Αριθμός 851/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Ε. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευανθία Κατσίγιαννη. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Τ. Α. Π. Ι. - Λ. Τ. Κ. Α. Τ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1913/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2627/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-4-2021 αίτησή του και τους από ... προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 26-4-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2627/2019 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 24-6-2017 έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 1913/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού δικάστηκε κατ' ουσίαν η από 25-4-2015 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου, απορρίφθηκε αυτή ως ουσία αβάσιμη, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση (14-5-2019) της προσβαλλομένης, αφού δεν προκύπτει επίδοση της τελευταίας, ενώ έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (άρθ.495, 552, 553, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ). Πρέπει συνεπώς να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της. Παραδεκτά ασκείται κατ' άρθ. 569 § 2 ΚΠολΔ και ο από ... πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις ... και επιδόθηκε αυθημερόν στο αναιρεσίβλητο (σχετ.η υπ' αριθ. 1575/... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Χ. Γ.). Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό Λειτουργίας του Αρείου Πάγου (άρθ. 3 § 4β εδ. τελευτ. Π.Δ/τος 376/1997, όπως τροποποιηθέν ισχύει), η εισαγωγή υπόθεσης σε μη αρμόδιο, κατά τις διατάξεις αυτού, πολιτικό Τμήμα, δεν συνεπάγεται απαράδεκτο ή ακυρότητα. Κατά συνέπεια ο περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου, διότι η υπόθεση εισήχθη στο Α' αντί του Β' Τμήματος του Αρείου Πάγου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τα άρθρα 21 του Ν. 281/1914 "περί σωματείων" και 33-39 του Β.Δ. της 15/20.5.1920 "περί επαγγελματικών σωματείων" ρυθμίζεται η ίδρυση αλληλοβοηθητικών ταμείων, τα οποία αποτελούν διακεκριμένο αυτοτελή κλάδο ή κεφάλαιο, χωρίς νομική προσωπικότητα, σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι και μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου. Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 12 β' ΕισΝΑΚ, καταργήθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, επανήλθαν όμως σε ισχύ με τις διατάξεις του Ν.Δ. 42/74 "περί αποκαταστάσεως των συνδικαλιστικών ελευθεριών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", ίσχυσαν υπό το καθεστώς του Ν. 330/1976 "περί επαγγελματικών σωματείων κ.λπ.", κατά το άρθρο 2 αυτού, και ισχύουν ήδη υπό το καθεστώς του Ν. 1264/1982 "για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος κ.λπ.". Έτσι, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 4 του τελευταίου αυτού νόμου (ν.1264/1982), κατά την οποία σκοπός της συνδικαλιστικής οργανώσεως είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών κοινωνικών συμφερόντων των μελών της και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων εκτάκτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους, τα αλληλοβοηθητικά ταμεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφαλίσεως, χωρίς να ασκούν εξουσία, και λειτουργούν ως σωματεία. Επομένως έχει επ' αυτών εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 87 εδ.α' του ΑΚ, η οποία, συμπορευόμενη με την όμοια κατά βάση διάταξη του άρθρου 37 § 1 του Β.Δ της 15/20.5-1920, (που ορίζει ότι "μέλος επαγγελματικού σωματείου, διατηρούντος Ταμείον Αλληλοβοηθητικόν αποχωρούν, έχει ακέραια τα δικαιώματα επί του Ταμείου, εφόσον έχει εισφέρει εις αυτό και συμμορφώνεται προς τας διατάξεις του Καταστατικού αυτού, το οποίον καθορίζει τα της τοιαύτης περιπτώσεως"), ορίζει ότι τα μέλη έχουν δικαίωμα να αποχωρήσουν από το σωματείο. Η διάταξη αυτή είναι αναγκαστικού δικαίου και, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 12 § 1 και 5 § 1 του Συντάγματος για την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και την προστασία της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας, οι όροι αποχωρήσεως των μελών του σωματείου, που καθορίζει το καταστατικό του (κατά το άρθρο 80 αριθ. 2 ΑΚ), δεν μπορούν να αποκλείουν ή να δυσχεραίνουν την αποχώρηση αυτή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 του Ν. 997/1979, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 § 3 του Ν. 1902/1990, "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα τα οποία ασφαλίζονται δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων στο Ι.Κ.Α. ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτού και δεν υπάγονται για την αυτή απασχόληση στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού που λειτουργούν με την μορφή Ν.Π.Δ.Δ. Κατ' εξαίρεση τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή Ν.Π.Ι.Δ., ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17.10.1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σ' αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ.". Η διάταξη δε του άρθρου 7 του Ν.Δ. 4402/1961, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1405/1983, ορίζει στην παρ. 1, ότι οι διατάξεις του διατάγματος αυτού, όπως και εκείνη του άρθρου 2, που καθιστά υπό προϋποθέσεις υπόχρεο τον τελευταίο ασφαλιστικό οργανισμό για την καταβολή της συντάξεως, εφαρμόζονται ανάλογα και για την ασφάλιση στους οργανισμούς επικουρικής ασφαλίσεως στις περιπτώσεις διαδοχικής υπαγωγής σε περισσότερους από ένα από τους οργανισμούς αυτούς, στη δε παρ. 2, ότι για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου οργανισμοί επικουρικής ασφαλίσεως θεωρούνται όλα τα Ν.Π.Δ.