Αριθμός 1019/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "H. S. Α. Ε. Σ. Ο. - Α. Κ. - Χ." και διακριτικό τίτλο "HATKAR SERVICE Α.Ε.", που εδρεύει στην ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Νικολαΐδη, που ανακάλεσε την από 20/10/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "A. Α. Ε. Ψ. Ε. - M. Ι. Ε. Π. Υ. Α." και διακριτικό τίτλο "AVMAR GIS A.E.", που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 92/2021 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/7/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 500/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από την 2234Δ/30.9.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Στέφανου Αθανασούλη, που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Η αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου και πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (ΚΠολΔ 576 παρ.2). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 92/2021, απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τις διατάξεις των μικροδιαφορών, με την οποία έγινε δεκτή η από 29/3/2018 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, που είχε ως αίτημα την καταβολή υπολοίπου οφειλόμενης αμοιβής ποσού 4.562,89 ευρώ ,από σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553 παρ.1, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και κατά την άσκησή της καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους (περιοριστικά) αναφερόμενους στο προαναφερθέν άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους, οι οποίοι είναι, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης '' μόνο'', περιοριστικοί, numerus clausus (ΟΛ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 110/2010, ΑΠ 1032/2019, ΑΠ 1370/2008, ΑΠ 600/2007, ΑΠ 1082/2007) και δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή των λοιπών λόγων αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1702/2018). Στους προαναφερθέντες περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, δεν περιλαμβάνεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή η περίπτωση κατά την οποία αποδίδεται στο δικαστήριο η πλημμέλεια ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, λόγος που αφορά άλλωστε την παραβίαση κανόνων δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου ( ΑΠ 304/2021). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 466 παρ. 1 ΚΠολΔ "αν το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία τους δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 472", δηλαδή οι ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές, εκτός αν ο νόμος ορίζει ρητά το αντίθετο. Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής, προς εκείνη άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. τελευτ. ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι κατά της απόφασης, που εκδόθηκε κατά τις ειδικές διατάξεις περί μικροδιαφορών, είναι απαράδεκτος ο αναιρετικός λόγος περί παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχος δηλαδή του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1056/2019, 1974/2014, 1054/2009). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, οπότε πρόκειται για "ανεπαρκή αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε πρόκειται για "αντιφατική αιτιολογία" (πρβλ. επί του αντίστοιχου λόγου του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ΟλΑΠ 15/2006, 1/1999, ΑΠ 78/2020, 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια, ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό. Έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020). Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών της απόφασης υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 40/2023). Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση αυτής, ύστερα από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων των διαδίκων, το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενων εγγράφων, καθώς, και από τα ομολογημένα, κατ' αρ. 261 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα είναι εταιρεία παροχής υπηρεσιών φύλαξης και ασφάλειας και η εναγομένη είναι εταιρεία, που εκμεταλλεύεται συνεργείο οχημάτων και εμπορεύεται ανταλλακτικά, διατηρώντας εγκαταστάσεις στην περιοχή της ...ς Αττικής. Στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητάς της η ενάγουσα, ήδη από το έτος 2011, αναλάμβανε την ασφάλεια των εγκαταστάσεων της εναγομένης δυνάμει ιδιωτικών συμφωνητικών, που υπέγραφαν κατ' έτος μεταξύ τους. Έτσι, λοιπόν, με το υπ· αρ. ….2013 συμφωνητικό η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση αυτή και για το διάστημα από 16/1/2013 έως 15/1/2014, ήτοι να επιβλέπει και να φυλάσσει τις εγκαταστάσεις της εναγομένης με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό (φύλακα) κατά τις ημέρες Δευτέρα έως Παρασκευή από ώρα 19:00 έως 07:00 (12 ώρες) και κατά τις ημέρες Σάββατο, Κυριακή, καθώς και τις επίσημες αργίες, από ώρα 19:00 έως 19:00 (24 ώρες), αντί μηνιαίας αμοιβής της ύψους 2.500€ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ. εκδοθέντος προς τούτο του αντίστοιχου ανά μήνα τιμολογίου της παροχής υπηρεσιών. Ακολούθως, προέκυψε ότι λίγες ημέρες πριν από τη λήξη ισχύος του προαναφερόμενου συμφωνητικού και συγκεκριμένα στις 6/1/2014 - αργία των Θεοφανίων - άγνωστοι δράστες διέρρηξαν το συρματόπλεγμα των εγκαταστάσεων της εναγομένης εισήλθαν στον προαύλιο χώρο της επιχείρησής της, όπου παρέμειναν από ώρα 20:00 έως 24:00 και αφαίρεσαν ανταλλακτικά της ιδιοκτησίας της συνολικής αξίας 20.000€, όπως αυτά περιγράφονται στο πρωτόκολλο καταγραφής απωλεθέντων, που συνέταξε η ίδια με επιμέλειά της. Η εναγομένη δεν ειδοποιήθηκε για την εν λόγω διάρρηξη από την ενάγουσα, αλλά έλαβε γνώση αυτής την επομένη ημέρα από τις κάμερες ασφαλείας, το δε περιστατικό κατήγγειλε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Χ. Κ. στις 15/1/2014 στο Τμήμα Ασφαλείας ...ς (βλ. προσκομιζόμενο απόσπασμα του βιβλίου αδικημάτων - συμβάντων). Ακολούθως, προέκυψε ότι η εvαγομέvη, θεωρώντας υπεύθυνη προς αποζημίωσή της για τα κλαπέντα ανταλλακτικά την ενάγουσα για το λόγο το ότι προστηθέν απ' αυτήν προσωπικό εκτέλεσε αμελώς τα καθήκοντά του, πρότεινε σ· αυτήν να συμψηφίσουν την αμοιβή της των μηνών Δεκεμβρίου 2013 - Ιανουαρίου 2014 με το ποσό της αποζημίωσης, που δικαιούται εκείνη (βλ. την υπό χρονολογία 20 Ιανουαρίου 2014 επιστολή της προς την ενάγουσα). 'Ομως, η ενάγουσα - η οποία σημειωτέον δεν αμφισβητεί την γενόμενη κλοπή - μη αποδεχόμενη την ευθύνη της γι' αυτήν, αλλά ούτε και το ύψος της επελθούσας ζημίας, δεν έστερξε στην ανωτέρω πρόσκληση (βλ. προσθήκη στις προτάσεις της), ενώ, αντίθετα, γνωστοποίησε στην εναγομένη ότι εξέδωσε τα υπ· αρ. 41/31.12.2013 και 02/16.1.2014 τιμολόγια, που αφορούν στηv αμοιβή της των προαναφερομένων μηνών και κάλεσε αυτήν να τα εξοφλήσει (βλ. την υπό χρονολογία 31 Ιανουαρίου 2014 επιστολή της προς την εναγομένη). Κατόπιν τούτου λοιπόν και ανεξαρτήτως του αν εκπλήρωσε πλημμελώς ή όχι η ενάγουσα τις υποχρεώσεις της από την επίδικη σύμβαση παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, δεν αποδείχθηκε ότι τα για διάδικα μέρη προήλθαν σε συμφωνία συμψηφισμού μεταξύ τους και, συνεπώς, η προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση εξόφλησης με συμψηφισμό πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη" Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της από 20.7.2021 αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλούμενη το προαναφερθέν άρθρο 560 παρ. 6 ΚΠολΔ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη την αιτίαση της παραβίασης της ελλείψεις νόμιμης βάσεως εξαιτίας της εκ πλαγίου παράβασης των δικονομικών κανόνων περί του βάρους απόδειξης, επικαλούμενη εσφαλμένη αναστροφή του βάρους απόδειξης, ισχυριζόμενη ότι επέρριψε σε αυτή, αναιρεσείουσα - εναγομένη, το δικονομικό βάρος αποδείξεως των ενστάσεών της η επίκληση δε έλλειψης νομίμου βάσεως της αναιρεσιβαλλομένης εδράζεται αποκλειστικά στην έλλειψη αιτιολογίας ως προς την αναστροφή του βάρους απόδειξης . Ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο γίνεται επίκληση παραβίασης διατάξεως του δικονομικού δικαίου, ειδικότερα δε διατάξεως που ρυθμίζει το βάρος της απόδειξης και με τον οποίο δεν γίνεται επίκληση παραβίασης διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου [όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων], είναι λόγος αναίρεσης που εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ και δεν εμπίπτει στη περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 560 ΚΠολΔ (όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων), το οποίο αφορά τους περιοριστικά αναφερόμενους στον ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων . Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, καθόσον με τον λόγο αυτόν αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η πλημμέλεια ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ήτοι ότι παραβίασε διατάξεις του δικονομικού δικαίου. Συνακόλουθα αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση απαραδέκτως πλημμέλεια που δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά απαριθμούμενους προαναφερθέντες αναιρετικούς λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων Τα άρθρα 440 και 441 Α.Κ., που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο ότι "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι "Συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 Α.Κ.) (ΑΠ 486/2016). Η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γεννήσεώς τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής. Όπως συνάγεται δε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γεννήσεώς τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 1057/2019,ΑΠ 84/2019). Κατά το άρθρο δε 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ). Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει, όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία. Αβεβαιότητα δε, όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, δηλαδή, αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως. Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση μπορεί να συνίσταται και στην παραίτηση του συμβαλλόμενου από τα ένδικα μέσα κατά οριστικής ή και τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 1257/2017, ΑΠ 313/2013). Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση. Για τη σύναψη της συμβάσεως συμβιβασμού απαιτείται πρόταση του ενός των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος. Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών, που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως, για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και συνεπώς, σε περίπτωση σφάλματος, ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 871 Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 578/1980). Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, γεγονός που σημαίνει, ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως συμβιβασμού. Δηλαδή, με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση, που ρυθμίστηκε με αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της αποφάσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού (ΑΠ 1005/2019,πρβλ. επίσης, ΑΠ 1483/2018, ΑΠ 1257/2017, ΑΠ 1738/2017, ΑΠ 669/2016). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 του ίδιου Κώδικα. "Πράγματα", κατά την έννοια των άνω διατάξεων, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι (Ολ ΑΠ 2/89, ΑΠ 867/1988, ΑΠ 1058/98), καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Για την πληρότητα δε του άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποιά ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι, προτάθηκαν παραδεκτά, και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1632/2007).Επομένως τον ανωτέρω εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ στοιχειοθετεί και η μη λήψη υπόψη ενστάσεως, όπως η ένσταση συμβιβασμού, που προτάθηκε νομίμως (ΑΠ 41/2023, ΑΠ 669/2016) και η ένσταση συμψηφισμού . Από την προαναφερθείσα δε διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ και τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, προκύπτει ότι, ανεξαρτήτως του δοθέντος από τα μέρη νομικού χαρακτηρισμού, πρέπει για την παραδοχή αυτής να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά που συνιστούν το πραγματικό αυτής και επάγονται την επιδιωκομένη έννομη συνέπεια (ΑΠ 488/2008, ΑΠ 824/2003). Στη προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο και τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 5 του άρθρου 560, ότι δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό περί συμβιβασμού των μερών, καθώς και την ένσταση συμψηφισμού, αν και τέτοιοι ισχυρισμοί είχαν προταθεί. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης 92/2021 του Ειρηνοδικείου Αθηνών καθώς και από τις από 26.10.2020 προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου που επισκοπεί το Δικαστήριο για τον έλεγχο της βασιμότητας των σχετικών λόγων αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πρότεινε προφορικά και επανέλαβε με τις προτάσεις της την ένσταση συμβιβασμού με την αναιρεσίβλητη προτείνοντας και η αντίδικός της δεχόμενη ,κατά τα αναφερόμενα στις προτάσεις της, να συμβιβάσουν τις εκατέρωθεν απαιτήσεις τους, ήτοι την απαίτηση των 20.000 ευρώ που διατηρούσαν απέναντι της και αντίστοιχα την απαίτηση 4.562,89 ευρώ που διατηρούσε η αναιρεσίβλητη ως αμοιβή, καθώς επίσης και την ένσταση συμψηφισμού. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η τελευταία, κατ' ορθή εκτίμηση, έκρινε ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγομένης (οι οποίοι μάλιστα με τον ίδιο τρόπο παρατίθενται και στους παραπάνω λόγους αναίρεσης), αναφερόμενης σε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, σε προγενέστερο της δίκης χρονικό διάστημα, προς απόσβεση των εκατέρωθεν απαιτήσεων, αποτελεί ενιαία ένσταση εξόφλησης δια συμψηφισμού ο οποίος επιτεύχθηκε δια συμβάσεως συμβιβασμού, ένσταση η οποία προβάλλεται παραδεκτά και την οποία στη συνέχεια απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία. Σύμφωνα με τα ανωτέρω η αναιρεσιβαλλόμενη έλαβε υπόψη τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και επομένως ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002, 17/1995), μόνη δε η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ' ανάγκην και αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος. Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει τη γέννηση και την ύπαρξή του. Συνεπώς η επίκληση περιστατικών, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση του δικαιώματος δε θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής άσκησής του, αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής, είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση (ΑΠ 1799/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ψέγεται το Ειρηνοδικείο , για πλημμέλεια από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προέβαλε, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη στερείται νομίμου βάσεως, καθώς περιέχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατ άρθρο 281 ΑΚ, με την ανεπαρκή αιτιολογία ότι η ίδια επικαλέστηκε ανυπαρξία δικαιώματος ενώ για το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση προϋποθέτει την ύπαρξη δικαιώματος. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης όμως προκύπτει ότι η ανωτέρω ένσταση απορρίφθηκε από το Ειρηνοδικείο ως μη νόμιμη για την αμέσως προαναφερόμενη αιτία και αυτό δεν υπεισήλθε στην κατ'ουσίαν έρευνά της, με συνέπεια να είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης από το 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο οποίος στοιχειοθετείται μόνον επί ελλείψεων κ.λπ. της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού. Περαιτέρω το Ειρηνοδικείο, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, και τον απέρριψε ως μη νόμιμο, δεν υπέπεσε δε ούτε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως επιπροσθέτως αβάσιμα εκτιμάται ότι ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος είναι αβάσιμος κατ'αυτό το σκέλος του. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4), ενώ λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης, δεν υποβλήθηκε αυτή σε έξοδα και γι' αυτό δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη εις βάρος της ηττώμενης αναιρεσείουσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20 Ιουλίου 2021 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία «H. S. Α. Ε. Σ. Ο. - Α. Κ. - Χ." και τον διακριτικό τίτλο "HATKAR SERVICE AE για αναίρεση της 92/2021 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών . Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στη Δημόσιο Ταμείο ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και κωλυομένης της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης