Αριθμός 1619/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, για αναίρεση της 395 και 402/2004 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1827/2004. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντο που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ.1 του ν.3160/2003, "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Ορίζει δε η παράγραφος 2 του άρθρου 340, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 παρ.1 του ν.3160/2003 και ακολούθως με το άρθρο 13 του ν.3346/2005, ότι "σε πταίσματα, πλημμελήματα και (από την 17-6-2005, ημέρα έναρξης της ισχύος του ν.3346/2005)κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του...Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του διενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι θεωρείται πως είναι παρών ο εκκαλών, στην περίπτωση κατά την οποία, προς υποστήριξη της έφεσής του, δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως, αλλά δια του συνηγόρου του, τον οποίο ο ίδιος διόρισε με έγγραφη δήλωσή του για να τον εκπροσωπήσει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ.1 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ.1 του ν.3160/2003, "αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση", κατά δε το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ.2 του ν.3160/2003, "Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329 - 338, 340, 344, 347, 349, 352, 357 - 360, 366 - 373". Από τις διατάξεις αυτές, εκείνη του άρθρου 344 παρ.1 εδάφ. α΄ ορίζει ότι "η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας". Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 501 ΚΠΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 48 παρ.3 του ν.3160/2003, "αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανισθεί, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών". Από τις τελευταίες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι, αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια, μετά την έναρξη της συζήτησης, αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 ΚΠΔ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει, για την ομοιότητα της περίπτωσης, κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια, μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε και στη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Η άποψη αυτή συνάδει και με τη σκέψη που διατυπώνεται στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου ΚΠΔ για την αιτιολόγηση της ρύθμισης του άρθρου 501 παρ.1 ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία εκείνος ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεσή του σιωπηρά παραιτείται από αυτήν, αναγνωρίζοντας την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό την έννοια ότι δεν είναι νοητό η μετ' αναβολή μη εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εμφανισθεί και υποστηρίξει την έφεσή του σε προγενέστερη συζήτησή της, να θεωρείται ως σιωπηρή παραίτησή του από την έφεσή του και αναγνώριση της απόφασης που προσέβαλε. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία. Διαφορετικά, η απόφαση του εφετείου είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η΄ του ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2006). Περαιτέρω κατά το άρθρο 501 παρ.1 ΚΠΔ "αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόροου του, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη... Η διάταξη του άρθρου 349 του ίδιου Κώδικα για αναβολή της συζήτησης, εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος, που δεν μπόρεσε να εμφανισθεί για λόγους ανώτερης βίας κλπ. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση, με την οποία συμπροσβάλλεται και η προπαρασκευαστική απόφαση που απέρριψε αίτημα αναβολής. Εξ άλλου η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κύρια απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την 61,62,63/2003 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε συνολική ποινή κάθειρξης, δέκα ετών και δέκα τεσσάρων μηνών, για απόπειρα ανθρωποκτονίας, επικίνδυνη σωματική βλάβη, σωματική βλάβη από αμέλεια, απρόκλητη φθορά ξένης ιδιοκτησίας, διατάραξη της ασφαλείας της συγκοινωνίας και πλαστογραφία με χρήση. Κατά της πιο πάνω απόφασης αυτός άσκησε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου-Αθηνών έφεση, Κατά την εκδίκασή της, που είχε οριστεί για την 24 Σεπτεμβρίου 2004, εμφανίσθηκε ο κατηγορούμενος ο οποίος υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, λόγω αδυναμίας του συνηγόρου του, Δικηγόρου Αθηνών Περικλή Σταυριανάκη να προσέλθει στην εν λόγω δικάσιμο και να τον υπερασπισθεί, διότι απουσίαζε στην Αγγλία για λόγους υγείας. Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από τα τακτικά μέλη του, εξέδωσε την υπ'αριθμ. 395/2004 απόφασή του, η οποία έχει ως εξής: "Κατ΄άρθρον 8 παρ. 1 ΚΠΔ το Μικτό Ορκωτό Εφετείο συγκροτείται από τον Πρόεδρο Εφετών, δύο Εφέτες και τέσσερες ενόρκους. Προσθέτως, κατ΄αρθρον 377 παρ.2 εδάφ. α' ΚΠΔ η σύνοδος του Δικαστηρίου διαρκεί είκοσι τέσσερες ημέρες και διαιρείται σε δύο δωδεκαήμερες περιόδους. Η σύνοδος δεν μπορει να παραταθεί πέραν των είκοσι τεσσάρων ημερών... Περαιτέρω, στο άρθρο 378 παρ.1 εδάφ. β' ΚΠΔ ορίζεται: επίσης κάθε χρόνο μέσα στον Ιούνιο ο Εισαγγελέας Εφετών ορίζει με διάταξη τη συγκρότηση του παραπάνω Δικαστηρίου για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο,.... Η δευτέρα δωδεκαήμερος περίοδος της συνόδου του Δ/ρίου τούτου λήγει την 27-9-04. Ο κατηγορούμενος, επικαλούμενος το ανωτέρω κώλυμα του πληρεξουσίου αυτού δικηγόρου, ζητά κατά τα ως άνω, είτε την αναβολή της δίκης είτε ολιγοήμερη διακοπή αυτής. Το Δικαστήριο, εν όψει της λήξης της δευτέρας δωδεκαημέρου περιόδου της συνόδου, χωρεί στη συγκρότηση του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου και διορίζει αυτεπαγγέλτως συνήγορο του κατηγορουμένου τον Αθανάσιο ΄Εξαρχο δικηγόρο Αθηνών, αφού δεν υπήρχε, άλλος κανείς από τον πίνακα που έχει καταρτιστεί, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠΔ και έθεσε στη διάθεσή του τη δικογραφία για να την μελετήσει, και μόνον να παραστεί κατά την κλήρωση των ενόρκων". Μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης και την γενόμενη κλήρωση των ενόρκων, το ως άνω Δικαστήριο, δεχόμενο το αίτημα του κατηγορουμένου, διέκοψε την συνεδρίασή του για την 29-4-04 ημέρα Τετάρτη και ώρα 9 π.μ. κατά την οποία όπως αναγράφεται στα πρακτικά, ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι θα παραστεί μετά τον απουσιάζοντα πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη ή άλλον που ο ίδιος θα έχει επιλέξει και διορίσει. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου κατά την 29-9-2004, κατά την οποία επαναλήφθηκε η διακοπείσα κατά την 24-9-2004 συνεδρίασή του, δεν εμφανίσθηκε ο εκκαλών κατηγορούμενος, αλλά, αντί αυτού εμφανίσθηκε ο Μ1, ο οποίος εξετασθείς ενόρκως κατέθεσε τα εξής "Σήμερα το πρωϊ βρισκόμουν στην πιάτσα ταξί στην είσοδο του Τζανείου Νοσοκομείου και με φώναξε κάποιος κύριος με πυτζάμες, με πλήρωσε είκοσι ευρώ για τον χρόνο μου και με παρακάλεσε να φέρω αυτό το φάκελο και να το προσκομίσω με αυτά τα χαρτιά. Τον κύριο αυτόν δεν τον γνώριζα". Στη συνέχεια αναγνώσθηκαν με πρόταση του Εισαγγελέα και εντολή του Προέδρου τα προσκομισθέντα από τον πιο πάνω μάρτυρα έγγραφα, ήτοι: το με ημερομηνία 29-9-2004 