Δ. που χορηγούν περιοδικές παροχές, βοηθήματα ή μερίσματα, ως και κάθε άλλος οργανισμός που χορηγεί τέτοιες παροχές, ανεξάρτητα από την ονομασία και τη νομική του μορφή, εφόσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από τις εισφορές των εργαζομένων. Από το συνδυασμό των τελευταίων αυτών διατάξεων προκύπτει ότι τα συσταθέντα μέχρι την 17-10-1990 αλληλοβοηθητικά ταμεία εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις. Η σύσταση δε αυτών ήταν ελεύθερη, βάσει του άρθρου 12 § 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα των Ελλήνων να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τα έναντι των οποίων δικαιώματα και υποχρεώσεις των μελών τους καθορίζονται δικαιοπρακτικώς με το καταστατικό τους, και δεν περιορίζεται από το άρθρο 22 § 4 του Συντάγματος, που αναφέρεται μόνο στην υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, την οποία και εξαιρεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία (ΟλΣτΕ 5024/1987, ΑΠ 548/2012). Εκ τούτου παρέπεται, ότι εξακολουθεί να είναι ισχυρή και έγκυρη διάταξη του Καταστατικού ενός τέτοιου ταμείου αλληλοβοήθειας, η οποία συνδυάζεται και προς την εξακολουθούσα να ισχύει ειδική διάταξη του άρθρου 37 § 1 του Β.Δ. της 15/20.5.1920 και με την οποία χορηγείται στα μέλη του το προβλεπόμενο από το καταστατικό του βοήθημα, μετά την αποχώρησή τους από την ενεργό υπηρεσία και την συμπλήρωση των προϋποθέσεων που τάσσονται προς τούτο, και στην περίπτωση που μεταγενέστερα τα μέλη του προσληφθούν από άλλο εργοδότη και επιλέξουν νέο φορέα επικουρικής ασφάλισης. Και στην περίπτωση όμως αυτή, η διατήρηση ή αναστολή του χορηγηθέντος επιδόματος, διέπεται από τις καταστατικές διατάξεις του αλληλοβοηθητικού ταμείου, οι οποίες δεν συνιστούν κανόνες δικαίου, αφού το καταστατικό του σωματείου, σύμφωνα με τα άρθρα 78, 79, 80 και 361 ΑΚ, αποτελεί δικαιοπραξία (ΑΠ 1318/2018, ΑΠ 548/2012). Ένα τέτοιο σωματείο είναι και το Ταμείο Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Ιονικής-Λαϊκής Τράπεζας και Άλλων Τραπεζών (ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ), που ιδρύθηκε το 1979. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 101 εδ. 1 του ΑΚ, που αναφέρεται γενικά στα σωματεία, η απόφαση της συνέλευσης είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στο καταστατικό. Ο ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" δεν καθορίζει πότε κηρύσσεται από το δικαστήριο άκυρη η απόφαση της γενικής συνέλευσης. Σύμφωνα όμως με τις γενικές διατάξεις του άρθρου 101 ΑΚ, στις οποίες και ο παραπάνω νόμος παραπέμπει με το άρθρο 1 § 1 υποπαρ. 2 αυτού, οι διατάξεις του ΑΚ ισχύουν, όπως τροποποιούνται ή συμπληρώνονται με αυτόν και συνεπώς η ακυρότητα κηρύσσεται και εδώ όταν η απόφαση είναι αντίθετη στο νόμο ή στο καταστατικό. Αρκεί οποιαδήποτε παράβαση του νόμου ή του καταστατικού και δεν είναι δυνατή η διάκριση, μεταξύ παραβάσεων ουσιωδών διατάξεων του νόμου ή του καταστατικού και μη ουσιωδών. Η ελαττωματική απόφαση μπορεί να έχει οποιοδήποτε περιεχόμενο, θετικό ή αρνητικό, αφού η σχετική διάταξη δεν κάνει διάκριση, και να αφορά οποιοδήποτε αντικείμενο από τον κύκλο υποθέσεων του σωματείου. Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 101 ΑΚ, 17 αριθ. 4 ΚΠολΔ και 8 § 4 του ν. 1264/82, εφαρμόζονται κατ' αναλογία και για την ακύρωση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου, που αντίκεινται στο νόμο ή στο καταστατικό. Τούτο δε για την ταυτότητα του νομικού λόγου, αλλά και διότι στο μείζον (δηλ. στην κήρυξη της ακυρότητας της αποφάσεως της Γενικής Συνέλευσης) περιλαμβάνεται και το έλασσον (δηλ. η κήρυξη της ακυρότητας αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου). Η απόφαση της ΓΣ ή του ΔΣ από την άποψη τυπικών και ουσιαστικών όρων κύρους υπόκειται στη ρύθμιση της έννομης τάξης και του καταστατικού. Ελαττώματα που αφορούν είτε τους τύπους λήψεως της απόφασης είτε την ουσία της, έχουν ως αποτέλεσμα καταρχήν την ακυρωσία της αποφάσεως κατά την έννοια του άρθρου 101 ΑΚ ή , σε βαρύτερες περιπτώσεις, απόλυτη ακυρότητα (ΑΚ 174, 180) ή εντέλει το ανυπόστατο της αποφάσεως. Προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 101 του ΑΚ είναι : Α) Η αντίθεση της απόφασης της γενικής συνέλευσης στο νόμο ή στο καταστατικό. Ως "νόμος" νοείται κάθε διάταξη με τυπική ισχύ νόμου, ασχέτως εάν αυτή κείται εντός ή εκτός του σωματειακού δικαίου, που δύναται να ρυθμίζει ζητήματα αστικού ή ποινικού ή δημοσίου δικαίου. Εάν, όμως, το ίδιο το περιεχόμενο της απόφασης αντίκειται ουσιωδώς σε θεμελιώδη κανόνα αναγκαστικού δικαίου, τότε η απόφαση τυγχάνει αυτοδικαίως άκυρη κατ' άρθρο 180 του ΑΚ και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 101 του ΑΚ. Ως αντίθεση στο "καταστατικό" νοείται η παράβαση οιασδήποτε έγκυρης διάταξής του, ανεξαρτήτως σπουδαιότητας αυτής, συμπεριλαμβανομένων και των τυχόν συνταχθέντων σε εκτέλεση όρων του καταστατικού κανονισμών του σωματείου. Αντιθέτως, δεν δημιουργούν λόγο ακυρωσίας κατά τη διάταξη του άρθρου 101 του ΑΚ: 1) οι ρητώς επιτρεπόμενες από το καταστατικό παρεκκλίσεις από ορισμένες διατάξεις του και 2) η αντίθεση της απόφασης σε όρους του καταστατικού, οι οποίοι δεν είναι σύμφωνοι με το νόμο. Εάν η απόφαση της γενικής συνέλευσης είναι μεν σύμφωνη με το καταστατικό, αλλά τούτο περιέχει ρύθμιση αντίθετη σε αναγκαστικού δικαίου διάταξη του νόμου, η οποία διάταξη παραβιάζεται με τη ληφθείσα απόφαση, τότε η απόφαση ενδέχεται να είναι απολύτως άκυρη κατά τη διάταξη του άρθρου 180 του ΑΚ. Και Β) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης και της απόφασης. Ειδικότερα, προς απάμβλυνση των ανεπιθύμητων αυτών αποτελεσμάτων χρησιμοποιείται κατά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 101 του ΑΚ η διάχυτη στο ιδιωτικό δίκαιο αρχή της αιτιώδους συνάφειας, υπό το πρίσμα της οποίας η κατ` άρθρο 101 του ΑΚ ακυρωσία δύναται να γίνει δεκτή μόνον εάν η παράβαση του νόμου ή του καταστατικού επηρεάζει πράγματι τη λαμβανομένη απόφαση. Δηλαδή, αν σε συγκεκριμένη περίπτωση αποδεικνύεται επαρκώς ότι η δεδομένη παράβαση του νόμου ή του καταστατικού δεν άσκησε επιρροή στη ληφθείσα από τη γενική συνέλευση απόφαση, ενόψει της διαμορφωθείσας κατάστασης των πραγμάτων και ιδιαίτερα του αποτελέσματος της ψηφοφορίας που επιτεύχθηκε, τυχόν εμμονή στην ακύρωση θα αποτελούσε υπέρμετρη τυπολατρία και δεν θα εξυπηρετούσε πραγματικά τα αληθινά συμφέροντα τόσο των μελών όσο και του σωματείου (ΑΠ 1116/1997, ΕΕΝ 1999, σελ. 133, ΑΠ 567/1993 ΕλλΔνη 1994, σελ. 1367). Η ακυρότητα των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης κηρύσσεται από το δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως-αγωγής μέλους, που δεν συνήνεσε στην απόφαση, ή κάθε τρίτου, που έχει έννομο συμφέρον, ενώ η διοίκηση του σωματείου, κατά το