Αριθμός 168/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Σινάνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Χ., 2) Α. Π. - Κ., 3) Ζ. Κ. - Μ., 4) Α. Ι., 5) Π. Γ. - Α., 6) Ν. Π., 7) Β. Κ., 8) Ε. Χ., 9) Ε. Β., 10) Α. Χ., 11) Ε. Μ., 12) Ι. Α., 13) Μ. Ρ., 14) Ά. Π., 15) Δ. Τ., 16) Ό. Π., 17) Α. Π., 18) Χ. Κ., 19) Μ. Μ., 20) Ε. Π., 21) Π. Σ., 22) Ά. Π., 23) Κ. Χ., 24) Ε. Π., 25) Χ. Λ., 26) Ε. Λ., 27) Ε. Α., 28) Δ. Ζ., 29) Χ. Π., 30) Δ. Τ., 31) Ε. Π., 32) Α. Κ., 33) Δ. Τ., 34) Ν. Γ., 35) Δ. Κ., 36) Γ. Σ., 37) Ι. Μ., 38) Δ. Π., 39) Χ. Κ., 40) Δ. Η., 41) Κ. Π., 42) Μ. Κ., 43) Ι. Η., 44) Σ. Π., 45) Γ. Χ., 46) Α. Α., 47) Ε. Μ., 48) Ε. Χ., 49) Δ. Ξ. και 50) Δ. Σ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι υπάρχει αλλαγή του επωνύμου της 24ης των αναιρεσιβλήτων, από "Ε. Π." σε "Ε. Π.". Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4693/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-2-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 10-12-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά την διάταξη του άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με την διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 11/2008, 31/2007, 3/2006 και 38/2005), μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 3/2009). Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό, στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρ. 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα αρθρ. 87 §§ 1 και 2, 93 § 4 και 120 § 2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρ. 80 § 1 του Συντ., κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΟλΑΠ 28/1992, 13/91). Περαιτέρω, κατά το άρθ. 13 § 1 ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθ. 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την §2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "§1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. §2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. §3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. §4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους... §6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14 § 2 ν. 3016/2002, η ρύθμιση της §1, δηλ. της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθ. 13 ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές (71) κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (και στην συνέχεια από το ν. 3205/2003) καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ (μεταξύ άλλων η ως άνω παροχή χορηγήθηκε με την ΚΥΑ 2/32172/0022/2002, ΦΕΚ Β'870, σε όλους τους διοικητικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, των ΑΕΙ και ΤΕΙ κ.λπ). Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθ. 14 ν. 3016/2002 και 1 ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 € από 1-1-2002 και σε 176 € από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κύησης κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων, και αναφέρουν ως δικαιουμένους την παροχή αυτή όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί την χορήγησή της ειδικά στους υπαλλήλους αυτούς, ενώ και κατ' άρθ. 1 § 13 ν. 3029/2002 η παροχή αυτή λαμβάνεται υπόψη στην βάση του υπολογισμού της σύνταξης των εφεξής εξερχομένων από την υπηρεσία. Ενώ δηλ. η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθ. 14 ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις εκδοθείσες στην συνέχεια υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι αυτοί δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι με την χορήγηση της παροχής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την προϋπόθεση αυτή και αφετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ναι μεν με το άρθ. 28 § 4 ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από 1-1-2004 (άρθ. 56 του νόμου αυτού) το ως άνω άρθ. 14 ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του για την χορήγηση των ως άνω ειδικών παροχών, ορίσθηκε, όμως, με το άρθ. 24 § 2 του ανωτέρω ν. 3205/2003 ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειουμένη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθ. 12 ν. 3205/2003, ενώ και με το άρθ. 2 § 3 ν. 3336/2005 η ίδια παροχή χορηγήθηκε και σε όσους διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν ήδη η παροχή αυτή ως προσωπική διαφορά. Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθ. 14 ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου (των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ) που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, ανεξάρτητα από τον φορέα, το είδος και τις συνθήκες εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού. Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, έστω και αν συνδέεται με το Δημόσιο με σύμβαση εργασίας (όχι μόνον αορίστου αλλά και) ορισμένου χρόνου ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 588/2011, αφού με τις ΚΥΑ 20206439/ 3480/0022/1997, ΦΕΚ Β' 462, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 24 ν. 2470/1997, και 2/7093/0022/2004, ΦΕΚ Β' 215, επεκτάθηκαν, αντίστοιχα, από 1-1-1997 και 1-1-2004 και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου και ορισμένου χρόνου, οι διατάξεις τους για τις τακτικές αποδοχές, τα τακτικά επιδόματα, τα επιδόματα εορτών και αδείας, τα διατηρούμενα επιδόματα και παροχές, κίνητρο απόδοσης κ.λπ., δηλ. οι διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης), δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτή, την οποία μόνο από την 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης (ΑΠ 306/ 2011). Λόγω της προαναφερθείσας πλήρους αποδέσμευσης και αυτονόμησης της παροχής αυτής, που αποτελεί πλέον γενική μισθολογική παροχή, από το είδος, την φύση και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας, είναι αυτή ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του άρθ. 14 ν. 3016/2002, με τυχόν άλλες καταβαλλόμενες παροχές που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας και αποτελούν αποζημίωση ή αμοιβή για πρόσθετη απασχόληση, οι οποίες, επομένως, δεν παρεμποδίζουν την γέννηση της αξίωσης για την καταβολή της παροχής αυτής. Έτσι, από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στις απολαβές που συμψηφίζονται με την ως άνω ειδική παροχή περιλαμβάνονται οι πρόσθετες μισθολογικές παροχές (εκτός αυτών που χορηγούνται για υπερωριακή εργασία κ.λπ.) που λαμβάνουν όλοι οι υπάλληλοι συγκεκριμένης κατηγορίας έναντι της συνήθους απασχόλησής τους εντός του νομίμου ωραρίου της εργασίας τους, με οποιανδήποτε ονομασία και αν τους χορηγούνται, όχι, όμως, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το εκάστοτε μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (άρθ. 8 του ν. 2470/1997 και στην συνέχεια του ν. 3205/2003). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθ. 8 § 4 ν. 2470/1997 χορηγήθηκε τακτικό επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης στους εκπαιδευτικούς λειτουργούς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οριζόμενο στα εκεί αναφερόμενα ποσά και αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος σύμφωνα με τον προβλεπόμενο στην ίδια διάταξη τρόπο. Το επίδομα αυτό (εξωδιδακτικής απασχόλησης) είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης από τους εκπαιδευτικούς εργασίας, που είναι η διδασκαλία και η προετοιμασία της, διατηρηθέν, προδήλως για τον λόγο αυτόν, με το άρθ. 8 § 3 ν. 3205/2003 (που όρισε το ύψος του σε 302€, αλλά στην συνέχεια και με το άρθ. 8 § 1 ν. 3833/2010, με το οποίο απλά καταργήθηκε η προβλεπομένη αναπροσαρμογή του), ενώ η επίδικη ειδική παροχή του άρθ. 14 ν. 3016/2002, που δεν συναρτάται κατά τα προεκτεθέντα με ειδικές συνθήκες εργασίας, συνιστά ευθεία και γενική αύξηση του μισθού, η οποία χορηγείται σε όλους τους υπαλλήλους, με τις παραπάνω προϋποθέσεις, χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους και μη, ως εκ τούτου δε οι δύο αυτές παροχές είναι ανεπίδεκτες συμψηφισμού και αλληλοκάλυψης και επομένως δεν είναι νόμιμη η μη καταβολή της παροχής του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ή η καταβολή αυτής μειωμένης κατά το μέρος που καλύπτεται από το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης, αφού έτσι εισάγεται αδικαιολόγητη εξαίρεση και άνιση μεταχείριση των εκπαιδευτικών που, αν και αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, δεν λαμβάνουν την ειδική ως άνω παροχή, έναντι των υπαλλήλων που την λαμβάνουν, καθόσον με την αντίθετη εκδοχή θα παραβιαζόταν η αρχή της ισότητας με την αυθαίρετη εξομοίωση κατηγοριών υπαλλήλων που παρέχουν την εργασία τους κάτω από διαφορετικές συνθήκες (ΑΠ 306/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κρίνοντας ως Εφετείο επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων (και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική αυτή δίκη) με αντικείμενο αξιώσεις για την καταβολή της ειδικής μισθολογικής παροχής των 176 € μηνιαίως, με την αναιρεσιβαλλομένη 4693/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες εκπαιδευτικοί λειτουργοί προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου μερικοί απ' αυτούς και ορισμένου οι υπόλοιποι, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο Υπουργείο Παιδείας ως εκπαιδευτικοί και ως προσωρινοί αναπληρωτές εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε διαφορετικές ειδικότητες έκαστος, από το έτος 2001 έως 2006, υπήχθησαν δε όλοι στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως καθιερώθηκε και ισχύει από 1-1-1997 και μετά με το ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 με το ν. 3205/2003, ότι παρά ταύτα δεν ελάμβαναν την επίδικη μισθολογική παροχή, της οποίας η χορήγηση συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων που υπάγονται στο ως άνω μισθολογικό καθεστώς και δεν συναρτάται με καμία άλλη προϋπόθεση (ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, είδος εργασίας κ.λπ.) και ως εκ τούτου η μη χορήγησή της (και στους ενάγοντες) συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, αφού ακόμη και μετά την κατάργηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων με το άρθ. 28 § 4 ν. 3205/2003 η παροχή αυτή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά, μειουμένη μόνο από μελλοντικές χορηγήσεις κατά τα προβλεπόμενα από την ίδια διάταξη, χωρίς ν' ασκεί επιρροή για την επιδίκαση της παροχής αυτής ούτε το γεγονός ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ούτε από το ότι έλαβαν κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα της απασχόλησής τους και το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης, σύμφωνα με τα άρθ. 8 ν. 2470/1997 και 8 ν. 3205/2003, αφού αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης από τους εκπαιδευτικούς εργασίας (διδασκαλία και προετοιμασία αυτής), ενώ η επίδικη παροχή αποτελεί γενική προσαύξηση μισθού όλων των υπαλλήλων, χαμηλόμισθων ή μη, και κατά συνέπεια οι παροχές αυτές (ως άνω επίδομα και ειδική μηνιαία παροχή) είναι ανεπίδεκτες αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού κατά την έννοια του άρθ. 14 ν. 3016/2002, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και αφού έκρινε, ότι ως προς μερικούς από τους αρχικά ενάγοντες οι επίδικες αξιώσεις τους είχαν παραγραφεί εξ ολοκλήρου και ως προς άλλους κατά ένα μέρος, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή ως προς ορισμένους ενάγοντες και την δέχθηκε εν μέρει, κατά τις ως άνω διακρίσεις, ως προς τους λοιπούς, τους ήδη αναιρεσίβλητους, επιδικάζοντας τα εκεί αναφερόμενα ποσά. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως είναι αβάσιμοι όλοι οι περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται ειδικότερα οι αιτιάσεις ότι (α) δικαιούχοι της ειδικής αυτής παροχής είναι οι μόνιμοι και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπάλληλοι του Δημοσίου, όχι δε, όπως εσφαλμένα έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, και οι αναιρεσίβλητοι που συνδέονται με το Δημόσιο με συμβάσεις ορισμένου χρόνου (β) εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι η επίδικη ειδική παροχή είναι ανεπίδεκτη συμψηφισμού και αλληλοκάλυψης με το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης που λαμβάνουν οι αναιρεσίβλητοι και (γ) επίσης εσφαλμένα κρίθηκε ότι η καταβολή της ειδικής αυτής παροχής μετατράπηκε σε γενικό κανόνα που προσαυξάνει τον καταβαλλόμενο μισθό και επομένως η κατ' εξαίρεση μη χορήγηση της παροχής αυτής σε ορισμένες μόνο κατηγορίες υπαλλήλων οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της αρχής της ισότητας. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, όπως αυτά καθορίζονται σύμφωνα με το άρθ. 22 ν. 3693/1957 και την ΥΑ 134423/1993, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-2-2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4693/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