Αριθμός 1486/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Γρατσία-Πλατή, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Μ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ευγενίας Σούλα και κατέθεσε προτάσεις, και 2. Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " …"και τον διακριτικό τίτλο " …" Α.Β.Τ.Ε. που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής καθολικής διαδόχου της ομόρρυθμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία " …. και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία μετατράπηκε στην ανωτέρω συσταθείσα ανώνυμη εταιρία και η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ελευθέριο Λεβέντη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 4226/2004 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικο στην παρούσα δίκη και τις 17799/2004, 35762/2004 και 40035/2004 παρεμπίπτουσες αγωγές, καταθέσεις προσεπίκλησης των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:11781/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1889/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-6-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 27-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 του Π.Δ/τος 237/1986 (ν.489/1976) το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης, σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικό ατύχημα στις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις μεταξύ των οποίων και όταν το ατύχημα προήλθε από ανασφάλιστο όχημα (περ.β). Εξάλλου κατά την παράγραφο 3 εδ.α' του ιδίου ως άνω άρθρου "στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου το ζημιωθέν πρόσωπο έχει ιδία αξίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, όχι όμως και κατά των μελών αυτού". Ακόμα, κατά την παράγραφο 4 του αυτού ως άνω άρθρου "το Επικουρικό Κεφάλαιο με την καταβολή της αποζημίωσης, υποκαθίσταται σε όλα τα εξ αιτίας του ατυχήματος δικαιώματα του προσώπου που ζημιώθηκε, έναντι του υπόχρεου προς αποζημίωση ή του ασφαλιστή αυτού. Κατ' εξαίρεση στην περίπτωση δ' της παραγράφου 1 (πτώχευση ασφαλιστή ή άκαρπη η κατ'αυτού εκτέλεση ή ανάκληση άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης) το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν υποκαθίσταται στα εξαιτίας του ατυχήματος δικαιώματα του προσώπου που ζημιώθηκε έναντι του υπόχρεου για αποζημίωση, υποκαθίσταται όμως στο κατά το άρθρο 10 του Ν.Δ. 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχείρησης ασφάλισης" προνόμιο του ασφαλισμένου". Η ανωτέρω υποκατάσταση έχει την έννοια της ex leje μεταβίβασης της απαίτησης αποζημίωσης στο ΕΚ. Η μεταβίβαση αυτή συνοδεύεται με όλα τα κατά το χρόνο της μεταβίβασης πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της απαίτησης που μεταβιβάζεται. Ο υπόχρεος προς αποζημίωση δικαιούται να αντιτάξει κατά τον ΕΚ τις ενστάσεις που θα μπορούσε να προβάλλει αν ενήγετο όχι από το ΕΚ, αλλά από τον παθόντα (ΑΠ 64/2011). Δηλαδή ο υπόχρεος προς αποζημίωση, όταν ενάγεται με βάσει τον μηχανισμό της υποκατάστασης από το ΕΚ δικαιούται να αντιτάξει κατά του τελευταίου τις ερειδόμενες στο νόμο 489/1946 ενστάσεις, ενόψει του ότι παραγωγικός λόγος της αξιώσεως αυτού (ΕΚ) δεν είναι αδικοπραξία, αλλά απευθείας ο νόμος, ήτοι οι προαναφερθείσες διατάξεις του ν.489/1976, με τις οποίες καθορίζονται οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της σχετικής ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου (ΑΠ 1080/2011 και ΑΠ 883/2006). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 16 παρ.1 και 3 του ν. 551/1915 όπως κωδικοποιήθηκε με το από 24.7/25-8-1920 β.δ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 38 εδ.α' του ΕισΝΑΚ και 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του α.ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", συνάγεται ότι όταν ο παθών από ατύχημα, που έγινε έπειτα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής, υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, τότε ο εργοδότης του και ο προστηθείς στην εκτέλεση των εργασιών απαλλάσσονται από την υποχρέωση τους να αποζημιώσουν τον παθόντα (βλ. Ολ. ΑΠ 1117/ 1986, ΑΠ 906/2012). ) Η απαλλαγή όμως αυτή των παραπάνω προσώπων ισχύει στα πλαίσια των σχέσεων τους με τον παθόντα εργαζόμενο και δεν ισχύει έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου, όταν συνενάγεται με τα ανωτέρω πρόσωπα (εργοδότη και κυρίου του οχήματος με το οποίο προκλήθηκαν οι σωματικές βλάβες από υπαιτιότητα (αμέλεια) του προστηθέντος από τον εργοδότη ως οδηγού του οχήματος. Στη συνέχεια όμως, όταν ενάγονται τα παραπάνω δυο πρόσωπα από το ΕΚ με βάση τον μηχανισμό της υποκατάστασης, υποχρεούνται να καταβάλουν στο ΕΚ ότι εκείνο κατέβαλε ή έχει υποχρεωθεί δικαστικώς να καταβάλει στον παθόντα (αποζημίωση για τις ζημίες του και χρηματική ικανοποίηση), ανεξαρτήτως του ότι τ'ανωτέρω δυο πρόσωπα ως εναγόμενοι απ'ευθείας από τον παθόντα και ασφαλισμένο σε κάποιο ασφαλιστικό οργανισμό υποχρεώθηκαν να καταβάλουν σ'αυτόν μόνο την επιδικαζόμενη χρηματική ικανοποίηση. Και τούτο γιατί το ΕΚ υπεισήλθε στη δίκη και κατέστη υπόχρεο για την καταβολή αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποίησης εξαιτίας της παράνομης και ποινικά κολάσιμης ( άρθρο 12 του ΠΔ/τος 237/1986) παράλειψης του κυρίου ή (και) κατόχου να έχει ασφαλισμένο το όχημά του που είχε θέσει σε κυκλοφορία και με το οποίο προκλήθηκαν σωματικές βλάβης στον τρίτο? εξάλλου η αξίωση αυτού (ΕΚ) με την υποκατάσταση του στα δικαιώματα του ζημιωθέντος έχει διαφορετική νόμιμη θεμελίωση από την αξίωση του τελευταίου έναντι του υποχρέου προς αποκατάσταση των ζημιών του κατά τον εργοδότη και του προστηθέντος απ'αυτόν, με τη διάκριση ότι η τελευταία περιορίζεται μόνο στην επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω του χαρακτήρα του ιδίου ατυχήματος ως εργατικού (ένεκα του οπίου ο εργοδότης και ο υπ'αυτού προστηθείς υποχρεούνται μόνο για την επιδικαζόμενη στον παθόντα τρίτο χρηματική ικανοποίηση) ενώ το ΕΚ, που εμπλέκεται αναιτίως και εγγυητικά στο ίδιο ατύχημα, που είναι και αυτοκινητικό, υποχρεώνεται και στην πληρωμή της αποζημίωσης του παθόντος τρίτου. Επομένως το ΕΚ σύννομα στη συνέχεια επιδιώκει την καταβολή τους με την αναγωγή του κατά του εργοδότη και του απ'αυτόν προστηθέντος - κυρίου και κατόχου του ανασφάλιστου οχήματος με το οποίο προκλήθηκαν οι ζημίες στον παθόντα. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και 4/2005). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ'άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 27-10-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή του (που είναι ενωμένη στο ίδιο δικόγραφο με την ανακοίνωση-δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση) το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο ζήτησε από τους αναιρεσιβλήτους και τους μη διαδίκους στην προκειμένη αναιρετική δίκη Ν. Κ., την εταιρία …, και τον Α. Δ., να υποχρεωθούν να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος, οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει στον ενάγοντα της κυρίας αγωγής Σ. Σ. και ειδικότερα ο μεν πρώτος αναιρεσίβλητος ως υπαίτιος οδηγός και ιδιοκτήτης του ανασφαλίστου φορτωτή με τον οποίο τραυμάτισε τον ασφαλισμένο στο ΙΚΑ ως άνω κυρίως ενάγοντα, η δε δεύτερη αναιρεσίβλητη ως προστήσασα τον πρώτο στην εκτέλεση εργασιών στον προαύλιο χώρο του εργοστασίου της εταιρείας με την επωνυμία " …" (εργοδότριας του όλου έργου), επί τις υποδείξεως της, καίτοι γνώριζε ότι ο φορτωτής ήταν ανασφάλιστος και στερείτο συστήματος ηχητικής προειδοποίησης κατά την όπισθεν κίνησή του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης) με την υπ'αρ. 11781/2006 απόφασή του, συνεκδικάζοντας την κυρία αγωγή, και τις προσεπικλήσεις και σωρευμένες με αυτές παρεμπίπτουσες αγωγές, εκτός των λοιπών δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του Σ. Σ. κατά του αναιρεσείοντος (Επικουρικού Κεφαλαίου) και του Α. Μ. και υποχρέωσε το ΕΚ να καταβάλει στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αρχικώς ενάγοντα που απεβίωσε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, το ποσό των 27574 ευρώ, εις ολόκληρον με τον Α. Μ., του οποίου την ευθύνη περιόρισε στο ποσό των 10.000 ευρώ (δηλονότι ισόποσο της επιδικαζόμενης στον κυρίως παθόντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης). Με την ίδια ως άνω απόφαση έγινε δεκτή εν μέρει η παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή) του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου (και) κατά των αναιρεσιβλήτων, που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας αυτών μόνο το προαναφερόμενο ποσό των 10.000 ευρώ που υποχρεωνόταν το ΕΚ να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες, πλέον του ποσού των 17574 ευρώ για τις λοιπές ζημίες τους, μετά την καταβολή του εν λόγω ποσού από το ΕΚ στους κυρίως ενάγοντες, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης αυτών (αναιρεσιβλήτων) περί περιορισμού της ευθύνης τους και έναντι του ΕΚ μόνο κατά το ποσό των 10.000 ευρώ (ισόποσο εκείνου της επιδικαζόμενης στους κυρίως ενάγοντες χρηματικής ικανοποίησης). Κατά της προμνημονευόμενης πρωτόδικης απόφασης άσκησε το ήδη αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο την από 31-5-2006 έφεσή του επί της οποίας μετά την συνεκδίκασή της με τις λοιπές εφέσεις κατά της ίδιας απόφασης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 1889/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την ως άνω έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου επικυρώνοντας ως προς το κεφάλαιο αυτό (της περιορισμένης ευθύνης των παρεμπιπτόντων εναγομένων) την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα που αφορούν την αναιρετική δίκη; "Ο Σ. Σ. εργαζόταν με διαδοχικές συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με την ειδικότητα του οικοδόμου στην ομόρρυθμη εμπορική εταιρία με την επωνυμία " … τεχνική εταιρία", στην εκτέλεση ιδιωτικών τεχνικών έργων. Η ως άνω εταιρία τον Αύγουστο του 2002 είχε καταρτίσει σύμβαση έργου με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία " …" που εδρεύει στο ... δυνάμει της οποίας ανέλαβε τη διαπλάτυνση, διαμόρφωση και ασφαλτόστρωση, μετά την αφαίρεση του παλαιού ασφαλτοτάπητα, του προαυλίου χώρου του εργοστασίου της τελευταίας, αντί ποσού 3200 δρχ/τμ. Τα μηχανήματα, υλικά, εργατικό προσωπικό για την εκτέλεση του άνω έργου είχε υποχρέωση να τα εξεύρει η εργολάβος εταιρία, οποία μπορούσε να συνεργαστεί και με ανεξάρτητους επιχειρηματίες στους οποίους μπορούσε να αναθέσει και υπεργολαβικά τμήματα του αναληφθέντος έργου, όπως πχ τις χωματουργικές εργασίες. Εις εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας, η εργολάβος εταιρία ξεκίνησε την εκτέλεση του έργου απασχολώντας δικό της εργατικό προσωπικό αλλά αναθέτοντας μεταξύ άλλων και τις χωματουργικές εργασίες σε άλλον υπεργολάβο. Ειδικότερα, η ίδια απασχολούσε ως εργατικό προσωπικό τον ενάγοντα της κυρίας αγωγής Σ. Σ., ο οποίος χειριζόταν μικρό τροχήλατο μηχάνημα κοπής ασφαλτοτάπητα ιπποδύναμης 8 KW, ήτοι μικρότερης των 17 HP ή ισοδύναμου 12,45 KW για την οποία δεν απαιτείτο άδεια χειριστή (βλ. το πδ 31/90 άρθρα 2 εδάφ.Θ, άρθρο 5 βάσει των οποίων άδεια απαιτείται για μηχανήματα ισχύος άνω των 17ΗΡ), τον Ι. Τ., που ήταν χειριστής μηχανήματος bob-cat (μικρός φορτωτής), τον οποίο απασχολούσε στη διαμόρφωση του χώρου στο σημείο διάστρωσης των αδρανών υλικών και τον Γ. Γ. ως εργοδηγό, ενώ ανέθεσε υπεργολαβικά τις εργασίες διάστρωσης αδρανών υλικών (χαλίκι 3α) στον Ι. Τ., που ήταν ο χειριστής μηχανήματος γκρέϊντερ, ενώ τις χωματουργικές εργασίες διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου, όπως και της μεταφοράς των αποξηλωμένων τμημάτων του ασφαλτοτάπητα και ισοπέδωσης του εδάφους, τις ανέθεσε υπεργολαβικά στον Α. Μ., ο οποίος ήταν χειριστής μηχανήματος φορτωτή, μάρκας INTERNATIONAL, διέθετε δε την απαιτούμενη από το νόμο άδεια χειριστή. Στις 7-8-2002 οι ανωτέρω εργάζονταν σε τμήμα του προαυλίου χώρου του εργοστασίου, εμβαδού περίπου 500 τμ, στο οποίο δεν είχαν αποπερατώσει ακόμα το συμφωνημένο έργο, στο εν λόγω δε τμήμα εργάζονταν μόνο άτομα της εργολάβου εταιρίας και δεν μετακινούνταν άτομα, μηχανήματα και φορτηγά της εργοδότριας εταιρίας, τα οποία εξυπηρετούνταν από άλλο σημείο του εργοστασίου που δεν είχε σχέση με το χώρο όπου εργάζονταν οι ανωτέρω. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η εργοδότρια εταιρία δεν επεφύλαξε στον εαυτό της το δικαίωμα διεύθυνσης και παροχής οδηγιών κατά την εκτέλεση του σχετικού έργου, ούτε παρείχε τέτοιες οδηγίες κατά την εκτέλεση... Ο ενάγων της κυρίας αγωγής, Σ. Σ., κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στην ίδια ευθεία με τον οδηγό του φορτωτή Α. Μ., ο οποίος συγκέντρωνε τα αποξηλωθέντα τμήματα του ασφαλτοτάπητα και τα χώματα του εμφανισθέντος εδάφους, τα οποία στη συνέχεια οδηγούσε στην έξοδο του εργοστασίου περνώντας πολλές φορές δίπλα από το χειριστή του ασφαλτοκόπτη, εναποθέτοντας τα σε φορτηγά της εργολάβου εταιρίας για απομάκρυνση. Ειδικότερα, και περί ώρα 14.30 μμ, ο οδηγός του φορτωτή φόρτωνε υλικά πραγματοποιώντας κινήσεις εμπρός και πίσω έχοντας στο οπίσθιο μέρος του τον ενάγοντα της κυρίας αγωγής Ο Οποίος χειριζόταν τον ασφαλτοκόπτη. Αυτός όμως είχε μέτωπο, έστω στο οπίσθιο μέρος, του φορτωτή αλλά αντίθετο από αυτό. Και οι δύο εργάζονταν σε μία ευθεία περίπου 20 μέτρων όταν σε κάποια στιγμή ο χειριστής του φορτωτή έκαμε όπισθεν πλησιάζοντας το χειριστή του ασφαλτοκόπτη, τον οποίο από έλλειψη της προσοχής και χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στο χειρισμό του φορτωτή δεν αντιλήφθηκε και επέπεσε επάνω του εγκλωβίζοντας τον μεταξύ του φορτωτή και του μηχανήματος του ασφαλτοκόπτη. Το μοιραίο αποφεύχθηκε, γιατί ακινητοποίησε το όχημα του από τις κραυγές πόνου του παθόντος αλλά και τις φωνές των λοιπών παρευρισκομένων που τον ειδοποίησαν, αντιληφθεντες και αυτοί το συμβάν από τις κραυγές του παθόντος. Η αμέλεια του επιτείνεται από το γεγονός ότι δεν είχε εφοδιάσει το όχημα του με κατάλληλη συσκευή εκπομπής ηχητικού αλλά και φωτεινού σήματος ώστε να προειδοποιεί για την κίνηση του. Σημειώνεται επίσης ότι δεν είχε ασφαλίσει το άνω όχημα του και για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, οπότε ανακύπτει περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου (άρθρα 314 ΠΚ, 330 ΑΚ, 21, 22, 37 ΚΟΚ, και για το γεγονός ότι ο ως άνω φορτωτής αποτελεί όχημα που υπάγεται τόσο στον ΚΟΚ αλλά και στην υποχρεωτική ασφάλιση... Στην ένδικη περίπτωση, επειδή υπήρχε εργολάβος όλου του έργου και δη η ΟΕ, με την επωνυμία " … τεχνική εταιρία", υπεύθυνη ήταν αυτή και όχι η κυρία του έργου εργοδότρια. Ακόμη η ανωτέρω που ήταν εργοδότης του ενάγοντος παθόντος όφειλε, εκτός από την τοποθέτηση "συντονιστή" των επιμέρους τμημάτων του όλου αυτού έργου, να τοποθετήσει σύμφωνα με το άρθρο 2, 3 παρ.1, 9 παράρτημα 1.2.2.2 του Π.Δ. 105/1995 "Ελάχιστες προδιαγραφές για την σήμανση ασφάλειας ή και υγείας στην εργασία σε συμμόρφωση με την Οδηγία 92/58/ΕΟΚ" επιπρόσθετα και σηματωρό, δηλαδή το κατάλληλο άτομο που θα καθοδηγούσε τα άτομα που εκτελούν χειρισμούς στα αντίστοιχα μηχανήματα ("χειριστές") ώστε να αποφευχθούν ατυχήματα. Καμία από τις άνω υποχρεώσεις της η ως άνω ενάγουσα ΟΕ δεν τήρησε, με αποτέλεσμα εξαιτίας και της συγκλίνουσας αυτής (μαζί με την αμέλεια του οδηγού του φορτωτή) απρονοησία της να επέλθει το ένδικο εργατικό ατύχημα". Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι το επίμαχο εργατικό ατύχημα και οι από αυτό προκληθείσες συνέπειες οφείλονται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) των παραπάνω προσώπων (ο οδηγός του φορτωτή και η παραπάνω εταιρία και ο νόμιμος αυτής εκπρόσωπος). Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε με την ίδια (αναιρεσιβαλλόμενη) απόφαση του ότι οι ανωτέρω ενέργειες και παραλείψεις είναι σαφές, ότι συνδέονται αιτιωδώς με την επέλευση του ατυχήματος, ενώ δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο της δικογραφίας ότι η εργοδότρια εταιρία, με την επωνυμία " …", επέδειξε αμέλεια, δεδομένου ότι δεν υποχρεούτο αυτή σε λήψη μέτρων ασφαλείας, ούτε προέστησε την εργολάβο εταιρία, εφ'όσον δεν επιφύλαξε στον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, καθώς και το δικαίωμα παροχής οδηγιών. Αντίθετα με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε ευθύνη του παθόντος Σ. Σ. στο ένδικο ατύχημα και δεν υπάρχουν στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε αμέλεια του, εφ' όσον δεν υπήρξε σ'αυτόν έλλειψη της αντικειμενικά οφειλόμενης προσοχής και συγκεκριμένα ο τελευταίος εργαζόμενος στην ασφαλτοκοπή ανύποπτος και αφοσιωμένος σ' αυτήν, ώστε να πραγματοποιείται σε ευθεία γραμμή και μη έχοντας πρόσωπο προς το φορτωτή δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τον κίνδυνο από την ενέργεια του οδηγού του τελευταίου ... Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι από το ένδικο ατύχημα ο παθών υπέστη ευμέγεθες υποδόριο αιμάτωμα στην οσφυϊκή χώρα, το οποίο παροχετεύθηκε, κάταγμα οπισθίου σφύρου και κεφαλής περόνης δεξιά και κάταγμα 4ου μεταταρσίου αριστερά... Κρίθηκε ανίκανος για εργασία, με τις υπ' αριθμ. 81/4.2.2003 και 743/2.12.2003 γνωματεύσεις του ΙΚΑ Αλεξάνδρειας - Ημαθίας, για το χρονικό διάστημα μέχρι 31.12.2003, ενώ με την υπ'αριθμ. 86/13.10.2004 γνωμάτευση, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί λόγω αναπηρίας, κρίθηκε ανίκανος για εργασία σε ποσοστό 51% για το χρονικό διάστημα από 27.7.2004 έως 31.7.2006. Στη συνέχεια όμως, την 15.12.2004, ήτοι μεταγενέστερα του κρισίμου διαστήματος της ένδικης αγωγής, υποβλήθηκε σε εγχείριση Ca στομάχου και επαναξιολογήθηκε το ποσοστό αναπηρίας του σε 90%, για το χρονικό διάστημα από 10-1-2005 έως 31-7-2007.... Ήτοι συνολικά από την εργασία του (ο ενάγων) απώλεσε εισοδήματα 28.379,15 + 1.528,5 + 1.528,5 + 764 + 764 = 32.964,15 ευρώ. Έναντι αυτών επιδοτήθηκε από το ΙΚΑ με το ποσό των 17.287,94 ευρώ οπότε η ζημία του από τον ανωτέρω λόγο ανέρχεται στο ποσό των 15.676,21 ευρώ, ενώ η συνολική περιουσιακή του ζημία ανέρχεται στο ποσό των 17.574,35 ευρώ. Τέλος, με βάση όσα εκτέθηκαν, ο ενάγων δικαιούται και εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το εν λόγω εργατικό ατύχημα. Λαμβανομένων δε υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες αυτό συνέβη, του βαθμού της αμέλειας των υπαιτίων, της σοβαρότητας του τραυματισμού του ενάγοντος και της ταλαιπωρίας που υποβλήθηκε για την αποθεραπεία του, της κατάστασης της υγείας του μετά το ατύχημα, όπως προαναφέρθηκε, του ποσοστού της αναπηρίας του και της ανικανότητας του για εργασία στην ηλικία των 60 ετών, της περιουσιακής κατάστασης του τελευταίου [πατέρας τριών τέκνων ηλικίας 29, 27 και 21 ετών με εργαζόμενη ως εποχιακά ανειδίκευτη εργάτρια σύζυγο χωρίς να διαθέτει ακίνητη ή άλλη περιουσία] και της οικονομικής κατάστασης του πρώτου εναγομένου, ο οποίος είναι ένας χειριστής φορτωτή που αναλαμβάνει υπεργολαβικά χωματουργικές εργασίας και της κοινωνικής θέσης του ενάγοντος [μόνο από το οδηγό του φορτωτή ζητείται η αποκατάσταση ηθικής βλάβης και όχι και από την συνυπαίτια εργολάβο εταιρία], το δικαστήριο άγεται στην κρίση, ότι αυτή ανέρχεται στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, σε σχέση με την παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των δύο αναιρεσιβλήτων και ειδικώτερα ως προς την έκταση του δικαιώματος της υποκατάστασής του στη θέση του ζημιωθέντος- παθόντος και ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει όμοια, δηλονότι ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο δικαιούται να λάβει