νόμο, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση του άνω δικαιώματος για ακύρωση της απόφασης. Η αγωγή για ακύρωση αποκλείεται μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την απόφαση, δηλ. από την έκδοση της αποφάσεως και ανεξαρτήτως γνώσεως του ενδιαφερομένου (ΑΠ 1043/2020), τούτο δε προβάλλεται από τον έχοντα έννομο συμφέρον κατ' ένσταση, αλλά λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΚ 280, ΑΠ 734/2021, ΑΠ 433/2009). Η προθεσμία είναι αποκλειστική και η άπρακτη πάροδός αυτής ισχυροποιεί την άκυρη απόφαση. Συνεπώς, η μη εμπρόθεσμη προσβολή της απόφασης έχει ως συνέπεια το απρόσβλητο και έγκυρο αυτής έναντι όλων. Τούτο, όμως, ουδόλως παρεμποδίζει τη γενική συνέλευση ή το διοικητικό συμβούλιο του σωματείου, εφόσον, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση μέλους που έχει έννομο συμφέρον, κρίνει ότι εμφιλοχώρησε σφάλμα στην απόφαση, να λάβει νέα απόφαση, με το ίδιο περιεχόμενο της απόφασης που έγινε απρόσβλητη, αλλά χωρίς πλέον το συγκεκριμένο ελάττωμα που τη βάρυνε, οπότε η ελαττωματική απόφαση αντικαθίσταται από τη νέα ομοίου αντικειμένου. Η δεύτερη αυτή απόφαση διαθέτει αυτοτέλεια και, ως εκ τούτου, ενδέχεται να πάσχει και η ίδια από ελαττώματα που την καθιστούν άκυρη, ακυρώσιμη ή ανυπόστατη, οπότε, στην περίπτωση που το υπάρχον ελάττωμα συνεπάγεται την ακυρωσία της, μπορεί να προσβληθεί και αυτή με την προαναφερόμενη ακυρωτική αγωγή του άρθρου 101 ΑΚ, εντός της οριζόμενης από αυτό προθεσμίας. Αν η αγωγή γίνει δεκτή, η δεύτερη απόφαση δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα και αναβιώνει η πρώτη απόφαση που είναι απρόσβλητη (εφόσον δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα κατ' αυτής ακυρωτική αγωγή). Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 8 § 4 εδ. α' του ν. 1264/1982, προκειμένου για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτό "αίτηση για την αναγνώριση ακυρότητας απόφασης Συνέλευσης υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη λήξη της Συνέλευσης στο Ειρηνοδικείο (πλέον στο μονομελές πρωτοδικείο σύμφωνα με το άρθ. 17 § 4 ΚΠολΔ) της περιφέρειας που έδρευε η συνδικαλιστική οργάνωση". Η διάταξη όμως αυτή δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, αφού κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, τα αλληλοβοηθητικά ταμεία που συστήνονται από σωματεία συνδικαλιστικών οργανώσεων, αποτελούν διακεκριμένους κλάδους ή λογαριασμούς, χωρίς νομική προσωπικότητα, σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου, για τη σύσταση, δε, οργάνωση και λειτουργία τους, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 78 επ. ΑΚ (επομένως και το άρθρο 101 αυτού), όπως αυτές συμπληρώνονται ή τροποποιούνται από τις διατάξεις του καταστατικού του, ενώ η διάταξη του άρθρου 8 § 4 του ν. 1264/1982 αφορά την ακυρότητα αποφάσεων Γενικής Συνέλευσης αποκλειστικά συνδικαλιστικής οργάνωσης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015). Σύμφωνα με τα άρθρα 78, 79, 80 και 361 ΑΚ, το καταστατικό του σωματείου, όπως και αυτό του αναιρεσείοντος, αποτελεί σύμβαση και δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου η παραβίαση των διατάξεων του δεν ιδρύει τους από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως. Γι' αυτό και η εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού σωματείου δεν ελέγχεται αναιρετικώς, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 37/2021, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 1318/2018, ΑΠ 1373/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Τ. Α. Π. Ι. - Λ. Τ. Κ. Α. Τ. (ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ)" είναι ιδιωτικός ασφαλιστικός οργανισμός επικουρικής ασφαλίσεως, χωρίς να ασκεί δημόσια εξουσία και λειτουργεί ως σωματείο με έδρα την ... Το καταστατικό του εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 2843/23-07-1979 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το εναγόμενο άρχισε να λειτουργεί από την καταχώριση της ανωτέρω εγκριτικής του καταστατικού του αποφάσεως στα οικεία Βιβλία Αναγνωρισμένων Σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών την 04-12-1979, με αύξοντα αριθμό ... και ειδικό αριθμό .... Ακολούθως, το καταστατικό του τροποποιήθηκε νόμιμα, μετά από την έγκριση των τροποποιήσεών του με τις υπ' αριθμ. 2234/1983 και 43/1991 αποφάσεις του ανωτέρω Δικαστηρίου και τη νόμιμη καταχώριση αυτών στα ίδια βιβλία σωματείων. Ηδη, μετά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, το καταστατικό του εναγόμενου τροποποιήθηκε εκ νέου από τη γενική συνέλευση των μελών του στις 24.4.2015 και εγκρίθηκε με τις με αριθμ. ... διατάξεις του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που καταχωρήθηκαν στο δημόσιο βιβλίο αναγνωρισμένων σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 29.6.2015 με έναρξη ισχύος την 29.6.2015 Το καταστατικό του εναγομένου, όπως και κάθε σωματείου, συνιστά δικαιοπραξία και, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, σκοπός του εν λόγω σωματείου είναι η χορήγηση μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος στους αποχωρούντες από την υπηρεσία υπαλλήλους του προσωπικού οποιασδήποτε από τις συμμετέχουσες τράπεζες, εφόσον θεμελιώνουν δικαίωμα κυρίας συντάξεως στο ΤΑΠΙΛΤ ή στο ΙΚΑ ή σε ειδικούς ασφαλιστικούς φορείς, κατά την επέλευση των ασφαλιστικών κινδύνων που ορίζονται στο ισχύον καταστατικό του και εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις αυτού. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού : "1. Μέλη του Ταμείου γίνονται: α) τα πρόσωπα που παρέχουν κάθε φορά εξαρτημένη εργασία ορισμένου ή αορίστου χρόνου με αμοιβή στην ΙΛΤΕ και στις Τράπεζες, Εργασίας, Κρήτης, Κεντρικής Ελλάδας, Επαγγελματικής Πίστης, Αττικής, Επενδύσεων, Πειραιώς, Μακεδονίας - Θράκης, Αραβοελληνική Τράπεζα, ΕΤΕΒΑ, Εθνική Στεγαστική Τράπεζα και στην Εθνική Α.Ε, Διοικήσεως και Οργανώσεως, τα οποία είναι μέλη των οικείων συλλόγων των τραπεζών αυτών, β) Οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία δικηγόροι, μηχανικοί, αρχιτέκτονες, σχεδιαστές, τοπογράφοι, ηλεκτρολόγοι, ξυλουργοί, υδραυλικοί κ.λπ.. 2.α Η ιδιότητα του μέλους αποκτάται μετά την έγκριση της αιτήσεως ενδιαφερομένου από το Δ.