υπόμνημα-αίτηση του Χ1 το υπ'αριθμ. πρωτ. .... πιστοποιητικό του Περ. Γεν. Νοσοκομείου Πειραιά "ΤΖΑΝΕΙΟ", το υπ'αριθμ. πρωτ. ..... Εξιτήριο Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά "ΤΖΑΝΕΙΟ" και βιοχημικός έλεγχος του συγχρόνου διαγνωστικού και ερευνητικού κέντρου "ΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ". Το Δικαστήριο, ακολούθως, απέρριψε το αίτημα αναβολής ως ουσιαστικά αβάσιμο και την έφεση ως ανυποστήρικτη, με την εξής αιτιολογία, όσον αφορά την παρεμπίπτουσα αυτή απόφασή του "Επειδή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε και υπέβαλε αίτημα αναβολής, επικαλούμενος: α) λόγους υγείας τους ως και ότι: β) ο άνω δικηγόρος αυτού "για λόγους υγείας ευρίσκεται εκτός Ελλάδας και όπως πληροφορήθηκε θα επιστρέψει μετά την 6-12-2004. Το αίτημά του περί αναβολής της δίκης είναι νόμιμο, παραδεκτώς υποβάλλεται και πρέπει να εξετασθεί κατ΄ουσίαν. Κατ΄αρχήν, δεν αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ασθενής. Βεβαίως προσκομίζεται το υπ'αριθμ. πρωτ. ..... πιστοποιητικό του Περ. Γεν. Νοσ.Πειραιά "ΤΖΑΝΕΙΟ" από το οποίο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο αυτό από .... έως ....., χωρίς όμως να προκύπτει από το πιστοποιητικό αυτό, αλλά ούτε και από τον άνω εξετασθέντα μάρτυρα Μ1 ότι ο κατηγορούμενος πάσχει σήμερον της υγείας του και μάλιστα ότι πάσχει από ασθένεια που τον εμποδίζει να εμφανιστεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου. Ας σημειωθεί δε ότι, καίτοι στο άνω ιατρικό πιστοποιητικό αναγράφεται ημερομηνία έκδοσης η 21-9-04, παραδόξως και περιέργως ο κατηγορούμενος δεν το επικαλέσθηκε διόλου κατά τη συνεδρίαση της 24-9-04. Μάλιστα, δε, γενομένης έρευνας παρά του Δ/ρίου τούτου, το ανωτέρω Νοσοκομείο βεβαιώνει ότι κατηγορούμενος σήμερον στο ως άνω Νοσοκομείο (βλεπ. το υπ'αριθμ. πρωτ. ..... έγγραφον του ως άνω Νοσοκομείου). Αλλά και το υπό του κατηγορουμένου επικαλούμενο κώλυμα του δικηγόρου αυτού δεν αποδεικνύεται βάσιμο και ως τέτοιο πρέπει ν'απορριφθεί. Ειδικότερον, δεν αποδεικνύεται, αφού δεν προσκομίζεται ούτε ένα αποδεικτικό μέσο, αν πράγματι πάσχει η υγεία του πληρεξουσίου αυτού δικηγόρου, σε ποια χώρα της αλλοδαπής και σε ποιο νοσοκομείο νοσηλεύεται ως και για ποια αιτία. Μετά τα ανωτέρω και, εν όψει του γεγονότος, ότι η υπόθεση αυτή δικάζεται μετ΄αναβολή, το Δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα αναβολής". Εν όψει των ανωτέρω που προκύπτουν από τα πρακτικά της δίκης, εφόσον δεν είχε αρχίσει η συζήτηση της έφεσης, δεν είχε αναπτυχθεί αυτή από τον εισαγγελέα, ούτε είχε γίνει τυπικά δεκτή, το δε από τους τακτικούς δικαστές συγκροτηθέν Δικαστήριο δεν είχε φθάσει στην εκφώνηση του καταλόγου των μαρτύρων ούτε κατά την αρχική δικάσιμο της 24-9-2004 ούτε κατά την μετά την διακοπή αυτής επαναληφθείσα, της 29-9-2004, ορθώς σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το Μικτό Ορκωτό Εφετείο θεώρησε απόντα τον κατηγορούμενο κατά την νέα μετ΄αναβολή δικάσιμο και δεν υπερέβη την εξουσία του με το να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Περαιτέρω το Μικτό Ορκωτό Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του την από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη αιτιολογία, αφού αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα στα προσκομισθέντα από τον μάρτυρα έγγραφα και την κατάθεση αυτού τα οποία έλαβε υπόψη του και τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην απορριπτική του κρίση και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 1-11-2004 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 395 και 402/2004 απόφασης του Α΄ Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