Αριθμός 99/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ESA SECURITY SOLUTION Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρεία" με τον διακριτικό τίτλο "ESA SECURITY SOLUTIONS S.A." (πρώην: α) ISS Security Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρεία" με το δ.τ. " ISS Security S.A." και β) ISS ASPIS Security S.A.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και διατηρεί υποκατάστημα στο Χαλάνδρι Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γάτσιου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Μ. του Μ., 2) Σ. Λ. του Δ., 3) Ε. Κ. του Η. και 4) Κ. Δ. του Α., κατοίκων Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 39/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 9825/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-1-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 11.1.2021 και με αριθμό κατάθεσης 521/83/2021 αίτηση αναίρεσης κατά της 1804/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) γι αυτό και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11, 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η συλλογική σύµβαση εργασίας ισχύει µόνο έναντι των µελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, εκτός εάν επεκτάθηκε µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, οπότε η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά, δηλαδή πέραν από τους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύµβαση αυτή αφορά και οι οποίοι θα μπορούσαν µε τις δραστηριότητές τους να είναι µέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της. Ενόψει τούτων, η ιδιότητα του µέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των ως άνω σσε, αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής. Το στοιχείο όμως αυτό, ενόψει της κανονιστικής φύσεως των σσε, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του. Τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική η ομοιοεπαγγελματική σσε, που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του (ΑΠ 1561/2011). Αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει την ιδιότητα του ιδίου ή του ενάγοντος εργαζομένου, ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν τη σσε, ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί, με τις νόμιμες έγγραφες προτάσεις του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του (άρθρο 224 εδ. β ΚΠολΔ), και να αποδείξει ότι ο ίδιος και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΑΠ 1728/2020). Περαιτέρω, σύμφωνα με την "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων" (ΑΚ 361) οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007). Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την παρεχόμενη εργασία του την αμοιβή που προβλέπεται από την εκάστοτε ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει σσε, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη σσε, ή αν η σσε θέτει προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός. Για το κύρος της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου. Σε μια τέτοια περίπτωση, αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης σσε, τότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και οι συλλογικές ρυθμίσεις προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 692/2014, 248/2020, 1243/2020). Η παραπομπή είναι δυνατόν να γίνεται είτε σε ισχύουσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σσε (στατική παραπομπή) είτε σε κάθε σσε που ισχύει διαδοχικά για συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων, με την έννοια ότι όσο διαρκεί η ατομική σύμβαση εργασίας παρακολουθεί και προσαρμόζεται στις μεταβολές που επέρχονται στις