή απασχόληση είναι απορριπτέα ως αόριστη, καθόσον το Δικαστήριο, από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου δεν μπορεί να διακριβώσει το ακριβές χρονικό διάστημα για το οποίο ζητούνται οι υπερωρίες και το ακριβές ποσό που ζητεί ο ενάγων. Ειδικότερα, σε άλλο σημείο της αγωγής αναφέρεται ότι το χρονικό διάστημα απασχόλησής του στην εναγομένη ήταν από 01.05.2012 έως 31.08.2013 (3η σελίδα, 6η και 7η σειρά της αγωγής), ενώ σε άλλο σημείο της αγωγής ο ενάγων αναφέρει μεγαλύτερο διάστημα απασχόλησης και συγκεκριμένα από 01.05.2012 έως 01.10.2013 (6η σελίδα 3η σειρά της αγωγής) και σε άλλο τέλος σημείο αναφέρει διάστημα από 01.07.2012 έως 11.07.2013 (36 σελίδα 12η σειρά της αγωγής). Επίσης, ο ενάγων για τις επικαλούμενες από αυτόν παρασχεθείσες υπερωρίες σε άλλο σημείο της αγωγής ζητεί το ποσό των 9.698,40 ευρώ (6η σελίδα 18η σειρά της αγωγής), ενώ σε άλλο σημείο της αγωγής ζητεί διαφορετικό ποσό και δη αυτό των 7.311,60 ευρώ για υπερωρίες, (σελ 41 της αγωγής, 5η σειρά από το τέλος). Περαιτέρω, η ως άνω αοριστία επιτείνεται από το γεγονός ότι ο ενάγων στο αιτητικό της αγωγής δεν ζητεί συγκεκριμένο ποσό από τις επικαλούμενες από αυτόν υπερωρίες, αλλά παραπέμπει στο ιστορικό της αγωγής, στο οποίο όπως προαναφέρθηκε αναφέρει δύο διαφορετικά ποσά για την ίδια αιτία. Τέλος, το αιτούμενο κονδύλι τυγχάνει αόριστο γιατί δεν εξειδικεύει τις ημέρες και τις ώρες που παρασχέθηκαν οι υπερωρίες και αν αυτές ήταν εργάσιμες ή εξαιρέσιμες, αλλά αναφέρει 24 ή 25 ημέρες κατά μήνα, χωρίς να αφαιρεί τυχόν αργίες ή ημέρες κατά τις οποίες έλειπε σε άδεια, συνεπώς δεν μπορεί να εκτιμηθεί δικαστικώς το σχετικό αίτημα. Περαιτέρω το αίτημα της ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Περιστατικά καταχρηστικότητας της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας, που έλαβε χώρα στις 31.01.2015, δεν αποδείχθηκαν. Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι και αληθής υποτιθέμενος ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η εναγομένη απέλυσε τον ενάγοντα, προκειμένου να προσλάβει στη θέση του άλλον εργαζόμενο δεν στοιχειοθετεί από μόνος του καταχρηστικότητα της καταγγελίας. Μόνο το γεγονός αυτό δεν στοιχειοθετεί προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφει το άρθρο 281 Α. Κ. για την άσκηση ενός δικαιώματος, αλλά απαιτείται στην περίπτωση αυτή η συνδρομή και άλλων περιστάσεων, οι οποίες σε συνδυασμό με το ανωτέρω γεγονός να θεμελιώνουν, ως προς την καταγγελία, προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ. τα οποία, όμως, εν προκειμένω δεν αποδείχθηκαν. Συνακόλουθα, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η ένδικη καταγγελία είναι καταχρηστική, ούτε αποδείχθηκαν περιστατικά αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, πρέπει και το αγωγικό κονδύλιο των 5.000 ευρώ της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Τέλος όσον αφορά τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης του τυγχάνει παράνομη, λόγω μη καταβολής της νόμιμης και προσήκουσας αποζημίωσης, αυτός πρέπει να γίνει δεκτός σύμφωνα με τα παραπάνω, καθώς αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη δεν συμπεριέλαβε στον υπολογισμό της αποζημίωσης το σύνολο των νομίμων καταβλητέων αποδοχών του ενάγοντος, καθώς δεν συμπεριέλαβε τα επιδόματα γάμου και τέκνων και το επίδομα επικινδυνότητας συνθηκών (ρυμουλκούμενου οχήματος), ωστόσο στον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης πρέπει να συμπεριληφθεί το σύνολο των νομίμων καταβαλλόμενων αποδοχών, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη. Συνεπώς η εναγόμενη κατέστη υπερήμερη εργοδότης και πρέπει να γίνει δεκτό το αγωγικό αίτημα του ενάγοντος για μισθούς υπερημερίας μέχρι την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής, ήτοι την 12.10.2015, το οποίο αίτημα ο ενάγων νόμιμα μετέτρεψε σε αναγνωριστικό κατά την συζήτηση της αγωγής του. Ωστόσο, από το κονδύλι αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό της αποζημίωσης απόλυσης, ύψους 5.670,14 ευρώ γενόμενης δεκτής της ένστασης συμψηφισμού της εναγόμενης. Συνεπώς πρέπει να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 5.629,64 ευρώ, δηλαδή 9,3 μήνες (από 01.02.2015 μέχρι 12.10.2015) επί 1.215,03 ευρώ, ήτοι 11.299,78 ευρώ αφαιρουμένων των 5.670,14 