Αριθμός 808/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Γ. Γ., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λιάπα, που δεν κατέθεσε προτάσεις και ανακάλεσε την από 1.3.2013 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Ιουλίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5153/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4680/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή της ως και τους από 29 Νοεμβρίου 2012 προσθέτους αυτής λόγους αναιρέσεως. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 18 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης τόσο ως προς τους κύριους όσο και ως προς τους πρόσθετους λόγους της. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2&4, 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575§1 εδ.β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 12/2011). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 94§1 ΚΠολΔ οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα, όταν πρόκειται για διαδικασία στον Άρειο Πάγο, δίνεται κατά την παρ. 3 του άρθρ. 96 ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 7§2 του ν. 3994/2011, μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του εκπροσωπούμενου απ' αυτόν διαδίκου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας εξετάζεται κατά το άρθρ. 104 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, με συνέπεια να θεωρείται δικονομικά απών ο διάδικος που παρέστη αυτοπροσώπως στον Άρειο Πάγο ή εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο στερούμενο της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, αφού τότε θεωρείται ως μη νομίμως παριστάμενος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4680/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, προσδιορίστηκε, κατά το άρθρ. 568 §§2 & 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 21.1.2013, κατά την οποία η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Δημήτριο Κούκο και η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 4.3.2013, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όπως και πάλι προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν παρέστη η αναιρεσείουσα κατά την νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου, ενώ παρέστη ο αναιρεσίβλητος, εκπροσωπούμενος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λιάπα δυνάμει του υπ' αριθ. .../24.12.2012 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αχαρνών Ευστρατίας Χατζηδούκα. Ωστόσο δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης από την πλευρά είτε της αναιρεσείουσας είτε του αναιρεσιβλήτου για την αρχική δικάσιμο της 21.1.2013, ούτε προκύπτει ότι ο δικηγόρος Δημήτριος Κούκος, που εκπροσώπησε κατά την αρχική αυτή δικάσιμο την αναιρεσείουσα, διέθετε την αναγκαία προς τούτο πληρεξουσιότητα. Συνεπώς, αφού η αναιρεσείουσα θεωρείται δικονομικά απούσα κατά την αρχική δικάσιμο και παράλληλα δεν προκύπτει έγκυρη για τη δικάσιμο αυτή επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης, δεν μπορεί να ισχύσει η αναγραφή της στο πινάκιο του Δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 4.3.2013 ως κλήτευση της απολειπόμενης κατ' αυτή αναιρεσείουσας και πρέπει, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, καθώς και των από 29.11.2012 πρόσθετων λόγων της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπό κρίση από 12.12.2011 αίτησης και των από 29.11.2012 πρόσθετων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθ. 4680/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