συλλογικές ρυθμίσεις μέσω διαδοχικών συλλογικών συμβάσεων (δυναμική παραπομπή), ακόμη και αν οι μεταβολές επιβάλλουν ρυθμίσεις δυσμενέστερες κατά περιεχόμενο από αυτές που ίσχυαν κατά τη σύναψη της ατομικής σύμβασης εργασίας. Τούτο επειδή στην περίπτωση αυτή, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν, όπως προελέχθη, έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 692/2014, 874/2018, 904/2020) και οι κανονιστικοί όροι τους επενεργούν έξωθεν στην ατομική σύμβαση, για όσο χρόνο ισχύουν και μέχρι την αντικατάστασή τους με νεότερη, χωρίς να ενσωματώνονται σε αυτή, χωρίς να αποτελούν δηλαδή περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας. Όταν, όμως, με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης σσε, τότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν µε μεταγενέστερη σσε, που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που µε συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας. Προϋπόθεση για να καταστούν οι συγκεκριμένοι όροι σσε και όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας είναι η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη σσε και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών σσε, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη σσε (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερη για τους μισθωτούς διατάξεις, αφού ρητά συμφωνήθηκε µε την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμοστεί η εκάστοτε ισχύουσα σσε (ΟλΑΠ 461/1970, ΑΠ 251/2012, 256/2016, 1041/2020). Περαιτέρω, η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ (εν προκειμένω από την αντίστοιχη πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 1), αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική θεμελίωση αυτής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος ή, αν αντιθέτως, αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 2048/2013,1409/2014, 931/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 21.6.2017 αγωγή τους στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών φύλαξης κυρίως σε δομές του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στις διαφορετικές ημεροχρονολογίες που αναφέρουν για τον καθένα, με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με την ειδικότητα του φύλακα, καθώς και ότι από την παροχή της εργασίας τους προέκυψαν οι απαιτήσεις τους για την αμοιβή τους για νυχτερινή εργασία, υπερεργασία, υπερωρία, διαφορές επιδομάτων δώρων εορτών και άδειας κ.λπ. στα ποσά που αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή για τον καθένα. Ως προς το κρίσιμο στοιχείο του καθορισμού της αμοιβής τους, στην αγωγή αναφέρεται ότι "είχε συμφωνηθεί με τη σύμβαση εργασίας μας, ότι η εναγομένη όφειλε να μας καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές με βάση την κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας της παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, με την ειδικότητα τον προσωπικού ασφαλείας ή τις διαιτητικές αποφάσεις που καθόριζαν τις αποδοχές των εργαζόμενων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας με την παραπάνω ειδικότητα, ανάλογα με την προϋπηρεσία τους και τα επιδόματα που προβλέπονται από αυτές τις σσε και δα", ενώ σε άλλο σημείο της αγωγής υποστηρίζουν ότι "η συμφωνία για την εφαρμογή κάποιας σσε ή δα είναι καθόλα έγκυρη σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ δεδομένου ότι στα πλαίσια ρύθμισης των όρων εργασίας είναι δυνατή η συνομολόγηση όρου τέτοιου ακόμα και της σσε που δεν έχει κηρυχτεί υποχρεωτική". Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίον η αναιρεσιβαλλομένη, η οποία, μετά από έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την 39/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε απορρίψει την αγωγή τους ως αόριστη και ακολούθως τη δέχθηκε ως ορισμένη και ως ουσιαστικά βάσιμη εν μέρει και επιδίκασε διαφορές αποδοχών κ.λπ., δεχόμενη ως βάση του υπολογισμού των οφειλόμενων στους αναιρεσίβλητους πάσης φύσεως αμοιβών την συμφωνία περί παραπομπής στην εκάστοτε ισχύουσα κλαδική σσε για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, έλαβε υπόψη της πράγμα που δεν προτάθηκε και υπέπεσε στην παράβαση του αριθμ. 5 του άρθρου 560, είναι αβάσιμος. Αβάσιμος δε είναι και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το ως άνω πρώτο σκέλος αυτού που αναφέρεται στη νομική αοριστία της αγωγής και με τον οποίον η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται επειδή αξίωσε λιγότερα από τα αναγκαία στοιχεία για τη νομική βασιμότητα της αγωγής. Από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής συμβάσεως εργασίας και ατομικής συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών διαφορετικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση (νόμου, συλλογικής συμβάσεως, ατομικής συμβάσεως, κανονισμού). Με βάση την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που καθιέρωσε αρχικά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2329 /1955 (που ίσχυσε μέχρι την 8.5.1990) και στη συνέχεια το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΟλΑΠ 1/2007). Επίσης, οι όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (άρθρο 7 παρ. 3 Ν. 1876/1990). Οι όροι εργασίας όμως που ρυθμίζονται με σσε ή δα ή από το νόμο, μπορούν να τροποποιούνται με νεότερη σσε του αυτού είδους και πεδίου ισχύος ή νεότερο νόμο, τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, διότι κατά τη διαδοχή δεν ισχύει η αρχή της προστασίας, αλλά η αρχή της τάξεως, με εξαίρεση μόνο την περίπτωση κατά την οποία με ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της σσε ή του ευνοϊκότερου νόμου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920, κάθε μονομερής μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, που βλάπτει υλικά ή ηθικά το μισθωτό, του παρέχει το δικαίωμα, αν δεν αποδεχθεί τη μεταβολή να τη θεωρήσει ως άτυπη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει από τον εργοδότη τη νόμιμη αποζημίωση για απροειδοποίητη καταγγελία της συμβάσεως ή να εμμείνει στους αρχικούς όρους της συμβάσεως, αξιώνοντας την τήρησή τους. Ο εργοδότης όμως μπορεί να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της παροχής εργασίας, ακόμη και σε βάρος του μισθωτού, όταν το δικαίωμα αυτό παρέχεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη νόμου ή συλλογικής συμβάσεως ή διαιτητικής αποφάσεως ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως (ΑΠ 831/2019). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 6/28.2.2012 "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012" (ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012), η οποία κείται εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης του νόμου (ΟλΣτΕ 2307/2014, ΑΠ 876/2018): "1. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14.2.2013. 3. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (Α' 27). 4. Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου, που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 (Α' 27) παύουν να ισχύουν. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις". Στόχος των προαναφερομένων ρυθμίσεων είναι να προωθήσουν την προσαρμογή των μισθολογικών και των μη μισθολογικών όρων της σσε στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, με απώτερο σκοπό να αυξηθεί με τον τρόπο αυτό η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και να μειωθεί η ανεργία. Με τις ως άνω διατάξεις, αφενός, επιβάλλεται η ex lege λήξη την 14η Φεβρουαρίου 2013 των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, αφετέρου, ρυθμίζονται οι έννομες συνέπειες της λήξης ή της καταγγελίας μίας σσε. Σύμφωνα με το έως το 2012 ισχύον δίκαιο οι κανονιστικοί όροι σσε που έληξε ή καταγγέλθηκε εξακολουθούσαν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο (άρθρ. 9 παρ. 4 Ν. 1876/1990). Μετά την πάροδο του εξαμήνου (παράταση) άρχιζε μία δεύτερη περίοδος πλασματικής επιβίωσης των όρων της συλλογικής σύμβασης εργασίας, η φάση της μετενέργειας, κατά την οποία οι όροι της σσε αποβάλλουν μεν την αναγκαστική (όχι την άμεση) ισχύ τους, εξακολουθούν, όμως, να επηρεάζουν τη σύμβαση εργασίας, μέχρι η σύμβαση να τροποποιηθεί. Επομένως, κατά τη διάρκεια της μετενέργειας ο εργοδότης δεν είναι δυνατόν να τροποποιήσει μονομερώς τους όρους της σσε που μετενεργεί, αλλά η τροποποίηση μπορεί να γίνει μόνον με τη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου. Με τη νέα διάταξη της προαναφερόμενης Π.Υ.Σ. η παράταση της κανονιστικής ισχύος των όρων της σσε που έληξε ή καταγγέλθηκε περιορίζεται από 6 σε 3 μήνες. Αν δεν επιτευχθεί η σύναψη νέας σσε κατά το διάστημα του τριμήνου, τότε με τη λήξη του τριμήνου αρχίζει η φάση της μετενέργειας με περιορισμένο εύρος, οπότε ο εργοδότης οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει μόνον το βασικό μισθό και τέσσερα (4) επιδόματα, ωρίμανσης (δηλαδή αρχαιότητας στην υπηρεσία), τέκνων, εκπαίδευσης και επικίνδυνης εργασίας που όριζε η λήξασα ή καταγγελθείσα σσε. Αντιθέτως, ο εργοδότης δεν οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει τα λοιπά επιδόματα και μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η σσε, όπως π.χ. πρόσθετους μισθούς (π.χ. 15ος και 16ος μισθός), bonus ή πριμ, διορθωτικά επιδόματα, επιδόματα εξομάλυνσης, επιδόματα παρουσίας κ.ο.κ. Επομένως, με τη νέα ρύθμιση τροποποιούνται ουσιαστικά οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 και 5 του Ν. 1876/1990 και η μετενέργεια της σσε εντοπίζεται στον βασικό μισθό και στα τέσσερα, παραπάνω αναφερόμενα, επιδόματα, ενώ δεν καταλαμβάνει πλέον τις λοιπές μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η λήξασα ή καταγγελθείσα σσε (ΑΠ 1041/2021). Περαιτέρω, με το άρθρο 37 ν. 4024/2011 προστέθηκε εδάφιο στην παράγραφο 2 του άρθρου 10 του ν. 1876/1990 που ορίζει ότι "Όσο διαρκεί η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας και πάντως δεν επιτρέπεται να περιέχει όρους εργασίας δυσμενέστερους για τους εργαζόμενους από τους όρους εργασίας εθνικών συλλογικών συμβάσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του νόμου αυτού." Με τη ρύθμιση αυτή δόθηκε προβάδισμα στην επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση έναντι της κλαδικής με μόνο όριο τη διατήρηση των όρων εργασίας που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες εθνικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Με την από 2.5.2012 επιχειρησιακή σσε που κατατέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας Αγίας Παρασκευής την 2.5.2012 προβλέφθηκε στο άρθρο 2 αυτής ότι "ο βασικός μισθός και ημερομίσθια των ανωτέρω αναφερόμενων ειδικοτήτων καθορίζεται σύμφωνα με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τις κατηγορίες και υπό τη διάκριση μεταξύ υπαλλήλων και εργατοτεχνιτών, όπως εκάστοτε ισχύει, ανεξαρτήτως από την ενδεχόμενη μελλοντική αύξηση ή μείωση της, για όλη τη χρονική περίοδο ισχύος της παρούσας επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας", ενώ στο άρθρο 3 της ίδιας σύμβασης ορίζεται ότι "με την παρούσα ΣΣΕ καταργείται το σύνολο των επιδομάτων που προβλέπονται από τις εκάστοτε εφαρμοστέες ΣΣΕ των ανωτέρω ειδικοτήτων και χορηγούνται πλέον τα επιδόματα που προβλέπονται από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και κατά το ποσό ή ποσοστό που σε αυτή προβλέπεται. Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 1876/1990, εφόσον ο εργοδότης δεσμεύεται από επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, οι κανονιστικοί όροι της διέπουν υποχρεωτικά και τις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων της συγκεκριμένης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Συνακόλουθα, από την ημερομηνία της κατάθεσής της η νέα επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας εφαρμόζεται στις υφιστάμενες σχέσεις εργασίας που ρυθμίζονταν από ισχύουσα εθνική κλαδική σύμβαση εργασίας, εκτός αν με ειδικό όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας είχε συμφωνηθεί ότι θα εφαρμόζονται σε αυτήν οι όροι της συγεκριμένης κλαδικής σσε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθμ.6 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Τέλος κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015 για αναιρέσεις που ασκούνται μετά την 1.1.2016, λόγος αναίρεσης (μεταξύ άλλων) στηριζόμενος στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και κατά συνέπεια και στον ομοίου περιεχομένου αριθμό 6 του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα) εξετάζεται (και) αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 350/2019). Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται για παράβαση του νόμου (560 αριθ. 1) και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 και 4, 6 παρ. 2, 7, 10 και 11 παρ. 2 ν. 1876/1990, ν. 4046/2012, ΠΥΣ 6/2012 και 37 παρ. 5 ν. 4024/2011, εκσσε 2007-2008 και της από 2.5.2012 επιχειρησιακής σσε σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 659 ΑΚ, με την αιτίαση ότι δεν εφήρμοσε τις διατάξεις που όφειλε να εφαρμόσει, αλλά διαφορετικές που δεν είχαν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα εφήρμοσε την από 8.4.2009 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας στις αγωγικές αξιώσεις των ετών 2011-2012 που δεν ήταν εφαρμοστέα και εσφαλμένως δεν εφήρμοσε την από 2.5.2012 επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας στις αγωγικές αξιώσεις του χρονικού διαστήματος 2.5.2012 έως 30.4.2013, που ήταν εφαρμοστέα, με συνέπεια τον εσφαλμένο υπολογισμό του νόμιμου βασικού μισθού των αναιρεσιβλήτων και των εξαρτώμενων από αυτόν λοιπών αξιώσεων τους. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι δέχθηκε τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ότι η αναιρεσείουσα η οποία δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών φύλαξης προσέλαβε τους αναιρεσιβλήτους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας για να εργαστούν ως φύλακες σε διάφορες εγκαταστάσεις του ΑΠΘ. Ότι συμφωνήθηκε να καθορίζονται οι αποδοχές τους από τις ισχύουσες κλαδικές ρυθμίσεις για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζόμενων στις Eπιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας. Ότι για τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων (που προσλήφθηκαν το έτος 2004) οι συλλογικές αυτές ρυθμίσεις για το έτος 2008 ήταν η από 14.2.2007 εθνική κλαδική συλλογική σύμβαση που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 12622/3.9.2007 και έληξε την 31.12.2008 ενώ επακολούθησε η 8.4.2009 εθνική κλαδική συλλογική σύμβαση, η οποία επανέλαβε τις ρυθμίσεις της προηγούμενης κσσε, παραπέμποντας ρητά στις διατάξεις της και ήταν εφαρμοστέα και για το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της