ευρώ της αποζημίωσης απόλυσης που συμψηφίζεται. Περαιτέρω όπως προαναφέρθηκε πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα του ενάγοντος για την καταβολή του επιδόματος γάμου και τέκνου και του επιδόματος επικινδυνότητας συνθηκών για το χρονικό διάστημα από 01.05.2012 έως 01.05.2015, ήτοι και για διάστημα μετά την καταγγελία του, εφόσον του οφείλονται μισθοί υπερημερίας από την εναγομένη, για το ίδιο διάστημα, συνεπώς του οφείλονται και τα νόμιμα επιδόματα. Κατόπιν των ανωτέρω αναγνωρίζεται ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα και πρέπει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 2.562,42 ευρώ, δηλαδή 61,01 ευρώ επί 3 έτη (42 μήνες) έναντι του επιδόματος επικινδυνότητας συνθηκών (ρυμουλκούμενου οχήματος) και το συνολικό ποσό των 3.377,64 ευρώ έναντι επιδόματος γάμου και τέκνου, δηλαδή 80,42 ευρώ επί 3 έτη (42 μήνες)...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε κατ' ουσία την από 31.5.20918 έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την 479/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δέχτηκε εν μέρει την από 26.4.2015 αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.562,42 ευρώ για επίδομα επικινδυνότητας συνθηκών εργασίας για το χρονικό διάστημα από 1.5.2012 έως 1.5.2015 και το ποσό των 3.377,64 ευρώ για επίδομα γάμου - τέκνου για το ίδιο ανωτέρω διάστημα και αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.629,64 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από 1.2.2015 έως 12.10.2015. Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. ΙΙγ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα και επικαλούμενα τόσο με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και δη α) την από 16.5.2012 έγγραφη συμφωνία με την οποία τροποποιήθηκε η αρχική επίδικη σύμβαση εργασίας σε σχέση με το ύψος των συμφωνημένων αποδοχών του αναιρεσίβλητου, οι οποίες ορίστηκαν από κοινού στο ποσό των 1.215,03 ευρώ και β) το ... Δελτίο Εργατικής Διαφοράς της Επιθεώρησης Εργασίας ... επί προσφυγής του αναιρεσίβλητου και ετέρου εργαζομένου σε βάρος της, στο οποίο η Επιθεωρήτρια Εργασίας, μετά την υποβολή ενώπιον της όλων των εγγράφων και στοιχείων που είχε αιτηθεί, διαπιστώνει ότι ο αναιρεσίβλητος στις 16.5.2012 υπέγραψε τροποποίηση των όρων συμβάσεων εργασίας για το συμφωνηθέν μηνιαίο μισθό ύψους 1.215,03 ευρώ, τα οποία έγγραφα προσκόμισε με επίκληση, προς απόδειξη του προσβαλλόμενου τόσο πρωτοδίκως με τις προτάσεις της όσο και με λόγο έφεσης, ισχυρισμό της ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά την χρονική περίοδο μετά την πάροδο του προβλεπόμενου τριμήνου από τη λήξη ή την καταγγελία της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή από την ισχύ του ν.4046/2012 (14.2.2012), κατά την οποία οι κανονιστικοί όροι σ.σ.ε ή εξομοιούμενων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων που αφορούν το βασικό μισθό και τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον προβλέπονταν από την σ.σ.ε., εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι οιονεί ενοχικοί όροι, ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις που προβλέπουν την καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος, υπογράφηκε η από 16.5.2012 νεότερη συμφωνία με την οποία μειώθηκε ο μηνιαίος μισθός στο ποσό των 1.215,03 ευρώ, ο οποίος, δεδομένου ότι δεν μπορούσαν να υπαχθούν στις ρυθμίσεις κάποιας ενεργής κλαδικής (ή ομοιεπαγγελματικής) συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, είναι ανώτερος και ως εκ τούτου νομίμως συμφωνήθηκε, από τα γενικά κατώτατα όρια που καθορίζονται για τους εργαζόμενους όλης της χώρας μέχρι πρόσφατα (1.4.2013) από τις σχετικές κανονιστικές διατάξεις ενεργών εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας και έκτοτε από το νομοθετικά καθορισμένο κατώτατο όριο με βάση το προβλεπόμενο από την υποπαράγραφο ΙΑ 11 του ν.4093/2012 διοικητικό σύστημα καθορισμού κατώτατου μισθού για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας, ήτοι σε 644,69 ευρώ για υπαλλήλους με τρία έως έξι χρόνια προϋπηρεσίας και σε 703,30 ευρώ, για υπαλλήλους με έξι έως εννέα χρόνια προϋπηρεσίας. Το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να δεχθεί την κατά της αναιρεσείουσας αγωγή ως προς το σκέλος της που αφορά το κονδύλιο του επιδόματος ειδικών συνθηκών ρυμολκούμενου οχήματος και το επίδομα γάμου, αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα. Ωστόσο, από το γεγονός ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν υπογράφηκε η από 16.5.2012 τροποποιητική σύμβαση εργασίας, αφού δεν προσκομίζει τέτοιο έγγραφο η αναιρεσείουσα, και η από 31.12.2009 ατομική σύμβαση εργασίας καθόριζε τους όρους εργασίας και τον μισθό του αναιρεσίβλητου καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, σε συνδυασμό με την οικεία σ.