Σ. του Ταμείου, β} Κατ' εξαίρεση υπάλληλοι άλλων τραπεζών και θυγατρικών εταιρειών τραπεζών αμειβομένων με το ενιαίο μισθολόγιο που δέχονται το παρόν καταστατικό, μπορούν να προσχωρήσουν στο Ταμείο ομαδικά με πρόταση του Δ.Σ. του συλλόγου τους κατόπιν αποφάσεως της ειδικής γι' αυτό συγκαλούμενης γενικής συνέλευσης των μελών τους και εγγράφου βεβαιώσεως της διοικήσεως της Τράπεζας εξ' ής προέρχονται, ότι θα καταβάλλει την αντιστοιχούσα σε αυτήν εισφορά τους". Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 22 παρ. 1 περ. α' και β' στοιχ. αα' του Καταστατικού του εναγομένου: "1. Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου δικαιούνται επικουρικό βοήθημα: α) αν αποχωρήσουν από την υπηρεσία των εργοδοτών που ορίζονται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 2 και δικαιωθούν σύνταξη συγχρόνως από τον οργανισμό ή τον Φορέα που είναι ασφαλισμένοι, β) Αν αποχωρήσουν από την υπηρεσία των εργοδοτών που ορίζονται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 και δε δικαιωθούν αμέσως κατά την αποχώρησή τους, σύνταξη από τον Οργανισμό ή τον Φορέα που είναι ασφαλισμένοι αλλά πληρούν οποτεδήποτε τις κάτωθι προϋποθέσεις : αα) Χρόνο ασφάλισης είκοσι (20) ετών συνολικά και ηλικία 62 ετών οι άντρες και 45 ετών οι γυναίκες...". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 περ. α' του Καταστατικού του εναγομένου: "1. Όλα τα μέλη του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ δικαιούνται βοηθήματος ανεξάρτητα με το χρόνο ασφάλισής τους στο Ταμείο όπως ορίζει το άρθρο 22 του παρόντος, α) Τα μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος (δηλαδή μέχρι τις 13-3-1991) μέλη του Ταμείου παίρνουν επικουρικό βοήθημα για όσα χρόνια έχουν στον ασφαλιστικό τους φορέα από τον οποίο συνταξιοδοτήθηκαν, εφόσον έχουν συμπληρώσει 20ετία στην ασφάλιση του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ. Σε περίπτωση που αποχωρήσουν χωρίς τη συμπλήρωση της 20ετίας, υποχρεούνται να εξαγοράσουν τόσα χρόνια όσα τους υπολείπονται μέχρι τη συμπλήρωσή της, ως ΜΙΝΙΜΟΥΜ χρόνο καταβολής". Τέλος, στο άρθρο 32 με τίτλο "ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ - ΣΤΕΡΗΣΕΙΣ - ΑΝΑΣΤΟΛΕΣ" και δη στην περίπτωση β' της παραγράφου 3 αυτού, ορίζεται ρητά ότι: "Επίσης αναστέλλεται το δικαίωμα βοηθήματος εφόσον ο άμεσα βοηθηματούχος ήθελε αναλάβει εκ νέου εργασία ή υπηρεσία σε εργοδότη το προσωπικό του οποίου ασφαλίζεται στο Ταμείο". Η διάταξη αυτή [άρθρο 32 παρ. 3β του καταστατικού του εναγομένου] συνάδει με τις προϋποθέσεις αναστολής της σύνταξης που θεσπίζει και το σκοπό αυτής, ως κανόνα αναστολής της συνταξιοδοτικής παροχής, λαμβανομένου υπόψη ότι η συνταξιοδοτική παροχή έχει ως στόχο την αναπλήρωση του εισοδήματος που χάνεται με την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος και της παύσης της επαγγελματικής δραστηριοποίησης του ασφαλισμένου. Ως εκ τούτου, η ανάληψη εργασίας από συνταξιούχο, δηλαδή η παράλληλη λήψη τόσο της σύνταξης όσο και των αποδοχών από την απασχόληση, πάντοτε συνοδεύεται από νόμιμους περιορισμούς στου συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Άλλωστε σε όλους τους φορείς, κύριας και επικουρικής ασφάλισης, προβλέπεται η αναστολή καταβολής συντάξεως ή βοηθημάτων σε περίπτωση ανάληψης εργασίας από συνταξιούχο ως θεμιτός περιορισμός κοινωνικής πολιτικής, με απώτερο σκοπό τον περιορισμό της απασχόλησης των συνταξιούχων προς όφελος της απασχόλησης των νέων. Ωσαύτως, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 32 παρ.3β του Καταστατικού του εναγομένου, αποκλειστικό κριτήριο για την αναστολή της χορήγησης του επίδικου βοηθήματος, είναι η ανάληψη από τον άμεσα βοηθηματούχο εκ νέου εργασίας σε εργοδότη, που συνεπάγεται ασφάλιση στο εναγόμενο, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 2 παρ.ια του Καταστατικού, δηλαδή η αναστολή του βοηθήματος του άμεσα βοηθηματούχου επέρχεται, εφόσον ο τελευταίος αναλάβει εκ νέου εργασία ή υπηρεσία σε εργοδότη το προσωπικό του οποίου ασφαλίζεται στο ανωτέρω Ταμείο (εναγόμενο), αφού θα ήταν αντίθετο προς το σκοπό του αλληλοβοηθητικού σωματείου το ίδιο πρόσωπο να είναι παράλληλα βοηθηματούχος λόγω σύνταξης και ασφαλισμένος στο εν λόγω σωματείο, δυνάμει ενεργού εργασιακής σχέσης. Αποδεικνύεται επίσης ότι ο ενάγων (αναιρεσείων), Π. Ε. του Κ., είναι δικηγόρος, διορισμένος στο Πρωτοδικείο ... Ο ενάγων στις 2 Αυγούστου 1985 προσελήφθη από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Μ.-Θ. Α.Ε." και παρείχε τις υπηρεσίες του σ' αυτήν ως δικηγόρος με πάγια αντιμισθία μέχρι τις 16.11.1999, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς διάγοντας κατά το χρόνο εκείνο το 50° έτος της ηλικίας του . Η τράπεζα αυτή είναι μία από τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 του καταστατικού του εναγομένου τράπεζες, και συνεπώς, οι απασχολούμενοι σε αυτήν δικηγόροι ήταν ασφαλιζόμενοι, για την επικουρική τους ασφάλιση, στο εναγόμενο αλληλοβοηθητικό ταμείο, σύμφωνα με τους προαναφερόμένους όρους του καταστατικού του. Ο ενάγων, κατά το διάστημα της απασχόλησής του στην παραπάνω τράπεζα ήταν μέλος του εναγόμενου σωματείου και ασφαλίστηκε για την επικουρική ασφάλισή του σε αυτό, είχε καταβάλει δε τις προβλεπόμενες από το άρθρο 3 του καταστατικού του Ταμείου ασφαλιστικές εισφορές και δεν άφησε καμία οικονομική ή ασφαλιστική εκκρεμότητα αναφορικά με το εναγόμενο ταμείο. Ο ενάγων, με την από 10-05-2000 αίτησή του προς το εναγόμενο, ζήτησε την απονομή σε αυτόν μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος, λόγω της αποχωρήσεώς του από την Τ. Μ. - Θ., σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε διατάξεις του καταστατικού του εναγόμενου. Ωστόσο, σε εκείνο το χρονικό σημείο, ο ενάγων δεν είχε θεμελιώσει δικαίωμα λήψεως επικουρικού βοηθήματος από το εναγόμενο ταμείο, δοθέντος ότι αυτός δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις, που ετίθεντο από τις προαναφερόμενες καταστατικές διατάξεις. Ειδικότερα, ο ενάγων, κατά το χρόνο υποβολής της ανωτέρω αιτήσεώς του (10-05-2000) δεν είχε δικαιωθεί συντάξεως από τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα, ήτοι εν προκειμένω από το Ταμείο Νομικών (κατά το άρθρο 22 παρ. 1 περ. α' του Καταστατικού του εναγομένου), ούτε είχε συμπληρώσει το 62° έτος της ηλικίας του, με χρόνο ασφαλίσεως είκοσι (20) ετών συνολικά στο ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ (κατά το άρθρο 22 παρ. 1 περ. β' στοιχ. αα' του Καταστατικού του εναγομένου). Σημειώνεται ότι ο ενάγων εσφαλμένα υπολαμβάνει στην αγωγή του ότι αποχώρησε από την Τράπεζα Πειραιώς, η οποία απορρόφησε την Τ. Μ.