Αριθμός 1585/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κανάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Κ., συζύγου Π. Τ., κατοίκου ..., ως προσωρινώς ασκούσας την επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας τους, εισέτι αβάπτιστης. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Καλομπράτσου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 23-10-2020 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8131/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 1226/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-4-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1226/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (άρθ.592 επ.ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ.8131/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή, ως προς το επικουρικό της αίτημα, η από 9.6.2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και η από 23.10.2020 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, με αντικείμενο την ονοματοδοσία ανηλίκου τέκνου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).Τα συναλλακτικά ήθη και οι συνήθειες, που αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς οι οποίοι επικρατούν στις συναλλαγές, δεν περιέχουν κανόνες δικαίου. Ως εκ τούτου η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εκτός αν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου. Εξάλλου, για τη δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή δικαίου (άρθρο 1 ΑΚ) και η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ.1α'του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση εν συνειδήσει δικαίου, δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου (ΑΠ 1420/2019, ΑΠ 289/2014, ΑΠ 435/1994).Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πού συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992,ΑΠ 1693/2018, ΑΠ 681/2014). Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1510-1512 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το Ν.4800/2021, ο οποίος εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος αυτού (16.09.2021), αμετάκλητη δικαστική απόφαση (άρθρο 18 του ίδιου νόμου, βλ.ΑΠ 2096/2022, ΑΠ 1758/2022), σαφώς προκύπτει α) ότι η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο (γονική μέριμνα) αποτελεί καθήκον και δικαίωμα των γονέων του και ότι κάθε απόφαση αυτών σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου και β) ότι περιεχόμενο της γονικής μέριμνας αποτελεί και η ονοματοδοσία του ανηλίκου περί της οποίας οι γονείς αποφασίζουν από κοινού, σε περίπτωση δε που αυτοί διαφωνούν και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο (ΑΠ 754/2020,ΑΠ 945/2009). Εξάλλου, εφόσον το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 1976/2008, ΑΠ 1218/2006), αν δε η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπόκειται σε αναίρεση κατ` άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 317/2015, ΑΠ 537/2012). 3. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 20.5.2017 στον Ιερό Ναό Παμμεγίστων Ταξιαρχών Κορυδαλλού Αττικής, από τον οποίο απέκτησαν στις 6.12.2017 ένα θήλυ τέκνο, αβάπτιστο ακόμη, για το όνομα του οποίου διαφωνούν. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάσθηκε τον Απρίλιο του έτους 2018, με την αποχώρηση της ενάγουσας-αντεναγομένης-εφεσίβλητης (αναιρεσίβλητης) από την οικογενειακή στέγη, ευρισκόμενη στην .... Το ανήλικο από τη γέννηση του και μετά μένει με την μητέρα του, η δε γονική μέριμνα του προσώπου του ασκείται και από τους δύο γονείς. Δυνάμει δε της υπ'αριθμ. 6261/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ανατέθηκε προσωρινά στην ενάγουσα- αντεναγομένη-εφεσίβλητη μητέρα η αποκλειστική επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου, υποχρεώθηκε ο εναγόμενος-αντενάγων-εκκαλών(αναιρεσείων) να καταβάλει στην ενάγουσα-αντεναγομένη-εφεσίβλητη μητέρα για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως και ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του εναγόμενου-αντενάγοντος-εκκκαλούντος με το τελευταίο, που διαμένει σε μισθωμένη οικία στον ..., πλησίον της πατρικής οικίας της μητέρας του. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων είναι τεταμένες και δεν υπάρχει πρόσφορο πεδίο συνεννόησης ως προς τα θέματα άσκησης της γονικής μέριμνας αυτού, με αποτέλεσμα να διαφωνούν εν προκειμένω και ως προς την επιλογή του κύριου ονόματος που θα δοθεί σε αυτό. Συγκεκριμένα, από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2018 ο μεν εναγόμενος-αντενάγων- εκκαλών επιθυμούσε να δοθεί το όνομα "Α.", που είναι το όνομα της μητέρας του (μάμμη του τέκνου από την πατρική γραμμή). Στις 6.1.2019 η ενάγουσα- αντεναγομένη- εφεσίβλητη απέστειλε στον εν διαστάσει σύζυγό της με email τις προτάσεις της για την βάφτιση του τέκνου τους, προτείνοντας ως κύριο όνομα ένα ουδέτερο "Δ." που είναι το όνομα της Παναγίας. Στην πορεία των πραγμάτων οι διάδικοι άρχισαν ν' ανταλλάσσουν email, χωρίς όμως να συμφωνήσουν ποτέ. Ακολούθως στις 8.4.4019 η ενάγουσα- αντεναγομένη- εφεσίβλητη απέστειλε email, με το οποίο πρότεινε στον εναγόμενο-αντενάγοντα-εκκαλούντα σε περίπτωση άρνησής του, ως εναλλακτική, ένα όνομα από κάθε πλευρά, ήτοι Α. (όνομα μητέρας από πατρική γραμμή) και για δεύτερο όνομα Κ. (όνομα παππού από μητρική γραμμή), ώστε τελικά η ανήλικη να φέρει δύο κύρια ονόματα, είτε "Κ. - «Α., είτε «Α. - Κ.". Ο εναγόμενος - αντενάγων - εκκαλών αρνήθηκε και τα δύο προτεινόμενα από την εν διαστάσει σύζυγο του ονόματα, αντιπροτείνοντας το διπλό όνομα, που προέρχεται από το όνομα της μητέρας του "«Α. και «Α." το όνομα της πρώην πεθεράς του, προβάλλοντας έντονες αντιρρήσεις για το όνομα του πρώην πεθερού του (Κ.) διότι, δεν έχει καλές σχέσεις με την οικογένεια της εν διαστάσει συζύγου του και ιδίως τον πατέρα αυτής, καθόσον ευρίσκεται σε δικαστική διαμάχη μαζί του, και έχει υποβάλει μήνυση εις βάρος του. Πλην όμως η ενάγουσα- αντεναγομένη-εφεσίβλητη δεν συναινεί στο όνομα Α. που φέρει η μητέρα της, διότι είναι σπάνιο και δεν γιορτάζει κατά το χριστιανό ορθόδοξο ημερολόγιο. Ενόψει της κατά τα ανωτέρω διαφωνίας των διαδίκων σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος ονοματοδοσίας του τέκνου τους, συντρέχει νόμιμη περίπτωση ρύθμισης αυτής από το Δικαστήριο με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου. Όπως αποδείχθηκε το θήλυ ανήλικο τέκνο των διαδίκων, από τη γέννησή του έως και την διακοπή της κοινής συμβίωσης τους με τον πατέρα της το αποκαλούσαν άπαντες "μπέμπα" καθώς δεν είχε τεθεί ακόμη το θέμα της ονοματοδοσίας της. Μετά τον παραπάνω χρόνο και μέχρι σήμερα το μεν περιβάλλον του πατέρα, και δη ο εναγόμενος- αντενάγων - εκκαλών με τους δικούς του συγγενείς αποκαλούν την ανήλικη "Α.", το δε περιβάλλον της μητέρας "Κ.", με αποτέλεσμα αμφότερα τα ονόματα να μην είναι ξένα προς αυτήν. Συγκεκριμένα, η μητέρα της ανήλικης προσφωνεί πλέον το τέκνο της με το όνομα "Κ." από τον Μάιο του 2019, έχει δε επιβληθεί ο τρόπος αυτός προσφώνησης και προς τους υπεύθυνους του βρεφονηπιακού σταθμού, τον οποίο από τις 2.9.2019 έως 31.7.2020 επισκέφθηκε η ανήλικη ... Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, το συμφέρον του τέκνου των διαδίκων αναφορικά με την ονοματοδοσία του υπαγορεύει την επιλογή ονόματος, το οποίο θα διευκολύνει την ομαλή ενσωμάτωση του στο οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον και θα τελεί σε αρμονία με τις παραδοσιακές αρχές και αξίες της οικογενειακής ζωής, οι οποίες κατοχυρώνονται και προστατεύονται συνταγματικά...Ειδικότερα, το συμφέρον του τέκνου στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβάλλει να δοθεί σ' αυτό το διπλό όνομα "Α.