από τους ζημιώσαντες μόνο το ποσό των 10.000 ευρώ, ισόποσο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάσθηκε στους κληρονόμους του παθόντος-αρχικού ενάγοντος, απέρριψε στο σύνολό της την από 16.6.2006 έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα εσφαλμένα δεν εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 488 ΑΚ και 19 παρ.5 του ΠΔ 237/1986 (ν.489/1976), καθόσον στην περίπτωση που το Επικουρικό Κεφάλαιο κατέβαλε ή υποχρεώθηκε δικαστικά να καταβάλει στον παθόντα ή τους κληρονόμους του όλα τα επιδικαζόμενα υπέρ αυτών χρηματικά ποσά (για την αποκατάσταση των ζημιών τους από αυτοκινητικό ατύχημα και για χρηματική ικανοποίηση αυτών) υποκαθίσταται εκ του νόμου σε όλα τα δικαιώματα του παθόντος κατά των ζημιωσάντων, χωρίς να περιορίζεται η ευθύνη αυτών έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου μόνο στην καταβολή της χρηματικής ικανοποίησης, όπως θα συνέβαινε εάν το επίδικο ατύχημα ήταν μόνο εργατικό όχι δε και αυτοκινητικό. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ.1 εδ. α' ΚΠολΔ) ως βάσιμος παρέλκει δε η εξέταση του δευτέρου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που πλήττεται, να κρατήσει το Δικαστήριο τούτο και να τη δικάσει, καθόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (άρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω δε δικάζοντας την παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσείοντος μόνο κατά των δύο αναιρεσιβλήτων-εναγομένων να δεχθεί αυτή στο σύνολό της ως κατ'ουσίαν βάσιμη, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Τέλος οι αναιρεσίβλητοι ως ηττώμενοι πρέπει να καταδικασθούν στα έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την από 16-6-2006 έφεση (κύρια και επικουρική) του αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Ευθύνης Εξ Ατυχημάτων Αυτοκινήτων", κατά των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ., κατοίκου ... και 2) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " …" και έδρα στη …. Κρατεί το Δικαστήριο αυτό και δικάζει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της. Δέχεται κατ'ουσίαν την προαναφερόμενη έφεση. Εξαφανίζει την υπ'αριθμ. 11781/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Ειδικής Διαδικασίας Εργατικών Διαφορών) κατά το κεφάλαιο μόνο που δέχθηκε εν μέρει την από 27-10-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά των δύο προαναφερομένων εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και ως προς τη σχετική διάταξη περί δικαστικής δαπάνης μεταξύ των ως άνω διαδίκων. Δέχεται συνολικά την ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή (που είναι ενωμένη στο ίδιο δικόγραφο με την ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση) κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δύο ως άνω εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων . Υποχρεώνει τους εναγομένους αυτούς να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (27574,35), μετά την καταβολή του από το τελευταίο στους ενάγοντες της κύριας αγωγής (κληρονόμους του Σ. Σ.), με τους τόκους και την επιδικαζόμενη σ'αυτούς δικαστική δ δαπάνη. Και Καταδικάζει καθένα των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Mαϊου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