σ.ε., στην οποία προσχώρησαν τα δύο μέρη κατά την υπογραφή της ατομικής σύμβασης, της οποίας οι διατάξεις αποτελούσαν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου κατά τη διάρκεια ισχύος της, ενώ αποτελούσαν διατάξεις ενδοτικού δικαίου μετά τη λήξη της, χωρίς να μνημονεύει και να αντικρούει τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των προτάσεων της αναιρεσείουσας, ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολ Δ) είχε προσκομίσει μετ' επικλήσεως και πιο συγκεκριμένα α) την από 16-05- 2012 γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας (ως σχετ. 5) και β) το υπ' αριθμ. ... Δελτίο Εργατικής Διαφοράς (ως σχετ. 7) δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο αν έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία είχε υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να λάβει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠΟλΔ και τα οποία ήταν κρίσιμα προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του πραγματικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί κατάρτισης, κατά το στάδιο της μετενέργειας, νεότερης τροποποιητικής ατομικής σύμβασης εργασίας. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. ΙΙγ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει όχι μόνο την εξουσία αλλά και την υποχρέωση να εξετάσει την υπόθεση μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτή (έφεση) και τους προσθέτους αυτής λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους προσθέτους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει ο εφεσίβλητος καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε, σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπάγγελτα το Εφετείο, στην περίπτωση, κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 916/2020, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 727/2017). Η ρύθμιση αυτή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος σημαίνει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση παρά μόνο ως προς εκείνες τις διατάξεις, των οποίων την εξαφάνιση ζήτησε ο εκκαλών και, κατ' αρχήν, μόνο για τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε το αίτημα του εκκαλούντος και ότι αν γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, η επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης θα γίνει επίσης με γνώμονα τα αιτήματα του εκκαλούντος, με βάση, δηλαδή, τα εκκληθέντα κεφάλαια (ΑΠ 1159/2022, ΑΠ 647/2022, ΑΠ 344/2020). Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται, κατά τα ανωτέρω, από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1159/2022, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 344/2020). Ακόμη, "κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης (ΑΠ 647/2022, ΑΠ 344/2020). Εξάλλου, επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος υπάρχει και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολ Δ, αν το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση ως προς μη εκκληθέν κεφάλαιο (ΑΠ 1415/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος, με την 26.4.2015 αγωγή του, όπως ειδικότερα το περιεχόμενο αυτής ανωτέρω αναφέρεται, εξέθετε ότι προσελήφθη στις 17.11.2008, από την αρχική εργοδότρια «Α. «Κ., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγός και ότι, στις 31.12.2009, κατόπιν διαδοχής εργοδοτών, προσελήφθη από την εναγομένη εταιρεία, με τη δέσμευση καταβολής μισθού 1.272,44 ευρώ και με αναγνώριση προϋπηρεσίας, ενώ στις 5.3.2010 υπογράφηκε νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου (τροποποιητική) ως οδηγός επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών, με μισθό 1.215,03 ευρώ, χωρίς όμως να συμπεριληφθούν τα οφειλόμενα κατά τους όρους της οικείας σ.σ.