προηγούμενης από 14.2.2007 κσσε και του προβλεπόμενου στο νόμο εξαμήνου, ως όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας των εναγόντων. Ότι η από 8.4.2009 κσσε δεν κηρύχθηκε γενικά υποχρεωτική και ότι παρέπεμπε στις διατάξεις της προηγούμενης περιέχοντας ευμενέστερες διατάξεις μόνο για τους νεοπροσληφθέντες. Ότι η αμοιβή του τρίτου αναιρεσιβλήτου συμφωνήθηκε να είναι η εθνική κλαδική σσε, κατά δε το χρόνο πρόσληψής του (15.2.2010) ίσχυε η από 8.4.2009 εκσσε, η οποία είχε λήξει την 31.12.2009, παρατάθηκε όμως για ένα εξάμηνο, δηλαδή μέχρι την 31.7.2010. Ότι από αυτό προκύπτει ότι κατά το χρόνο πρόσληψής του ο τρίτος αναιρεσίβλητος θα αμειβόταν με αυτά που προέβλεπε η εκσσε του έτους 2009, παρόλο που ο τρίτος αναιρεσίβλητος δεν ήταν μέλος του συνδικαλιστικού σωματείου και ανεξάρτητα από την κήρυξη ή μη αυτής ως υποχρεωτικής. Ότι τούτο συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως από τη γνωστοποίηση των ατομικών όρων εργασίας του που φέρει τις υπογραφές αμφοτέρων των διαδίκων, αλλά και από το γεγονός ότι η εκσσε του έτους 2009 ήταν η μοναδική που ίσχυε κατά την πρόσληψή του. Ότι και μετά τη λήξη του εξαμήνου κατά το οποίο παρατάθηκε η ισχύς της ανωτέρω κσσε, οι νόμιμες αποδοχές του τρίτου αναιρεσιβλήτου εξακολουθούσαν να ρυθμίζονται από την παραπάνω κσσε, διότι ενσωματώθηκαν στην ατομική του σύμβαση και αποτελούσαν όρο αυτής. Ότι αντιθέτως η επόμενη εκσσε του έτους 2010 δεν ετύγχανε εφαρμογής επί των όρων αμοιβής και εργασίας του, αφού ο τρίτος αναιρεσίβλητος δεν ήταν μέλος της εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης που υπέγραψε τις από 29.6.2010 και 1.9.2011 εκσσε. Ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, έστω και σιωπηρή, για την εφαρμογή των κλαδικών αυτών σσε (των μεταγενέστερων του έτους 2009). Ότι επομένως οι διάδικοι δεν δεσμεύονταν παρά μόνο από την προαναφερθείσα κλαδική συλλογική σύμβαση που ίσχυε κατά την κατάρτιση της μεταξύ τους σύμβασης, καθώς ήταν η μόνη εθνική κλαδική σσε που ίσχυε το συγκεκριμένο διάστημα, ενώ δεν υπήρξε συμφωνία εφαρμογής άλλης σσε. Ότι η αμοιβή του τέταρτου αναιρεσιβλήτου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα καθοριζόταν από την από 2.5.2012 επιχειρησιακή σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και του επιχειρησιακού σωματείου, η οποία είχε ταυτόσημο περιεχόμενο τόσο με την προαναφερθείσα εθνική κλαδική σσε όσο και με την εθνική γενική σσε. Ακολούθως με βάση τις ανωτέρω παραδοχές για τον προσδιορισμό των μισθολογικών όρων των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων το δικαστήριο επιδίκασε στον πρώτο αναιρεσίβλητο για τα έτη 2011 και 2012 προσαύξηση για νυχτερινή εργασία και εργασία τις Κυριακές, αμοιβή για παράνομη υπερωριακή εργασία και αποζημίωση για την εργασία που παρείχε το Σάββατο ως έκτη ημέρα εργασίας και διαφορές στα επιδόματα εορτών και άδειας. Ως βάση υπολογισμού των επιδικασθέντων έλαβε το ποσό των 1059,56 ευρώ, δηλαδή το άθροισμα του μηνιαίου μισθού άγαμου φύλακα με προϋπηρεσία από το 2002 με το επίδομα επικινδυνότητας (985,28 + 74,28) και τούτο για όλο το επίδικο διάστημα. Στον δεύτερο αναιρεσίβλητο επιδίκασε για τα έτη 2011 και 2012 διαφορές αποδοχών, προσαύξηση για νυχτερινή εργασία και εργασία τις Κυριακές, αμοιβή για παράνομη υπερωριακή εργασία και αποζημίωση για την εργασία που παρείχε το Σάββατο ως έκτη ημέρα εργασίας και διαφορές στα επιδόματα εορτών και άδειας. Ως βάση υπολογισμού των επιδικασθέντων έλαβε για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 30.4.2011 το ποσό των 1106,48 ευρώ, δηλαδή το άθροισμα του μηνιαίου μισθού άγαμου φύλακα με προϋπηρεσία από το 2004 με το επίδομα επικινδυνότητας και το επίδομα αρχιφύλακα (938,36 + 74,28 + 93,84), ενώ από την 1.5.2011 έως την 31.12.2012 ο μισθός μειώθηκε στο ποσό των 1012,64 ευρώ επειδή δεν εκτελούσε καθήκοντα αρχιφύλακα. Στον τρίτο αναιρεσίβλητο επιδίκασε για τα έτη 2011 και 2012 διαφορές αποδοχών, προσαύξηση για νυχτερινή εργασία και εργασία τις Κυριακές, αμοιβή για παράνομη υπερωριακή εργασία και αποζημίωση για την εργασία που παρείχε το Σάββατο ως έκτη ημέρα εργασίας και διαφορές στα επιδόματα εορτών και άδειας. Ως βάση υπολογισμού των επιδικασθέντων έλαβε για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 30.4.2011 το ποσό των 887,80 ευρώ, δηλαδή το άθροισμα του μηνιαίου έγγαμου φύλακα χωρίς προϋπηρεσία με το επίδομα επικινδυνότητας και το επίδομα αρχιφύλακα (813,52 + 74,28). Τέλος, στον τέταρτο αναιρεσίβλητο, άγαμο και χωρίς προϋπηρεσία, επιδίκασε για το διάστημα από 1.5.2012 έως 30.4.2013 προσαύξηση για νυχτερινή εργασία και εργασία τις Κυριακές, αμοιβή για παράνομη υπερωριακή εργασία και αποζημίωση για την εργασία που παρείχε το Σάββατο ως έκτη ημέρα εργασίας και διαφορές στα επιδόματα εορτών και άδειας. Ως βάση υπολογισμού των επιδικασθέντων έλαβε το ποσό των 751,39 ευρώ, ποσό το οποίο έκρινε ότι οριζόταν από την ισχύουσα εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας. Με τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη στηρίχθηκε σε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη μη εφαρμογή της επιχειρησιακής σσε που την καθιστούν εν μέρει αναιρετέα. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι κατά το χρόνο πρόσληψης των αναιρεσιβλήτων που προηγήθηκε της θέσης σε ισχύ της επίμαχης κλαδικής σσε, συμφωνήθηκε ατύπως και προφορικά να ρυθμίζονται οι όροι αμοιβής και εργασίας του πρώτου από την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας για τον πρώτο χρόνο και στη συνέχεια αμφοτέρων από τις κλαδικές σσε και ότι αυτό προκύπτει και από τις ομοίως προγενέστερες της σσε γνωστοποιήσεις στους αναιρεσιβλήτους των όρων εργασίας τους, δέχεται δηλαδή δυναμική παραπομπή, σύμφωνα με την οποία οι όροι των διαδοχικά ισχυουσών σσε θα επενεργούν εξωτερικά στην ατομική σύμβαση εργασίας, στη συνέχεια δέχεται ότι συμφωνήθηκε συγκεκριμένα οι αποδοχές του έτους 2012 να ρυθμίζονται ειδικώς από την 8.4.2009 κλαδική συλλογική σύμβαση, δηλαδή να ενσωματώνονται στην ατομική σύμβαση εργασίας τους, χωρίς να εξηγεί πως και σε ποιο χρονικό σημείο η πρώτη άτυπη συμφωνία περί δυναμικής παραπομπής αντικαταστάθηκε με νεότερη περί στατικής παραπομπής με συνέπεια η εξέλιξη της από 8.4.2009 κλαδικής σσε και η αντικατάστασή της από την από 2.5.2012 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση να μην επηρεάζει τους όρους αμοιβής και εργασίας τους, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 5 του ν. 4024/2011, όχι όμως και τις λοιπές διατάξεις (ν. 4046/2012 και ΠΥΣ 6/2012), αφού κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της δέχθηκε ότι οι εκάστοτε συλλογικές ρυθμίσεις ενσωματώνονταν βάσει της ειδικής προφορικής συμφωνίας στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων και επομένως η από 8.4.2009 κλαδική σσε δεν ρύθμιζε κατά τρόπο στατικό τους όρους αμοιβής και εργασίας τους, διότι αυτοί διαμορφώθηκαν διαδοχικά μέσω των κλαδικών σσε των ετών 2010 και 2011 και τελικώς αντικαταστάθηκαν με την από 2.5.2012 επιχειρησιακή σσε, χωρίς να τίθεται ζήτημα αυτοδίκαιης λήξης, πλασματικής παράτασης ή μετενέργειας αυτών με τη συνακόλουθη μεταβολή των μισθολογικών τους όρων σύμφωνα με την ΠΥΣ 6/2012. Ως προς το προγενέστερο, όμως, επίδικο χρονικό διάστημα ο ίδιος λόγος αποδεικνύεται αβάσιμος. Τούτο επειδή ισχύ είχε η από 1.9.2011 κλαδική σσε με αναδρομική εφαρμογή από 1.1.2011, η οποία, ως τριετούς ισχύος θα έληγε την 31.12.2013 εάν δεν την αντικαθιστούσε η από 2.5.2012 επιχειρησιακή σσε και συνεπώς δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 της ΠΥΣ 6/2012, επομένως ούτε οι βασικές αποδοχές των αναιρεσιβλήτων μειώθηκαν ούτε τα επιδόματά τους καταργήθηκαν σύμφωνα με τις προβλέψεις της παραγράφου 4 της ως άνω ΠΥΣ. Παραλλήλως, με το άρθρο 1 παρ.1.1 του Παραρτήματος Α της κσσε 2010 ορίζεται ότι οι κατώτατες αποδοχές όλων των μισθολογικών κλιμακίων που καλύπτει η παρούσα Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του Α' παραρτήματος καταβάλλονται με τους ίδιους όρους όπως η προϊσχύουσα κσσε. όπως είχαν διαμορφωθεί την 31.12.2009 αμετάβλητες, έως ότου κατατεθούν, συμφωνηθούν και προσαρτηθούν τα νέα κλιμάκια, ενώ με την κσσε του 2011 και συγκεκριμένα με το άρθρο 2 παρ. 6 ορίστηκε ότι "οι βασικοι? μισθοι? των εργαζομε?νων τους οποι?ους καλυ?πτει η παρου?σα κσσε, ο?πως αυτοι? ε?χουν διαμορφωθει? ε?ως την 30.6.2011, αυξα?νονται απο? 1.7.2011 κατα? 1,6% συ?μφωνα με την εγσσε", δηλαδή η μεν πρώτη κσσε ταυτιζόταν κατά περιεχόμενο με την εφαρμοσθείσα από το δικαστήριο του έτους 2009, ενώ η δεύτερη είχε ευνοϊκότερο περιεχόμενο για τους αναιρεσιβλήτους και επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη, με τη μη εφαρμογή τους, δεν ήχθη κατ' αποτέλεσμα σε συμπέρασμα επιβλαβές για την αναιρεσείουσα. Τέλος, ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο και στον υπολογισμό των αποδοχών του, η αναιρεσιβαλλόμενη εφάρμοσε την από 2.5.2012 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση με ελλιπή, όμως, αιτιολογία ως προς το συμπέρασμά της ότι αυτή ταυτιζόταν με την ισχύουσα, κατά το χρόνο σύναψης της επιχειρησιακής σσε, εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση παραπέμπει στην εθνική και όχι το αντίστροφο και επομένως για την πληρότητα της αιτιολογίας της θα έπρεπε να αναφερθεί στο περιεχόμενο των κανονιστικών διατάξεων αμφοτέρων των συμβάσεων, ώστε να καταστεί εφικτή η μεταξύ τους σύγκριση. Συνακόλουθα η απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει και για το χρονικό διάστημα που αφορά στις εν γένει αποδοχές των αναιρεσιβλήτων από την 2.5.2012 και μετά και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που την εξέδωσε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβλήθηκε αίτημα με το αναιρετήριο ή με το δικόγραφο των προτάσεων, ή με αυτοτελές δικόγραφο, (που κατατίθενται τα δύο τελευταία στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης), διατάσσει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη εκτέλεση. Επί επιδικάσεως με την προσβαλλόμενη απόφαση περισσότερων κονδυλίων, η αίτηση πρέπει, κατά τα άρθρα 216 και 217 ΚΠολΔ, να προσδιορίζει αναλυτικά τα ποσά που καταβλήθηκαν και την αιτία του καθενός, ώστε, επί μερικής αναιρέσεως, να μπορεί να προσδιοριστεί το αποδοτέο ποσό. Άλλως, σε περίπτωση αναίρεσης εν μέρει, η αίτηση θα απορριφθεί ως αόριστη (ΑΠ 1423/2010, 1158/2017). Δεν αποκλείεται όμως η υποβολή της κατά τρόπο ορισμένο στο δικαστήριο της παραπομπής (ΑΠ 1392/2018). Στην προκείμενη περίπτωση η νομοτύπως υποβληθείσα από την αναιρεσείουσα αίτηση επαναφοράς αναφέρεται στο συνολικό ποσό που καταβλήθηκε σε κάθε αναιρεσίβλητο και με τον τρόπο αυτό καθίσταται αδύνατη η διάκριση μεταξύ αυτών που καταβλήθηκαν σε εκτέλεση του αναιρεθέντος τμήματος και σε εκτέλεση του μη αναιρεθέντος, για το οποίο το αίτημα θα απορριπτόταν ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 9825/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τρακόσια (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