-Θ., διότι πράγματι στις 16/6/2000 η Τ. Μ. - Θ.", απορροφήθηκε[ΑΠ1], λόγω συγχωνεύσεως (Κ2-7564/16.6.2000 εγκριτική της συγχώνευσης απόφαση της Υφυπουργού Ανάπτυξης καταχωρηθείσα στο MAE στις 16/6/2000 και δημοσιευθείσα στο υπ' αριθμ. 5009/21.6.00 ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΙΤΕ) από την "Τράπεζα Πειραιώς" η οποία, ως καθολική διάδοχος της πρώτης την υποκατέστησε αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, πλην όμως ο ενάγων είχε αποχωρήσει από την άνω εργοδότρια τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης πριν από την άνω συγχώνευση. Εν τω μεταξύ, ο ενάγων από την 1.12.2004 άρχισε να παρέχει τις δικηγορικές του υπηρεσίες, ως δικηγόρος με πάγια μηνιαία αντιμισθία, στην τράπεζα με την επωνυμία "Τ. E..F..G..E. E. Α..Ε..", γεγονός το οποίο γνωστοποιήθηκε άμεσα στο εναγόμενο ταμείο, ενώ αυτός τύγχανε ασφαλισμένος στο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.) και δη στον Τομέα Ασφαλίσεως Νομικών, στον Τομέα Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων και στον Τομέα Υγείας Δικηγόρων ... Η Τράπεζα με την επωνυμία "Τ. E..F..G..E. E. Α..Ε..", από τις 12.3.1999 και εφεξής, ασφαλίζει στο εναγόμενο ταμείο μόνο τους υπαλλήλους της που κατά το χρόνο εκείνο υπηρετούσαν στην Τ. Α. [πρώην Ε. Π.], καθώς και τους απασχολούμενους μέχρι την 4.10.1999 στην Τράπεζα Κρήτης και όσους εργάζονταν μέχρι τις 7.9.2000 στην Τράπεζα Εργασίας, οι οποίες συγχωνεύθηκαν με απορρόφηση από την άνω τράπεζα , και οι οποίες τράπεζες [Τ. Α. -πρώην Ε. Π., Τράπεζα Κρήτης και Τράπεζα Εργασίας] περιλαμβάνονται μεταξύ των αναφερόμενων στο άρθρο 2 του Καταστατικού του εναγομένου τραπεζών, που ασφάλιζαν υποχρεωτικά το προσωπικό τους στο εναγόμενο. Ειδικότερα, στις 12.3.1999 η "Τ. Α. Α.Ε." (πρώην Ε. Π.) απορρόφησε (συγχώνευση με απορρόφηση) την "Τ. E..F..G.. E. Α.Ε." , η οποία είχε προκύψει κατά την από 10.10.1997 απορρόφηση (συγχώνευση με απορρόφηση) της "Ι. Ε. Α..Ε.." από την "Ε. Τ. Α.Ε.", η οποία μετονομάστηκε σε "E.F.G. E. Α.Ε." (σχετική η Κ2-9312/10.10.1997 απόφαση Υπουργού Ανάπτυξης που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 7224/10.10.97) και παράλληλα η Τ. Α. μετέβαλε την επωνυμία της σε "Τ. E..F..G.. E. Α.Ε.". Στις 12.3.1999 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης η με αριθμό Κ2-3005/12.3.99 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Τ.Α.Ε. & Ε.Π.Ε. 1498/17.3.99). σύμφωνα με την οποία εγκρίθηκε η συγχώνευση των ανωνύμων εταιρειών "Τ. Α. Α.Ε." και "Τ. E..F..G.. E. Α.Ε.", με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, σύμφωνα με τις από 26.2.99 αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων των μετόχων τους, κατά τις διατάξεις των άρθρων 69-77 του ν. 2190/20, ως ισχύει, και του άρθρου 16 του Ν. 2515/97 και την ... πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Σπανόπουλου. Στη συνέχεια, την 4.10.1999, η Τράπεζα E.F.G. EUROBANK Α.Ε. απορρόφησε (συγχώνευση με απορρόφηση) την Τράπεζα Κρήτης Α.Ε. Ειδικότερα, την 4.10.1999 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης η με αριθμό Κ2-11208/4.10.1999 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ τ. Α.Ε. & Ε.Π.Ε. 8065/8.10.1999), με την οποία εγκρίθηκε η συγχώνευση των ανωνύμων εταιρειών "Τ. E. E. Α. «Ε. και «Τ. Κ. Α. Ε.", με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, σύμφωνα με τις από 15.7.1999 και από 12.8.1999 αποφάσεις των Διοικητικών Συμβουλίων τους, τις διατάξεις των άρθρων 69-77 και 78 του ν. 2190/20 και του άρθρου 16 του Ν. 2515/97 και την ... πράξη του Συμ/φου Αθηνών Κων/νου Σπανόπουλου. Τέλος, την 7.9.2000, η Τράπεζα E.F.G. EUROBANK Α.Ε. απορρόφησε (συγχώνευση με απορρόφηση) την Τράπεζα Εργασίας Α.Ε. και μετονομάστηκε σε "Τ. E. E.. E. Α.Ε." Ειδικότερα, την 7.9.2000 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης η με αριθμό Κ2-11540/7.9.2000 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ τ. Α.Ε. & Ε.Π.Ε. 8391/13.9.2000), με την οποία εγκρίθηκε η συγχώνευση των ανωνύμων εταιρειών "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "Τ. Ε. Α.Ε" με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, σύμφωνα με τις από 14.7.2000 και 27.7.2000 αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων των μετόχων τους αντίστοιχα και την αρ. ... πράξη του Συμ/φου Αθηνών Κων/νου Σπανόπουλου. Με την ίδια ως άνω απόφαση εγκρίθηκε η τροποποίηση των άρθρων 1 και 5 του καταστατικού της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α. Ε.", η οποία μετονομάστηκε σε "Τ. E. E. E. Α. «Ε. με διακριτικό τίτλο «E. E.". Το προσωπικό των άνω τραπεζών που συγχωνεύθηκαν με την τράπεζα "Τ. E. E. E. Α. Ε." [Τ. Α., Τ. Κ. και Τ. Ε. ], που ήταν ασφαλισμένο για την επικουρική του ασφάλιση στο εναγόμενο σωματείο, εξακολούθησε να παραμένει ασφαλισμένο σε αυτό, και μετά τη συγχώνευση και τη δημιουργία της νέας εργοδότριας Τράπεζας λόγω της εξακολούθησης της ασφαλιστικής σχέσης με το εναγόμενο, συνεπεία της καθολικής διαδοχής, ήτοι διατηρήθηκε για το προσωπικό αυτό το ίδιο ασφαλιστικό καθεστώς. Αντιθέτως, τους νεοπροσλαμβανόμενους υπαλλήλους της, δηλαδή όσους προσλαμβάνονται από την Τράπεζα με την επωνυμία "Τ. E..F..G..E. E. Α..Ε..", μετά τις 12.3.1999, μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα, δεν τους ασφαλίζει στο εναγόμενο. Το γεγονός αυτό ήταν γνωστό στο εναγόμενο Ταμείο, το οποίο μάλιστα με την από 12.3.1999 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αριθμό κατάθεσης 34089/986/12.3.1999, η οποία στρέφεται κατά της άνω τράπεζας με την επωνυμία "Τ. E..F..G..E. E. Α..Ε..". ζήτησε μεταξύ άλλων να αναγνωριστεί ότι η άνω εναγόμενη τράπεζα έχει υποχρέωση να ασφαλίζει στο ίδιο το προσλαμβανόμενο μετά την 12.3.1999 προσωπικό της. Όμοιο αίτημα υπέβαλε το εναγόμενο ειδικά για τον ενάγοντα, με το με αριθμό πρωτοκόλλου 16691/3.5.2005 έγγραφό της προς την Τ. E..F..G..E. E. Α..