ε επιδόματα γάμου, τέκνου, ρυμολκούμενου και επικίνδυνης εργασίας. Ότι η εναγομένη τον απέλυσε στις 31.1.2015, πλην όμως δεν του κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση απόλυσης που δικαιούταν, καθώς δεν υπολογίστηκε σε αυτήν ούτε ο συνολικός χρόνος προϋπηρεσίας του, ούτε τα αιτούμενα επιδόματα που έπρεπε να συμπεριληφθούν στο μισθό του, αλλά ούτε και οι οφειλόμενες αποδοχές από υπερωρίες και ως εκ τούτου η απόλυσή του είναι άκυρη. Ότι η απόλυσή του είναι καταχρηστική λόγω παράλληλης πρόσληψης ετέρου εργαζόμενου και επειδή έγινε εκδικητικά απέναντι του, καθότι αυτός διαμαρτυρόταν για τη μη τήρηση των υποχρεώσεων της εναγομένης προς αυτόν. Ζητούσε δε την ακύρωση της απόλυσής του, την καταβολή του ποσού των 61,01 ευρώ μηνιαίως για επίδομα επικινδυνότητας συνθηκών για το διάστημα από 1.5.2012 έως 1.5.2015, το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2.562,42 ευρώ, του ποσού των 7.237,80 ευρώ, για επίδομα γάμου και τέκνου 10% επί του βασικού μισθού από 17.11.2008, του ποσού των 9.698,40 ευρώ, ενώ σε άλλο σημείο της αγωγής αναφέρει για την ίδια αιτία το ποσό των 7.311,60 ευρώ, για υπερωρίες, του ποσού των 1.215,03 ευρώ για μισθούς υπερημερίας λόγω παράνομης απόλυσής του και για το διάστημα από 31.1.2015 έως και 12.10.2015 και του ποσού των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 479/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμο το αίτημα για ακύρωση της απόλυσης και καταβολής μισθών υπερημερίας, απορρίφθηκε ως αόριστο το αίτημα για την καταβολή αποζημίωσης υπερωριών, απορρίφθηκε το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, και, κατά τα λοιπά, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα α) το ποσό των 2.562,42 ευρώ που αφορά το επίδομα επικινδυνότητας συνθηκών για χρονικό διάστημα από 1.5.2012 έως 1.5.2015 και β) το ποσό των 7.237,80 ευρώ για το επίδομα γάμου και τέκνου για το χρονικό διάστημα από 17.11.2009 έως 1.5.2015. Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης, η εναγομένη άσκησε την από 31.5.2018 έφεσή της, παραπονούμενη μόνο επί των βλαπτικών γι' αυτήν διατάξεων της πρωτόδικης απόφασης που αφορούσαν την υποχρέωση καταβολής του επιδόματος επικινδυνότητας και του επιδόματος γάμου και τέκνου. Επί της ανωτέρω έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 4144/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την 479/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχτηκε εν μέρει την από 26.4.2015 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.562,42 ευρώ που αφορά το επίδομα επικινδυνότητας συνθηκών για το χρονικό διάστημα από 1.5.2012 έως 1.5.2015, το ποσό των 3.377,64 ευρώ για επίδομα γάμου και τέκνου για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα και αναγνώρισε ότι οφείλει η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.629,64 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.2.2015 έως και 12.10.2015, ενώ απέρριψε ως αόριστο το αίτημα για καταβολή υπερωριών και ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης. Πλην, όμως το Εφετείο, ερευνώντας, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και την εξετασθείσα από το πρωτόδικο δικαστήριο, βάση της αγωγής, που αφορά τους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.2.1015 έως 12.10.2015 και αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει το ποσό των 5.629,64 ευρώ για την παραπάνω αιτία, χωρίς ειδικό λόγο έφεσης ή αντέφεσης του αναιρεσίβλητου, ως προς την ερευνηθείσα και απορριφθείσα ανωτέρω βάση της αγωγής, υπέπεσε στην από τον αριθμ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της επιδικάσεως πλέον των αιτηθέντων. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή ως βάσιμων των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών επικουρικώς προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης, των οποίων, σε κάθε περίπτωση, η αναιρετική εμβέλεια καλύπτεται από τους παραπάνω δεκτούς γενομένους λόγους αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ' άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Η δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠλολΔ), ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 4144/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων και τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