- Κ." όνομα, το οποίο αποτελεί συνδυασμό των ονομάτων των γιαγιάδων της πατρικής και της μητρικής γραμμής, αντίστοιχα, με προτασσόμενο το όνομα της γιαγιάς της πατρικής γραμμής, το οποίο άλλωστε, αφενός μεν ανταποκρίνεται στα ήθη και τα έθιμα που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία, να δίδεται το όνομα παππού ή μάμμης από πατρική γραμμή, αφετέρου δε είναι τιμητικό και δηλωτικό σεβασμού κατά τις ελληνικές παραδόσεις στο πρόσωπο της μάμμης από μητρική γραμμή, που βοηθά στην ανατροφή του ανήλικου και συνδράμει την μητέρα αυτού. Η ανωτέρω λύση είναι η ενδεδειγμένη, σε ουδεμία δε περίπτωση η επιλογή του διπλού ονόματος θα οξύνει τις ήδη τεταμένες σχέσεις των διαδίκων αφού, όπως γίνεται περισσότερο από φανερό από τις προτάσεις τους, ο καθένας από αυτούς θα αποκαλεί την θυγατέρα τους με το όνομα της δικής του προτιμήσεως, πράγμα που δεν εγκυμονεί τον κίνδυνο της διασπάσεως της προσωπικότητας του παιδιού και της μη ομαλής εξέλιξης του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του, διότι αυτό έχει ήδη συνηθίσει από την αρχή της ζωής της στην χρήση των δύο ονομάτων. Μία δε πιθανή αλλαγή του εν λόγω ονόματος θα έχει δυσμενή επίδραση στο ανήλικο, δεδομένου ότι αυτό βρίσκεται σε ηλικία που θα επηρεαστεί αρνητικά από μία τέτοια μεταβολή, διότι έχει προλάβει να σχηματίσει παγιωμένη άποψη του ονόματός του, με την έννοια ότι το ένα ή το άλλο όνομα, «Κ.» ή «Α.", είναι αυτό που το καθορίζει και το ξεχωρίζει στον κόσμο των ανηλίκων αλλά και των ενηλίκων. Σημειωτέον, ο συνδυασμός των ονομάτων με την παραπάνω σειρά εξασφαλίζει στο παιδί την εύνοια και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο της πατρικής όσο και της μητρικής οικογένειας. Άλλωστε, αφού από το γάμο των διαδίκων δεν πρόκειται ν' αποκτηθεί άλλο τέκνο, δεδομένου ότι αυτός (γάμος) βαίνει προς λύση, το μοναδικό υπάρχον τέκνο από το γάμο αυτό θα συγκεντρώνει το ενδιαφέρον όλης της πατρομητρικής οικογένειας, καθόσον θα φέρει το όνομα και των δύο γιαγιάδων του, πατρικής και μητρικής γραμμής. Σύμφωνα δε με τις παραδόσεις του λαού μας, ο γόνος που φέρει το όνομα ενός προγόνου, κατά κανόνα εξασφαλίζει και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του. Το ανήλικο δε ως άνω τέκνο έχει συμφέρον να εξασφαλίσει το ενδιαφέρον και των δύο οικογενειών των γονέων του, πράγμα που θα επιτευχθεί αν δοθεί σ' αυτό το ως άνω σύνθετο όνομα, που συνάδει με τις ελληνικές χριστιανικές παραδόσεις του λαού μας. Τέλος, η απόδοση στο ανήλικο τέκνο των διαδίκων διπλού ονόματος δεν αντιστρατεύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το συμφέρον του, ούτε ελλοχεύει ο κίνδυνος πρόκλησης σύγχυσης σε αυτό, αντιθέτως θα ικανοποιήσει αμφότερα τα διάδικα μέρη, ενόψει των τεταμένων σχέσεων αυτών και των οικογενειών τους. Όσον αφορά δε στο γεγονός ότι οι σχέσεις του εναγομένου- αντενάγοντος- εκκαλούντος με τον πατέρα της εν διαστάσει συζύγου του δεν είναι πράγματι ομαλές, δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή για την επιλογή του ονόματος του ανηλίκου αβάπτιστου τέκνου των διαδίκων. Επομένως, η κατά τα ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν δύναται να ανατραπεί από τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος ότι η επιλογή του ονόματος του πρώην πεθερού του δεν είναι προς το συμφέρον του τέκνου, διότι θα επηρεάσει την ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη του ανήλικου. Ενόψει όλων των ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη και ότι θα πρέπει να εξασφαλιστεί η μη περαιτέρω διατάραξη των ήδη διαταραγμένων σχέσεων των διαδίκων και η αποφυγή της ψυχικής απομάκρυνσης της πατρικής οικογένειας του πατέρα από το τέκνο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το αληθινό συμφέρον του τέκνου των διαδίκων επιτάσσει να δοθεί σε αυτό το προαναφερόμενο διπλό όνομα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν στο σύνολό της και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή, ως προς το επικουρικό της αίτημα, η αγωγή της αναιρεσίβλητης και η ανταγωγή του αναιρεσείοντος. 4. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την ονοματοδοσία του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, δηλαδή ότι το συμφέρον αυτού επιβάλλει να του δοθεί το διπλό όνομα "Α. - Κ.", που περιλαμβάνει, αντίστοιχα, το όνομα της μάμμης από την πατρική γραμμή ("Α.") και το όνομα του παππού από τη μητρική γραμμή ("Κ."), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510 - 1512 του ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4800/2021 και ορίζουν ότι οι γονείς ασκούν τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους από κοινού και εξίσου, αποβλέποντας με κάθε απόφασή τους στο βέλτιστο συμφέρον αυτού, σε περίπτωση δε διαφωνίας τους, λόγω αδυναμίας εξεύρεσης κοινών αποδεκτών λύσεων, αποφασίζει το δικαστήριο, καθόσον, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα επωφελή για το ανήλικο τέκνο στοιχεία και παραμέτρους, σωστά υπήγαγε στις διατάξεις αυτές, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πληρούν το πραγματικό της εν λόγω νομικής έννοιας, όπως αυτή αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη, αφού, σύμφωνα με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές, το ανήλικο από την αρχή της ζωής του προσφωνείται με τα ονόματα αυτά, με τα οποία έχει καθιερωθεί στις προσωπικές και κοινωνικές του σχέσεις και στα οποία με προθυμία ανταποκρίνεται, τελούν δε αυτά σε αρμονία και με τις παραδοσιακές αρχές και τις αξίες της οικογενειακής ζωής. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού, προς το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, του κυρίου ονόματος αυτού, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, παραθέτοντας όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, και τα οποία δικαιολογούν την ανωτέρω κρίση του, ότι το αληθινό και βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων επιβάλλει τον ορισμό του δοτέου ονόματος αυτού σε "Α. - Κ.", με τις υποστηρίζουσες την κρίση του αυτή παραδοχές, ήτοι: α) ότι μέχρι σήμερα το μεν περιβάλλον του πατέρα-αναιρεσείοντος με τους δικούς του συγγενείς αποκαλούν την ανήλικη "Α.", το δε περιβάλλον της μητέρας-αναιρεσίβλητης "Κ.", με αποτέλεσμα αμφότερα τα ονόματα να μην είναι ξένα προς αυτήν, η δε μητέρα της ανήλικης προσφωνεί πλέον το τέκνο της με το όνομα "Κ." από τον Μάιο του 2019, έχει δε επιβληθεί ο τρόπος αυτός προσφώνησης και προς τους υπεύθυνους του βρεφονηπιακού σταθμού, τον οποίο από τις 2.9.2019 έως 31.7.2020 επισκέφθηκε η ανήλικη, επί πλέον δε η επιλογή αμφοτέρων των ονομάτων τελεί σε αρμονία με τις παραδοσιακές αρχές και αξίες της οικογενειακής ζωής και β) το ανήλικο έχει ήδη συνηθίσει από την αρχή της ζωής της στην χρήση των ανωτέρω δύο ονομάτων, μία δε πιθανή αλλαγή της διπλής αυτής ονομασίας θα έχει δυσμενή επίδραση σ' αυτό, αφού βρίσκεται σε ηλικία που θα επηρεαστεί αρνητικά από μία τέτοια μεταβολή, διότι έχει προλάβει να σχηματίσει παγιωμένη άποψη του ονόματός του, με την έννοια ότι το ένα ή το άλλο όνομα, «Κ.» ή «Α.", είναι αυτό που το καθορίζει και το ξεχωρίζει στον κόσμο των ανηλίκων αλλά και των ενηλίκων. Ουδεμία δε ασάφεια ή αντίφαση δημιουργείται μεταξύ της παραδοχής του εφετείου, ότι το (δεύτερο) επί μέρους όνομα "Κ." της ανωτέρω διπλής ονομασίας του ανηλίκου προέρχεται από το όνομα του παππού από μητρική γραμμή και των επόμενων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες γίνεται λόγος για όνομα προερχόμενο από το όνομα της μάμμης (γιαγιάς) από τη μητρική γραμμή, και συγκεκριμένα των παραδοχών α) ότι "το συμφέρον του τέκνου στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβάλλει να δοθεί σ' αυτό το διπλό όνομα "Α.- Κ.", το οποίο αποτελεί συνδυασμό των ονομάτων των γιαγιάδων της πατρικής και της μητρικής γραμμής, αντίστοιχα,... το οποίο άλλωστε, αφενός μεν ανταποκρίνεται στα ήθη και τα έθιμα που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία, να δίδεται το όνομα παππού ή μάμμης από πατρική γραμμή, αφετέρου δε είναι τιμητικό και δηλωτικό σεβασμού κατά τις ελληνικές παραδόσεις στο πρόσωπο της μάμμης από μητρική γραμμή, που βοηθά στην ανατροφή του ανήλικου και συνδράμει την μητέρα αυτού" και β) ότι "το μοναδικό ύπαρχον τέκνο από το γάμο αυτό θα συγκεντρώνει το ενδιαφέρον όλης της πατρομητρικής οικογένειας, καθόσον θα φέρει το όνομα και των δύο γιαγιάδων του, πατρικής και μητρικής γραμμής", αφού, κατά το όλο νοηματικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ενόψει του ότι το αποδεικτικό πόρισμα κρίνεται από την όλη συλλογιστική της αποφάσεως και όχι από μεμονωμένα περιστατικά που έγιναν ή δεν έγιναν δεκτά, το δικαστήριο σαφώς δέχεται ότι το ως άνω επί μέρους όνομα "Κ." προέρχεται από το όνομα του παππού από τη μητρική γραμμή, η παραδοχή δε αυτή είναι εκείνη που στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, όπως τούτο προκύπτει και από την έτερη, επόμενη των ανωτέρω, σαφέστατη παραδοχή ότι "Όσον αφορά δε στο γεγονός ότι οι σχέσεις του εναγομένου- αντενάγοντος- εκκαλούντος με τον πατέρα της εν διαστάσει συζύγου του δεν είναι πράγματι ομαλές, δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή για την επιλογή του ονόματος του ανηλίκου αβάπτιστου τέκνου των διαδίκων. Επομένως, η κατά τα ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν δύναται να ανατραπεί από τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος ότι η επιλογή του ονόματος του πρώην πεθερού του δεν είναι προς το συμφέρον του τέκνου, διότι θα επηρεάσει την ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη του ανήλικου", και συνεπώς καθίσταται φανερό ότι οι ανωτέρω, ενδιάμεσες, παραδοχές διατυπώθηκαν εκ παραδρομής. Κατά συνέπεια, οι τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος από τον αρ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. 5. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1α' του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να κρίνει ότι ορθώς το Πρωτοδικείο όρισε το δοτέο όνομα του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων σε Α. (όνομα μητέρας από πατρική γραμμή) και για δεύτερο όνομα Κ. (όνομα πατέρα από μητρική γραμμή),και να μην ορίσει για δεύτερο όνομα το όνομα "Α." (όνομα μητέρας από μητρική γραμμή) παραβίασε κανόνα εθίμου, που επικρατεί σ' όλη την ελληνική επικράτεια, βάσει του οποίου είναι τιμητικό και δηλωτικό σεβασμού κατά τις ελληνικές παραδόσεις στο πρόσωπο της μάμμης από μητρική γραμμή, που βοηθά στην ανατροφή του ανήλικου και συνδράμει την μητέρα αυτού. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι τα επικαλούμενα ανωτέρω περιστατικά δεν συνιστούν "έθιμα" με την προεκτιθέμενη έννοια, δηλαδή της μακράς, αδιάκοπης και ομοιόμορφης άσκησης με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου. 6. Σύμφωνα με τον αριθμ. 8 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως πράγματα,των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005,Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος ,που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020). Ούτε ιδρύεται ο σχετικός λόγος αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014,1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/1996). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πραγματικό ισχυρισμό του που προέβαλε με την αγωγή του, και επανέφερε στο Εφετείο ότι πρέπει να δοθεί στο ανήλικο τέκνο του ως δεύτερο κύριο όνομα το όνομα "Α." (όνομα μητέρας από μητρική γραμμή) και όχι Κ. (όνομα πατέρα από μητρική γραμμή), διότι δεν είναι προς το συμφέρον του τέκνου να φέρει το όνομα ενός ανθρώπου, ήτοι του πατέρα της αναιρεσίβλητης που προσβάλει και υβρίζει τον ίδιο, πατέρα της ανήλικης, σκαιότατα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, ουσιαστική κρίση του Εφετείου. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, κατά τη διαμόρφωση του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το αληθινό συμφέρον του ανηλίκου, αναφέροντας την επικαλούμενη σχετική αντίθεσή του με τη ρητή μνεία "αντιπροτείνοντας το διπλό όνομα, που προέρχεται από το όνομα της μητέρας του "Α." και "Α." το όνομα της πρώην πεθεράς του, προβάλλοντας έντονες αντιρρήσεις για το όνομα του πρώην πεθερού του (Κ.)..." και τους απέρριψε "εκ του πράγματος", μη υποπίπτοντας, συνακόλουθα, στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. 7. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-4-2022 αίτηση του Π. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1226/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