Ε..", χωρίς όμως ανταπόκριση εκ μέρους της άνω τράπεζας. Ήδη, το εναγόμενο, μετά την τελευταία τροποποίηση του καταστατικού του, που έγινε όπως αναφέρθηκε παραπάνω μετά την άσκηση της αγωγής και ισχύει από 29.6.2015, στο άρθρο 5 του κωδικοποιημένου καταστατικού του, ρητά προβλέπει στην παρ. 1 εδ. β, ότι στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται από το προσωπικό της τράπεζας "E.F.G.E." μόνο οι προερχόμενοι από τις τέως τράπεζες Αθηνών, Κρήτης και Εργασίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, από τις 1.12.2004, οπότε ανέλαβε εργασία στην άνω τράπεζα, ήταν ασφαλισμένος στο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.) και μάλιστα στον Τομέα Ασφαλίσεως Νομικών, και στον Τομέα Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων. Το εναγόμενο, με το υπ' αριθμ. ... έγγραφό του, του κοινοποίησε την από 30-03-2009 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του, με την οποία αποφασίσθηκε η απονομή σε αυτόν μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος, ποσού 347,21 ευρώ, με σύγχρονη αναστολή της καταβολής του εν λόγω επιδόματος μέχρι την 01-02-2011, ημερομηνία κατά την οποία θα συμπλήρωνε ο ενάγων το 62° της ηλικίας του, και υπό τον όρο ότι όταν συνταξιοδοτηθεί από τον κύριο φορέα θα προσκομίσει απόφαση διευθυντή, στην οποία ο συντάξιμος χρόνος θα συμφωνεί με το πιστοποιητικό χρόνου ασφάλισης που κατέθεσε, βάσει του οποίου κρίθηκε η θεμελίωση βοηθήματος στο ταμείο. Ο ενάγων υπέβαλε ένσταση κατά της εν λόγω αποφάσεως του Δ.Σ. του εναγομένου, καθόσον είχε εμφιλοχωρήσει σε αυτήν μία τυπική παράλειψη και, ειδικότερα, δεν απεικονιζόταν σε αυτήν το επίδομα βαθμού, το οποίο δικαιούχο, μολονότι είχε υπολογισθεί στο σύνολο του συντάξιμου μισθού του και κατ' επέκταση στο ποσοστό του βοηθήματος. Επί της ενστάσεως αυτής, εκδόθηκε τροποποιητική απόφαση από το Δ.Σ. του εναγόμενου, η οποία κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο, με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... διαβιβαστικό έγγραφο του ταμείου. Στην εν λόγω από 9.11.2009 τροποποιητική απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου, μετά την ανάλυση του πραγματικού χρόνου ασφάλισης του εναγομένου στον κύριο ασφαλιστικό του Φορέα [ ταμείο Νομικών] και του ποσού του δικαιούμενου βοηθήματος από το εναγόμενο με βάση το συντάξιμο μισθό του ενάγοντος, αναφέρεται επί λέξει: "Σύμφωνα με τις διατάζεις του καταστατικού του ταμείου, τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δικαιολογητικά και στοιχεία αποφασίζεται η απονομή μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος στον Π. Ε. ποσού 347,21 ευρώ, με σύγχρονη αναστολή της καταβολής του μέχρι την 1.2.2011, ημερομηνία κατά την οποία θα έχει συμπληρώσει και την ηλικία συνταξιοδότησης, δηλαδή το 62° έτος της ηλικίας του και υπό τον όρο ότι όταν συνταξιοδοτηθεί από τον κύριο φορέα θα προσκομίσει απόφαση Διευθυντή, στην οποία ο συντάξιμος χρόνος θα συμφωνεί με το πιστοποιητικό χρόνου ασφάλισης που μας κατέθεσε, βάσει του οποίου κρίθηκε η θεμελίωση βοηθήματος στο Ταμείο μας. Με τη λήξη της αναστολής θα ενεργοποιηθεί η καταβολή βοηθήματος από 1.2.2011, όπως θα έχει διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία καταβολής του και σύμφωνα με τα παραπάνω και υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει παραιτηθεί από την EUROBANK όπου εργάζεται". Περαιτέρω, ο ενάγων, με την από 18-01-2011 αίτησή του προς το εναγόμενο, που έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 30873/19-01- 2011, ζήτησε την απονομή σε αυτόν του ως άνω μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος, επικαλούμενος τη συμπλήρωση του προαναφερθέντος ορίου ηλικίας του. Το εναγόμενο, με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφό του προς τον ενάγοντα, αναφέρθηκε στην ως άνω από 9.11.2009 τροποποιητική απόφασή του Δ.Σ. του, περί αναστολής της καταβολής του αιτούμενου μηνιαίου βοηθήματος, θέτοντας σε αυτόν ως προϋπόθεση τον τερματισμό της απασχολήσεώς του στην ως άνω Τράπεζα, θεωρώντας ότι συντρέχουν οι όροι του άρθρου 32 παρ.3β του Καταστατικού του εναγομένου, για την αναστολή του χορηγηθέντος στην ενάγοντα επικουρικού βοηθήματος. Όμως, η ανωτέρω, από 9.11.2009 τροποποιητική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα με το με αριθμό πρωτ. ... έγγραφό του περί αναστολής του χορηγηθέντος στον ενάγοντα επικουρικού βοηθήματος του εναγομένου ταμείου, ουδέποτε προσβλήθηκε με αγωγή ακυρώσεως, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, κατά τη διάταξη του άρθρου 101 του ΑΚ, εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας που ορίζεται στην ανωτέρω διάταξη και η οποία... λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Εν προκειμένω, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 32 παρ. 3β του καταστατικού του εναγομένου για την αναστολή του χορηγηθέντος επικουρικού βοηθήματος, καθόσον ο ενάγων, όντας άμεσος βοηθηματούχος του εναγομένου, ανέλαβε εκ νέου εργασία σε εργοδότρια τράπεζα, το προσωπικό της οποίας, κατά το χρόνο πρόσληψης της ενάγουσας, δεν ασφαλιζόταν υποχρεωτικά για την επικουρική του ασφάλιση στο εναγόμενο, αλλά σε άλλα ταμεία, ήτοι στο "ΙΚΑ- TEAM (μετέπειτα ΕΤΕΑΜ και ΕΤΑΕ) το λοιπό προσωπικό, ενώ ο ενάγων ως δικηγόρος στο Ε.Τ.Α.Α. και μάλιστα όπως προαναφέρθηκε στον Τομέα Ασφαλίσεως Νομικών και για την επικουρική του ασφάλιση στον Τομέα Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων και συνεπώς, δεν ήταν παράλληλα ασφαλισμένος στο εναγόμενο δυνάμει ενεργού εργασιακής σχέσης, κριτήριο το οποίο είναι το αποκλειστικό για την αναστολή της χορήγησης του ένδικου επικουρικού βοηθήματος, προκειμένου να μην είναι το ίδιο πρόσωπο βοηθηματούχος λόγω σύνταξης και παράλληλα ασφαλισμένος στο εν λόγω σωματείο, δυνάμει ενεργού εργασιακής σχέσης. Όμως, το Δικαστήριο τούτο δεν μπορεί να κρίνει ούτε παρεμπιπτόντως την ακυρότητα της άνω από 9.11.2009 αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, λόγω παρόδου της αποσβεστικής προθεσμίας για την ακύρωσή της. Ειδικότερα, αν και η εν λόγω απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου Ταμείου γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα με το υπ' αρ. ... έγγραφό του, ο τελευταίος δεν έχει προσβάλει αυτή την απόφαση μέχρι σήμερα με ακυρωτική αγωγή του άρθρου 101 του ΑΚ, ώστε να ακυρωθεί η απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου ταμείου, λόγω της αντίθεσής του στο καταστατικό, καθώς και να καταστεί δυνατή η ικανοποίηση του δικαιώματος του για τη χορήγηση του βοηθήματος. Επομένως, λόγω της άπρακτης παρέλευσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από τη λήψη της, η τήρηση της οποίας απαιτείται κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 101 του ΑΚ για την προσβολή της, αυτή έχει καταστεί πλέον απρόσβλητη έναντι πάντων (πρβλ. ΑΠ 433/2009). Το παρόν δε Δικαστήριο κατά την προκειμένη διαδικασία δεν δύναται ούτε παρεμπιπτόντως να εξετάσει το κύρος της ως άνω αποφάσεως του Δ.Σ. του εναγομένου και κατ' επέκταση να υποχρεώσει το εναγόμενο να καταβάλει το μηνιαίο επικουρικό βοήθημα για το διάστημα από 1.2.2011 έως σήμερα, πλέον δώρων εορτών και επιδόματος αδείας. Επομένως, η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω παρόδου της άνω εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα για την ακύρωση της από 9.11.2009 τροποποιητικής απόφασης του Δ.Σ. του εναγόμενου, και αποτελεί προϋπόθεση για την επιδίκαση των αιτούμενων παροχών....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναστολής του ένδικου βοηθήματος, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, αφού έκρινε ότι η από 9.11.2009 τροποποιητική απόφαση του Δ.Σ. του αναιρεσιβλήτου έχει καταστεί απρόσβλητη λόγω άπρακτης παρέλευσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από τη λήψη της, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή: α) ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσιβλήτου, το οποίο, με τη μη (εμπροθέσμως) προσβληθείσα από 30-3-2009 απόφασή του, αποφάσισε την απονομή στον αναιρεσείοντα του ένδικου μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος, με σύγχρονη αναστολή της καταβολής αυτού μέχρι συμπληρώσεως του 62ου έτους της ηλικίας του την 1-2-2011, εξέδωσε, στη συνέχεια, την επίμαχη από 9-11-2009 δεύτερη απόφασή του, με την οποία έθεσε ως επί πλέον προϋπόθεση, για την ενεργοποίηση της καταβολής του ανωτέρω βοηθήματος από 1-2-2011, την παραίτηση του αναιρεσείοντος από την τράπεζα EUROBANK όπου εργάζεται, και β) ότι η δεύτερη αυτή απόφαση έχει καταστεί απρόσβλητη, λόγω άπρακτης παρέλευσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από τη λήψη της, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 101 και 280 του ΑΚ και 4 § 1 του Συντάγματος, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, αφενός μεν το έγκυρο και απρόσβλητο της πρώτης, από 30-3-2009, απόφασης δεν απέκλειε τη δυνατότητα λήψης από το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσιβλήτου στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του και ανεξαρτήτως υποβολής ή μη ένστασης εκ μέρους του αναιρεσείοντος, της νέας, από 9-11-2009, απόφασης αναφορικά με την απονομή στον αναιρεσείοντα του μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος, αφετέρου δε η εν λόγω δεύτερη απόφαση, χωρίς να συνεπάγεται αμφισβήτηση του κύρους της πρώτης απόφασης, διαθέτοντας αυτοτέλεια και πάσχουσα η ίδια από ελάττωμα λόγω παραβιάσεως του καταστατικού, υπέκειτο και αυτή στην ακυρωτική αγωγή του άρθρου 101 ΑΚ και στην προβλεπόμενη από αυτό εξάμηνη προθεσμία προσβολής, η οποία εν προκειμένω, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε παρέλθει κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Επομένως, οι δεύτερος, κατά τα δύο πρώτα σκέλη, και τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Κατά συνέπεια, ο τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 10/2008). Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, και ειδικότερα, ο λόγος του αριθ. 8 αναφέρεται στην επίκληση των πραγματικών ισχυρισμών και αποτελεί κύρωση της παράβαση του πρώτου σκέλους του άρθρου 106 ΚΠολΔ, ενώ ο λόγος του αριθ. 10 αναφέρεται στην απόδειξή τους και αποτελεί κύρωση του δευτέρου σκέλους του άρθρου 106. Επομένως, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ,356/2002, ΑΠ 1864/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη για την πλημμέλεια του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δέχθηκε ως αληθή και χωρίς απόδειξη τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι η ισχυρή και απρόσβλητη από 30-9-2009 απόφαση του ΔΣ τροποποιήθηκε και ότι η ενεργοποίηση του επικουρικού του βοηθήματος την 1-2-2011 προϋπέθετε την προηγούμενη παραίτησή του από την τράπεζα στην οποία εργαζόταν. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του από τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα από όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα (πλην της ανυπόστατης με αριθ. ... ενώπιον του ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, λόγω μη κλητεύσεως του αντιδίκου του, ένορκης βεβαίωσης), στα οποία περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, η από 10-5-2000 αίτηση του αναιρεσείοντος προς το αναιρεσιβλητο, η από 30-3-2009 απόφαση του ΔΣ του αναιρεσιβλήτου, η μεταγενέστερη από 9-11-2009 τροποποιητική απόφαση του ΔΣ, που κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα με την υπ'αριθ. ... επιστολή με θέμα την με αριθ. πρωτ. ... ένσταση του αναιρεσείοντος σχετικά με τον συνυπολογισμό του επιδόματος βαθμού στην από 30-3-2009 απόφαση του ΔΣ. Επομένως, στην προαναφερόμενη παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν οι αποδείξεις προσκομίστηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο (ΑΠ 179/2019, ΑΠ 433/2019). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 917/2020). Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου, κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 2047/2014). Εξάλλου, οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 42/2002, ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 511/2016), ενώ δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε ή δεν στηρίχθηκε κυρίως στο μη νομίμως επικληθέν έγγραφο (ΑΠ 1202/2011, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 1685/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν από το αναιρεσίβλητο με σαφή και ορισμένη επίκληση και συγκεκριμένα α) την αναφερόμενη σε άλλα έγγραφα από 9-11-2009 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου και β) το έγγραφο της υποβληθείσας ενστάσεώς του περί τροποποίησης της από 30-3-2009 αποφάσεως του Δ.Σ. Όμως, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που είχε υποβάλει στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το αναιρεσίβλητο είχε επικαλεστεί ότι προσάγει ως σχετ. 8 την παραπάνω από 9-11-2009 απόφαση, που φέρεται, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι δεν προσκομίστηκε με επίκληση, αναφέροντας συγκεκριμένα στη σελ. 11 "8. Τη μεταγενέστερη και ισχύουσα τροποποιητική απόφαση του Δ.Σ., η οποία κοινοποιήθηκε στον αντίδικο με την υπ' αριθμ. πρωτ... επιστολή του Ταμείου", με περαιτέρω μνεία στη σελ. 22, ότι στην εν λόγω επιστολή του Ταμείου προς τον αναιρεσείοντα ήταν συνημμένη και η ως άνω απόφαση του Δ.Σ. Υπό αυτά τα δεδομένα έγινε εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου σαφής και ορισμένη επίκληση της πιο πάνω απόφασης ενώπιον του Εφετείου και, επομένως, το εν λόγω δικαστήριο, που έλαβε υπόψη την απόφαση αυτή ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου, που κανένας διάδικος δεν είχε επικαλεστεί νόμιμα ως προσκομιζόμενο ενώπιόν του. Συνεπώς, όσον αφορά την προαναφερόμενη απόφαση του Δ.Σ., ο από τον αριθ. 11 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, όσον αφορά το έγγραφο της ένστασης του αναιρεσείοντος, που αποτέλεσε την αφορμή για την έκδοση της τροποποιητικής αποφάσεως, ο ίδιος ως άνω λόγος ελέγχεται ως απαράδεκτος, διότι το ως άνω έγγραφο δεν ήταν πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, αφού εν προκειμένω κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η ως άνω από 9-11-2009 απόφαση του Δ.Σ. του αναιρεσιβλήτου, την οποία αυτό, σύμφωνα με την αρχική μείζονα σκέψη, είχε την αρμοδιότητα και την εξουσία να εκδώσει ενεργώντας και αυτεπαγγέλτως, ανεξάρτητα δηλαδή από την υποβολή ενστάσεως από τον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το ως άνω αναλυτικώς εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και δη ότι η από 30-3-2009 απόφαση του Δ.Σ. είναι νόμιμη και ισχυρή καθόσον ουδείς προσέβαλε το κύρος αυτής, απαντώντας αιτιολογημένα και στους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος αναφορικά με το κύρος της νεότερης απόφασης του ΔΣ του αναιρεσιβλήτου, για την οποία έκρινε ότι έχει αυτοτέλεια, χωρίς να συντρέχει με την έκδοση αυτή, περίπτωση προσβολής της από 30-3-2009 αποφάσεως, και με την οποία το Δ.Σ. αποφάνθηκε πρωτίστως επί ενστάσεως του αναιρεσείοντος, έλαβε δε υπόψη και όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση νόμιμα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος, κατά το τρίτο σκέλος, λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το δικονομικό απαράδεκτο που παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο (ΑΠ 863/2010), ενώ δεν αναφέρεται ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε και ο τρόπος που αυτός παραβιάστηκε (ΑΠ 449/2012). Από τα άρθρα 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική όμως προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002, ΑΠ 12/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος, κατά το τέταρτο σκέλος, από τους αριθ. 8 και 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς και αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε, είναι αβάσιμος ως αλυσιτελής, καθόσον η επικαλούμενη ομολογία αναφέρεται στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η από 30-3-2009 απόφαση του Δ.Σ. του αναιρεσιβλήτου έχει καταστεί απρόσβλητη, γεγονός το οποίο, ωστόσο, δέχθηκε το εφετείο, με την περαιτέρω όμως παραδοχή για νόμιμη έκδοση στη συνέχεια της από 9-11-2009 νεότερης απόφασης, που αντικατέστησε την πρώτη. Κατά συνέπεια, το αναφερόμενο πραγματικό περιστατικό, που, κατά τον αναιρεσείοντα ομολόγησε το αναιρεσίβλητο, δεν ήταν κρίσιμο και δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκείμενης δίκης, ούτε επηρέασε το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή εκλαμβάνει ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε. Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 856/2019, ΑΠ 1915/2016, ΑΠ 472/2016). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 257/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 922/2018). Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (ΑΠ 918/2019, ΑΠ 936/2017). Εν προκειμένω με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, από εσφαλμένη ανάγνωση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω τριών εγγράφων, χωρίς μάλιστα να τα αναγνώσει συνδυαστικά. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι παραμόρφωσε: (α) το περιεχόμενο της από 30.3.2009 απόφασης του Δ.Σ. του αναιρεσιβλήτου με την οποία αποφασίσθηκε, μετά από αίτησή του, η απονομή του εν λόγω ενδίκου βοηθήματος, (β) το περιεχόμενο του διαβιβαστικού εγγράφου με αριθμό πρωτοκόλλου ... που έχει θέμα "ένσταση με Αρ. Πρωτ. ...", με το οποίο το αναιρεσίβλητο τον ενημέρωσε ότι το επίδομα βαθμού έχει συνυπολογιστεί στο σύνολο του συντάξιμου μισθού και κατά συνέπεια και στο εν λόγω βοήθημα και (γ) το περιεχόμενο της από 9.11.2009 απόφασης του ΔΣ του αναιρεσίβλητου, με την οποία αποφασίζεται εκ νέου η απονομή του εν λόγω βοηθήματος, χωρίς υποβολή αιτήσεως εκ μέρους του. Ότι η εσφαλμένη ανάγνωση των άνω εγγράφων αυτοτελώς αλλά και συνδυαστικά μεταξύ τους, είναι κρίσιμη για το αποδεικτέο πραγματικό γεγονός ότι το ένδικο μηνιαίο βοήθημα των 347,21€ χορηγήθηκε μετά από αίτημά του με την από 30.3.2009 απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου και θα ενεργοποιείτο η καταβολή του από 1.2.2011 με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας του, καθώς και για το αποδεικτέο γεγονός ότι δεν υπήρξε άλλη απόφαση του Δ.Σ. με ημερομηνία 9.11.2009 με την οποία αποφασίσθηκε να του απονεμηθεί εκ νέου το ένδικο βοήθημα, υπό την προϋπόθεση ότι θα παραιτηθεί από την εργασία του στην τράπεζα E.. Ότι από την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων εσφαλμένα η προσβαλλομένη έκρινε ότι τροποποιήθηκε η από 30-3-2009 απόφαση του ΔΣ με την από 9-11-2009 απόφαση. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης εκ του αριθ. 20 είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-4-2021 αίτηση του Π. Ε. και τον από ... πρόσθετο αυτής λόγο, για την αναίρεση της υπ' αριθ. 2627/2019 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ [